Ε. Θ. ν. Κτηματικές Επιχειρήσεις Χριστάκης Ν. Παναγιώτου & Υιοί Λτδ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 68/21, 25/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ Γενική Αίτηση Αρ. 68/21 Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση Νόμο του 2011 έως 2017, Ν. 81(Ι)/2011, άρθρα 1-18, όπως εκάστοτε έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. και Αναφορικά με την αίτηση της Ευανθίας Θεράποντος για Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει και/ή να επιτρέπει την κατάθεση Σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 1/10/2006 στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. και Μεταξύ: Ε. Θ. Αιτήτριας και
- Κτηματικές Επιχειρήσεις Χριστάκης Ν. Παναγιώτου & Υιοί Λτδ
- Gordian Holdings Ltd
- Α/φοι Παναγιώτης & Γιώργος Σάββα Λιμιτεδ
- Έφορος Φορολογίας _____________________________ Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Α. Γιάγκου. Για καθ' ων η αίτηση 2: κα Θ. Θεοδώρου για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 11/2/22 για συμπληρωματική ένορκο δήλωση - αφορά την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2) Εισαγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση που καταχώρησε η αιτήτρια αιτείται Διάταγμα το οποίο να της επιτρέπει την κατάθεση του αναφερόμενου στην αίτηση πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της ίδιας και των καθ' ων η αίτηση 1 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης καθώς και συναφή διατάγματα που αφορούν τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Μετά την καταχώριση ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση 2, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον ή και επιτρέπον την καταχώρηση 2 συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων το κείμενο των οποίων θα είναι ως τα Τεκμήρια Α και Β που επισυνάπτει. Η Aίτηση Η υπό εξέταση αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960 άρθρα 1-28, 29, 30, 31, 32, 33-40, 41, 42-47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4-9, Μέρος III, IV, V και Μέρος ΧΙ, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.47, Δ.48 Θ.1, Θ.2, Θ4
(2), Θ.7, Θ.8, Θ.9, Δ.55 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23,26,28,29, 30, 140.1, Μέρος 9 και Μέρος 10 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο εις την Σύμβασιν περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών άρθρο 1, στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, στη Νομολογία, στη Δικαστική Πρακτική, στις Αρχές της Επιείκειας, στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης. Η αίτηση συνοδεύεται από την Έ/Δ της ίδιας της αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι η ουσία της υπόθεσης αφορά ως επί των πλείστο καθαρά νομικά θέματα, πλην όμως προκύπτει η ανάγκη καταχώρησης δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβάλλονται με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2 και συγκεκριμένα στις παραγράφους (9, 10) 11, 12, 13, 14, 15, (16, 17, 18), (21, 31, 32, 33 και 34) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2 ημερομηνίας 10/12/
- Διευκρινίζει δε ότι η συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α θα είναι δική της και θα απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2 και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες παραγράφους και η συμπληρωματική ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β θα είναι της κ. Μ. Π. η οποία ήταν μάρτυρας της υπογραφής του επίδικου αγοραπωλητήριου εγγράφου και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της είναι αναγκαία, αφ' ης στιγμής οι Καθ' ων η Αίτηση 2 αμφισβητούν την υπογραφή από μέρους της αιτήτριας του επίδικου αγοραπωλητήριου εγγράφου. Ως δε περαιτέρω αναφέρει η καταχώρηση των δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι άκρως απαραίτητη ούτως ώστε να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2 ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και παράλληλα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν επιδιώκεται μέσω των αιτούμενων συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων η τροποποίηση της αρχικής ένορκης δήλωσης ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο, και δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών της ισχυρισμών, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να της επιτραπεί να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Τέλος και στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε υποστηρίζει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έγκριση των αιτημάτων της και υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί τα αιτήματα της, ενώ υποστηρίζει ότι οι Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και το άρθρο 30 του Συντάγματος, επιβάλλουν όπως της δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση
- Η ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση 2 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας συνολικά 15 λόγους ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι: - Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αστήρικτη. - Δεν καταδεικνύεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης και εν γένει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης αφού:
- Tα όσα τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν της ήταν γνωστά από προηγουμένως και με την έγκριση της αίτησης θα δημιουργηθεί ανισότητα όπλων.
- Eπιχειρείται εκ των υστέρων κάλυψη κενών της αίτησης ή και μεταβολής ή και αλλοίωσης της αρχικής εικόνας που δόθηκε μέσω της αρχικής Ε/Δ.
- Τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν αφορούν επιχειρηματολογία που μπορεί να προωθηθεί στο πλαίσιο των αγορεύσεων επί της κυρίως αίτησης
- Τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν αποτελούν ανεπίτρεπτη επανάληψη ισχυρισμών - Με την έγκριση της αίτησης η καθ' ης η αίτηση 2 θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση επειδή δεν θα μπορεί να απαντήσει επί των εν λόγω ισχυρισμών που επιχειρεί να εισαγάγει η αιτήτρια μέσω των συμπληρωματικών Ε/Δ. Η ένσταση συνοδεύεται από μια αχρείαστα μακροσκελή Ε/Δ λειτουργού της καθ' ης η αίτηση 2, ο οποίος στην ουσία υιοθετεί και αναλύει τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω αναφορά στην Ε/Δ θα γίνει πιο κάτω και στο βαθμό που ήθελε κριθεί αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι προς υποστήριξη των θέσεων τους λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η παράθεση τους στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 Θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Επομένως αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο προβάλλεται καλός λόγος για να δικαιολογείται από το Δικαστήριο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται στα πλαίσια αυτά (βλ. Αίτηση Αρ. 29/2008 Φιλόκυπρος Ματθαίου - ανωτέρω). Ως προς το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» τούτο εναποτίθεται στους ώμους του αιτητή. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι οι οποίοι ποικίλουν και διαφέρουν σε κάθε περίπτωση. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και των θέσεων των διαδίκων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδικάσει την κυρίως αίτηση, έχοντας ενώπιόν του πλήρη και σφαιρική εικόνα των επίδικων θεμάτων. Όπου δε επιδιώκεται η καταχώρηση ΣΕΔ με σκοπό την επανάληψη των ιδίων γεγονότων της αρχικής ένορκης δήλωσης ή παράθεση επιχειρηματολογίας, ή γεγονότων αόριστων ή άσχετων με τα επίδικα γεγονότα της κυρίως αίτησης, δεν δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10 Απριλίου, 2012). Όταν όμως επιχειρείται η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται σε ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από την αντίδικη πλευρά και δεν παρατηρείται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν προκαλείται βλάβη/δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα ή καταχρηστικά, τότε είναι ορθό και δίκαιο όπως το αίτημα εγκριθεί, εφόσον είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα. Ως δε προκύπτει από την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Σχετική με το ζήτημα αυτό είναι και απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερομηνίας 28/02/2007,όπου αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Γενικά πρέπει να λεχθεί ότι σε αιτήσεις, τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1460). Επομένως εκεί όπου η συμπληρωματική ένορκος δήλωση σκοπεί στο να απαντήσει ή να αντικρούσει αμφισβητούμενα γεγονότα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπερ του αιτητή, αφού αντίθετη προσέγγιση θα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης κατ' αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ A.A.Δ 1858, η οποία αποφασίσθηκε με βάση τη Διάταξη ως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Το εκπρόθεσμο της ένστασης Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι το εκπρόθεσμο της ένστασης. Πράγματι η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η υπόθεση είχε οριστεί στις 20/4/22 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί 7 ημέρες προηγουμένως και η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 2 καταχωρήθηκε στις 19/4/22, χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως οποιοδήποτε διάβημα προς παράταση του χρόνου, ούτε και μετέπειτα προς θεραπεία του γεγονότος αυτού. Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ Κώστας κ.ά. ν. Ξενοφώντος Ξενοφώντος
(2005)1 Α.Α.Δ. 57 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι προφανές ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, και παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του, έλαβε σοβαρά υπόψη τόσο την εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση των εφεσιβλήτων όσο και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνόδευαν. Είναι ως αποτέλεσμα αυτού του σφάλματος που το Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν πολύπλοκα και αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία δεν θα ήταν ορθό να κριθούν με βάση τη δια κλήσεως αίτηση των εφεσειόντων αλλά θα ήταν ορθό να κριθούν σε αγωγή, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας.» Τα πιο πάνω νομολογηθέντα δεν εξυπακούουν όμως ότι δεν έχει δικαίωμα να ακουστεί καθόλου ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που δεν καταχωρίσει νομότυπα ένσταση. Σχετικά παραπέμπω στην Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. v. Α/φοι Πούλλου Λτδ (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 684 όπου λέχθηκε ότι το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος απαιτεί δημόσια ακροαματική διαδικασία και πως η μη καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των εφεσειόντων συνιστούσε δικονομική παράλειψη που όμως δεν κατάργησε την υποχρέωση δημόσιας κλήσης της υπόθεσης την ώρα που αυτή ήταν ορισμένη. Περαιτέρω δε λέχθηκε ότι η μη καταχώρηση ένστασης δεν εξυπάκουε και έλλειψη πρόθεσης εμφάνισης για διατύπωση θέσεων αναφορικά είτε με την ίδια την παράλειψη καταχώρησης ένστασης είτε με την εν γένει πορεία των αιτήσεων. Στη δε Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 ξεκαθαρίστηκε ότι η παράλειψη καταχώρισης νομότυπης ένστασης δεν μπορούσε να εμποδίσει το συνήγορο του εν λόγω διαδίκου από το να αγορεύσει, χωρίς όμως να μπορούν να ληφθούν υπόψη οποιαδήποτε γεγονότα επικαλείται μέσω αυτής. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι λανθασμένα το Δικαστήριο επέτρεψε στη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει με τον ισχυρισμό ότι δεν υπεβλήθη νομότυπα γραπτή ένσταση. Το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα η γραπτή ένσταση δεν αποστερεί τη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει. Εξάλλου το Δικαστήριο ρητά αναφέρει στην απόφαση του ότι απέκλεισε τα οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και δεν τα έλαβε υπόψη». Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την κρίση μου να εξετάσει την παρούσα αίτηση στη βάση αποκλειστικά της αίτησης και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, λαμβάνοντας υπόψη μόνο θέματα που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση και δεν χρειάζονται πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη τους. Εν πολλοίς αυτό που ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση 2 είναι ότι δεν καταδεικνύεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση τους αιτήματος, αφού τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν και με τις δύο ΣΕΔ της ήταν γνωστά και θα έπρεπε να είναι αντιληπτό από την ίδια με δεδομένες τις προϋποθέσεις του νόμου ότι θα έπρεπε να τα συμπεριλάβει εξ αρχής. Περαιτέρω υποστηρίζουν σε σχέση με την ΣΕΔ της αιτήτριας Τεκμήριο Α, ότι τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν αποτελούν σχολιασμό και επιχειρηματολογία που δεν είναι επιτρεπτή ενώ σε σχέση με το Τεκμήριο Β υποστηρίζουν ότι δεν είναι επιτρεπτή η κατάθεση Συμπληρωματικής Ε/Δ ως το Τεκμήριο Β αφού το όνομα του προσώπου που θα προβεί στην συμπληρωματική Ε/Δ Τεκμήριο Β δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια, αφού στο Τεκμήριο Β το επίθετο του εν λόγω προσώπου διαφέρει από το επίθετο που αναφέρει η αιτήτρια στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Αρχίζοντας από την ΣΕΔ της ίδιας της αιτήτριας ως το Τεκμήριο Α σημειώνω κατ' αρχάς ότι κύρια θέση των αιτητών είναι ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρείται να περιληφθούν ήταν γνωστά στην αιτήτρια και επομένως όφειλε να τα είχε περιλάβει στην αρχική Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και εξηγώ. Η αιτήτρια στην παρ. 2 της αρχικής Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ρητώς στην υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου από την ίδια και τους αντισυμβαλλόμενους της και το τί ουσιαστικά επιδιώκει με την παρ. 3 της ΣΕΔ Τεκμήριο Α είναι να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το ζήτημα αυτό έτσι ώστε το Δικαστήριο το οποίο θα εξετάσει την ουσία της αίτησης να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένα τις θέσεις και των δύο πλευρών, δεδομένης της αμφισβήτησης του ζητήματος της υπογραφής το οποίο ηγέρθη με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση
- Το ότι θα μπορούσε εξ αρχής να είχε αναφερθεί πιο λεπτομερώς στις περιστάσεις υπογραφής, το οποίο είναι γεγονός, δεν καθιστά την παρούσα αίτηση απορριπτέα ούτε και εξαλείφει την ύπαρξη καλού λόγου που δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης ως προς την παράγραφο 3, δεδομένης ακριβώς της αμφισβήτησης της οποίας έτυχαν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι το επίδικο πωλητήριο υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, μέσω της ένστασης. Προς τούτο θα παραπέμψω και στην υπόθεση Messios (ανωτέρω) όπου οι συμπληρωματικές Ε/Δ που ζητείτο να επιτραπεί να καταχωρηθούν αφορούσαν διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ως αποφασίστηκε ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως και εκεί δεν επρόκειτο για γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση ή που δεν τα γνώριζαν οι αιτητές κατά τον χρόνο καταχώρισης της αρχικής Ε/Δ και εντούτοις επιτράπηκε η καταχώρηση ΣΕΔ αφού με δεδομένη την ένσταση που είχε καταχωρηθεί κρίθηκε εύλογο το αίτημα έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά στοιχεία. Ούτε και πρόκειται για ανεπίτρεπτο σχολιασμό ή επιχειρηματολογία όπως εντελώς ανεδαφικά ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση 3, αφού είναι προφανές ότι το μόνο που πράττει η αιτήτρια με την παρ. 3 της ΣΕΔ Τεκμήριο Α, είναι να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας ζήτημα το οποίο αμφισβητείται και σε σχέση με το οποίο ως ήδη λέχθηκε εξ αρχής η θέση της ήταν ότι η εν λόγω συμφωνία είχε υπογραφεί από την ίδια. Όσον αφορά το ζήτημα των αποδείξεων που φέρουν το όνομα Γ. Π. (βλ. παράγραφο 4(ΙΙ) της ΣΕΔ Τεκμήριο Α και πάλιν δεν είναι αντιληπτή η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 αφού ό,τι επιχειρεί να πράξει η αιτήτρια είναι να εξηγήσει για ποιο λόγο οι αποδείξεις που ως η θέση της αφορούν το τίμημα της επίδικης συμφωνίας έχουν εκδοθεί σε διαφορετικό όνομα, ασχέτως εάν οι καθ' ων η αίτηση δεν συμφωνούν με αυτούς, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν είναι το ζητούμενο στο στάδιο αυτό. Επομένως και πέραν του ότι οι ισχυρισμοί περί σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων, με δεδομένο το εκπρόθεσμο της ένστασης δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, σημειώνω ότι εν πάση περιπτώσει είναι ανεδαφικοί αφού δεν εντοπίζω οτιδήποτε το μεμπτό στην προώθηση του αιτήματος αναφορικά με την παρ. 4(ΙΙ) δεδομένων των θέσεων που επιθυμεί να προβάλει η αιτήτρια υπό το φως και της ένστασης των καθ' ων η αίτηση 2 και των θεμάτων που ευθέως θίγουν και αμφισβητούν μέσω αυτής. Το ίδιο ισχύει και για την παρ. 5 και 7 της ΣΕΔ όπου εμφανώς η αιτήτρια επιδιώκει να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν μέσω της ένστασης. Από την άλλη όμως οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην παρ. 4(Ι) της ΣΕΔ Τεκμήριο Α πράγματι δεν προσθέτουν ούτε απαντούν σε οποιοδήποτε ισχυρισμό της ένστασης αλλά αντίθετα φαίνεται ότι μέσω αυτών η αιτήτρια επιχειρεί να επιχειρηματολογήσει και να σχολιάσει θέματα που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση 2, κάτι το οποίο σίγουρα δεν συνιστά καλό λόγο για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση ΣΕΔ. Τα όσα δε επιχειρείται να εισαχθούν μέσω της παρ. 4(Ι) μπορούν αποτελέσουν μέρος της επιχειρηματολογίας και σχολιασμού της μαρτυρίας από πλευράς της αιτήτριας στο πλαίσιο των αγορεύσεων. Η δε παρ. 6 προτεινόμενης ΣΕΔ αποτελεί επανάληψη προηγούμενων ισχυρισμών ως και το ίδιο το λεκτικό της εν λόγω προτεινόμενης παραγράφου μαρτυρεί, με αποτέλεσμα να μην καταδεικνύεται καλός λόγος για την συμπερίληψη της ούτε εν λόγω παραγράφου 6 στην ΣΕΔ. Ως προς τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης, Τεκμήριο Α, πρέπει να λεχθεί ότι με το πρώτο μέρος της εν λόγω παραγράφου ήτοι από την αρχή μέχρι τη λέξη «λογαριασμό τους» πράγματι η αιτήτρια επιχειρεί να απαντήσει σε ουσιώδεις ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση 2, θέτοντας τη δική της θέση. Κατά το υπόλοιπο μέρος όμως επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παρ. 7 της προτεινόμενης ΣΕΔ και συνεπώς η συμπερίληψη του μέρους εκείνου της παραγράφου 8 δεν κρίνεται επιτρεπτή. Με την δε παράγραφο 9 η αιτήτρια επιζητεί να απαντήσει σε ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση 2 με τους οποίους της καταλογίζεται κακοπιστία και δόλος και επομένως θα πρέπει να της επιτραπεί να τοποθετηθεί, άλλως πως οι εν λόγω θέσεις θα παραμείνουν αναπάντητες με όλες τις συνέπειες που αυτό δυνατόν να έχει για την αιτήτρια και την αίτηση της. Αλλά και με την παρ. 10 η αιτήτρια απαντά ξεκάθαρα σε ισχυρισμούς που οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση προέβαλαν με τις παραγράφους 21,31,32-34 της της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, έτσι που δεν είναι αντιληπτό το γιατί θεωρούν ανεπίτρεπτη την παραχώρηση άδειας στην αιτήτρια για να τοποθετηθεί επί θεμάτων που οι ίδιοι ήγειραν με την ένσταση τους, έτσι ώστε να δώσει τη θέση της αναφορικά με το τί της καταλογίζεται. Ως προς την ΣΕΔ της Μ. Π. ως το Τεκμήριο Β προβάλλεται η θέση ότι το όνομα του προσώπου που θα προβεί στην συμπληρωματική Ε/Δ Τεκμήριο Β αναφέρεται στην Ε/Δ της αιτήτριας ως Μ. Π.ενώ στο Τεκμήριο Β (προσχέδιο ΣΕΔ) φαίνεται ότι το άτομο που θα προβεί στην ΣΕΔ είναι η Μ. Π. Δεν θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος, αν κατά τα άλλα δικαιολογείται, αφού θεωρώ ότι το ουσιώδες ζήτημα είναι αν δικαιολογείται η καταχώριση ΣΕΔ με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και όχι αν το όνομα του προσώπου που θα προβεί σε αυτή ενδεχομένως να μην καταγράφηκε ορθά. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα και προϋποθέσεις του Νόμου σε τέτοιες αιτήσεις της ήταν γνωστά από το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και επομένως δεν δικαιολογείται τώρα να της δοθεί άδεια για καταχώρηση ΣΕΔ για να καλύψει κενά που η ίδια άφησε κατά την καταχώριση της αίτησης. Για το θέμα αυτό έγινε αναφορά ανωτέρω χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Αρκεί να τονισθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση όπου ευθέως αμφισβητείται η υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου, θα πρέπει να θεωρείται κλασσική περίπτωση όπου θα πρέπει να επιτραπεί στην αιτήτρια να προσαγάγει συμπληρωματική Ε/Δ από το πρόσωπο που ως η θέση της ήταν παρόν κατά τη διαδικασία της υπογραφής και μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό και με αυτό τον τρόπο να έχει την ευκαιρία η αιτήτρια να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση της στο Δικαστήριο για να κριθεί επί της ουσίας. Ως προς το γεγονός ότι αμφισβητείται η αλήθεια ή η γνησιότητα των προτεινόμενων προς εισαγωγή ισχυρισμών, σημειώνω ότι πέραν του ότι γεγονότα που προωθούνται με την αγόρευση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην απουσία νομότυπα καταχωρηθείσας ένστασης, σε κάθε περίπτωση στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει αν θα επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών για να κρίνει αν είναι ή όχι αποδεκτοί και η ανάλωση μεγάλου μέρους της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση καθώς και της αγόρευσης στην αμφισβήτηση επί της ουσίας των ισχυρισμών και των προθέσεων της αιτήτριας, είναι τουλάχιστον αχρείαστη και άσκοπη. Ως προς τη θέση ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση 2 οι οποίοι θα πρέπει να απαντήσουν στους εν λόγω ισχυρισμούς, σημειώνω ότι ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην έγκριση της αίτησης εφόσον, εάν τυχόν και υπάρχει ανάγκη για απάντηση στους εν λόγω ισχυρισμούς από πλευράς καθ' ων η αίτηση 2, τούτο μπορεί να κριθεί στο πλαίσιο σχετικού αιτήματος που θα υποβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση
- Κατάληξη Επομένως καταλήγω πως οι λόγοι που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση 2 είναι πρόδηλα ανεδαφικοί με εξαίρεση τα σημεία στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Περαιτέρω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος που δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία και εγκρίνεται με εξαίρεση τις παρ. 4(Ι),6, και 8 από τη φράση «Εν πάση περιπτώσει μέχρι το τέλος της παραγράφου» για τους λόγους που αναλύθηκαν στην νομική πτυχή της αίτησης. Η συμπληρωματική Ε/Δ ως το Τεκμήριο Α εξαιρουμένων των πιο πάνω αναφορών και η συμπληρωματική Ε/Δ από την Μαριάννα Παφίτη ή Παναγιώτου (εφόσον δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) ως το Τεκμήριο Β να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2, €1000 πλέον Φ.Π.Α εάν υπάρχει. ........................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο