Ζ. Ο. κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 75/22i, 14/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 75/22i Επί της αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ.-
- Ζ. Ο.
- Α. Ο.
- Δ. Μ.
- Α. Ο.
- Η. Ο. Αιτητών - Εφεσείοντων -Και- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 14/6/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές ‑ Εφεσείοντες: κα. Α. Γεωργίου Λοϊζου Για Καθ' ων η αίτηση ‑ Εφεσίβλητους: Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» προς τους Αιτητές, ως το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) (στο εξής «ο Νόμος») ορίζει, και η αιτούμενη ακύρωση της αποτελεί το επίδικο ζήτημα εν προκειμένω. Με την ειδοποίηση ορίζεται την 16/6/22 πλειστηριασμός του ακινήτου ιδιοκτησίας της Αιτήτριας αριθμός 4 (στο εξής «το Ακίνητο»). Οι Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκουν τον παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Επίσης με τα αιτητικά υπό στοιχεία (Β) και (Γ) σκοπείται η ακύρωση του πλειστηριασμού του Ακινήτου και της σχετικής διαδικασίας. Δεν θα καταγράψω όλους τους λόγους ακύρωσης. Αρκεί απλώς να αναφερθεί, και σε τούτο θα εστιάσει το Δικαστήριο, ότι ο κύριος λόγος ακύρωσης που τελικώς προωθήθηκε με τις αγορεύσεις των Αιτητών ήταν αυτός της μη νομότυπης επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Σε αυτόν εστιάστηκαν και τελικά ήταν ο μόνος λόγος που προώθησαν οι Αιτητές και αυτό θα αποτελέσει το μοναδικό επίδικο. Εν πάση περιπτώσει οι λοιποί λόγοι δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους για τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί η επίδικη ειδοποίηση, ως το άρθρο 44 (Γ)
(3)του Νόμου τους ορίζει. Ο Αιτητής αρ. 1, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει ότι του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» για όλους τους Αιτητές, μέσω ιδιωτικής επίδοσης την 22/3/22. Υποστηρίζει ότι ο εν λόγω τρόπος επίδοσης είναι λανθασμένος, παράτυπος και αντίθετος με τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν καταβλήθηκε η όποια προσπάθεια αποστολής των ειδοποιήσεων με το νενομισμένο τρόπο, ήτοι μέσω συστημένης επιστολής, παρά μόνο του στάλθηκαν με ιδιώτη επιδότη, ενώ δεν έχουν αλλάξει διεύθυνση. Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν σωρεία λόγων ένστασης, πλείστοι από τους οποίους όχι μόνο δεν αφορούν το επίδικο ζήτημα αλλά δεν απαντούν και σε κανένα από τους λόγους ακύρωσης. Συνεπώς παρέλκει η παράθεση όλων των λόγων ένστασης από την στιγμή που τα επίδικα στην παρούσα αίτηση περιορίζονται στο νομότυπο ή μη της επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Σε σχέση με τους λόγους ένστασης που άπτονται του επίδικου ζητήματος οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η επίδοση στους Αιτητές ήταν σύννομη αφού αυτοί έλαβαν γνώση. Κανένα δικαίωμα τους δεν επηρεάζεται, έτσι η όποια πιθανή παρέκκλιση δεν μπορεί να ακυρώσει την διαδικασία. Ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές προβαίνουν σε αντιφατικούς ισχυρισμούς αλλά και σε ελλιπή, ανεπαρκή αναφορά στους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση. Στην ένορκη δήλωση της κας. Ανδριάνας Παρασκευοπούλου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση, περιγράφεται το ιστορικό της διαφοράς των μερών. Ως προς το επίδικο ζήτημα αναφέρεται ότι η επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη, αποτελεί καλή και δέουσα επίδοση, ως ο Νόμος επιτάσσει. Δεν χρειάζεται η προσπάθεια επίδοσης με συστημένη επιστολή για να κριθεί ως δέουσα η επίδοση ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Δεν επιφέρει την όποια ακυρότητα η επίδοση με ιδιώτη επιδότη, χωρίς να προηγηθεί συστημένη επιστολή. Δεν προκλήθηκε η όποια βλάβη ή ζημιά των Αιτητών, και μέσω της εν λόγω επίδοσης, επιτεύχθηκε ο σκοπός του να λάβουν γνώση οι Αιτητές. Θα ήταν άσκοπο να προηγηθεί επίδοση με συστημένη επιστολή, υποστηρίζει η ομνύουσα, αφού διασφαλίζεται η λήψη γνώσης των Αιτητών μέσω της ιδιωτικής επίδοσης. Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου θεωρηθεί χρήσιμο. Η διαδικασία πλειστηριασμού ενός ακινήτου περιγράφεται και προδιαγράφεται αναλυτικά στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σκοπός του νομοθετήματος, όπως προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση που κατατέθηκε στη συνεδρία της Βουλής στις 06/09/2014 για την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου και την ενσωμάτωση του Μέρους VIA στον βασικό Νόμο, είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων με διεξαγωγή διαδικασίας που γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς παρέμβαση από τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Η διαδικασία συνοπτικά, σύμφωνα με το Άρθρο 44Β του Νόμου, προβλέπει ότι ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να κινήσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στην περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών. Εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, τότε επιδίδει στον οφειλέτη ειδοποίηση τύπου «Θ» για την ύπαρξη υπερημερίας. Η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης ξεκινά με την επίδοση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ειδοποίησης Τύπου Ι, ζητώντας εντός προθεσμίας όχι μικρότερης των 45 ημερών την εξόφληση του χρέους. Μαζί με την εν λόγω Ειδοποίηση «Ι» αποστέλλεται κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και των εξόδων, ενημερώνοντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη περί των επικείμενων συνεπειών σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με το Άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ο δανειστής δύναται να επιδώσει δεύτερη ειδοποίηση, ήτοι την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Όπως ευκρινώς προκύπτει από τα ανωτέρω, η ως άνω διαδικασία είναι δραστικότατη και περιορίζει ευθέως το δικαίωμα της περιουσίας ατόμου. Στην βάση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί μόνο με νόμο, ενώ το κράτος έχει την θετική υποχρέωση να προστατεύσει ιδιωτικού δικαίου δικαιώματα των πολιτών (ΕΔΔΑ Immobiliare Saffi v Ιταλίας, 22774/93, 28/7/1999). Επί της ουσίας ο ίδιος ο Νόμος που γεννά περιορισμό του δικαιώματος ατόμου στην περιουσία, προβλέπει την καταχώρηση αίτησης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ μεταξύ άλλων και γιατί η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί (βλ. άρθρο 44 (Γ)
(3)(β)). Αυτό τον λόγο, της μη δέουσας επίδοσης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ είναι που προωθούν οι Αιτητές και θα εξετάσει το Δικαστήριο. Εν πρώτοις θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι έχει δεόντως δικογραφηθεί ο μόνος επίδικος λόγος ακύρωσης, της μη δέουσας επίδοσης. Συγκεκριμένα μέσω των λόγων ακύρωσης
(1)και
(2)αναφέρεται σαφώς ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» μέσω ιδιώτη επιδότη δεν πληροι τις προϋποθέσεις του Νόμου και δεν μπορεί να κριθεί ότι οι ειδοποίηση έχει επιδοθεί δεόντως. Όπως έχει άλλωστε κριθεί και νομολογιακά είναι μια συνοπτική δήλωση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων στηρίζει την υπόθεσή του διάδικου που απαιτείται (ΒΑΣΟΣ ΛΟΪΖΟΥ κ.α. ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2010, 15/9/2016), ECLI:CY:AD:2016:A434. Στην υπό εξέταση περίπτωση αυτή η προϋπόθεση πληρείται και με το παραπάνω, αφού έχει δεόντως καταγραφεί ο λόγος έφεσης σε σχέση με την μη δέουσα επίδοση. Οι ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 44 ΙΕ ορίζουν την επίδοση με τον εξής τρόπο: ««επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο.» Είναι δηλαδή αυτό το άρθρο που οφείλει να ερμηνεύσει το Δικαστήριο για να καταλήξει αν έλαβε χώρα δέουσα επίδοση, ώστε να επιλύσει το μόνο επί του παρόντος επίδικο ζήτημα. Όπως είναι παγίως νομολογημένο οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός όπου αυτό είναι σε αντίθεση με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου, ή αν αυτό το νόημα θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα. (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 1142, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683, Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers
(1973)3 C.L.R. 397). Αυτή η αρχή επαναλήφθηκε πρόσφατα στην Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητήριου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση ΑΡ. 63/15, 7/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:C227, όπου τονίστηκε ότι όταν η φρασεολογία νομοθετικής διάταξης είναι καθαρή, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. Στην βάση των λέξεων που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 44 (ΙΕ), ιδιωτική επίδοση λαμβάνει χώρα σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η επίδοση με συστημένη επιστολή. Η επίδοση δηλαδή, για να λογίζεται δέουσα στη βάση του Νόμου, θα πρέπει να λάβει χώρα με συστημένη επιστολή. Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι απαιτείται έστω η προσπάθεια επίδοσης με συστημένη επιστολή και αν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε επιστρατεύεται η ιδιωτική επίδοση. Δεν φαίνεται δηλαδή ο νομοθέτης να έδωσε επιλογή ως προς τον τρόπο επίδοσης, εφόσον δεν καθόρισε διαζευκτικά διαφορετικούς τρόπους επίδοσης. Τουναντίον, επέλεξε να καθορίσει συγκεκριμένη μέθοδο, τρόπο επίδοσης, αυτό της συστημένης επιστολής, ως τον ορθό και ενδεικνυόμενο, και μόνο όταν αυτός είναι ανέφικτος να δύναται να επιδοθεί με ιδιωτική επίδοση. Η ιδιωτική επίδοση, δηλαδή, τέθηκε στο κάδρο της νομότυπης, της δέουσας επίδοσης δυνάμει του νόμου, μόνο ως ύστατη επιλογή αν δεν τελεσφορήσει η ρητώς ενδεικνυόμενη πρώτη, αυτή της συστημένης επιστολής. Διαφωνώ, δε, με τους Καθ' ων η αίτηση ότι αφ' ης στιγμής οι Αιτητές έλαβαν γνώση τότε η επιδοση θεωρείται καλή. Εδώ πρόκειται για μια ειδικά καθορισμένη διαδικασία επίδοσης, και όχι την επίδοση όπως την προβλέπουν οι Θεσμοί ή η νομολογία που τους ερμηνεύει. Η όποια εκεί ερμηνεία αφορά ένα διαφορετικά συνταγμένο κείμενο και μια σειρά άλλων διαδικασιών, οι οποίες δεν μπορούν να δοκιμαστούν αναλογικά με αυτές του Νόμου. Ενός Νόμου που επεμβαίνει δραστικά σε περιουσιακά δικαιώματα προσώπων και θέτει πολύ περιορισμένη ευχέρεια επέμβασης του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο, άλλωστε, δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Κάτι τέτοιο, η επιλογή της πρακτικά λογικοφανούς λύσης σε αντίθεση με το ρητό και σαφές γράμμα του Νόμου, θα αποτελούσε καίριο πλήγμα στην αρχή της διάκρισης εξουσιών, αφού το Δικαστήριο θα λειτουργούσε σε αντίθεση και ουσιαστικά ακυρώνοντας τον λόγο του Νομοθέτη, για να εξυπηρετήσει την δική του λογική προσέγγιση. Ακόμα δηλαδή και αυτή κάθε αυτή η γνώση των Αιτητών, δεν θα μπορούσε να καταστήσει την επίδοση σύννομη, από την στιγμή που για να κριθεί τέτοια θα έπρεπε να συνάδει με τα όσα επιτάσσει ο Νόμος. Φρονώ, δε, ότι η επιλογή των λέξεων του άρθρου 44 (Γ)
(3)(β), δηλαδή ενός από τους περιοριστικά καθορισμένους λόγους έφεσης, με το λεκτικό δεν έχει δεόντως επιδοθεί, σαφώς παραπέμπει στην διαδικασία επίδοσης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 44ΙΕ. Όχι στην με τον όποιο τρόπο λήψη γνώσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, για την διαδικασία εναντίον του, αλλά στην επίδοση με τον συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι με συστημένη επιστολή και όπου αυτό δεν είναι εφικτό με ιδιωτική επίδοση. Συνεπώς η επιλογή των Καθ' ων η αίτηση να μην επιχειρήσουν καν επίδοση μέσω συστημένης επιστολής, αποτελεί μη δέουσα επίδοση και συνακόλουθα επιτυγχάνει ο λόγος έφεσης όπως τίθεται στο άρθρο 44 (Γ)
(3)(β). Στην βάση των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης ημερομηνίας 29/4/2022. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα υπόλοιπα αιτητικά, δεν μπορούν να επιτύχουν, καθώς το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου δίδει την ευχέρεια ακύρωσης της ειδοποίησης «ΙΑ» και όχι της όλης διαδικασίας ή των όποιων άλλων ειδοποιήσεων. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο