← Κύπρος

Ε. Θ. ν. Κτηματικές Επιχειρήσεις Χριστάκης Ν. Παναγιώτου & Υιοί Λτδ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 68/21, 25/7/2022

Ε. Θ. ν. Κτηματικές Επιχειρήσεις Χριστάκης Ν. Παναγιώτου & Υιοί Λτδ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 68/21, 25/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ Γενική Αίτηση Αρ. 68/21 Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση Νόμο του 2011 έως 2017, Ν. 81(Ι)/2011, άρθρα 1-18, όπως εκάστοτε έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. και Αναφορικά με την αίτηση της Ευανθίας Θεράποντος για Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει και/ή να επιτρέπει την κατάθεση Σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 1/10/2006 στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. και Μεταξύ: Ε. Θ. Αιτήτριας και

  1. Κτηματικές Επιχειρήσεις Χριστάκης Ν. Παναγιώτου & Υιοί Λτδ
  2. Gordian Holdings Ltd
  3. Α/φοι Παναγιώτης & Γιώργος Σάββα Λιμιτεδ
  4. Έφορος Φορολογίας -------------- Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Α. Γιάγκου. Για καθ' ων η αίτηση 3: κ. Μούσκος για Κυριάκος Χρ. Μούσκος ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 9/12/21 για συμπληρωματική ένορκο δήλωση) Εισαγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση που καταχώρησε η αιτήτρια αιτείται Διάταγμα το οποίο να της επιτρέπει την κατάθεση του αναφερόμενου στην αίτηση πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της ίδιας και των καθ' ων η αίτηση 1 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης καθώς και συναφή διατάγματα που αφορούν τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακος. Μετά την καταχώριση ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση 3, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον ή και επιτρέπον την καταχώρηση 2 συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων ως τα Τεκμήρια Α και Β που επισυνάπτει. Η Αίτηση Η υπό εξέταση αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960 άρθρα 1-28, 29, 30, 31, 32, 33-40, 41, 42-47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4-9, Μέρος III, IV, V και Μέρος ΧΙ, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.47, Δ.48 Θ.1, Θ.2, Θ4

(2), Θ.7, Θ.8, Θ.9, Δ.55 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23,26,28,29, 30, 140.1, Μέρος 9 και Μέρος 10 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο εις την Σύμβασιν περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών άρθρο 1, στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, στη Νομολογία, στη Δικαστική Πρακτική, στις Αρχές της Επιείκειας, στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης. Η αίτηση συνοδεύεται από την Έ/Δ της ίδιας της αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι η ουσία της υπόθεσης αφορά ως επί των πλείστο καθαρά νομικά θέματα, πλην όμως προκύπτει η ανάγκη καταχώρησης δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβάλλονται με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή ημερ. 21/9/21, και συγκεκριμένα στις παραγράφους (13, 14, 15), (17, 18, 19), 20, 21, 22, 26 και
  1. Διευκρινίζει δε ότι η συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α θα είναι δική της και θα απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους των Καθ' ων η Αίτηση 3 και η συμπληρωματική ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β θα είναι της κ. Μ. Π. η οποία ήταν μάρτυρας της υπογραφής του επίδικου αγοραπωλητήριου εγγράφου και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της είναι αναγκαία, αφ' ης στιγμής οι Καθ' ων η Αίτηση 3 αμφισβητούν την υπογραφή από μέρους της αιτήτριας του επίδικου αγοραπωλητήριου εγγράφου. Ως δε περαιτέρω αναφέρει η καταχώρηση των δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι άκρως απαραίτητη ούτως ώστε να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 3, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και παράλληλα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν επιδιώκεται, ως υποστηρίζει, μέσω των αιτούμενων συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων η τροποποίηση της αρχικής ένορκης δήλωσης ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο, και δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών της ισχυρισμών, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να της επιτραπεί να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Τέλος και στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε υποστηρίζει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έγκριση των αιτημάτων της και υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί τα αιτήματα της, ενώ υποστηρίζει ότι οι Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και το άρθρο 30 του Συντάγματος, επιβάλλουν όπως της δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση
  2. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:
  3. Δεν συντρέχει ούτε και καταδεικνύεται οποιοσδήποτε καλός λόγος για να δοθεί στην Αιτήτρια άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  4. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  5. Οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να εντάξει η Αιτήτρια είναι επανάληψη γεγονότων ή/και επιχειρηματολογία και σχολιασμός που πρέπει να τεθεί στο στάδιο τον αγορεύσεων και όχι με συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
  6. Τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιχειρεί να εντάξει η Αιτήτρια ήταν γνωστά σε εκείνην από την καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 24.05.2021 και τα απέκρυψε ή/και ηθελημένα δεν τα συμπεριέλαβε.
  7. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε νέα ουσιαστικά στοιχεία που να προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ημερομηνίας 24.05.2021 που να δικαιολογούν την εισαγωγή οιωνδήποτε σχετικών στοιχείων ως προς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία θα βοηθούσαν το παρόν Δικαστήριο στην τελική του κρίση επί των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Δεν πληρούνται οι σχετικές νομοθετικές, και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  9. Η κατάθεση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από πρόσωπο που δεν κατέθεσε Ένορκη Δήλωση στην Κυρίως Αίτηση είναι αντινομική και παράτυπη.
  10. Η Αιτήτρια όφειλε να αξιώσει την άδεια του Δικαστηρίου για πρόσθετη Ένορκη Δήλωση και όχι συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της κ. Μ.Π. Η ένσταση συνοδεύεται από την Ε/Δ ενός εκ των διευθυντών των καθ' ων η αίτηση 3, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Αιτήρια με το Τεκμήριο Α επιχειρηματολογεί και απορρίπτει τις θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση 3 που εκτέθηκαν στην Ένορκη τους Δήλωση ημερομηνίας 21.09.2021 και δεν απαντά στους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση, αλλ' ούτε καταθέτει μαρτυρία και ειδικότερα γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση της μετά την καταχώριση της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 3 την 21.09.
  11. Είναι γενικά η θέση του ότι τα όσα επιχειρεί να συμπεριλάβει στην ΣΕΔ ήταν γνωστά σε αυτήν και όφειλε να τα είχε συμπεριλάβει εξ αρχής αφού όφειλε να γνωρίζει τί θα έπρεπε να αποδείξει στο πλαίσιο της αίτησης που καταχώρισε για να μπορεί να επιτύχει. Υποστηρίζει δε συναφώς ότι με τη συμπληρωματική της Ένορκη Δήλωση επιδιώκει να διορθώσει το αρχικά ηθελημένο κενό που άφησε στην μαρτυρία της, ενώ είχε την δυνατότητα να αναφερθεί με λεπτομέρεια στην υπογραφή της Συμφωνίας στην αρχική της Ένορκη Δήλωση, δεδομένου μάλιστα ότι είναι εκ των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος αλλά και ότι τα γεγονότα ήτο γνωστά στην αιτήτρια από έκτοτε. Ως εκ των ανωτέρω υποστηρίζει ότι αυτό που προκύπτει είναι ότι η αιτήτρια απέκρυψε τα πραγματικά γεγονότα ή/και παρέλειψε να αναφερθεί στα πραγματικά και αληθινά γεγονότα στην αρχική της Ε/Δ και κατόπιν της καταχώρισης της ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση 3 και της συνοδευτικής Ε/Δ, η αιτήτρια με την υπό εξέταση Αίτηση προσπαθεί να διορθώσει το κενό στην μαρτυρία της αφότου οι καθ'ων η Αίτηση 3 εντόπισαν τις παραλείψεις στη μαρτυρία της αιτήτριας. Ως προς το Τεκμήριο Β αναφέρει ότι η Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση της σκοπεί να καταθέσει, ως ισχυρίζεται, συμπληρωματική Ε/Δ της κ. Μ. Π., ως αναγκαία Ένορκη Δήλωση προς αντίκρουση των ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση 3, ενώ το Τεκμήριο Β που κατέθεσε είναι Ένορκη Δήλωση της κ. Μ. Π., επομένως είναι άγνωστο ποίου προσώπου σκοπείται η κατάθεση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Επίσης υποστηρίζει ότι η αίτηση πάσχει επειδή ως προς τα αιτούμενα Διατάγματα, εφόσον συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση μπορεί να καταθέσει μόνο η Αιτήτρια εφόσον μόνο η ίδια συνόδευσε την Αίτηση της ημερομηνίας 24.05.2021 με Ένορκη Δήλωση. Τέλος υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας να αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο δεν πρέπει να αγνοηθεί, αλλά αντίθετα το γεγονός ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι προς υποστήριξη των θέσεων τους λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η παράθεση τους στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 Θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο προβάλλεται καλός λόγος για να δικαιολογείται από το Δικαστήριο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται στα πλαίσια αυτά (βλ. Αίτηση Αρ. 29/2008 Φιλόκυπρος Ματθαίου - ανωτέρω). Ως προς το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» τούτο εναποτίθεται στους ώμους του αιτητή. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι οι οποίοι ποικίλουν και διαφέρουν σε κάθε περίπτωση. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και των θέσεων των διαδίκων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδικάσει την κυρίως αίτηση, έχοντας ενώπιόν του πλήρη και σφαιρική εικόνα των επίδικων θεμάτων. Όπου δε επιδιώκεται η καταχώρηση ΣΕΔ με σκοπό την επανάληψη των ιδίων γεγονότων της αρχικής ένορκης δήλωσης ή παράθεση επιχειρηματολογίας, ή γεγονότων αόριστων ή άσχετων με τα επίδικα γεγονότα της κυρίως αίτησης, δεν δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10 Απριλίου, 2012). Όταν όμως επιχειρείται η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται σε ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από την αντίδικη πλευρά και δεν παρατηρείται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν προκαλείται βλάβη/δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα ή καταχρηστικά, τότε είναι ορθό και δίκαιο όπως το αίτημα εγκριθεί, εφόσον είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα. Ως δε προκύπτει από την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Σχετική με το ζήτημα αυτό είναι και απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερομηνίας 28/02/2007,όπου αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Γενικά πρέπει να λεχθεί ότι σε αιτήσεις, τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1460). Επομένως εκεί όπου η συμπληρωματική ένορκος δήλωση σκοπεί στο να απαντήσει ή να αντικρούσει αμφισβητούμενα γεγονότα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπερ του αιτητή, αφού αντίθετη προσέγγιση θα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης κατ' αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ A.A.Δ 1858, η οποία αποφασίσθηκε με βάση τη Διάταξη ως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Το εκπρόθεσμο της ένστασης Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι το εκπρόθεσμο της ένστασης. Πράγματι η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η υπόθεση είχε οριστεί από το Δικαστήριο στις 20/4/22 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί 7 ημέρες προηγουμένως και η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 καταχωρήθηκε στις 18/4/22, χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως οποιοδήποτε διάβημα προς παράταση του χρόνου, ούτε και μετέπειτα προς θεραπεία του γεγονότος αυτού. Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ Κώστας κ.ά. ν. Ξενοφώντος Ξενοφώντος
(2005)1 Α.Α.Δ. 57 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι προφανές ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, και παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του, έλαβε σοβαρά υπόψη τόσο την εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση των εφεσιβλήτων όσο και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνόδευαν. Είναι ως αποτέλεσμα αυτού του σφάλματος που το Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν πολύπλοκα και αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία δεν θα ήταν ορθό να κριθούν με βάση τη δια κλήσεως αίτηση των εφεσειόντων αλλά θα ήταν ορθό να κριθούν σε αγωγή, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας.» Τα πιο πάνω νομολογηθέντα δεν εξυπακούουν όμως ότι δεν έχει δικαίωμα να ακουστεί καθόλου ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που δεν καταχωρίσει νομότυπα ένσταση. Σχετικά παραπέμπω στην Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. v. Α/φοι Πούλλου Λτδ (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 684 όπου λέχθηκε ότι το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος απαιτεί δημόσια ακροαματική διαδικασία και πως η μη καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των εφεσειόντων συνιστούσε δικονομική παράλειψη που όμως δεν κατάργησε την υποχρέωση δημόσιας κλήσης της υπόθεσης την ώρα που αυτή ήταν ορισμένη. Περαιτέρω δε λέχθηκε ότι η μη καταχώρηση ένστασης δεν εξυπάκουε και έλλειψη πρόθεσης εμφάνισης για διατύπωση θέσεων αναφορικά είτε με την ίδια την παράλειψη καταχώρησης ένστασης είτε με την εν γένει πορεία των αιτήσεων. Στη δε Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 ξεκαθαρίστηκε ότι η παράλειψη καταχώρισης νομότυπης ένστασης δεν μπορούσε να εμποδίσει το συνήγορο του εν λόγω διαδίκου από το να αγορεύσει, χωρίς όμως να μπορούν να ληφθούν υπόψη οποιαδήποτε γεγονότα επικαλείται μέσω αυτής. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι λανθασμένα το Δικαστήριο επέτρεψε στη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει με τον ισχυρισμό ότι δεν υπεβλήθη νομότυπα γραπτή ένσταση. Το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα η γραπτή ένσταση δεν αποστερεί τη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει. Εξάλλου το Δικαστήριο ρητά αναφέρει στην απόφαση του ότι απέκλεισε τα οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και δεν τα έλαβε υπόψη». Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την κρίση μου να εξετάσει την παρούσα αίτηση στη βάση αποκλειστικά της αίτησης και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση 3 ως προβάλλονται στην αγόρευση τους οι οποίες δεν χρειάζονται πραγματικό υπόβαθρο, δηλαδή γεγονότα, προς υποστήριξη τους. Εν πολλοίς αυτό που ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση και μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το πλαίσιο, είναι ότι δεν καταδεικνύεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση τους αιτήματος, αφού τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν και με τις δύο ΣΕΔ της ήταν γνωστά και αφορούν τις περιστάσεις υπογραφής του πωλητηρίου που είχε στην κατοχή της η αιτήτρια και την πληρωμή του τιμήματος και θα έπρεπε να είναι αντιληπτό από την ίδια, με δεδομένες τις προϋποθέσεις του νόμου, ότι θα έπρεπε να τα συμπεριλάβει εξ αρχής. Περαιτέρω υποστηρίζουν σε σχέση με την ΣΕΔ της αιτήτριας Τεκμήριο Α, ότι τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν αποτελούν σχολιασμό και επιχειρηματολογία που δεν είναι επιτρεπτή ενώ σε σχέση με το Τεκμήριο Β υποστηρίζουν ότι δεν είναι επιτρεπτή η κατάθεση Συμπληρωματικής Ε/Δ από πρόσωπο άλλο από αυτό που προέβη στην αρχική καθώς και ότι το όνομα του προσώπου που θα προβεί στην συμπληρωματική Ε/Δ Τεκμήριο Β δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια αφού στο Τεκμήριο Β το επίθετο του εν λόγω προσώπου διαφέρει από το επίθετο που αναφέρει η αιτήτρια στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Αρχίζοντας από την ΣΕΔ της ίδια της αιτήτριας ως το Τεκμήριο Α σημειώνω κατ' αρχάς ότι κύρια θέση των αιτητών είναι ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρείται να περιληφθούν ήταν γνωστά στην αιτήτρια και επομένως όφειλε να τα είχε περιλάβει στην αρχική Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση. Μάλιστα υποστηρίζουν ότι στην αρχική Ένορκη της Δήλωση ημερομηνίας 24.05.2021 γίνεται αναφορά στην αγορά της κατοικίας, χωρίς καθόλου αναφορά στην υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου παρόλο που προκύπτει από το νόμο ότι αποτελεί προϋπόθεση η υπογραφή της σύμβασης για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου με την κυρίως αίτηση διατάγματος. Η θέση αυτή είναι προφανέστατα εσφαλμένη, για να μην πω παραπλανητική, αφού η αναφορά στην υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου εντοπίζεται στην παρ. 2 της αρχικής Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση. Αυτό που στην ουσία συνέβη είναι ότι με δεδομένη την άρνηση από πλευράς καθ' ων η αίτηση της υπογραφής της συμφωνίας, κρίθηκε από την αιτήτρια (και ορθώς) ότι θα έπρεπε να διευκρινίσει και να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το ζήτημα αυτό έτσι ώστε το Δικαστήριο το οποίο θα εξετάσει την ουσία της αίτησης να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένα τις θέσεις και των δύο πλευρών. Το ότι θα μπορούσε εξ αρχής να είχε αναφερθεί πιο λεπτομερώς στις περιστάσεις υπογραφής, το οποίο είναι γεγονός, δεν καθιστά την παρούσα αίτηση απορριπτέα ούτε και εξαλείφει την ύπαρξη καλού λόγου που δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης ως προς την παράγραφο 3(Ι), δεδομένης της μετέπειτα αμφισβήτησης της σαφούς θέσης της αιτήτριας ότι το επίδικο πωλητήριο είχε υπογραφεί από την ίδια. Προς τούτο θα παραπέμψω και στην υπόθεση Messios (ανωτέρω) όπου οι συμπληρωματικές Έ/Δ που ζητείτο να επιτραπεί να καταχωρηθούν αφορούσαν διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ως αποφασίστηκε ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως και εκεί δεν επρόκειτο για γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση ή που δεν τα γνώριζαν οι αιτητές κατά τον χρόνο καταχώρισης της αρχικής Ε/Δ και εντούτοις επιτράπηκε η καταχώρηση ΣΕΔ, αφού με δεδομένη την ένσταση που είχε καταχωρηθεί κρίθηκε εύλογο το αίτημα έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά στοιχεία. Ως προς τη θέση τώρα ότι η παρ. 3(Ι) περιέχει ανεπίτρεπτο σχολιασμό ή επιχειρηματολογία σημειώνω ότι από την αρχή της παραγράφου μέχρι την φράση «όταν υπέγραψα το πωλητήριο έγγραφο.» είναι προφανές ότι το μόνο που πράττει η αιτήτρια είναι ως ήδη λέχθηκε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας ζήτημα το οποίο αμφισβητείται και σε σχέση με το οποίο ως ήδη λέχθηκε εξ αρχής η θέση της ήταν ότι η εν λόγω συμφωνία είχε υπογραφεί από την ίδια. Κατά το υπόλοιπο μέρος της παραγράφου 3(Ι) πρέπει να πω όμως ότι πράγματι η προτεινόμενη ΣΕΔ εμπεριέχει σχολιασμό και μάλιστα στοιχείων της σύμβασης που η ίδια η αιτήτρια χαρακτηρίζει ευδιάκριτα, χωρίς έτσι να αναδύεται ανάγκη αναφοράς σε αυτά και περαιτέρω προβάλλει νομικές θέσεις ως προς το εάν ήταν απαραίτητο ή όχι να συμπεριλάβει τον αριθμό εγγραφής της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας ή της ταυτότητας της στο πωλητήριο, ζητήματα τα οποία θεωρώ ότι δεν έχουν θέση σε μια ένορκη δήλωση, αλλά τα οποία μπορούν να περιληφθούν στην αγόρευση της αιτήτριας στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης. Όσον αφορά το ζήτημα των αποδείξεων που φέρουν το όνομα Γιώργος Παφίτης (βλ. παράγραφο 3(ΙΙ) της ΣΕΔ Τεκμήριο Α, είναι κατά την κρίση μου σαφές πως ό,τι επιχειρεί να πράξει η αιτήτρια είναι να εξηγήσει για ποιο λόγο οι αποδείξεις που ως η θέση της αφορούν το τίμημα της επίδικης συμφωνίας έχουν εκδοθεί σε διαφορετικό όνομα. Επομένως και πέραν του ότι οι ισχυρισμοί περί σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων, με δεδομένο το εκπρόθεσμο της ένστασης δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, σημειώνω ότι εν πάση περιπτώσει είναι ανεδαφικοί αφού δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό στην προώθηση του αιτήματος αναφορικά με την παρ. 3(ΙΙ) δεδομένων των θέσεων που επιθυμεί να προβάλει η αιτήτρια υπό το φως και της ένστασης των καθ' ων η αίτηση 3 και των θεμάτων που ευθέως θίγουν και αμφισβητούν μέσω αυτής. Τα ίδια ισχύουν και για την παράγραφο 5 και 6 της προτεινόμενης ΣΕΔ όπου ξεκάθαρα η αιτήτρια επιχειρεί ευλόγως να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με την παράγραφο 20, 21, 27 αφενός και 26 αφετέρου της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση και οι οποίοι αν παραμείνουν αναπάντητοι ενδεχομένως να επηρεάσουν την πορεία της κυρίως αίτησης. Ως προς τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης, Τεκμήριο Α, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν απαντά σε ισχυρισμούς των Καθ'ων η αίτηση 3 αλλ' ούτε καταθέτει γεγονότα, αλλά αντίθετα αγορεύει ή/και αναλύει ένα νομικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και ως τέτοιο το αίτημα της για εισαγωγή των ως άνω ισχυρισμών πρέπει να απορριφθεί. Και αυτή η θέση είναι ανεδαφική εφόσον και πάλιν η αιτήτρια απαντά ξεκάθαρα σε ισχυρισμούς που οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση προέβαλαν, αφότου μάλιστα οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να εγερθεί με μαρτυρία από πλευράς τους, καθιστώντας πραγματικά άξιον απορίας το πώς στη συνέχεια ενίστανται στην πλευρά της αιτήτριας η οποία επιχειρεί εύλογα να απαντήσει στο τί της καταλογίζεται. Ως προς την ΣΕΔ της Μαριάννας Παναγιώτου ως το Τεκμήριο Β σημειώνω ότι οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν είναι δυνατή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που δεν προέβη σε Ε/Δ κατά την αρχική καταχώριση της αίτησης. Δεν θεωρώ ότι το λεκτικό της σχετικής διάταξης θέτει τέτοιο περιορισμό, ούτε και κάτι τέτοιο θα ήταν λογικό, εφόσον είναι προφανές ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ εύλογο και πιθανόν η ανάγκη για καταχώρηση ΣΕΔ να αφορά ζήτημα για το οποίο αρμόδιο να είναι άλλο πρόσωπο, από τον αρχικό ενόρκως δηλούντα. Εξ άλλου το ζήτημα έχει επιλυθεί προ πολλού στην ίδια την υπόθεση την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα (ανωτέρω) όπου ως ήδη λέχθηκε και πιο πάνω, επετράπη η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τόσο από την αρχική ενόρκως δηλούσα όσο και από ένα άλλο πρόσωπο που δεν είχε προβεί αρχικά σε Ε/Δ προς υποστήριξη της αίτησης. Συνεπώς η σχετική εισήγηση κρίνεται και αυτή παντελώς ανεδαφική. Πέραν αυτού προβάλλεται η θέση ότι το όνομα του προσώπου που θα προβεί στην συμπληρωματική Ε/Δ Τεκμήριο Β αναφέρεται στην Ε/Δ της αιτήτριας ως Μ. Π. ενώ στο Τεκμήριο Β (προσχέδιο ΣΕΔ) φαίνεται ότι το άτομο που θα προβεί στην ΣΕΔ είναι η Μ. Π. Ούτε και αυτό θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος, αν κατά τα άλλα δικαιολογείται, αφού θεωρώ ότι το ουσιώδες ζήτημα είναι αν δικαιολογείται η καταχώριση ΣΕΔ με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και όχι το όνομα του προσώπου που θα προβεί σε αυτή. Τέλος προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα και προϋποθέσεις του Νόμου σε τέτοιες αιτήσεις της ήταν γνωστά από το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και επομένως δεν δικαιολογείται τώρα να της δοθεί άδεια για καταχώρηση ΣΕΔ ως Τεκμήριο Β για να καλύψει κενά που η ίδια άφησε κατά την καταχώριση της αίτησης. Για το θέμα αυτό έγινε αναφορά ανωτέρω χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Αρκεί να τονισθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση όπου ευθέως αμφισβητείται η υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου από την αιτήτρια, θα πρέπει να θεωρείται κλασσική περίπτωση όπου θα πρέπει να επιτραπεί στην αιτήτρια να προσαγάγει συμπληρωματική Ε/Δ από το πρόσωπο που ως η θέση της ήταν παρόν κατά τη διαδικασία της υπογραφής και μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό και με αυτό τον τρόπο να έχει την ευκαιρία η αιτήτρια να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση της στο Δικαστήριο για να κριθεί επί της ουσίας. Κατάληξη Επομένως καταλήγω πως οι λόγοι που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση 3 είναι πρόδηλα ανεδαφικοί με εξαίρεση το μέρος εκείνο της παρ. 3(Ι) στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Περαιτέρω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος που δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο της προτεινόμενης ΣΕΔ Τεκμήριο Α. Επομένως η αίτηση εγκρίνεται. Η συμπληρωματική Ε/Δ ως το Τεκμήριο Α με εξαίρεση την αναφορά από τη λέξη «Πρόσθετα . του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου» και η συμπληρωματική Ε/Δ από την Μ. Π. ή Π. (εφόσον δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) ως το Τεκμήριο Β να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 3 €1000 πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει. ........................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.