← Κύπρος

Αναφορικά με την Ε. Σ., Αρ. Αιτησης: 139/10, 15/2/2022

Αναφορικά με την Ε. Σ., Αρ. Αιτησης: 139/10, 15/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ. Αρ. Αιτησης: 139/10 Αναφορικά με την Ε. Σ., από Λάρνακα (Πτωχεύσασα) Αίτηση ημ. 26/10/2021 για παρακοή διατάγματος Ημερομηνία: 15/2/22 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Επίσημο Παραλήπτη: κα. Εφραίμ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η τιμωρία των Καθ' ων η αίτηση με φυλάκιση ή πρόστιμο γιατί παρέλειψαν να υπακούσουν διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/11/20. Mε αυτήν οι Καθ' ων η αίτηση διατάσσονταν να καταθέσουν ποσό ύψους €300, ως έξοδα διαδικασίας εκτέλεσης του Διατάγματος Παραλαβής/ Πτώχευσης της Ε. Σ. Η αίτηση υποστηρίζεται από έκθεση των Αιτητών. Εκεί αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε αίτηση, μέσω του δικηγόρου τους, και εξέδωσαν διάταγμα Παραλαβής της υπό τον ως άνω τίτλο πτωχεύσασας. Την 28/9/2015 εκδόθηκε το διάταγμα πτώχευσης. Την 3/11/2020 εκδόθηκε διάταγμα το οποίο διέταζε τους Καθ' ων η αίτηση να καταθέσουν το ποσό των €300, ως έξοδα της διαδικασίας Διατάγματος Παραλαβής/ Πτώχευσης. Είχαν εμφανιστεί εκείνη την μέρα οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση και αποδέχτηκαν την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί το εν λόγω ποσό, ενώ στάλθηκε και επιστολή την 23/11/2020 στους Καθ' ων η αίτηση, προειδοποιώντας τους με νομικά μέτρα αν δεν συμμορφώνονταν. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην αίτηση που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου αν και γίνεται αναφορά σε Τεκμήρια, το επίδικο διάταγμα και την ως άνω αναφερόμενη επιστολή, αυτά δεν επισυνάπτονται. Για το διάταγμα το Δικαστήριο λαμβάνει γνώση καθώς αποτελεί μέρος του φακέλου, όχι όμως και για την επιστολή, η οποία δεν τέθηκε ενώπιον μου. Τέλος γίνεται αναφορά στα προβλήματα που γεννά η μη πληρωμή του εν λόγω ποσού, αφήνοντας ανεκτέλεστο το Διάταγμα Παραλαβής και εκτεθειμένους τους πιστωτές. Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω των δικηγόρων τους, εγείρουν ως λόγους ένστασης ότι: δεν δικαιολογείτε με τα γεγονότα που τέθηκαν η έκδοση του Διατάγματος, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν διαλυθεί και είναι ανύπαρκτη νομική προσωπικότητα και λανθασμένα η αίτηση επιδόθηκε στους δικηγόρους τους γιατί αποτελεί ποινική διαδικασία. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας. Αρναούτη, όπου επισυνάπτεται αντίγραφο από το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο δεικνύονται οι Καθ' ων η αίτηση, ως διαγεγραμμένη εταιρεία. Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους και σχετική αναφορά στις θέσεις τους θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι καθιερωμένες αρχές σε αιτήσεις για παρακοή διαταγμάτων έχουν αναλυθεί στην Yugos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd

(2013)1 AAΔ 569, ως εξής: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (Μιχαηλίδης ν. Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 1)
(2011)1(Α) A.A.Δ. 356 και In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975). Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, παρ. 618 και 619). Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα. Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ' ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395). Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται ευσύνοπτα στην απόφαση Μιχαηλίδης, ανωτέρω, απ' όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος ν. Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «...για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του δικαστηρίου.». Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο, δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφ' όσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Επιπλέον στην Χριστοδούλου Διαμάντω ν. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085, αναφέρεται ότι: «Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δε χωρούν - Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363,
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προσάχθηκε μαρτυρία για την επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος της διαταγής της 19ης Οκτωβρίου,
  2. ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός στην ένορκη ομολογία, στην οποία βασίζεται η αίτηση, ότι έγινε τέτοια επίδοση, γεγονός το οποίο όχι μόνο καταρρίπτει την καταδίκη αλλά και το βάθρο της αίτησης. Η Δ.42Α, θ.3
(2), προβλέπει τη θεμελίωση της αίτησης με ένορκη ομολογία, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν.» Στην βάση των πιο πάνω η παρούσα αποτελεί οιωνεί ποινική διαδικασία. Διαφωνώ με την κα. Εφραίμ ότι άπτεται αποκλειστικά του περί Πτωχεύσεως Νόμου και των σχετικών κανονισμών. Επ' αυτών άπτετο η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 3/11/2020, αλλά όχι η υπό εξέταση αίτηση. Με την παρούσα ζητείται τιμωρία των Καθ' ων η αίτηση για παρακοή διατάγματος, ήτοι η φυλάκιση, ποινή που δεν δύναται να επιβληθεί σε νομικό πρόσωπο, ή επιβολή προστίμου. Συστατικά στοιχεία, στη βάση της νομολογίας που τέθηκε παραπάνω, τα οποία οι Αιτητές οφείλουν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, για να καταδειχθεί παρακοή διατάγματος είναι τα ακόλουθα: (α) ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι όροι του διατάγματος, (β) Το διάταγμα να είναι οπισθογραφημένο σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, (γ) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (δ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ' ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος. Σημαντικό, δε, κριτήριο που η νομολογία θέτει είναι να υπάρχει απόδειξη ηθελημένης παρακοής του διατάγματος και όχι απλώς, αυτή κάθε αυτή η παρακοή. Η παρούσα αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για μια σειρά από λόγους. Πρώτον επί του διατάγματος ημερομηνίας 3/11/2020 δεν υπάρχει οπισθογράφηση ως προβλέπουν οι Θεσμοί. Το λεκτικό της οπισθογράφησης εμφαίνεται στην Διαταγή 42Α Θεσμός 1 ως εξής: «If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered.» Τέτοιο λεκτικό δεν ενυπάρχει επί του διατάγματος συνεπώς δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η παρακοή. Δεύτερον, δεν έχει επιδοθεί στους Καθ' ων η αίτηση το εν λόγω διάταγμα. Το ότι ήταν παρόντες κατά την έκδοση του διατάγματος οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση δεν θεραπεύει την σαφή επιταγή για προσωπική επίδοση του διατάγματος (βλ. Δ.42 Α Θ. 2), ώστε αυτός να λάβει γνώση. Οι Αιτητές καμία μαρτυρία δεν προσέφεραν που να δεικνύει ότι έχει επιδοθεί στον οποιοδήποτε το επίδικο διάταγμα, παρά μόνο ανάφεραν ότι ήταν παρόν κατά την έκδοση του διατάγματος ο δικηγόρος τους. Ως η νομολογία επιτάσσει, όμως, ακόμα και επίδοση στον δικηγόρο, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μετά από υποκατάστατη επίδοση που στην παρούσα δεν έχει λάβει χώρα (Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Σωτηρη Πιττα, Αίτηση Αρ. 152/2015, 18/11/2015), ECLI:CY:AD:2015:D758. Επομένως δεν μπορεί να κριθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν λάβει γνώση του διατάγματος αφού καμίας μορφής επίδοση ή γνωστοποίηση του διατάγματος στους ίδιους δεν έχει παρουσιαστεί. Τρίτο, δεν έχει επ' ουδενί παρουσιαστεί μαρτυρία για ηθελημένη παρακοή του διατάγματος. Δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας που να παρουσιάζει την όποια πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση να παρακούσουν το διάταγμα. Ούτε καν αναφορά σε ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει ένοχη διάνοια, mens rea διάπραξης του αδικήματος. Αρκέστηκαν οι Αιτητές στην παράθεση του τι προέβλεπε, διάταζε το διάταγμα και ότι αυτό δεν έγινε από τους Καθ' ων η αίτηση. Αυτή, η μη τήρηση των όσων το διάταγμα προβλέπει, δεν μπορεί αφ' εαυτής να οδηγήσει σε ηθελημένη παρακοή του διατάγματος, ως η νομολογία προβλέπει. Τέλος σύμφωνα με μαρτυρία που τέθηκα από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση και παρέμεινε αναντίλεκτη, αυτοί έχουν διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό να τους επιβληθεί το όποιο πρόστιμο καθώς δεν αποτελούν πλέον Εταιρεία εγγεγραμμένη στην βάση του περί Εταιρειών Νόμου. Ως αναφέρθηκε στην New Timbiqui Gold Mines Ltd, Re, [1961] Ch. 319 «It seems to me clear that nobody could become a creditor of a company after the company had ceased to exist; one cannot become a creditor of a non-existent debtor.» Αναλόγως και στην παρούσα, όπου δεν υφίσταται πλέον εγγεγραμμένη εταιρεία, δεν μπορεί να της επιβληθεί πρόστιμο και να καταστεί πιστωτής της, έστω το κράτος. Ακόμα το διάταγμα δεν μπορεί να συνεχίζει να ισχύει εναντίον μιας ανύπαρκτης οντότητας, όπως αποφασίστηκε στην Lazard Bros & Co v Midland Bank Ltd, [1933] A.C. 289, εφόσον έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο (ceased to exist as a juristic person). Συνεπώς ακόμα και αν αποτύγχαναν οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, η υπό εξέταση αίτηση θα ήταν έκθετη σε απόρριψη, αφού δεν δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει πρόστιμο σε ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Στην βάση των ως άνω η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα, εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση δεν υφίστανται πλέον ως νομικό πρόσωπο και δεν κρίνεται λογικό να επιδικαστούν έξοδα υπέρ ανύπαρκτου προσώπου. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.