← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Παναγή ν. Αναφορικά με την εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Ltd, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 93/21, 24/10/2022

Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Παναγή ν. Αναφορικά με την εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Ltd, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 93/21, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 93/21 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο - ΚΕΦ.113 Άρθρα 202 Α μέχρι και 202ΛΗ -και- Αναφορικά με την εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Ltd (ΗΕ 150984), εκ Λάρνακας -και- Αναφορικά με την Εταιρεία C.O Fresh Fruit Co Limited (HE 329637), εκ Λάρνακας -και- Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Παναγή, Μετόχου Αιτητής Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Κ. Νεοφύτου για Αιμιλιανίδης, Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. I. Εισαγωγή και ιστορικό

  1. Στις 06/07/21 ο Αντώνης Παναγή καταχώρησε την υπό τoν ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση («η Κυρίως Αίτηση») ζητώντας διάταγμα που να διατάσσει το διορισμό του εδώ Αιτητή («ο Αιτητής») ως Εξεταστή στην εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Limited («η Agromarkets») και στη θυγατρική της C.O Fresh Fruit Co Ltd («η Fresh Fruit») (σωρευτικά, «οι Εταιρείες») για σκοπούς εξέτασης των υποθέσεών τους και να του παρέχονται όλες οι εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται στον περί Εταιρειών Νόμο, και ειδικότερα τα άρθρα 202Α μέχρι 202ΛΗ του Κεφ.
  2. Ο κος Παναγή κατέχει το 1/5 των μετοχών της Αgromarkets η οποία είναι μοναδική μέτοχος της Fresh Fruit.
  3. Την ίδια ημέρα, ο κος Παναγή καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, διάταγμα για το διορισμό του Αιτητή ως Προσωρινού Εξεταστή των Εταιρειών. Το Δικαστήριο στις 8.7.2021 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάττετο ο διορισμός του ως Προσωρινού Εξεταστή στις Εταιρείες καθώς και άλλα παρεμφερή διατάγματα («το Μονομερές Διάταγμα»).
  4. Στις 21.7.21 οι Agromarkets και οι πιστωτές των Εταιρειών Roha Premium Potato Ltd αιτήθηκαν την ακύρωση του Μονομερούς Διατάγματος και, κατόπιν υποβολής σχετικών ενστάσεων εκ μέρους του κου Παναγή και του Προσωρινού Εξεταστή, το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 7.9.21 απέρριψε την εν λόγω αίτηση και διέταξε, μεταξύ άλλων, όπως ο διορισμός του Προσωρινού Εξεταστή ισχύσει μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης.
  5. Στις 10.9.21, οι Εταιρείες καθώς και οι διευθυντές τους κ.κ. Πέτρος Σιακόλας και Γιάννης Νεοφύτου καταχώρησαν κοινή ένσταση στην Κυρίως Αίτηση.
  6. Το παρόν Δικαστήριο στις 3.11.2021 εξέδωσε τελική απόφαση στην Κυρίως Αίτηση απορρίπτοντας την Κυρίως Αίτηση για τους λόγους που εκεί ανάφερε. Αποτέλεσμα της απόρριψης της Κυρίως Αίτησης ήταν και ο τερματισμός του διορισμού του Αιτητή ως Προσωρινού Εξεταστή στις Εταιρείες.
  7. Τονίζεται ότι ο Αιτητής ενήργησε ως Προσωρινός Εξεταστής στις Εταιρείες, από τις 8.7.2021, ημερομηνία έκδοσης του Μονομερούς Διατάγματος μέχρι τις 3.11.21, ημερομηνία απόρριψης της Κυρίως Αίτησης ως πιο πάνω αναφέρεται. II. Η υπό κρίση διαδικασία
  8. Με την υπό κρίση αίτηση του ο Αιτητής αξιώνει διατάγματα με τα οποία να διατάττονται οι Εταιρείες να καταβάλουν μέσω τραπεζικής επιταγής στο όνομα που θα υποδείξει ο Αιτητής τα ποσά των €63.051,43 και €20.388,26, αντίστοιχα ως έξοδα και/ή αμοιβή του κατά τη διάρκεια διορισμού του ως Προσωρινού Εξεταστή στις Εταιρείες. Η αίτηση του βασίζεται στα άρθρα 2, 202Α μέχρι 202ΛΗ, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς 1 - 13, στους περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισμούς του 2015 και τα Παραρτήματα αυτών και ιδιαίτερα στο άρθρο 45, στον Περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015 (64(Ι)/2Ο15), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θθ 1-13, Δ.39 Δ.40 θθ 1-17, Δ.50, Δ.51, Δ.59 και Δ.64, στον περί πολιτικής δικονομίας νόμο Κεφ. 6, άρθρα 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 32 και 47, στη σχετική Νομολογία, αρχές του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της επιείκειας, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση του στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κου Καλογήρου, συνεργάτη του Προσωρινού Εξεταστή («η ΕΔ Καλογήρου») όπου εκεί καταγράφει, μεταξύ άλλων, τις εργασίες στις οποίες ο Προσωρινός Εξεταστής προέβη κατά τη διάρκεια του διορισμού του. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης θα κάνω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω.
  9. Οι Εταιρείες ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προβάλλοντας, μέσω της κοινής ένστασης που καταχώρησαν, σωρεία λόγων ενστάσεων οι οποίοι δύναται να συνοψιστούν ως εξής: (α) ότι ουδεμία εξουσία κέκτηται το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα σε σχέση με εξεταστή που διορίσθηκε προσωρινά και δη υπό τις περιστάσεις όπου η Κυρίως Αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, (β) ότι δεν είναι εύλογο να κληθούν να καταβάλουν οι Εταιρείες οποιαδήποτε ποσά για αμοιβή σε σχέση με το διορισμό προσωρινού εξεταστή σε σχέση με την οποία εξ αρχής ενίσταντο, (γ) ότι οι δαπάνες που αξιώνει ο Αιτητής δεν είναι εύλογες και ουδεμία εύλογη αιτιολογία ή επεξήγηση δόθηκε από τον Αιτητή, (δ) διαζευκτικά, ως έχουν τα αιτητικά δεν μπορούν να επιτύχουν καθώς ο κανόνας είναι όπως αμοιβή τυχόν εξεταστή πληρώνεται από τις εργασίες εταιρείας ή την ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, (ε) ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Η ένσταση των Εταιρειών συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου Σιακόλα, διευθυντή των Εταιρειών («η ΕΔ Σιακόλα»). Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης θα κάνω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω. iii. Η νομιμοποίηση του προσωρινού εξεταστή σε αξίωση για αμοιβή
  10. Αποτελεί θέση των Εταιρειών ότι ο Αιτητής ουδέποτε είχε την απαιτούμενη εκ του Νόμου Κεφ. 113 ιδιότητα για να αξιώνει την όποια πληρωμή υπό μορφή αμοιβής καθώς μόνο διορισθείς εξεταστής έχει τέτοιο δικαίωμα υποβολής αιτήματος ως το επίμαχο. Συνεχίζουν ότι ο Αιτητής παρέμεινε μόνο προσωρινός εξεταστής και ουδέποτε διορίστηκε ως εξεταστής της εταιρείας.
  11. Όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της απόφασης μου ημερ. 3.11.21, δια της οποίας η Κυρίως Αίτηση απορρίφθηκε, το Μέρος VIA του Κεφ. αντλεί την προέλευση από το Μέρος 10 του Ιρλανδικού Companies Act 2014 το οποίο αντανακλά, με σχεδόν πανομοιότυπους όρους την διαδικασία που προγενέστερου Ιρλανδικού Companies Act
  12. Επομένως, ευλόγως τα κυπριακά Δικαστήρια, κατά την ανάλυση του Μέρους VIA, αντλούν καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία και συγγράμματα της Ιρλανδίας, στην απουσία δεσμευτικής κυπριακής νομολογίας περί του αντιθέτου.
  13. Η πιο πάνω θέση των Εταιρειών απαντάται από τα όσα αναφέρθηκαν στην ιρλανδική δικαστική απόφαση στην υπόθεση In the Matter of Missford Ltd [2010] IEHC 240 ("Missford"), στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή με έχει παραπέμψει. Στην εν λόγω υπόθεση εκδόθηκε διαταγή για την αμοιβή προσώπου που διορίστηκε ως προσωρινός εξεταστής, και όχι ως εξεταστής, δυνάμει των αντίστοιχων προνοιών της ιρλανδικής νομοθεσίας. Η δε διαταγή για την πληρωμή αμοιβής του πιο πάνω προσωρινού εξεταστή εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του τότε άρθρου 29 του Ιρλανδικού Companies Act 1990, το λεκτικό του οποίου ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο 202ΛΒ του Κεφ.
  14. Τυχόν υιοθέτηση της προσέγγισης των Εταιρειών θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον ουδόλως το εύρος ή το περιεχόμενο των εξουσιών ενός προσωρινού εξεταστή που διορίζεται δυνάμει δικαστικού διατάγματος περιορίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου, επειδή δεν πρόκειται για «μόνιμο» εξεταστή. Επομένως δεν προκύπτει εύλογη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο προσωρινός εξεταστής που διορίζεται με διάταγμα Δικαστηρίου, δεν νομιμοποιείται να αξιώνει οποιαδήποτε αμοιβή δυνάμει του άρθρου 202ΛΒ του Κεφ. 113, εάν και εφόσον εκτέλεσε σχετικές με τις εξουσίες του εργασίες και καθήκοντα (βλ. Missford). Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο υιοθετεί την ως άνω προσέγγιση του Ιρλανδικού δικαστηρίου ερμηνεύοντας τον όρο «εξεταστής» στο άρθρο 202ΛΒ του Κεφ. 113 ως να περιλαμβάνει και έναν προσωρινό εξεταστή κατά τρόπο που ο τελευταίος να δικαιούται, ως θέμα αρχής, σε αμοιβή. Το ύψος της αμοιβής στο οποίο ο Αιτητής δικαιούται
  15. Ως προς το ζήτημα του ύψους της αμοιβής το οποίο ο Αιτητής αξιώνει, κεντρικό άξονα των εκατέρωθεν θέσεων αποτέλεσε το άρθρο 202ΛΒ του Κεφ. 113 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «202ΛΒ.-

(1)Το Δικαστήριο δύναται από καιρού εις καιρόν να εκδίδει διατάγματα, ως θεωρεί πρέπον, για την πληρωμή των εξόδων και εύλογων δαπανών που δεόντως δημιουργήθηκαν από εξεταστή.
(2)Εκτός αν διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο, τα έξοδα και οι δαπάνες εξεταστή πληρώνονται από τα έσοδα των εργασιών της εταιρείας στην οποία έχει διοριστεί ο εξεταστής ή από τα έσοδα της ρευστοποίησης των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων: Νοείται ότι, ο εξεταστής υποχρεούται να υποβάλλει στο Δικαστήριο ενδιάμεσους λογαριασμούς αναφορικά με τα έξοδα κάθε δύο
(2)μήνες μετά από τον διορισμό του. [.]
(8)Η αμοιβή του εξεταστή καθορίζεται στη βάση των διατάξεων του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισμών του 2015.» (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) 13. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με παρέπεμψαν εκτενώς σε ιρλανδική νομολογία προς επίρρωση της θέσης τους ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να διατάξει την καταβολή αμοιβής προς τον Αιτητή, ως το Δικαστήριο κρίνει εύλογο, με αναφορά σε ιρλανδικές αποφάσεις (βλ. Missford και In Re Mouldpro International Ltd
(2012)IEHC 418.) Εκεί το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις αρχές οι οποίες εφαρμόζονται για σκοπούς διαπίστωσης ως προς το εύλογο του ύψους της αμοιβής του εξεταστή. Ως προανέφερα, το Ιρλανδικό Δικαστήριο κατά την έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, ερμήνευσε την αντίστοιχη πρόνοια του Ιρλανδικού νόμου, όπως ίσχυε τότε, και ειδικότερα το άρθρο 29 του Ιρλανδικού Companies Act
  1. Το πιο πάνω άρθρο διαλάμβανε ότι "the court may from time to time make such orders as it thinks proper for payment of the remuneration and costs of, and reasonable expenses properly incurred by, an examiner."[1]
  2. Σε αντίθεση με την πιο πάνω πρόνοια της ιρλανδικής νομοθεσίας, το άρθρο 202ΛΒ
(1)του Κεφ. 113 περιορίζει την αναφορά του σε «έξοδα» ("costs") και «εύλογες δαπάνες που δεόντως δημιουργήθηκαν» ("reasonable expenses properly incurred"), χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε «αμοιβή» ("remuneration") του εξεταστή. Αντίθετα, ανατρέχοντας πιο κάτω στο άρθρο 202ΛΒ του Κεφ.113, και ειδικότερα στο εδάφιο
(8)προκύπτει χωριστή και ειδική ρύθμιση του ζητήματος της αμοιβής του εξεταστή. Το εν λόγω εδάφιο διαλαμβάνει ότι «η αμοιβή του εξεταστή καθορίζεται στη βάση των διατάξεων του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισμών του 2015» («οι Κανονισμοί»). Επομένως, στην κυπριακή έννομη τάξη, το ζήτημα του ύψους της αμοιβής στην οποία νομιμοποιείται ένας εξεταστής, διέπεται από χωριστή δευτερογενή νομοθεσία, οι πρόνοιες τις οποίας υπερτερούν της παρατεθείσας από τους συνηγόρους ιρλανδικής νομολογίας. Συναφώς, το περιεχόμενο της ως άνω ιρλανδικής νομολογίας θα πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα του περιεχομένου των Κανονισμών. 15. Το άρθρο 45
(1)των Κανονισμών διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι: «Η αμοιβή συμβούλου αφερεγγυότητας που ενεργεί υπό την ιδιότητα του ως εξεταστή, ως αυτή καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, αφορά σε πάγιο ποσό ύψους χιλίων ευρώ (€1000) και, ανάλογα με το ύψος του συνόλου των οφειλών, συμφωνείται επιπρόσθετα κλιμακωτό ποσό επί τις εκατό (%), ως ακολούθως (
  1. i)Μέχρι €100,000, ποσοστό μέχρι 2,00%, (
  2. ii)από €100,001 μέχρι €300,000 ποσοστό μέχρι 1,60%, (iii) από €300,0001 μέχρι €500,000 ποσοστό μέχρι 1,30%.» (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) 16. Βασιζόμενος στην πιο πάνω πρόνοια, ο Αιτητής προβάλλει ότι οι συνολικές υποχρεώσεις της Agromarkets ανέρχονταν κατά την 30.9.21 στο συνολικό ποσό των €3,253,895 και οι συνολικές υποχρεώσεις της Fresh Fruits στο συνολικό ποσό των €952,265. Στην πιο πάνω βάση, υπολογίζει και το ύψος των ποσών της αμοιβής του που αξιώνει. 17. Η πλευρά των Εταιρειών αμφισβητεί το ύψος των ποσών που ο Αιτητής παρουσιάζει ως «οφειλές» των Εταιρειών, προβάλλοντας επιπλέον ότι τα πιο πάνω ποσά αντανακλούν το περιεχόμενο της έκθεσης του εμπειρογνώμονα που κατατέθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης και το περιεχόμενο της οποίας το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την Κυρίως Αίτηση, δεν αποδέχθη και έκρινε ως ελλιπές, ασαφές και μεροληπτικό. Ειδικότερα, ο κος Σιακόλας αναφέρει ότι το «Συνημμένο Ε επί του Τεκμηρίου 1» στην ΕΔ Καλογήρου αποτελεί «απλή μεταφορά των υπολογισμών του δήθεν ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα κ. Σωκράτους τους οποίους βεβαίως υπολογισμούς απέρριψε πλήρως το Δικαστήριο.»[2] Προβάλλει ότι θα έπρεπε να υπήρχαν αποδεδειγμένες οφειλές, αποδεκτές εφόσον η αμοιβή που ζητά στηρίζεται επί των πιο πάνω ποσών.[3] 18. Ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ότι οι ως άνω υποχρεώσεις των Εταιρειών καταγράφονται από τον ίδιο τον Αιτητή και αφορούν «όλες τις γνωστές και επιβεβαιωμένες οφειλές των εταιρειών ως αυτές καταγράφηκαν και συγκεντρώθηκαν κατόπιν ενεργειών του Αιτητή κατά τη διάρκεια του διορισμού του.» Οι ενέργειες αυτές καταγράφονται από τον ίδιο τον Αιτητή επί του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση. Εκεί προβαίνει σε αναφορά στο σύνολο των εργασιών του κατά τη διάρκεια του διορισμού του ως προσωρινού εξεταστή. Σε σχέση με το ζήτημα των οφειλών των Εταιρειών ο Αιτητής αναφέρει στην έκθεση του ημερ. 2.3.22 (βλ. Τεκμήριο 1) στην ενότητα 2.11, ότι "I had vouched all creditor claims as at the petition date, with the exception of the tax authorities claims". Στην ενότητα 2.8 αναφέρει ότι "members of my staff liaised with creditors of the Companies throughout the Protection Period. Where a creditor did not respond to me with details of their claims against (.) [the Companies], I liaised with the Companies internal accounting department in order to vouch all creditor claims for inclusion in any Proposals to be formulated". 19. Ο Αιτητής όμως δεν παρέχει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες ούτε προβαίνει, έστω, σε χωριστή καταγραφή των εν λόγω οφειλών των Εταιρειών, ούτως ώστε η ως άνω θέση του να δύναται να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ούτε επιχείρησε να πράξει τούτο με περαιτέρω μαρτυρία, ακόμα και κατόπιν τις καταχώρησης της ένστασης των Εταιρειών από την οποία προκύπτει έντονη αμφισβήτηση των οφειλών τις οποίες ο Αιτητής αναφέρθηκε. Επιπλέον, δεν φαίνεται ο ίδιος να έχει προβεί σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες προς ετοιμασία ελεγμένων καταστάσεων λογαριασμών ων Εταιρειών παρά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2021Β
(1)του Κεφ. 113, το οποίο διαλαμβάνει σαφώς ότι ο ίδιος έχει τις ίδιες εξουσίες όπως ο κάθε ελεγκτής μίας εταιρείας. Η σημασία της πτυχής αυτής αναδύθηκε ήδη από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης του ημερ. 3.11.21 στα πλαίσια αξιολόγησης της έκθεσης του εμπειρογνώμονα που κατατέθηκε προς υποστήριξη της Κυρίως Αίτησης. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου: «Όταν δε έρχεται στο δια ταύτα για να παρουσιάσει λογιστικά στοιχεία, αυτά τα οποία παρουσιάζει προκύπτουν από μη ελεγμένους λογαριασμούς των Εταιρειών οι οποίοι παρουσιάζουν αριθμούς και υπολογισμούς στους οποίους το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει οιαδήποτε αποδεικτική αξία. Η σημασία του στοιχείου αυτού αναδύθηκε και στην Ιρλανδική υπόθεση Re Cavan Crystal Glass Ltd [1998] 3 IR 570, 591 (HC) όπου το Ιρλανδικό Εφετείο, παρά το ότι είχε ενώπιον του ελεγμένους λογαριασμούς, υπήρχαν εκεί σημειωμένες επιφυλάξεις και ανέφερε ότι: "The audited accounts to the year ended 13st August 1997 are heavily qualified. The auditors in their opinion on those accounts say that because of the possible effect of the limitation in evidence available to them, they are a true and fair view of the state of the Company's affairs at the 31st August 1997 and of its loss for the year then ended. Accordingly, I must approach those accounts with a degree of circumspection." Εδώ, δεν υπάρχουν καν ελεγμένοι λογαριασμοί, δηλαδή, παρουσιάζονται κάποιοι λογαριασμοί οι οποίοι δεν έχουν ελεγχθεί ανεξάρτητα από πιστοποιημένο ελεγκτή και, επομένως, δεν τυγχάνουν της προστασίας των προνοιών του περί Ελεγκτών Νόμου 2018 (Ν. 53(Ι)/2018) (βλ. ειδικότερα άρθρα 57, 58, 60, 62, 67, 68, 69, 70, Μέρος XVI). Δεδομένης και της έκτασης των αντιπαραθέσεων μεταξύ των μελών των διοικητικών συμβουλίων των Εταιρειών, ζήτημα το οποίο είναι κοινώς αποδεκτό, δεν υπάρχει εύλογο περιθώριο για το Δικαστήριο να βασισθεί σε υπολογισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τέτοιους μη ελεγμένους λογαριασμούς.»
  1. Ναι μεν ο προσωρινός εξεταστής θα πρέπει να θεωρείται ως εκ πρώτης όψεως ανεξάρτητος όμως τούτο δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον του να προβάλλει λεπτομέρειες και πλήρεις επεξηγήσεις προς το Δικαστήριο σχετικά με τις ενέργειες ή την παράλειψη των ενεργειών του, και όχι να περιορίζεται σε γενικά συμπεράσματα, πόσο μάλλον δε όταν τα συμπεράσματα τα οποία παραθέτει συνδέονται άμεσα με το ζήτημα του ύψους της αμοιβής του ιδίου, όπως στην παρούσα περίπτωση.
  2. Στη βάση των πιο πάνω συγκλίνω με τις θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν καταδεικνύεται με βέβαιο τρόπο ποιο είναι το ύψος των οφειλών των Εταιρειών ούτως ώστε το Δικαστήριο ευλόγως να δύναται να βασισθεί σε αυτές για σκοπούς καθορισμού της αμοιβής του Αιτητή, σύμφωνα με την σχετική απαίτηση του άρθρου 45 των Κανονισμών.
  3. Περαιτέρω, στη βάση του άρθρου 45 των Κανονισμών προκύπτει ότι τα εκατέρωθεν κλιμακωτά ποσοστά που εκεί αναφέρονται θα πρέπει να «συμφωνούνται». Δεν αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο μεταξύ ποιων προσώπων θα πρέπει να συμφωνούνται, όμως, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον Αιτητή στη βάση του ότι ο ίδιος συμφώνησε με οποιοδήποτε πρόσωπο το ζήτημα της αμοιβής του, πέραν του πάγιου ποσού που εκεί αναφέρεται, ούτως ώστε το ζήτημα να δύναται να τύχει περαιτέρω εξέτασης από το Δικαστήριο.
  4. Αυτό θα ήταν απαραίτητο με δεδομένο και το ότι τα κλιμακωτά ποσοστά συνιστούν το μέγιστο ποσοστό που δύναται να χρεωθεί ως αμοιβή (βλ. αναφορά σε «μέχρι 2%», «μέχρι 1,60%» και «μέχρι 1,3%», αντίστοιχα) και όχι το καθορισμένο ποσοστό. Ο Αιτητής όχι μόνο δεν επεξήγησε με ποιον «συμφωνήθηκε» η πιο πάνω αμοιβή του πέραν του πάγιου ποσού των €1000, προχώρησε και εφάρμοσε, όπως προκύπτει από το Παράρτημα Ε του Τεκμηρίου 1 της ΕΔ Σιακόλα, το μέγιστο του εκάστοτε ποσοστού (2%, 1,60% και 1,30%, αντίστοιχα) χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση. Εφάρμοσε δε τα πιο πάνω μέγιστα ποσοστά ενώ ουδέποτε ολοκλήρωσε το έργο του ως εξεταστής εφόσον, με την απόρριψη της Κυρίως Αίτησης, ο διορισμός ως προσωρινός εξεταστής τερματίστηκε. Όπως ο ίδιος αποδέχεται στα πλαίσια της Έκθεσης, για παράδειγμα, δεν υπέβαλε τελικές προτάσεις για συμβιβασμό ή σχέδιο διακανονισμού μέχρι και την απόρριψη της Κυρίως Αίτησης.
  5. Στην βάση όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν στοιχειοθετείται το δικαίωμα του Αιτητή σε αμοιβή πέραν του πάγιου ποσού των €1000 για κάθε μία από τις εταιρείες στις οποίες διορίστηκε Προσωρινός Εξεταστής, ποσό το διαλαμβάνεται ρητά επί του άρθρου 45
(1)των Κανονισμών.
  1. Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο ο Αιτητής νομιμοποιείται στο πιο πάνω πάγιο ποσό ως αμοιβή, αρκεί να λεχθεί ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο ίδιος διορίστηκε ως Προσωρινός Εξεταστής δυνάμει δικαστικού διατάγματος για την πιο πάνω περίοδο. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος αναφέρει, προέβη σε ενέργειες στα πλαίσια της πιο πάνω ιδιότητας του κατά το χρόνο του διορισμού του τις οποίες ο ίδιος παραθέτει στην έκθεση του που επισυνάπτει στο Τεκμήριο 1 της ΕΔ Καλογήρου («η Έκθεση του Προσωρινό Εξεταστή»). Για παράδειγμα, εκεί αναφέρει ότι επικοινώνησε με πιστωτές των Εταιρειών, με αρμόδιες αρχές όπως τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και το Κτηματολόγιο, συγκάλεσε συνελεύσεις, προέβη σε διαπραγματεύσεις με εξασφαλισμένο πιστωτή και προέβη σε κάποια ετοιμασία προτάσεων για επίτευξη σχεδίου διακανονισμού. Το δε περιεχόμενο το εν λόγω ενεργειών του Προσωρινού Εξεταστή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Επομένως, προκύπτει ότι ο Αιτητής ενήργησε ως Προσωρινός Εξεταστής δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου και προς τούτο προέβη και σε συγκεκριμένες ενέργειες υπό αυτή του την ιδιότητα, γεγονός που σαφώς τον νομιμοποιεί στο πάγιο ποσό που διαλαμβάνει το άρθρο 45 των Κανονισμών.
  2. Επιπλέον, σημειώνω στο σημείο αυτό ότι εφόσον γίνεται χωριστή ρύθμιση του ζητήματος της αμοιβής του Προσωρινού Εξεταστή στα πλαίσια του εδαφίου
(8)του άρθρου 202ΛΒ του Κεφ. 113, δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που πρόβαλε η πλευρά των Εταιρειών ότι απαραιτήτως η αμοιβή του Προσωρινού Εξεταστή θα πρέπει να καταβάλλεται από τα έσοδα των εργασιών της εταιρείας ή από τα έσοδα της ρευστοποίησης των στοιχείων ενεργητικού ως το εδάφιο
(2). Το εδάφιο
(2)περιορίζεται στα «έξοδα» και «δαπάνες» και καμία αναφορά γίνεται σε «αμοιβή» του Προσωρινού Εξεταστή. Στο δε εδάφιο
(8)αλλά και στο ίδιο το άρθρο 45 των Κανονισμών, κανένας περιορισμός υπάρχει ως προς την πηγή από την οποία η αμοιβή του Προσωρινού Εξεταστή θα πρέπει να αντληθεί. Άλλα έξοδα 27. Περαιτέρω, μέσω της Αίτησης ο Αιτητής φαίνεται να αξιώνει ποσά ως δικηγορικά έξοδα που υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 21.7.21 και σε σχέση με την οποία εκδόθηκε το Μονομερές Διάταγμα (βλ. παρ. 4 της ΕΔ Καλογήρου). Η πλευρά των Εταιρειών προβάλλει ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την διεκδίκηση των πιο πάνω ποσών. Θα συμφωνήσω. Τα πιο πάνω έξοδα αποτελούν μέρος δικαστικής απόφασης προς όφελος του Προσωρινού Εξεταστή και ως τέτοια δύναται να εκτελεστεί δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως τέτοια δεν αποτελούν έξοδα ή δαπάνες του ιδίου, δυνάμει του άρθρου 202ΛΒ
(1)αλλά δικαίωμα του προς είσπραξη των εν λόγω εξ αποφάσεως ποσών.
  1. Περαιτέρω, δεν μου διαφεύγει ότι επί του συνημμένου έντυπου Β στην Έκθεση του Προσωρινού Εξεταστή παρατίθεται ένας πίνακας στα πλαίσια του οποίου γίνεται αναφορά σε διάφορα έξοδα, σε σχέση με τα οποία όμως καμία επεξήγηση παραχωρείται μέσω της ΕΔ Καλογήρου. Η μοναδική σχετική αναφορά που εντοπίζει το Δικαστήριο είναι στα στην ενότητα 2.12 της Έκθεσης του Προσωρινού Εξεταστή όπου εκεί καταγράφονται οι εμφανίσεις του στο Δικαστήριο μεταξύ της περιόδου 19.7.21 και 3.11.
  2. Όμως ο ίδιος δεν εξειδικεύει το ύψος που απαιτεί για κάθε εμφάνιση χωριστά ούτε και το λόγο για τον οποίο θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε ποσά, ούτε βεβαίως και το λόγο για τον οποίο οι εμφανίσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν απαραίτητες, έτσι ώστε το Δικαστήριο κρίνει κατά πόσο η σχετική απαίτηση του είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη.
  3. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν προκύπτει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα δύνατο να επιδικαστεί ως εύλογο έξοδο ή δαπάνη δυνάμει του άρθρου 202ΛΒ του Κεφ.
  4. Κατάληξη
  5. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα υπέρ του Αιτητή και εναντίον (α) της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας C.O. Fresh Fruit Co Ltd για την καταβολή ποσού ύψους €1000 πλέον Φ.Π.Α. και (β) της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας Agromarkets (Larnaca) Ltd για την καταβολή ποσού ύψους €1000 πλέον Φ.Π.Α. προς τον Αιτητή, σε λογαριασμό που ο τελευταίος υποδείξει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, στην κλίμακα επιτυχίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η σημερινή αντίστοιχη πρόνοια περιλαμβάνεται στο άρθρο 554 του Ιρλανδικού περί Εταιρειών Νόμου του 2014, στο άρθρο 554, με πανομοιότυπο λεκτικό. [2] Βλ. σελ. 22 της ΕΔ Σιακόλα. [3] Βλ. σελ. 24 της ΕΔ Σιακόλα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.