← Κύπρος

Αδερφοί Χήρα (Λευκονοιτζιάτες) Λίμιτεδ ν. Δήμου Λάρνακας, Αρ. Αγωγής:1628/14, 2/6/2022

Αδερφοί Χήρα (Λευκονοιτζιάτες) Λίμιτεδ ν. Δήμου Λάρνακας, Αρ. Αγωγής:1628/14, 2/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1628/14 Μεταξύ: Αδερφοί Χήρα (Λευκονοιτζιάτες) Λίμιτεδ Εναγόντων -και-

  1. Δήμου Λάρνακας
  2. Γ. Γ.
  3. Η. Η.
  4. R.A.M. Oil Cyprus Limited (HE 242511) Εναγόμενων Ημερομηνία: 2/6/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Γ. Νικολάου και κα. Μ. Κουρέα για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 3: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 2 και 4: κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ
  5. Εισαγωγή Με την υπό εξέταση αγωγή διεκδικείται από τους, ιδιοκτήτες πρατηρίου τον επίδικο χρόνο Ενάγοντες: οικονομική ζημιά που υπέστησαν, γιατί κατά τον ισχυρισμό τους επετράπη από τους Εναγόμενους 1 σε παρακείμενο πρατήριο συμφερόντων των Εναγόμενων 2 έως 4, να λειτουργεί χωρίς άδεια για την περίοδο από 1/4/2014 μέχρι 8/7/
  6. Αυτή είναι η υπόθεση των Εναγόντων όπως το δήλωσαν κατά την πρώτη μέρα της ακροάσεως. Τούτη η αξίωση όμως, παρά την απλότητα ως προς την φύση της, δημιούργησε μια σειρά αμφισβητούμενων ζητημάτων, όπως θα αναλυθούν κατωτέρω.
  7. Τα δικόγραφα Στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταγράφεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι υπεύθυνος για την έκδοση αδειών λειτουργίας σταθμών πετρελαιοειδών. Οι Εναγόμενοι 4 ασχολούνται με την πώληση πετρελαιοειδών. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής για το πρατήριο πετρελαιοειδών των Εναγομένων 2 έως 4 (στο εξής «το επίδικο πρατήριο»), ως εξουσιοδοτημένος από τον κ. Χριστόδουλο Σοφοκλέους, αγνοούμενο από το
  8. Ως αντιπρόσωπος του αγνοούμενου στην αίτηση φαίνονται τα Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου. Το 2015 επέστρεψε από την Ελλάδα, ο Εναγόμενος 2, όπου βρισκόταν από το
  9. Ο Εναγόμενος 3 είναι δημοτικός σύμβουλος στο Δημοτικό Συμβούλιο του Εναγόμενου
  10. Είναι μέλος της αρμόδιας επιτροπής που εκδίδει άδειες λειτουργίας σταθμών πετρελαιοειδών. Διαχειρίζεται το επίδικο πρατήριο, προέβαινε σε συνεντεύξεις για εξεύρεση προσωπικού του και είχε προσωπικά συμφέροντα για την αδειοδότηση του. Οι Εναγόμενοι 4 ήταν ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές και/ή υπεύθυνοι για την λειτουργία του, είναι θυγατρική της Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ και εξέδιδαν σχετικές αποδείξεις για την πώληση καυσίμων. Η εταιρεία Elias Elia Petrol Station Ltd ήταν το πρόσωπο που προέβη σε αίτηση στο αρμόδιο Υπουργείο για εργοδότηση υποψηφίων. Οι Ενάγοντες κατείχαν κατά τον επίδικο χρόνο και λειτουργούσαν πρατήριο πετρελαιοειδών σε πολύ κοντινή απόσταση, περίπου 450 μέτρων, από το επίδικο πρατήριο. Υπέστησαν, ως υποστηρίζουν μεγάλη και ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά από την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου των Εναγόμενων 2 έως 4, χωρίς άδεια λειτουργίας από την 1/4/2014 μέχρι τον Ιούλιο του
  11. Σύμφωνα με ανάλυση των οικονομικών στοιχείων των Εναγόντων υπέστησαν μείωση κέρδους της τάξεως των €11.008,
  12. Αναφέρονται οι Ενάγοντες σε παρανόμως εκδοθείσες άδειες από τους Εναγόμενους 1 με την εμπλοκή του Εναγόμενου 3, ενώ οι πρώτοι ανέχτηκαν για 3 περίπου μήνες, την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου από τους Εναγόμενους 2 έως 4, χωρίς άδεια. Παρά τις επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 αυτοί κανένα μέτρο δεν έλαβαν. Περιόρισαν την αξίωση τους οι Ενάγοντες κατά την ακρόαση σε €11.008,05, ως ειδικές αποζημιώσεις για μείωση κέρδους. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 προέβησαν στην καταχώρηση κοινής Υπεράσπισης. Με αυτή υποστηρίζουν ότι η ανέγερση του επίδικου πρατηρίου έγινε σύμφωνα με τις άδειες που απαιτούνται και οι άδειες αυτές δεν ακυρώθηκαν. Οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα ή συμφέρον εναντίον των Εναγομένων υποστηρίζουν. Η ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος εγείρεται και στην Υπεράσπιση του Εναγομένου
  13. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αγωγή αντιτίθεται στις αρχές του δικαίου του ανταγωνισμού. Αναφέρεται στην Υπεράσπιση του Εναγομένου 2 ότι τα έτη 2011 και 2012 ήταν υπάλληλος της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, στην Κύπρο. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή Διορισμού Διαχειριστή αγνοουμένων διόρισε ως διαχειριστές της περιουσίας του Χριστόδουλου Γιάγκου Σοφοκλέους τους Σοφοκλή Γιάγκου και Αντρούλα Φωτίου. Αυτοί εξουσιοδότησαν σχετικά την εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ και μίσθωσαν στην εταιρεία αυτή το ακίνητο επί του οποίου κείτεται το επίδικο πρατήριο μέχρι την 31/10/
  14. Σημειώνει ότι η εταιρεία που λειτουργεί το επίδικο πρατήριο είναι η Elias Elia General Services Ltd. Ισχυρίζεται ότι το επίδικο πρατήριο κατέχει, πολεοδομική άδεια, άδεια οικοδομής και άδεια λειτουργίας. Ανάλογη είναι και η υπερασπιστική γραμμή των Εναγομένων
  15. Ότι προστίθεται επί της Υπεράσπισης τους, σε σχέση με αυτή του Εναγόμενου 2, είναι ότι προσφυγή των Εναγόντων στο Διοικητικό Δικαστήριο, έχει απορριφθεί λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Αξίζει να αναφερθεί ότι με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 27/10/2020, απορρίφθηκε προδικαστική ένσταση ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επίσης απορρίφθηκε αίτηση για διαγραφή της αγωγής, την 16/8/2016, με την υποσημείωση όμως από τον αδερφό μου Δικαστή κ. Ξ. Ξενοφώντος: «ότι πιθανότατα η δικογράφηση θα μπορούσε να ήταν καλύτερη και να δίδονταν περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το αγώγιμο δικαίωμα, για την εμπλοκή έκαστου Εναγομένου ή και για το πως επηρεάζεται η Ενάγουσα από τις ενέργειες του κάθε Εναγομένου.»
  16. Η μαρτυρία Κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσης οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν κείμενο παραδεκτών γεγονότων ως Έγγραφο Α. Με αυτό καθίσταται παραδεκτό ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, με έδρα τη Λάρνακα και ασχολούνται με την διαχείριση σταθμού πετρελαιοειδών. Κατείχαν δηλαδή σταθμό πετρελαιοειδών στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα. Οι Εναγόμενοι 1 έδωσαν έγκριση για να ανεγερθεί το επίδικο πρατήριο, ως αρμόδιο πρόσωπο για την έκδοση αδειών λειτουργίας σταθμών πετρελαιοειδών. Ο Εναγόμενος 3 ήταν τον επίδικο χρόνο και συνεχίζει να είναι δημοτικός σύμβουλος των Εναγόμενων
  17. Η Εναγόμενη 4 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, με έδρα τη Λευκωσία, και ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση πετρελαιοειδών και άλλες συναφείς υπηρεσίες. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στο Διοικητικό και Ανώτατο Δικαστήριο τις προσφυγές 202/14 και 1435/14 αντιστοίχως. Πρώτος και μόνος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Φώτης Χήρας (ΜΕ 1), διευθυντής τους. Ο ΜΕ 1 ως προς τα επίδικα ζητήματα κατέθεσε τις αιτήσεις για πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 4) και άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 3) του επίδικου πρατηρίου, αιτήσεις και σχετικές απορριπτικές αποφάσεις στις προσφυγές 202/14 (Τεκμήριο 5) και 1435/14 (Τεκμήριο 6), απόδειξη για αγορά καυσίμων από το επίδικο πρατήριο την 2/4/2014 (Τεκμήριο 7) και επιστολές προς τους Εναγόμενους 1 (Τεκμήριο 11). Κατέθεσε ως γραπτή δήλωση το Έγγραφο Β. Επ' αυτού ότι προστίθεται σε σχέση με την Έκθεση Απαίτησης είναι η ανάλυση της μείωσης κέρδους όπως έχει υπολογιστεί από το λογιστικό γραφείο MCA Papademetres Ltd (Τεκμήριο 10), αλλά και σχετικές βεβαιώσεις της εταιρείας από την οποία αγόραζαν καύσιμα οι Ενάγοντες τον επίδικο χρόνο (Τεκμήριο 8 και 9). Στα Τεκμήρια 8 και 9 φαίνονται οι μειωμένες αγορές καυσίμων από του Ενάγοντες την περίοδο 1/4/2014 μέχρι 30/6/2014 σε σχέση με την περίοδο 1/4/2013 μέχρι 30/6/2013 (Τεκμήριο 8) και 1/4/2014 μέχρι 31/3/2015 σε σχέση με την περίοδο 1/4/2013 μέχρι 31/3/
  18. Στο Τεκμήριο 10 φαίνονται οι πωλήσεις συγκεκριμένων πετρελαιοειδών σε λίτρα και οι πωλήσεις σε ευρώ στην περίοδο 1/4/2013 μέχρι 31/3/2014 και 1/4/2014 μέχρι 31/3/2015 για να καταδειχθεί η μείωση την δεύτερη περίοδο. Αυτή συμποσούται στο ποσό που αξιώνεται. Στην συνέχεια δέχθηκε ερωτήσεις κατά την κυρίως του εξέταση. Αναφέρθηκε σε άτομο που πήγε στο πρατήριο του ψάχνοντας το επίδικο πρατήριο και του είπε ότι τον έστειλαν από το Γραφείο Εργασίας. Όταν είδε το παραπεμπτικό από το Γραφείο Εργασίας κατάλαβε ότι το ήταν στο επίδικο πρατήριο που παραπέμφθηκε για εξεύρεση εργασίας. Ανάφερε ότι λόγω της λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου, είχαν τέτοια μείωση κέρδους και ήταν ασύμφορη η λειτουργία του δικού τους και γι' αυτό το έκλεισαν. Εξήγησε ότι το κέρδος που καταγράφεται στο Τεκμήριο 10 υπολογίστηκε στα 5,8 σεντ επί των πωλήσεων ανά λίτρο. Κατέθεσε επίσης καταστάσεις από το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών, όπου φαίνεται στην Elias Elia Petrol Station Ltd διευθυντής ο Εναγόμενος 3 και στην Elias Elia General Services Limited πάλι διευθυντής ο Εναγόμενος 3 και να έχει η τελευταία εταιρεία ημερομηνία εγγραφής την 22/5/
  19. Επίσης ως Τεκμήριο 13 κατατέθηκε έντυπο παραπομπής υποψηφίου και απόφασης εργοδότη, για την πρώτη πιο πάνω εταιρεία και ένα εκ των ατόμων που θα προέβαινε στην συνέντευξη φαίνεται να είναι ο Εναγόμενος
  20. Τέλος ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε έγχρωμη αποτύπωση σε χάρτη που δεικνύει ότι η απόσταση του πρατηρίου των Εναγόντων από το επίδικο ήταν αυτή των 461,12 μέτρων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ 1, από τον συνήγορο των Εναγομένων 1 και 3, συμφώνησε ότι κάθε 20 περίπου έτη δίδεται άδεια και αυξάνονται τα πρατήρια λόγω αύξησης και των οχημάτων. Πρόσθεσε ότι διετέλεσε πρόεδρος των πρατηριούχων και μετά από έρευνες διαπίστωσαν ότι κατ' αναλογία υπάρχουν αρκετά πρατήρια στη Λάρνακα. Συμφώνησε επίσης ότι το επίδικο είναι σε διαφορετικό δρόμο από το δικό του πρατήριο και τα χωρίζουν τρεις φωτεινοί σηματοδότες ελέγχου της τροχαίας κίνησης. Διαφώνησε ότι υπήρχε μείωση στην πώληση καυσίμων γενικότερα από το
  21. Πώλησε το πρατήριο των Εναγόντων στον εισαγωγέα πετρελαιοειδών και αυτό λειτουργεί μέχρι σήμερα. Επέμεινε ότι είναι από τους διερχόμενους που έλκουν πελατεία τα πρατήρια και όχι από τους γνωστούς και φίλους των διαχειριστών τους, αν και συμφώνησε ότι η πελατεία δεν ανήκει σε κανένα. Υποστήριξε ότι το επίδικο πρατήριο αδειοδοτήθηκε παράνομα, παράτυπα, ετσιθελικά και καταχρηστικά. Είπε ότι είχε δικαιοδοσία ο Εναγόμενος 1 Δήμος να κλείσει το επίδικο πρατήριο όσο λειτουργούσε παράνομα, με την βοήθεια της Αστυνομίας, αφού είναι επικίνδυνη η λειτουργία των πρατηρίων χωρίς άδεια. Ως προς τον Εναγόμενο 3 ανάφερε ότι ήταν και είναι ο υπεύθυνος του επίδικου πρατηρίου. Φρόντισε επίσης να αδειοδοτηθεί με τις πολεοδομικές και οικοδομικές άδειες. Το διατυμπάνιζε κιόλας ότι θα ανεγείρει πρατήριο για να προσελκύσει ίσως την προηγούμενη του πελατεία. Τους Εναγόμενους 4 του ενήγαγε γιατί οι αποδείξεις εκδίδονται στο όνομα τους και δεν έπρεπε να προμηθεύουν με καύσιμα το πρατήριο όσο δεν είχε άδεια λειτουργίας. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Εναγομένων 2 και 4 του υποδείχθηκε εκτύπωση από το google maps που δεικνύει το πρατήριο των Εναγόντων σε απόσταση 550 μέτρων από το επίδικο πρατήριο (Τεκμήριο 15). Στο Τεκμήριο 15, όπως συμφώνησε ο ΜΕ 1, εμφαίνονται ακόμα 10 περίπου πρατήρια σε κοντινή εμβέλεια από το επίδικο και αυτό των Εναγόντων. Για την εμπλοκή του Εναγόμενου 2 ανάφερε ότι αυτός μπορούσε ως όφειλε να μην επιτρέψει στο συγκεκριμένο πρατήριο να δουλέψει, να εργαστεί για 70 μέρες χωρίς άδεια λειτουργίας, ως υπεύθυνος πρατηρίων στην πετρελαϊκή εταιρεία EKO και Εναγόμενη
  22. Παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει τη νομική έννοια της θυγατρικής εταιρείας αλλά πρόσθεσε ότι ΕΚΟ και Εναγόμενη 4 έχουν αυτή την σχέση. Του υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 καμιά σχέση δεν είχε με την Εναγόμενη 4 τον επίδικο χρόνο, για να απαντήσει ότι ξέρει ότι ήταν υπεύθυνος για τα πρατήρια της Εναγομένης
  23. Στην συνέχεια ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν και στην Εναγόμενη 4 και στην ΕΚΟ υπεύθυνος αφού ήταν αδελφικές εταιρείες. Τότε κατατέθηκε βεβαίωση των Ελληνικών Πετρελαίων Κύπρου Λτδ ότι ο Εναγόμενος 2 είναι εργοδοτούμενος τους και από την 1/1/2014 μέχρι την 29/6/2015 ήταν αποσπασμένος στην Αθήνα (Τεκμήριο 16). Ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε ο Διορισμός Διαχειριστού της Περιουσίας Αγνοούμενου Προσώπου. Με αυτόν οι Σοφοκλής Γιάγκου και Ανδρούλα Φωτίου διορίζονται διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου Χριστόδουλου Γιάγκου Σοφοκλέους. Ως προς την εμπλοκή των Εναγόμενων 4 είπε ότι δεν έπρεπε να τροφοδοτήσουν το επίδικο πρατήριο με καύσιμα για να λειτουργήσει παράνομα. Ανάφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει τα ποσοστά της ευθύνης που έχει ο κάθε εμπλεκόμενος. Σχετικά με τα Τεκμήρια 8 και 9 είπε ότι εκεί αποτυπώνονται οι αγορές των βασικών προϊόντων που πωλούσε το πρατήριο και όχι όλων, γιατί τα υπόλοιπα είχαν ασήμαντες πωλήσεις. Το καθορισμένο στα 5.8 σεντ κέρδος ανά λίτρο σημείωση, είναι προκαθορισμένο και δεν αλλάζει. Ο Εναγόμενος 1 Δήμος Λάρνακας δεν παρουσίασε μαρτυρία. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο επόμενος μάρτυρας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (ΜΥ 1). Στην γραπτή του δήλωση Έγγραφο Β ανάφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ από το
  24. Είναι σήμερα ο Managing Director στην εν λόγω εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 Μισθωτήριο Συμβόλαιο ημερομηνίας 2/11/2010 με το οποίο μισθώθηκε το ακίνητο όπου στη συνέχεια ανεγέρθηκε το επίδικο πρατήριο. Μέρη επί του Τεκμηρίου 19 είναι οι διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου Χριστόδουλου Γιάγκου Σοφοκλέους και η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ. Τον επίδικο χρόνο το επίδικο πρατήριο τύγχανε χρήσης από την Εναγόμενη 4 δυνάμει σχετικής συμφωνίας Άδειας Χρήσης / Εκμετάλλευσης Πρατηρίου με τα Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου (Τεκμήριο 20). Επανέλαβε ότι τον επίδικο χρόνο ήταν απεσπασμένος στην Ελλάδα. Δεν υπέγραψε τις αιτήσεις Τεκμήρια 3 και 4 υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως εκπρόσωπος της εργοδότριας του. Τέλος εκ της εμπειρίας του δήλωσε ότι από το 2012 οι πωλήσεις καυσίμων ήταν σε πτώση και η απώλεια κερδών των Εναγόντων καμία σχέση δεν έχει με την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου. Κατά την κυρίως του εξέταση τόνισε ότι ο υπολογισμός κέρδους της τάξεως του 5,8 σεντ ανά λίτρο, είναι υπερβολικός. Πιθανόν να αφορά έσοδα, αφού στην καλύτερη περίπτωση το κέρδος από τέτοιες υπηρεσίες ανέρχεται σε 1,5 σεντ ανά λίτρο. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι κάθε πρατηριούχος καθορίζει το κέρδος του. Πρόσθεσε ότι κάθε πρατήριο συμπεριφέρεται διαφορετικά σε σχέση με την πτώση των πωλήσεων. Παράγοντες που επηρεάζουν είναι οι μειωμένες τιμές, το κλείσιμο δρόμων και η προώθηση κάποιων πρατηρίων, ενώ σημείωσε ότι υπήρξε παγκύπρια μείωση από το 2013 μέχρι το
  25. Κατέθεσε το Τεκμήριο 21, το οποίο ετοίμασε ο ίδιος και δεικνύει τα πρατήρια των Ελληνικών Πετρελαίων Κύπρου Λτδ σε χάρτη και την αύξηση ή μείωση στις πωλήσεις τους μήνες Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του 2014 σε σχέση με τους μήνες Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του
  26. Διευκρίνισε ότι το ό,τι φαίνεται στον χάρτη επί του Τεκμηρίου 21 είναι ο ίδιος που το σημείωσε. Τα όποια, δε, στοιχεία αναφέρει, προκύπτουν από τα στοιχεία που φυλάσσονται στα αρχεία της εργοδότριας του. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι το επίδικο πρατήριο ναι μεν το διαχειριζόταν η Εναγόμενη 4 αλλά με τις οδηγίες της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου. Υποστήριξε ότι εφόσον απουσίαζε τον επίδικο χρόνο δεν είχε εμπλοκή στο ότι εκτυλίχθηκε σε σχέση με το επίδικο πρατήριο και είχε αναλάβει άλλο στέλεχος. 29/6/2015 είχε επιστρέψει στην Κύπρο. Ανάφερε ότι το κάθε πρατήριο πετρελαιοειδών, καθορίζει τη δική του τιμολογιακή πολιτική. Δεν είναι ενιαίες οι τιμές που πωλούν τα πρατήρια πετρελαιοειδών. Αυτό για να δικαιολογήσει τις αναφορές του στο Τεκμήριο 21 ως προς τις αυξήσεις και μειώσεις στα κέρδη των πρατηρίων των Ελληνικών Πετρελαίων Κύπρου Λτδ. Ακόμα και από τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας προκύπτει ότι υπήρχε μείωση στις πωλήσεις πετρελαιοειδών την επίδικη περίοδο, υποστήριξε. Στην συνέχεια κατέθεσε ο Εναγόμενος 3, ως ΜΥ
  27. Κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι για περίπου 5 έτη διαχειριζόταν πρατήριο της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, πριν τον επίδικο χρόνο. Είναι διαχειριστής στο επίδικο πρατήριο, και όχι ιδιοκτήτης. Την διαχείριση του ανέλαβε μετά από μια διαδικασία προφορικής εξέτασης, στα Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου. Έχει εκλεγεί 4 φορές ως δημοτικός σύμβουλος Λάρνακας. Είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας Εlias Εlia Petrol Station Ltd. Είναι η τελευταία εταιρεία που συμβλήθηκε με την εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου και ανέλαβε την διαχείριση του επίδικου πρατηρίου. Κατέθεσε μάλιστα δήλωση εισοδήματος μισθωτού του στην Εlias Εlia Petrol Station Ltd και σχετική βεβαίωση από τους λογιστές της εταιρείας (Τεκμήρια 22 και 23). Τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην Αγγλία. Ανάφερε ότι η Εναγόμενη 4 υπάγεται στα Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου και επέμεινε προς τούτο. Μετά από αντεξέταση δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα αν συμμετείχε στην Επιτροπή Πολεοδομίας που αποφασίζει για την αδειοδότηση πρατηρίων πετρελαιοειδών. Τα τελευταία 5 έτη είπε ότι δεν συμμετέχει σε αυτή την επιτροπ΄ξ. Επανέλαβε ότι η Εlias Εlia Petrol Station Ltd συνήψε συμφωνία διαχείρισης του επίδικου πρατηρίου με την Εναγόμενη 4, μετά όμως ανάφερε ότι επιθυμεί να δει το συμβόλαιο για να απαντήσει με βεβαιότητα. Ο ίδιος υπογράφει για την Εlias Εlia Petrol Station Ltd, ενώ ανάφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου που έχει την ευθύνη για την έκδοση των αδειών. Δεν θυμόταν αν του ειπώθηκε ότι δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου τον επίδικο χρόνο. Δεν γνωρίζει, απάντησε, ποιους ελέγχους διεξάγει ο Εναγόμενος 1 σε υποστατικά. Μετά το πέρας της ακροάσεως της υπόθεσής παραδόθηκαν αγορεύσεις από τους κ.κ. Νικολάου και Ιωσήφ, ενώ ο κ. Λουκαϊδης αγόρευσε προφορικά. Θα γίνεται αναφορά στις θέσεις των μερών επί των αγορεύσεων κατωτέρω όπου κρίνεται σκόπιμο.
  28. Ανάλυση Μαρτυρίας Τα παραδεκτά γεγονότα αν και αποτυπώνουν την πεμπτουσία της υπόθεσης δεν αποκλείουν και μια σειρά από επίδικα, αμφισβητούμενα γεγονότα. Εν πρώτοις κύριο επίδικο αποτέλεσε το πως κάθε ένας από τους Εναγόμενους μπορούσε να περιορίσει, να απαγορεύσει ή να καταστείλει την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου χωρίς άδεια λειτουργίας τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω το ότι κατατέθηκε προς απόδειξη της ζημιάς των Εναγόντων αμφισβητήθηκε αφενός ως προς την εγγύτητα του με την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου και αφετέρου ως προς τον υπολογισμό του στην βάση του ευρύτερου πλαισίου της πώλησης πετρελαιοειδών. Αξίζει να αναφερθεί η ιδιαίτερη νομική φύση της υπόθεσης, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, και πως αυτή εφαρμόζει στα γεγονότα της παρούσας.
  29. Αξιολόγηση μαρτυρίας/ Ευρήματα Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D402. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Ο ΜΕ 1, ο κ. Φώτος Χήρας, αναφέρθηκε σε μια σειρά ζητημάτων για τα οποία τελικά φάνηκε να μην έχει τελεία ή και καθόλου γνώση. Πρώτα αναφέρθηκε στον Εναγόμενο 2 ως εκτελεστικό άτομο της Εναγόμενης 4 τον επίδικο χρόνο. Τούτο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό για μια σειρά από λόγους. Όπως έχει αποδειχθεί εκ του Τεκμηρίου 16 ο Εναγόμενος 2 ήταν αποσπασμένος στην Ελλάδα τον επίδικο χρόνο. Δεν είχε καθήκοντα ούτε μπορούσε να επηρεάσει την όποια απόφαση σε σχέση με το επίδικο πρατήριο αφού δεν βρισκόταν καν στην χώρα μας. Επιπλέον ήταν εργοδοτούμενος άλλης εταιρείας, ήτοι της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου, όπως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο
  1. Η εν λόγω Εταιρεία είχε μεν ενοικιάσει το ακίνητο και ανεγείρει το επίδικο πρατήριο αλλά εκχώρησε την άδεια χρήσης και διαχείρισης του στην Εναγόμενη 4, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
  2. Επομένως καμία σχέση, πόσω μάλλον εκτελεστική, δεν μπορούσε να έχει ο Εναγόμενος 2 με την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου τον επίδικο χρόνο. Προμετωπίδα των επιχειρημάτων του ΜΕ 1 ήταν ότι το ακίνητο ανήκει σε αγνοούμενο πρόσωπο και άρα δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί. Και αυτό όμως αντικρούεται από μια σειρά Τεκμηρίων. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 17 διορίζει διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου προσώπου και αυτοί οι διαχειριστές μίσθωσαν μέχρι το 2038 το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το επίδικο πρατήριο στην εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, ως δεικνύει το Τεκμήριο
  3. Η τελευταία εταιρεία παραχώρησε άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου πρατηρίου στην Εναγόμενη 4, δυνάμει του Τεκμηρίου
  4. Αυτά τα Τεκμήρια καταδεικνύουν τη σύννομη κατοχή του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το επίδικο πρατήριο, παρά την υπεραπλουστευμένη θέση των Εναγόντων ότι αιτητής για την έκδοση των αδειών Τεκμήρια 3 και 4 ήταν ο αγνοούμενος. Ο ΜΕ 1 διαφώνησε ακόμα και με το ότι λήφθησαν νόμιμα οι άδειες Τεκμήρια 3 και 4, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν απορριπτικές αποφάσεις στις προσφυγές των Εναγόντων εναντίον της έκδοσης των αδειών αυτών. Ακόμα ατεκμηρίωτα δήλωσε ότι ο Εναγόμενος 1 Δήμος μπορούσε αυθημερόν να προβεί στο κλείσιμο του επίδικου πρατηρίου, χωρίς να καταδειχθεί έστω κατά τις αγορεύσεις των Εναγόντων η όποια νομική εξουσιοδότηση ως προς τούτο. Επίσης αν και αρχικά παραδέχτηκε ότι οι πελάτες δεν είναι κτήμα κανενός, στην συνέχεια ανέφερε ότι περνώντας από το επίδικο πρατήριο είδε πελάτες του, για να αποδείξει την εγγύτητα της ζημιάς του με την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου. Τούτη η ανακολουθία όμως είναι καίρια, ειδικά από την στιγμή που δεν δικογραφείται η σύνδεση αυτή της πελατείας των Εναγόντων με το επίδικο πρατήριο. Επιπλέον αν και έκανε σωρεία αναφορών σε Εταιρεία της οποίας η Έναγόμενη 4 είναι θυγατρική, στην συνέχεια ανάφερε ότι δεν γνωρίζει πως λειτουργεί αυτός ο όρος. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή, αποτελούν αντιφάσεις οι οποίες αναδείχθηκαν αποκλειστικά κατά την αντεξέταση του ΜΕ 1 καταδεικνύοντας την αδυναμία των επιχειρημάτων του. Αυτή η αδυναμία οδηγούσε στην έγερση ατεκμηρίωτων ισχυρισμών, αλλά και αυθαίρετη χρήση νομικών όρων και συλλογισμών, χωρίς εννοιολογική ή ουσιαστική συνέπεια. Προκύπτει ότι η μαρτυρία του ΜΕ 1 είναι ακροσφαλής, αφού στηρίχτηκε κυρίως σε υποθέσεις αλλά υποστηριζόταν και από έωλα επιχειρήματα τα οποία αντικρούστηκαν τεκμηριωμένα. Ο ΜΥ 1 από την άλλη απέδειξε με τεκμήρια κάθε ισχυρισμό του. Απέδειξε ότι η ανέγερση του επίδικου πρατηρίου έγινε σε ακίνητο που μισθώθηκε από τους διαχειριστές του αγνοούμενου προσώπου, με τα Τεκμήρια 17 και
  5. Απέδειξε ότι η Εναγόμενη 4 έλαβε άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου πρατηρίου, μέσω του Τεκμηρίου
  6. Με μεστό λόγο εξήγησε πως έγινε η σύνταξη και παρουσίασε τα στοιχεία του Τεκμηρίου
  7. Επ' αυτού προκύπτει ότι όχι όλα, αλλά τα περισσότερα πρατήρια της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ είχαν κάποια μείωση στις πωλήσεις συγκεκριμένων πετρελαιοειδών το έτος 2014 σε σχέση με το
  8. Εξήγησε μάλιστα, προς πίστη του, ότι η όποια αυξομείωση στα κέρδη των πρατηρίων εξαρτάται από μια σειρά παράγοντες, τους οποίους ανέφερε. Κατέδειξε, δε, ότι ουδέποτε εργάστηκε στην Εναγόμενη 4, ενώ τον επίδικο χρόνο απουσίαζε από την Κύπρο, με το αδιαμφισβήτητο κατά την αντεξέταση του Τεκμήριο
  9. Έμεινε ακλόνητη η θέση του ότι η Ramoil είναι ανεξάρτητη νομική οντότητα η οποία διαχειρίζεται πρατήρια με το σήμα της ΕΚΟ. Σταθερή ήταν και η θέση του ΜΥ 1 ότι τα 5,8 σεντ που υπολογίστηκε ως κέρδος από τους λογιστές των Εναγόντων ήταν υπερβολικό και μάλλον αφορά έσοδα. Η μη παρουσίαση των συντακτών του Τεκμηρίου 10 για να καταδείξουν γιατί υπολόγισαν αυτό το ποσό ως κέρδος, παρά την αμφισβήτηση του κατά την αντεξέταση του ΜΕ 1, καθιστά την θέση του ΜΥ 1 ως προς τούτο αποδεκτή. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του δεν υπέπεσε σε αντίφαση και μάλιστα μέσω της εμπειρίας του επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο λειτουργίας των πρατηρίων πετρελαιοειδών και τους παράγοντες αυξομείωσης του κέρδους τους. Ο ΜΥ 2 δεν παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ είχε αναφέρει αρχικά ότι ο ίδιος διαχειρίζεται το επίδικο πρατήριο, μετά από μια διαδικασία προφορικής εξέτασης, στα Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου, σε επόμενη ερώτηση ανάφερε ότι η Εlias Εlia Petrol Station Ltd διαχειρίζεται το επίδικο πρατήριο. Ενώ είναι για 20 έτη δημοτικός σύμβουλος Λάρνακας δεν θυμόταν αν ήταν ποτέ έστω μέλος της Επιτροπής Πολεοδομίας, ούτε τι μέτρα μπορεί ή ακόμα αν μπορεί να λάβει μέτρα ο Εναγόμενος 1 Δήμος για παράνομα υποστατικά. Δεν θυμόταν ούτε καν το συμβόλαιο διαχείρισης του πρατηρίου που διατηρεί με την Εναγόμενη 4, το οποίο αξίζει να σημειωθεί ότι είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα ως ο ίδιος ανάφερε, ούτε αν ενημερώθηκε για τις άδειες του επίδικου πρατηρίου που λειτουργούσε. Γενικότερα μέσω των απαντήσεων του δεν φαινόταν μάρτυρας που σκοπό είχε να διαφωτήσει το Δικαστήριο μέσω της προσωπικής του εμπειρίας. Τουναντίον με συνεχής υπεκφυγές και επικαλούμενος την ασθενή μνήμη του δεν απαντούσε ερωτήσεις που η κοινή λογική επιτάσσει ότι τις ζει καθημερινά και θα μπορούσε να απαντήσει. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην βάση των ως άνω προβαίνω στα εξής ευρήματα: Οι Ενάγοντες διατηρούν πρατήριο περί τα 500 μέτρα μακριά από το επίδικο πρατήριο. Το επίδικο πρατήριο κατείχε μεν πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής (Τεκμήρια 3 και 4), αλλά δεν κατείχε άδεια λειτουργίας, μέχρι την 8/7/2014, όταν και εκδόθηκε τέτοια άδεια. Είχε ξεκινήσει να λειτουργεί την 1/4/
  10. Το πρατήριο των Εναγόντων παρουσίασε μείωση πωλήσεων την περίοδο 1/4/2014 μέχρι 8/7/2014, αν και ο υπολογισμός του κέρδους ήταν υπερβολικός όπως καταδείχθηκε από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ
  11. Αρμόδια αρχή για την έκδοση της άδειας λειτουργίας ήταν ο Εναγόμενος 1 Δήμος. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τις άδειες Τεκμήρια 3 και 4, αλλά τον επίδικο χρόνο απουσίαζε από την Κύπρο. Εργάζεται και εργαζόταν και κατά τον επίδικο χρόνο στην εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, στην Ελλάδα. Η Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ εξασφάλισε με μίσθωση το ακίνητο που ανεγέρθηκε το επίδικο πρατήριο και στη συνέχεια παραχώρησε δικαίωμα άδειας χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου πρατηρίου στην Εναγόμενη
  12. Ο Εναγόμενος 3 είναι διευθυντής της εταιρείας Εlias Εlia Petrol Station Ltd και δημοτικός σύμβουλος του Εναγόμενου 1 Δήμου.
  13. Νομική Βάση Όπως ξεκαθάρισαν στο στάδιο των αγορεύσεων οι Ενάγοντες, διεκδικούν την απώλεια κερδών μέσω του αστικού αδικήματος της παράβασης του νόμου, ήτοι του περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου του 1968 (94/1968). Αντιλαμβάνομαι, γιατί δεν προκύπτει εκ της αγορεύσεως τους, ότι διεκδικούν αποζημιώσεις για παράβαση θέσμιου καθήκοντος των Εναγομένων, καθώς δεν προκύπτει άλλο αστικό αδίκημα για παράβαση νόμου. Συνεπώς η μη εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλει ο νόμος, ήτοι η λειτουργία του επίδικου πρατηρίου χωρίς να έχει εξασφαλιστεί σχετική άδεια, είναι που ζημίωσε τους Ενάγοντες, ως οι ίδιοι υποστηρίζουν και αυτή η βάση αγωγής θα εξεταστεί. Εν πρώτοις είναι σαφώς νομολογημένο στην πολύ πρόσφατη SIGMA RADIO TV PUBLIC LTD κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 272/13, 8/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:A242, ECLI:CY:AD:2021:A242, ότι: «η παράβαση θεσμίου καθήκοντος (breach of statutory duty) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα αυτοτελώς και ξεχωριστά από άλλες αγώγιμες αξιώσεις.» Έχει άλλωστε σε πολλές προγενέστερες περιπτώσεις τονιστεί η ανάγκη παροχής συγκεκριμένων λεπτομερειών ως προς την όποια κατ' ισχυρισμό παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Συγκεκριμένα στην Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A577, Πολιτική Έφεση Αρ. 140/2011, ημερομηνίας 22.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:A577 καυτηριάστηκε η μη εξειδικευμένη αναφορά σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραβίαση νόμιμου καθήκοντος. Στην Παναγή κ.α. ν. Παναγή
(2009)1 ΑΑΔ 145 τονίστηκε ότι θα έπρεπε να τίθετο με ακρίβεια και λεπτομέρεια η παράβαση των όποιων νόμιμων καθηκόντων των Εναγόμενων 5. Τέλος στην ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ ΩΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΚΟΠΕΤΡΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 330/2011, 4/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A335, ECLI:CY:AD:2017:A335, η αναφορά στο ότι ο κλώνος αποκόπηκε «ένεκα της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων» δεν κρίθηκε αρκετή. Εν προκειμένω καμία λεπτομέρεια, ούτε καν αναφορά σε παράβαση καθήκοντος του όποιου Εναγόμενου δεν αναφέρεται. Η μόνη αναφορά σε παρανόμως ληφθείσες άδειες, οι οποίες παρεπιπτόντως ουδέποτε κρίθηκαν ως τέτοιες από κανένα αρμόδιο Δικαστήριο, ή ακόμα και σε παράνομη λειτουργία του πρατηρίου, δεν κρίνονται επαρκείς. Η ως άνω αναφερόμενη νομολογία σαφώς επιτάσσει την ακριβή και λεπτομερή καταγραφή του θέσμιου καθήκοντος έστω του όποιου νόμου παραβιάζει με κάθε συγκεκριμένη του πράξη έκαστος Εναγόμενος. Αόριστη αναφορά σε παρανομίες και παράνομες άδειες, δεν επαρκεί. Απαιτείται ακριβής και λεπτομερής καταγραφή και όχι έωλες αναφορές, οι οποίες δεν επεξηγούν το ρόλο, το καθήκον ακόμα και την παραβίαση συγκεκριμένου Νόμου από κάθε Εναγόμενο. Και το ζήτημα δεν είναι διαδικαστικό ή τυπολατρικό. Το αντίθετο. Στη Λέντζας, πιο πάνω, διαβάζουμε ότι: «Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης.» Στην παρούσα υπόθεση μέχρι και το στάδιο των αγορεύσεων δεν είχε δοθεί το στίγμα της νομικής βάση των ισχυρισμών των Εναγόντων, αλλά ακόμα και τότε τέθηκε θολά. Ο ΜΕ 1 επιχείρησε, ανεπιτυχώς, όπως κρίθηκε παραπάνω, να αποδώσει ευθύνες σε κάθε Εναγόμενο, αναφέροντας τι θα έπρεπε έκαστος να κάνει για να αποτρέψει την παράνομη λειτουργία του επίδικου πρατηρίου. Τίποτε όμως από τα πιο πάνω δεν θεραπεύει την ανάγκη που γεννά η Διαταγή 19 Θεσμός 13, για ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παραβίαση νομίμων καθηκόντων. Τούτη η δικογράφηση δεν έγινε και συνεπώς δεν μπορεί να προωθηθεί τέτοια βάση αγωγής. Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης ή μελλοντικής αναθεώρησης της, θα εξεταστούν τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Το άρθρο 8 του περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου του 1968 (94/1968) (στο εξής «ο Νόμος») ορίζει ότι «Ουδείς δύναται κατά νόμον να εκμεταλλεύηται ή διατηρή πρατήριον πετρελαιοειδών ή να ανέχηται ή επιτρέπη την λειτουργίαν ή διατήρησιν τοιούτου πρατηρίου, εκτός εάν κατέχη άδειαν λειτουργίας». Το άρθρο 11
(1)(γ) του Νόμου μάλιστα ποινικοποιεί την παράβαση του άρθρου 8. Εν προκειμένω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι για την περίοδο από 1/4 μέχρι 8/7 του 2014 το επίδικο πρατήριο λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Εναγόμενο 1 Δήμο. Η εξέταση όμως του ζητήματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος δεν ολοκληρώνεται με αυτό το εύρημα. Όπως νομολογήθηκε στην ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. C & N KYRIAKOY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 228/2009, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A100, ECLI:CY:AD:2017:A100: «Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει γενικό αγώγιμο δικαίωμα όπου ο Nόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβασή του. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ΄αυτήν, έχει αγώγιμο δικάιωμα (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) και (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης (» Σχετική είναι και η αναφορά στην προγενέστερη Koυππάρης ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780, η οποία έθεσε την εξής αρχή με αναφορά στην υπόθεση Lonrho Ltd & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd & Others
(1981)1 All ER 456): «Στη Lonrho, αποφασίστηκε ότι όπου ο ίδιος ο νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός, και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι ο νόμος δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις. (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από την παράβαση του καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημία λόγω της παραβίασης του κοινού δικαιώματος.» To πως αποφασίζεται αν εφαρμόζονται οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες εξαιρέσεις και πως ερμηνεύεται σχετικά κάθε νομοθέτημα, αναλύθηκε λεπτομερώς στην X (Minors) v Bedfordshire CC, [1995] 2 A.C. 633 ως κατωτέρω: «The basic proposition is that in the ordinary case a breach of statutory duty does not, by itself, give rise to any private law cause of action. However a private law cause of action will arise if it can be shown, as a matter of construction of the statute, that the statutory duty was imposed for the protection of a limited class of the public and that Parliament intended to confer on members of that class a private right of action for breach of the duty. There is no general rule by reference to which it can be decided whether a statute does create such a right of action but there are a number of indicators. If the statute provides no other remedy for its breach and the Parliamentary intention to protect a limited class is shown, that indicates that there may be a private right of action since otherwise there is no method of securing the protection the statute was intended to confer. If the statute does provide some other means of enforcing the duty that will normally indicate that the statutory right was intended to be enforceable by those means and not by private right of action: Cutler v. Wandsworth Stadium Ltd. [1949] A.C. 398 ; Lonrho Ltd. v. Shell Petroleum Co. Ltd. (No. 2) [1982] A.C. 173 . However, the mere existence of some other statutory remedy is not necessarily decisive. It is still possible to show that on the true construction of the statute the protected class was intended by Parliament to have a private remedy.» Ο Νόμος, δεν γεννά αφ' εαυτού αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί αν γεννά υποχρέωση που επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων ή αν στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right). Παρατηρούνται λοιπόν τα ακόλουθα. Ο Νόμος ρυθμίζει τα περί της λειτουργίας, κατασκευής, ανοικοδόμησης και κατεδάφισης πρατηρίων πετρελαιοειδών (βλ. άρθρο 3 του Νόμου). Η Αρμόδια Αρχή για την παραχώρηση άδειας για κατασκευή και λειτουργία τέτοιου πρατηρίου αφού διαβουλευθεί με το Διευθυντή του Τμήματος Δημοσίων Έργων και την Αστυνομία, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση άδειας για πολύ συγκεκριμένους λόγους όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 4
(2)του Νόμου. Συγκεκριμένα αρνείται την παροχή άδειας η αρμόδια αρχή αν δεν ικανοποιηθεί ότι: « (α) ετηρήθησαν αι διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών ως και της εκάστοτε εν ισχύϊ πολεοδομικής νομοθεσίας· (β) δεν παραβλάπτεται ή επηρεάζεται δυσμενώς ως εκ της θέσεως, της όψεως, του σχεδίου, του μεγέθους, του χρώματος ή της καλύψεως ή στεγάσεως του πρατηρίου, ή οιουδήποτε μέρους αυτού, ή της χρήσεως αυτού, η θέα, η εμφάνισις ή αι ανέσεις του τοπίου ή της περιοχής ή των εν αυτή οικοδομών· (γ) η ίδρυσις του πρατηρίου πετρελαιοειδών δεν θα επήγετο ουσιαστικήν παρακώλυσιν της τροχαίας κινήσεως.» Η Αρμόδια Αρχή, μπορεί να επιβάλει όρους για την λειτουργία του πρατηρίου, ως προς τον φωτισμό του, την αυτόματη τηλεφωνική επικοινωνία του πρατηρίου με την αστυνομία, πινακίδες με οδηγίες για την ορθή χρήση των αντλιών και ειδικές οδηγίες σε περίπτωση απροόπτου και τα χαρακτηριστικά των αντλιών (Άρθρο 4
(5)του Νόμου). Δικαιούται επίσης να ζητήσει τα σχέδια ώστε να διασφαλίσει την υγιεινή, ασφάλεια, επικοινωνία, θέα, εμφάνιση και ανέσεις του πρατηρίου. Όταν η λειτουργία του πρατηρίου είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του Νόμου η Αρμόδια Αρχή δύναται να ανακαλέσει την άδεια που έδωσε και να καλέσει τον ιδιοκτήτη ή διαχειριστή να το κλείσει (Άρθρο 9 του Νόμου). Εκ των ως άνω προκύπτει ότι ο Νόμος επιχειρεί να ρυθμίσει την λειτουργία πρατηρίων με σκοπό να εξασφαλίσει αφενός την ασφάλεια, την υγιεινή του κοινού, αλλά και την το δυνατόν καλύτερη λειτουργία του πρατηρίου και αφετέρου για να διασφαλίσει τους περίοικους και την τροχαία κίνηση. Επιβάλλεται δηλαδή η τήρηση πολεοδομικών όρων και καθορίζεται ο σεβασμός στη θέα και τις ανέσεις των περίοικων. Θέτονται κανόνες που ρυθμίζουν την λειτουργία του. Πουθενά, όμως, στο Νόμο δεν υπάρχει περιορισμός ως προς την απόσταση που μπορούν να λειτουργούν πρατήρια. Πουθενά δεν ρυθμίζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των πρατηρίων, ούτε δεικνύεται με τον όποιο τρόπο ότι ο νόμος επιχειρεί να διασφαλίσει την κερδοφορία των πρατηρίων. Τουναντίον εκείνο που διασφαλίζει είναι εν πρώτοις την ομάδα ατόμων που κατοικούν ή είναι ιδιοκτήτες παρακείμενων ακινήτων, με διατάξεις που αφορούν τη θέα την εμφάνιση και τις ανέσεις της περιοχής. Κατά δεύτερον με την αναφορά σε ασφάλεια και υγεία, αλλά και τη λειτουργία του πρατηρίου ο Νόμος γεννά δημόσιο δικαίωμα στους χρήστες του πρατηρίου. Οι Ενάγοντες δεν ανήκουν σε καμιά από τις ως άνω κατηγορίες που ο Νόμος επιχειρεί να προστατεύσει. Αποτελούσαν κατά τον επίδικο χρόνο ανταγωνιστές του επίδικου πρατηρίου και όχι χρήστες του ή περίοικους που επηρεάζεται η θέα ή οι πολεοδομικές ανέσεις τους. Συνεπώς δεν μπορούν να επικαλεστούν παράβαση θέσμιου καθήκοντος για την ζημιά που επικαλούνται λόγω απώλειας κερδών ή πελατείας από ανταγωνιστή τους, αφού δεν ανήκει σε καμία από τις ομάδες ατόμων που ο Νόμος που παραβιάστηκε προστατεύει. Ακόμα η όποια μείωση κέρδους των Εναγόντων δεν συνδέθηκε με την λειτουργία του επίδικου πρατηρίου. Δεν αρκεί η απόδειξη της λειτουργίας του και η μείωση του κέρδους των Εναγόντων εκείνη την περίοδο για να καταδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο. Ο κανόνας της αιτιώδους συνάφειας άλλωστε, ισχύει και στην παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, σελ 606, παρ.19.62: «Even when the claimant can show causation in fact, the court may still reject the defendant's breach of statutory duty as the legal cause of the damage in favor of some other more important factual cause, with which the defendant's breach of statutory duty interacted» Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση αφού: Έγινε παραδεκτό ότι σε κοντινή απόσταση από το πρατήριο των Εναγόντων βρίσκονται περί τα 10 άλλα πρατήρια. Μάλιστα το επίδικο πρατήριο σε αντιθεση με άλλα δεν βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με το πρατήριο των Εναγόντων. Επίσης, όπως παραδέχτηκε ο ΜΕ 1, υπάρχει αυξητική τάση στην λειτουργία νέων πρατηρίων στη Λάρνακα. Ακόμα ο ΜΕ 2 κατέδειξε μέσω του Τεκμηρίου 21 μείωση του κέρδους στα πλείστα των πρατηρίων των Ελληνικών Πετρελαίων Κύπρου Λτδ. Τούτη η μείωση, όπως εξήγησε, ήταν σταθερή τα έτη 2013 και 2014. Στην βάση των πιο πάνω αν ληφθούν υπόψη: ο υφιστάμενος ανταγωνισμός 10 πρατηρίων σε κοντινή απόσταση από το πρατήριο των Εναγόντων, η πτωτική τάση των κερδών σε πρατήρια της περιοχής (Τεκμήριο 10) και η υπάρχουσα τότε τάση για λειτουργία περισσότερων πρατηρίων, κρίνεται ότι δεν μπορεί να συνδεθεί η λειτουργία του επίδικου πρατηρίου με την μείωση των κερδών των Εναγόντων τον επίδικο χρόνο. 7. Κατάληξη Συμπερασματικά η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει γιατί: Δεν υπήρξε ορθή δικογράφηση της νομικής της βάσης, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της παράβασης θεσμίου καθήκοντως και δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου και της ζημιάς των Εναγόντων. Η αγωγή απορίπτεται με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγομένων 1 και 3 (1 σετ) και των Εναγομένων 2 και 4 (1 σετ), αφού εκπροσωπήθηκαν κοινώς, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.