Α. Σ. Κ. ν. Φ. Χ., Αρ. Αγωγής:994/20, 28/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:994/20 Mεταξύ: Α. Σ. Κ. Ενάγουσας -και- Φ. Χ. Εναγόμενης Αίτηση για συνοπτική απόφαση και διαγραφή της ανταπαίτησης ημερομηνίας 2/8/2021 Ημερομηνία: 28/6/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα- Αιτήτρια: κ. Στυλιανού Για Εναγόμενη - Kαθ' ης η αιτηση: κ. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 15/6/20 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με αυτήν αξιώνεται ποσό €20,000, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή άλλου αξιογράφου ημ. 16/6/2017 και/ή δυνάμει γραπτής αναγνώρισης χρέους, όπως αυτολεξεί αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η συμφωνία, σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης, υπογράφηκε την 16/6/2017, για ποσό €20,000, στη Λάρνακα. Συμφωνήθηκε το ποσό να εξοφλείτο μέχρι την 30/9/2017 και θα έφερε τόκο 4% από την ημερομηνία υπογραφής μέχρι εξοφλήσεως. Ουδέν ποσό κατέβαλε τελικά η Εναγόμενη στην Ενάγουσα, όπως πάντα υποστηρίζει η τελευταία. Με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Ενάγουσα Αιτήτρια (στο εξής «η Ενάγουσα») προβαίνει σε ένορκη δήλωση όπου αναφέρεται στην από μέρους της καταχώρηση της αγωγής και την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την Εναγόμενη Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εναγόμενη»). Αναφερόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης τόνισε ότι μετά από πίεση της Εναγόμενης κατέθεσε σε λογαριασμό στο όνομα της €20.000 την 16/6/2017 (Τεκμήριο Α). Την ίδια μέρα η Εναγόμενη υπέγραψε προς όφελος της γραμμάτιο δηλαδή γραπτή αναγνώριση χρέους, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, με χρηματική αξία €20.000 (Τεκμήριο Β). Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της δεν αποπληρώθηκε το εν λόγω ποσό από την Εναγόμενη. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη δεν έχει καλόπιστη, πραγματική ή αυθεντική υπεράσπιση, με αναφορά στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την μη πληρωμή του χρέους, ούτε λεπτομέρειες για την κατ' ισχυρισμό με ψυχική πίεση για την υπογραφή του Τεκμηρίου Β. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης είναι μηδαμινή, δεν αποκαλύπτει γεγονός ουσιώδες ή ικανό για να εγερθεί ανταπαίτηση, δεν έχει νομική βάση και είναι ενοχλητική και μηδαμινή. Η Εναγόμενη με μια σειρά λόγων ένστασης αντιτείνει ότι: δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης, έχει καλόπιστη και βάσιμη Υπεράσπιση, τα επισυνημμένα τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας δεν είναι νομικά ή ουσιαστικά επαρκή και υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία που θα πρέπει να εξεταστούν με την απαιτούμενη μαρτυρία. Στην ένορκη της δήλωση η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της. Συγκεκριμένα ότι το Τεκμήριο Β υπεγράφη συνεπεία ψυχικής πίεσης, χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο καθώς δεν φέρει τις υπογραφές δύο μαρτύρων. Η Εναγόμενη αμφισβητεί μάλιστα την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου Β. Το ποσό, δε, που φαίνεται στο Τεκμήριο Α να έλαβε δεν αφορούσε δικηγορικά έξοδα για υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην Ενάγουσα και όχι ποσό που ζητήθηκε να της δοθεί. Αξίζει να αναφερθεί ότι έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης την 13/10/2020 και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την 5/5/21. Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, στις οποίες θα γίνεται αναφορά κατωτέρω, όπου χρειαστεί. Τα τυπικά κριτήρια προς εξέταση σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, έχουν καθοριστεί στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818, ως περιληπτικά τα εξής:- «(α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.» Οι ως άνω προϋποθέσεις πληρούνται. Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου όπως τέθηκε παραπάνω, αλλά και από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Ενάγουσας, του προσώπου που σαφώς και έχει προσωπική γνώση της υπόθεσης. Επί της ουσίας συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Μεττή Χριστόδουλος και Άλλος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417). Στην πρόσφατη Χαραλάμπους (Καρούσου) V. Μελά, Πολιτική Έφεση ΑΡ. E242/2014, 3/9/2020, τέθηκε ότι: «Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Παρατηρείται η παράθεση μιας σειρά γενικών ισχυρισμών από την Εναγόμενη χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς συγκεκριμενοποίηση ως προς το που έγκειται για παράδειγμα η ψυχική πίεση ή απόδειξη για τις όποιες νομικές υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό παρείχε στην Ενάγουσα. Αυτή η στείρα αναφορά σε ισχυρισμούς δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές βάθρο για την απόδειξη καλή υπεράσπισης και άρα απόρριψη της αίτησης (βλ. και Φιλίππου κ.α. ν. Κούτρα, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 397/2012, 20/6/2019), ECLI:CY:AD:2019:A235. Παρά ταύτα εν προκειμένω εγείρεται ένα νομικό ζήτημα το οποίο γεννά πράγματι καλή υπεράσπιση στην Εναγόμενη. Αυτό της νομικής φύσης και της εγκυρότητας του Τεκμηρίου Β. Αυτό τιτλοφορείται ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ως τέτοιο θα έπρεπε συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφάλαιο 149 επιτάσσει. Υπογράφεται από την Εναγόμενη, δεν υπάρχει όμως η υπογραφή μαρτύρων, ως το εν λόγω άρθρο απαιτεί. Όπως τονίστηκε στην Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1970)1 Α.Α.Δ. 11 και υιοθετήθηκε αργότερα στην Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483: «οι πρόνοιες του άρθρου 78 πρέπει να τηρούνται αυστηρά για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Και αυτή η άποψη ενισχύεται από τις πρόνοιες των άρθρων 79 και 80 του Κεφ. 149. Πρόσθετα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι στο γραμμάτιο συνήθους τύπου δίδεται από τον περί Παραγραφής Νόμο (Κεφ. 15) (σ.σ. όπως ίσχυε τότε) μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος, για σκοπούς αγωγής πάνω σε αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια, και επομένως και γι' αυτό το λόγο είμαστε της γνώμης ότι είναι πολύ σημαντικό οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους να τηρούνται απολύτως» Επομένως το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο Β, δεν μπορεί να κριθεί όπως τιτλοφορείται ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ελλείπουν τυπικά στοιχεία που δεν το επιτρέπουν. Ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρει στη σελίδα 5 της αγόρευσης του ότι δυνάμει του Κεφαλαίου 149 ένα γραμμάτιο και μια γραπτή αναγνώριση χρέους έχουν νομική ισχύ και είναι δεόντως υπογεγραμμένα χωρίς να υπάρχει υποχρέωση υπογραφής από δύο μάρτυρες. Με αυτό τον τρόπο εισηγείται ότι ακόμα και αν δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του γραμματίου συνήθους τύπου, σε ότι αφορά το Τεκμήριο Β, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως γραπτή αναγνώριση χρέους ως έχει δικογραφηθεί. Παρά ταύτα αυτό προσκρούει αφενός στη νομολογία και αφετέρου στα όσα παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα όπως αναφέρθηκε στην Ιγνατίου Νικόλας και Χρήστος ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και Άλλη ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1 ΑΑΔ 1562: «Κατ' αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002).» Δεν μπορεί, λοιπόν, το έγγραφο αναγνώρισης χρέους να αποτελέσει αυτοτελή βάση αγωγής ως έχει κριθεί. Ακόμα και αν προέκυπτε όμως αυτοτελής βάση αγωγής, το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β επιδιώκετο να αποτελέσει γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αυτό δεικνύει τόσο ο τίτλος του όσο και το λεκτικό της Έκθεσης Απαίτησης και της ένορκη δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Εκεί αναφέρεται ότι το Τεκμήριο Β αποτελεί γραμμάτιο δηλαδή γραπτή αναγνώριση χρέους. Δεν είναι όμως αλληλένδετες ή δυνάμενες να αξιωθούν μαζί οι δύο αυτές θεραπείες. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην ΕΛΠΙΔΑ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. RELIABLE MOTOR CARS LTD, Πολιτική Εφεση Αρ. 11222, 20 Οκτωβρίου, 2004: «Το έγγραφο τεκμήριο 5 θα μπορούσε ενδεχομένως να εκληφθεί ότι αποτελούσε γραπτή αναγνώριση χρέους αν οι εφεσείοντες έθεταν ταυτόχρονα στην έκθεση απαίτησης το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το τεκμήριο 5 δεν συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά αξιόγραφου θα έπρεπε χωρίς άλλο να απορρίψει την απαίτηση των εφεσιβλήτων εφόσον, καθώς αναφέραμε, δεν υπήρχε άλλη ανεξάρτητη αιτία αγωγής» Τα ως άνω δεν αναφέρονται σε καμία περίπτωση για να προαποφασίσουν τα όσα θα κριθούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρά ταύτα, πάντα βάσει των ενόρκων δηλώσεων, το Δικαστήριο οφείλει να διαγνώσει αν υφίστανται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν, ώστε να δοθεί η ευχέρεια υπεράσπισης στην Εναγόμενη. Και η νομική φύση του επίδικου εγγράφου Τεκμήριο Β αποτελεί σαφώς ζήτημα που χρίζει εκδίκασης για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους. Τέλος και σε ότι αφορά το αιτητικό για διαγραφή της ανταπαίτησης ως μηδαμινής, στη νομολογία προνοείται ότι η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Cyber Group Ltd v. Κυριάκος Χαραλαμπίδης κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ 1852). Με την ανταπαίτηση η Εναγόμενη επιζητεί δηλώσεις ότι το γραμμάτιο που υπεγράφη από την ίδια είναι παράνομο, υπεγράφη συνεπεία εξαναγκασμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου ως προς αυτό και να της παραδοθεί ή να καταστραφεί αυτό. Οι αξιώσεις αυτές, προκύπτουν από τα όσα εμφαίνονται στην Υπεράσπιση της και συγκεκριμένα ότι η υπογραφή της τέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου. Επίσης θέτει ισχυρισμούς ότι το έγγραφο είναι εικονικό και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Οι όποιοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης στην Υπεράσπιση της υποστηρίζουν τις αξιώσεις της. Αυτό που ουσιαστικά αξιώνει είναι την δήλωση ως προς το άκυρο και την μη ισχύ του γραμματίου. Εγείρεται λοιπόν ζήτημα κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, ανάλογο και αλληλένδετο με αυτό που αναλύθηκε κατά την εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Στην βάση των ως άνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο