← Κύπρος

ΝΕΟΚΛΗΣ ΧΡΥΣΗΛΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Αγωγής: 829/2014, 15/12/2022

ΝΕΟΚΛΗΣ ΧΡΥΣΗΛΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ, Αρ. Αγωγής: 829/2014, 15/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 829/2014 Μεταξύ: ΝΕΟΚΛΗΣ ΧΡΥΣΗΛΙΟΥ, εκ Λάρνακας Ενάγοντα -και- ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Ευαγγέλου για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κος Χ. Χριστοδούλου για Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, μάρκας Mercedes ML 320 CDI (το «Αυτοκίνητο»), υπέστη εκτεταμένες ζημιές συνεπεία ατυχήματος. Το έτος 2013 αποφάσισε να το επιδιορθώσει. Ένας κοινός τους γνωστός, ο οποίος κατέθεσε στην παρούσα διαδικασία, συνέστησε τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με εισαγωγή και πώληση εξαρτημάτων για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. 2. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο όπως ο τελευταίος τον προμηθεύσει «μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα» για σκοπούς επιδιόρθωσης του Αυτοκινήτου, από το μηχανικό του Ενάγοντα, για το συνολικό ποσό των €12.000. Για το σκοπό αυτό κατέβαλε προκαταβολή ύψους €5.000 («η «Προκαταβολή»). Στην πορεία ο Εναγόμενος τον προμήθευσε με κάποια τα οποία ο Ενάγων, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του, δεν ανταποκρίνονταν στα συμφωνηθέντα οπότε και τα απέρριψε. Συναφώς, αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό της Προκαταβολής, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. ΙI. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ (
  2. i)Η Έκθεση Απαίτησης 3. Με την αγωγή του ο Ενάγων προβάλλει ότι περί τα μέσα του Ιουλίου του έτους 2013 κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου που καταρτίστηκε στο τόπο εργασίας του Ενάγοντα στο χωριό Μενεού της επαρχίας Λάρνακας, ο Εναγόμενος συμφώνησε όπως προμηθεύσει τον Ενάγοντα με μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ήτοι από το ταμπλό μέχρι μπροστά στη μηχανή, συμπεριλαμβανόμενων όλων των εξαρτημάτων αυτού, κατάλληλο για τον τύπο και μάρκα του Αυτοκινήτου. Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των €12.000. O Ενάγων κατέβαλε το ποσό των €5.000 ως προκαταβολή στον Εναγόμενο στις 15.7.2013 και o Εναγόμενος υποσχέθηκε στον Ενάγοντα ότι εντός 15 ημερών θα του παρέδιδε το ως άνω περιγραφόμενο μεταχειρισμένο αμάξωμα συμπεριλαμβανόμενων όλων των εξαρτημάτων. 4. Ακολούθως o Εναγόμενος προσπάθησε να παραδώσει με καθυστέρηση και όχι εντός του συμφωνηθέντος χρόνου τόσο στον Ενάγοντα όσο και σε τρίτο άτομο, κάποιο αμάξωμα το οποίο δεν αντιπροσώπευε αυτό που παραγγέλθηκε και/ή δεν σχετιζόταν με το ως άνω περιγραφόμενο μεταχειρισμένο αμάξωμα και/ή με το παραγγελμένο μεταχειρισμένο αμάξωμα. Ο Ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει οποιοδήποτε αμάξωμα που δεν είχε σχέση με τη παραγγελία του ενώ ο Εναγόμενος του υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε να του προσκόμιζε το συμφωνηθέν μεταχειρισμένο αμάξωμα εντός λίγων ημερών. 5. Ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις που έδωσε στον Ενάγοντα ότι θα του παρέδιδε το συμφωνηθέν μεταχειρισμένο αμάξωμα συμπεριλαμβανόμενων όλων των εξαρτημάτων δεν έπραξε τούτο μέχρι σήμερα. Ο Ενάγων με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 2.1.2014 καλούσε τον Εναγόμενο όπως επιστρέψει το ποσό που αντιπροσωπεύει την Προκαταβολή. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. (
  3. ii)Η Υπεράσπιση 6. Με την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται τις θέσεις του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον κο Πάμπο Χατζηλαμπή, ο οποίος ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, στον τόπο εργασίας του τελευταίου, όπως τον προμηθεύσει με εξαρτήματα αυτοκινήτου μάρκας Mercendes ML 320 CDI για το ποσό των €7.000. Αναφέρει επίσης ότι έλαβε από τον κο Χατζηλαμπή το ποσό των €5.000. Σε καμία συμφωνία προέβη με τον Ενάγοντα και κανένα ποσό δεν έλαβε από τον ίδιο. Περαιτέρω, προβάλλει ότι παρέδωσε όλα τα συμφωνηθέντα εξαρτήματα στον κο Χατζηλαμπή ως η προφορική τους συμφωνία. III. ΜΑΡΤΥΡΙΑ 7. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κος Πάμπος Χατζηλαμπής (ΜΕ2) ενώ για τον Εναγόμενο κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ1). (
  4. i)Σύνοψη μαρτυρίας Ενάγοντα (ΜΕ1) 8. Ο Ενάγοντας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ως Έγγραφο 'Α' στα πλαίσια της οποίας υιοθέτησε τα όσα ανέφερε επί των δικογράφων που καταχώρησε στην παρούσα αγωγή, προσθέτοντας τα πιο κάτω. 9. Τον Εναγόμενο του τον σύστησε ο ΜΕ2, ο οποίος εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στο χωριό Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας, όπου εργαζόταν και ο Ενάγοντας. Στις 15.7.203 ο Εναγόμενος προσήλθε στο χώρο εργασίας του Ενάγοντα και συγκεκριμένα στο αγρόκτημα του στο χωριό Μενεού. Αφού συνομίλησε μαζί με τον Εναγόμενο, συμφώνησαν προφορικά να τον προμηθεύσει με μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ήτοι από το ταμπλό μέχρι μπροστά στη μηχανή συμπεριλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων αυτού, για τον τύπο του Αυτοκινήτου. Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό €12000. Ο λόγος που ζήτησε το μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα από τον Εναγόμενο, ήταν ότι είχε προηγηθεί ατύχημα με το Αυτοκίνητο και επιθυμούσε να το επιδιορθώσει. 10. Ο Εναγόμενος του ζήτησε την Προκαταβολή την οποία κατέβαλε την ίδια στιγμή με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου και ο Εναγόμενος υποσχέθηκε ότι θα του παρέδιδε το μεταχειρισμένο αμάξωμα, συμπεριλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων, εντός 15 ημερών. Την επόμενη ημέρα, ο Εναγόμενος του ζήτησε τηλεφωνικώς να του παραδώσει χρήματα μετρητά αντί επιταγής καθώς θα ταξίδευε αμέσως στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, του επέστρεψε την ως άνω επιταγή μέσω του κου ΜΕ2 και ο Ενάγοντας, πάλιν μέσω του ΜΕ2 του παραχώρησε την Προκαταβολή σε μετρητά. 11. Ο Εναγόμενος με αρκετή καθυστέρηση παράδωσε κάποια σκόρπια εξαρτήματα στον ΜΕ2 τα οποία δεν αντιπροσώπευαν το μισό αμάξωμα το οποίο συμφωνήθηκε. Όταν ο ίδιος είδε τα εξαρτήματα, αρνήθηκε να τα παραλάβει. Συζήτησε έντονα με τον Εναγόμενο ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε εντός λίγων ημερών να τον προμηθεύσει με το μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ως η μεταξύ τους συμφωνία. 12. Ο Εναγόμενος και πάλιν δεν τήρησε τα πιο πάνω. Συνεπώς, ο Ενάγοντας αγόρασε από τρίτο πρόσωπο, τον κ. Αυγουστή Ευσταθίου μισό αμάξωμα, για το ποσό των €9.000. Ακολούθως απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολή μέσω των δικηγόρων του, ημερομηνίας 2.1.2014, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, στην οποία ο Εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε. 13. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι χρειάζονται τεχνικές ειδικές γνώσεις για να καταρτίσει κάποιος μια τέτοια συμφωνία για μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα. Ανέφερε επίσης ότι αυτές ήταν οι οδηγίες του μηχανικού του που ανέλαβε να το επιδιορθώσει. 14. Σε σχέση με το θέμα της επιστροφής της επιταγής επεξήγησε ότι ο ΜΕ2 τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και του είπε ότι επειδή ο Εναγόμενος θα αναχωρήσει για το εξωτερικό να φέρει το όχημα και επειδή ήταν οι ημέρες του κουρέματος και οι Τράπεζες δυσκολεύονταν, ο Εναγόμενος ζήτησε την Προκαταβολή σε μετρητά. Ακολούθως του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 3 και 4 τα οποία δεν αναγνώρισε και κατατέθηκαν σε εκείνο το σημείο ως τεκμήρια προς αναγνώριση 1 και 2, αντίστοιχα. Επίσης, κατατέθηκε Πιστοποιητικό Εγγραφής Μηχανοκίνητου Οχήματος σε σχέση με το Αυτοκίνητο ως Τεκμήριο 2. Ο Ενάγοντας αποδέχθη ότι το Τεκμήριο 2 αφορά το Αυτοκίνητο, το οποίο ακολούθως πήγε να διορθώσει. Σε υποβολή του κου Χριστοδούλου ότι η συμφωνία δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων αλλά μεταξύ του Εναγόμενου και του ΜΕ2 και ότι αυτή εκτελέσθηκε στο ακέραιο εφόσον τα εξαρτήματα ήρθαν από την Ελλάδα και παραδόθηκαν στην παρουσία του Ενάγοντα στον ΜΕ2, διαφώνησε. (
  5. ii)Σύνοψη μαρτυρίας κ. Πάμπου Χατζηλαμπή (ΜΕ2) 15. Ο ΜΕ2 επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ως Έγγραφο 'Β'. Εκεί ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ήταν και είναι κάτοικος της Επαρχίας Λευκωσίας και έλεγε ότι ασχολείται με επιδιορθώσεις οχημάτων, εισαγωγή εξαρτημάτων, ανεύρεση και πώληση μεταχειρισμένων εξαρτημάτων για μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και με την αλλαγή μεταχειρισμένων εξαρτημάτων δια οχήματα καθώς και με άλλες συναφείς εργασίες. Με τον Εναγόμενο γνωρίζονταν από παλιά. Ο ΜΕ2 ήταν το πρόσωπο που έφερε τους διαδίκους σε επαφή καθώς ο τελευταίος έψαχνε μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα ήτοι από το ταμπλό μέχρι μπροστά στην μηχανή συμπεριλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων για το Αυτοκίνητο. Ακολούθως, επανέλαβε τα όσα κατέθεσε ο Ενάγοντας στα πλαίσια της γραπτής του δήλωσης (βλ. παρ. 9 και 10 πιο πάνω). Πρόσθεσε ότι μετά το πέρας των 15 ημέρων ο Εναγόμενος είχε παραδώσει στον ΜΕ2 κάποια εξαρτήματα για λογαριασμό του Ενάγοντα. Ακολούθως ο ΜΕ2 κάλεσε τον Ενάγοντα να τα επιθεωρήσει. Όταν ο Ενάγων τα είδε αρνήθηκε να τα παραλάβει ζητώντας του να τα επιστρέψει πίσω καθώς δεν ανταποκρίνονταν σε όσα είχαν συμφωνηθεί. Έτσι και έγινε και τα εξαρτήματα παραλήφθηκαν από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του Εναγόμενου από το γραφείο του ΜΕ2. Τα εξαρτήματα αυτά τα επιθεώρησε και ο μηχανικός που ανέλαβε να επιδιορθώσει το Αυτοκίνητο ο οποίος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου με τα εν λόγω εξαρτήματα. 16. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ των διαδίκων και ότι ο ίδιος απλώς τους έφερε σε επαφή. Διαφώνησε δε με τη θέση του κου Χριστοδούλου ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του Εναγόμενου και του ΜΕ2. Διευκρίνισε επίσης ότι κανένα ρόλο δεν θα είχε με την παραλαβή των εξαρτημάτων. Ανέφερε ότι ο ίδιος ασχολείται με το εμπόριο πωλήσεως αυτοκινήτου, γνωρίζει από «εξαρτήματα, επειδή πιάνω και διορθώνουμε τα αυτοκίνητα τα δικά μας.»[1] Ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας για «μισό αμάξωμα» ανέφερε ότι ήταν από το ταμπλό και μπροστά, όλα τα πράγματα που περιλαμβάνει ένα αυτοκίνητο. Τα βασικά εξαρτήματα είναι οι ταχύτητες, «το ραδιατέρ, τα φανάρια, γενικά φτερά, καπό.»[2] Ερωτηθείς αν τα μέρη ανέλυσαν κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ποια μέρη ακριβώς θα ανέμεναν να περιλαμβάνονται στο μισό αμάξωμα, απάντησε ότι αυτό δεν έγινε. Επεξήγησε ότι ο λόγος που ζητήθηκε μισό αμάξωμα είναι για να δει ο μηχανικός πώς αυτό θα χρειαστεί να διαμορφωθεί και είναι για αυτό που το τίμημα αγοράς ήταν τόσο ψηλό. Ανέφερε ότι κάποια από τα εξαρτήματα είχαν έρθει αλλά δεν μπορούσε να καθορίσει ποια, λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Από ότι θυμάται υπήρχε ένας προφυλακτήρας, φτερό, καπό ένα φανάρι. Όμως, ο μηχανικός του Ενάγοντα ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει με τα εξαρτήματα που είχαν έρθει για επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου. (iii) Σύνοψη μαρτυρίας Εναγόμενου (ΜΥ1) 17. Ο ΜΥ1 επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ως Έγγραφο 'Γ' όπου υιοθέτησε τους ισχυρισμούς του επί της Υπεράσπισης του. Περαιτέρω ανέφερε ότι κάποια στιγμή πριν το 2013 του τηλεφώνησε ο ΜΕ2 ο οποίος διατηρεί μαγαζί αυτοκινήτων στο Μενεού αναφέροντας του ότι «έχει ένα Mercendes» και του ζήτησε να μεταβεί στη Λάρνακα για να μιλήσουν. Στη συνέχεια μετέβηκε στη Λάρνακα στην μάντρα αυτοκινήτων του ΜΕ2 ο οποίος τον πήγε σε κοντινή απόσταση όπου συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων ενδιαφέρθηκε για αρκετά εξαρτήματα για το Αυτοκίνητο και συμφώνησε να του τα προμηθεύσει για μια τιμή γύρω στις €12,000. Την επόμενη ημέρα ο ΜΕ2 μετέβηκε στο μαγαζί του Εναγόμενου και του παραχώρησε την Προκαταβολή με επιταγή όμως ο Εναγόμενος ζήτησε μετρητά για να μπορεί να φύγει αμέσως για το εξωτερικό και να αγοράσει τα εξαρτήματα. Στο εξωτερικό βρήκε τα εξαρτήματα που ήθελε τα οποία τα φόρτωσε σε πλοίο από λιμάνι στο Λαύριο για να έρθουν στην Κύπρο. Ως εκτελωνιστή διόρισε την εταιρεία G&P Vasilopoulos επειδή ήταν κοντά στο γραφείο του. Όταν κατέφθασαν τα εργαλεία ειδοποίησε τον ΜΕ2 και εντός 2-3 ημερών ο ίδιος μαζί με τον Ενάγοντα μετέβηκαν στο μαγαζί του στη Λευκωσία με ένα «μονοκάμπινο», όπου αναγραφόταν το όνομα της εταιρείας του ΜΕ2. Τα είδαν τα εργαλεία, τα φόρτωσαν στο εν λόγω αυτοκίνητο και αποχώρησαν. Δύο ημέρες μετά του τηλεφώνησε ο ΜΕ2 και του είπε ότι τα εξαρτήματα τα πήγαν στο γκαράζ στην Αραδίππου που θα επιδιόρθωνε το Αυτοκίνητο και ζήτησε από τον ΜΥ1 να μεταβεί σε εκείνο το γκαράζ για να του πουν τί άλλα εξαρτήματα θα ήθελε. Ακολούθως μετέβηκε εκεί όπου είδε το Αυτοκίνητο και δίπλα όλα τα εξαρτήματα όπως τα παρέδωσε ο ίδιος. Του λέχθηκε από τον εκεί υπεύθυνο τί άλλα εξαρτήματα χρειάζονταν τα οποία ο ίδιος κατέγραψε. Ακολούθως, ανέφερε ότι χρειαζόταν και τα υπόλοιπα χρήματα και του είπε ο ΜΕ2 ότι θα του τηλεφωνούσε πίσω. Έκτοτε δεν άκουσε οτιδήποτε από τον ίδιο. 18. Ανέφερε ότι η συμφωνία ήταν για να φέρει ανταλλακτικά από τη μέση και μπροστά. Τα ανταλλακτικά αυτά περιλάμβαναν «ένα καπό μπροστά, δύο φτερά, δύο φανάρια με τα trafficator, τον προφυλακτήρα με τους δύο προβολείς μπροστά, το μούτρο μπροστά, τη γρίλια, το ραδιατέρ του aircondition, το ραδιατέρ της μηχανής με τα δύο φαν, έσπασαν οι αερόσακοι και έφερα και τις 2 ζώνες ασφαλείας. Έφερα αρκετά πράγματα όμως συμφωνήσαμε.» 19. Επεξήγησε ότι το τεκμήριο προς αναγνώριση 1 αποτελεί το δελτίο παραγγελίας των εξαρτημάτων που μεταφέρθηκαν από το λιμάνι στην Ελλάδα και ότι περιήλθε στην κατοχή του μέσω της εταιρείας G&P Vasilopoulos, και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Επεξήγησε ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί τον τίτλο του αυτοκινήτου που του απέστειλε ο ΜΕ2 μέσω τηλεομοιότυπου όταν του ζήτησε τον αριθμό σκελετού του Αυτοκινήτου. Ακολούθως, επεξήγησε ότι το Τεκμήριο προς αναγνώριση 2 το έλαβε από το «Πρακτορείο Σαλαμίς» και αφορά τα έξοδα εκφόρτωσης των εξαρτημάτων και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε δελτίο αποστολής από το πρόσωπο από το οποίο αγόρασε τα εξαρτήματα από την Ελλάδα και συγκεκριμένα από την Αθήνα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η αναφορά σε Κέρι και όχι «Πιερή» Μάριος αποτελεί τυπογραφικό λάθος. Τέλος, ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε αντίγραφο της επιταγής που αρχικά έλαβε από τον Εναγόμενο. 20. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ουδέποτε έκανε οποιαδήποτε συμφωνία για να φέρει «μισό αυτοκίνητο» και ότι του αναφέρθηκε ότι ήθελε «όλα τα ανταλλακτικά για να είναι σωστά το αυτοκίνητο στο δρόμο.» Ακολούθως αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 μέχρι 5. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι η εκεί αναφορά σε "ML164" αποτελεί κωδικό του προϊόντος και όχι στο μοντέλο του αυτοκινήτου για το οποίο προορίζεται. Σε υποβολή του κου Ευαγγέλου ότι το Τεκμήριο 5 δεν αφορά στο Αυτοκίνητο διαφώνησε. Ερωτηθείς για ποιον λόγο αναφέρεται το όνομα «ΚΕΡΙ ΜΑΡΙΟΣ» και όχι το όνομα του Εναγόμενου, επανέλαβε τη θέση του ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και ότι στη δεξιά πλευρά του Τεκμηρίου 5 αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας του Εναγόμενου. Ανέφερε επίσης ότι θα έπρεπε να παραδώσει τα προϊόντα εντός 15 ημέρων αλλά λόγω δεκαπενταύγουστου υπήρξε καθυστέρηση. Ειδικότερα ανέφερε ότι τα εκφόρτωσε τέλος του Αυγούστου από την Ελλάδα. IV. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 21. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχω εξετάσει προσεκτικά την ενώπιον μου μαρτυρία χωρίς να περιορίζομαι στα όσα παρέθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Στα πλαίσια αυτά, έλαβα υπόψη την αμεσότητα και σαφήνεια με την οποία οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την λογικοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών η ουσιωδών αντιφάσεων (Ζερβού ν. Ζερβού

(2011)1 ΑΑΔ 2192), ή οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος τους, τη μνήμη τους, τις αντιδράσεις τους και γενικά την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν και την όλη στάση τους από το εδώλιο του μάρτυρα (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273), έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ''Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367) και ότι το έργο του Δικαστηρίου είναι διακριτό των τελικών συμπερασμάτων του στη βάση του βάρους και επιπέδου απόδειξης. 22. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψιν του ότι αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία, για να καθιστούν αναξιόπιστο ένα μάρτυρα, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί και να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το δικαστήριο (Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071 και Οράτη ν. Παστού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1787). Λαμβάνω επίσης υπόψιν ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172) και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, 4.5.12). (i) Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 και ΜΕ2
  1. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 άφησαν εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατήρησα ότι παρέμειναν σταθεροί στις απόψεις τους ενώ κατέθεταν με αφοπλιστική απλότητα και χωρίς υπερβολές όταν η άλλη πλευρά του υπέβαλλε τις θέσεις της. Οι επεξηγήσεις που παραχωρούσαν είχαν ειρμό και συνοχή ενώ στα πλαίσια της αντεξέτασης τους η ειλικρίνεια και αμεσότητα με την οποία απαντούσαν τις ερωτήσεις του κου Χριστοδούλου είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της αξιοπιστίας τους. Τα όσα κατέθεσαν βρίσκονται σε πλήρη αρμονία τόσο μεταξύ τους όσο και με την κοινή λογική.
  2. Η θέση του κου Χριστοδούλου ότι ο Ενάγοντας δεν διευκρίνισε ότι μεσολαβούσε εκ μέρους της συζύγου του στην οποία, με βάση το Τεκμήριο 2, ανήκει το Αυτοκίνητο προωθήθηκε στα πλαίσια αγορεύσεων και ουδόλως τέθηκε στον Ενάγοντα ούτως ώστε ο ίδιος να είναι σε θέση να τοποθετηθεί. Συνεπώς δεν δύναται να τύχει περαιτέρω εξέτασης και αξιολόγησης (βλ. Frederickou Schools Co Ltd a.o. v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057).
  1. Ούτε στοιχειοθετήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η θέση του κου Χριστοδούλου ότι ήταν αδύνατον για τον Ενάγοντα να συμβληθεί κατά τον τρόπο που περιέγραψε, καθώς ο ίδιος δεν διέθετε «τεχνικές γνώσεις». Δεν διεφάνη κατά την αντεξέταση του ότι αυτό θα ήταν αναγκαίο. Η φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας των μερών ήταν για «μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα» το οποίο καθορίστηκε ως οτιδήποτε περιλαμβάνεται από το ταμπλό μέχρι μπροστά στη μηχανή, σύμφωνα με τις οδηγίες του μηχανικού του που ανέλαβε να το επιδιορθώσει. Η δε ερμηνεία της σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου ζήτημα στο οποίο στρέφομαι πιο κάτω. Για τους πιο πάνω λόγους δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση του κου Χριστοδούλου ότι το μοναδικό άτομο που θα μπορούσε να συμβληθεί με τον Εναγόμενο είναι ο ίδιος ο ΜΕ2 δεδομένης της επαγγελματικής του ιδιότητας.
  2. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ1 και του ΜΕ2 ελέγχεται ως αξιόπιστη και το Δικαστήριο αποδέχεται το σύνολο της μαρτυρίας τους. (ii) Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1
  3. Ο ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Από το εδώλιο του μάρτυρα επιδείκνυε νευρικότητα και έντονη ανησυχία, κοιτάζοντας συνεχώς τον δικηγόρο του. Ήταν ασταθής στις θέσεις του με τη μαρτυρία του να χαρακτηρίζεται από σύγχυση, μεταβολή θέσεων και έλλειψη σαφήνειας. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του βρισκόταν σε αντίθεση με τα όσα προέβαλε στην υπεράσπιση του. Για παράδειγμα, ενώ η δικογραφημένη του θέση επί της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης ήταν η εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, κατά την αντεξέταση του το αρνήθηκε αναφέροντας ότι «δεν είπα ποτέ 'όλα'». Όταν του υποδείχθηκε η συγκεκριμένη αναφορά του από τον συνήγορο των Εναγόμενων, μετέβαλε τη θέση του αναφέροντας ότι «ναι παρέδωσα ναι αλλά ναι όταν έφερα τα πράματα ήρθε ο κος Πάμπος με τον κο Νεοκλή με ένα μονοκάμπινο, ένα άσπρο αυτοκίνητο, ήρθαν στο μαγαζί μου ανοίξαμε τα πακέτα, τα είδαν τα ελέγξαν τα φορτώσαμε μαζί έφυγαν και μου λεν οκ (.).» Ακολούθησε ο εξής διάλογος: «Ε. Είπατε ότι δεν τα παραδώσατε. Α. Τα παρέδωσα. Ε. Μόλις τώρα μου είπες ότι δεν παρέδωσες όλα. Α. Ένα πακέτο. Ε. Είπατε ότι δεν είναι όλα.»
  4. Αμέσως μετά μετέβαλε για δεύτερη φορά την θέση του αναφέροντας ότι «έφερα τα πράματα και μετά ήθελαν κάποια άλλα πράμα να φέρω. Παρέδωσα όλα όσα συμφωνήσαμε μέχρι εκείνο το σημείο, όλο το σετ μπροστά για να μπορεί να στηθεί ένα αυτοκίνητο να κλείσει.» Στη συνέχεια ανέφερε «το τί συμφωνήσαμε την πρώτη φορά το έπραξα. Και μετά ήθελαν τα υπόλοιπα.»
  5. Από τις πιο πάνω θέσεις του παρατηρείται συνεχής μεταβολή τόσο ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας όσο και ως προς το ζήτημα της εκπλήρωσης. Αφενός στο δικόγραφο του αναφέρεται σε μία συμφωνία η οποία καταρτίστηκε με συγκεκριμένο περιεχόμενο ενώ από το πιο πάνω απόσπασμα της αντεξέτασης του προκύπτει αναφορά και σε μεταγενέστερη συμφωνία για επιπρόσθετα εξαρτήματα, ισχυρισμός που ουδόλως δικογραφείται. Αφετέρου, στο δικόγραφο του, όπως προανέφερα αναφέρεται σε πλήρη εκπλήρωση της συμφωνίας όμως κατά την αντεξέταση του αναφέρεται σε μερική εκπλήρωση. Οι ως άνω αναφορές του δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν εφόσον εκπίπτουν του πεδίου της υπεράσπισης του.
  6. Ερωτηθείς ποια εξαρτήματα προμήθευσε τον Ενάγοντα ανέφερε «καπό, δύο φτερά προφυλακτήρας και τους προβολείς, επάνω γρίλια μπροστά το ραδιατέρ του aircondition, το ραδιατέρ του αυτοκινήτου, τον ανεμιστήρα, τις βάσεις που κάθονται αυτά τα δύο επάνω, τα φανάρια μπροστά με τα trafficator, δύο αερόσακους, το σετ των ζωνών ασφαλείας.» Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος έχει οποιαδήποτε απόδειξη παράδοσης των εν λόγω εξαρτημάτων ανέφερε ότι ο ΜΕ2 το αποδέχθηκε ενώ διερωτήθηκε κατά πόσο ο ΜΕ2 είχε απόδειξη για την καταβολή της Προκαταβολής, παρά το ότι ο ίδιος απεδέχθη σε άλλο σημείο την καταβολή της.
  7. Όσον αφορά τα τεκμήρια 3, 4 και 5 που κατέθεσε προς υποστήριξη των θέσεων του, αυτά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία εφόσον αφορούν σε δηλώσεις τρίτων (βλ. άρθρο 23 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Συναφώς, το Δικαστήριο καθήκοντως αξιολογεί αυτά στη βάση του άρθρου 27 του Κεφ.
  8. Στρεφόμενη στα κριτήρια του άρθρου 27 του Κεφ.9, παρατηρείται ότι ουδόλως ο Ενάγοντας επιχείρησε να παραχωρήσει οποιαδήποτε επεξήγηση ως προς το κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή εφικτό να τα καταθέσουν οι συντάκτες τους (άρθρο 27
(2)(α)). Τούτο ήταν αναγκαίο με δεδομένο ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με σαφήνεια το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων. Παραθέτω τα εξής παραδείγματα από τη μαρτυρία του: (α) Κληθείς να επεξηγήσει κατά την αντεξέταση του το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί, εικάζοντας ότι αν γράφει «6collis» θα εννοεί έξι πακέτα, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν γνωρίζει. (β) Ερωτηθείς για ποιον λόγο παρουσίασε το Τεκμήριο 3 εφόσον δεν γνωρίζει σε τί αναφέρεται απάντησε ότι «όταν φέρνεις ένα αυτοκίνητο ή εξαρτήματα ή οτιδήποτε από το εξωτερικό μέσω του λιμανιού η αρχή λιμένων εκδίδει το έγγραφο. Αυτοί ξέρουν τί γράφουν και πως τα γράφουν. Το πώς τα γράφουν και πώς τα κάμνουν δεν μπορώ να γνωρίζω και δεν μπορώ να απαντήσω.» (γ) Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ουδόλως επεξήγησε σε τί αναφέρονται οι εκεί περιγραφές ούτε το Δικαστήριο δύναται να εικάσει ή έστω να διασυνδέσει την εκεί περιγραφή με τα επίδικα γεγονότα. (δ) Έλλειψη σαφήνειας παρατηρείται και σε σχέση με το Τεκμήριο 5 εφόσον, όπως ο ίδιος αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση του δεν ήταν πλήρεις οι εκεί αναφορές ως προς τα εξαρτήματα που ο ίδιος διευθέτησε να μεταφέρει. Ειδικότερα ερωτηθείς για ποιον λόγο δεν αναφέρονται επί του Τεκμηρίου 5 οι ζώνες ασφαλείας που σε προηγούμενο στάδιο ανέφερε ότι προμήθευσε τον Ενάγοντα, απάντησε «ήθελες να πω του ανθρώπου να μου γράφει την τελευταία βίδα;» (ε) Πρόσθετα, από μια ανάγνωση του Τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται το σύνολο των εξαρτημάτων στα οποία ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε κατά την αντεξέταση του (βλ. παρ. 30 πιο πάνω). (στ) Τέλος, η θέση του ότι η αναφορά σε "ML 164" επί του Τεκμηρίου 5 αφορά σε «κωδικό εξαρτήματος» και όχι σε διαφορετικό μοντέλο ή τύπο αυτοκινήτου από αυτό του Ενάγοντα, δεν τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ή από οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον μου. 33. Συνεπώς διαφαίνεται ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 ουδόλως ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς και σαφείς επεξηγήσεις επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων 3, 4 και 5 ούτως ώστε, αφενός, να καταδειχθεί επαρκώς η σχετικότητα των εν λόγω τεκμηρίων με τα υπό κρίση γεγονότα και, αφετέρου, να καθίσταται εφικτή η ορθή αξιολόγηση τους στη βάση του άρθρου 27 του Κεφ.9 (βλ. άρθρο 27
(2)(η) του Κεφ.9). Ούτε προκύπτει ότι πρόκειται για την καλύτερη δυνατή μαρτυρία στην απουσία οιασδήποτε επεξήγησης ως προς την παράλειψη κλήσης των συντακτών τους να τα καταθέσουν και να επεξηγήσουν το περιεχόμενο τους (βλ. άρθρο 27
(3)). Οι εικασίες στις οποίες προέβη ο ΜΥ1 ως προς την ερμηνεία των εγγράφων αυτών, σπεύδοντας να συμπληρώσει επιπλέον στοιχεία σε αυτά, δεν δύνανται να διασώσουν τις πιο πάνω ελλείψεις. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν δύναται ευλόγως να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια 3, 4 και
  1. Μη πειστική κρίνεται και η θέση που προέβαλε στη συνέχεια ότι ο ίδιος επωμίστηκε το ποσό των €2000 ως επιπλέον έξοδα για μεταφορά των εξαρτημάτων. Η θέση του αυτή δεν στοιχειοθετήθηκε, έστω κατ' ελάχιστον, ενώ ερωτηθείς για ποιον λόγο δεν αξίωσε ανταπαιτητικώς το πιο πάνω ποσό δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια.
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν αποτελεί ασφαλές και σταθερό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο θα δύνατο ευλόγως να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα. Η συνεχής μεταβολή, αστάθεια και έλλειψη σαφήνειας που χαρακτηρίζει τις θέσεις του καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειτο για πρόσωπο που προήλθε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. V. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  3. Τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως αυτή έχει κριθεί ως αποδεκτή.
  4. Ο Εναγόμενος ασχολείτο και συνεχίζει να ασχολείται με επιδιορθώσεις οχημάτων, εισαγωγή και πώληση εξαρτημάτων για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και άλλες συναφείς εργασίες. Το έτος 2013 ο Ενάγοντας επιθυμούσε να επιδιορθώσει το Αυτοκίνητο το οποίο είχε κτυπήσει σε ατύχημα και υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Προς τούτο, κατόπιν οδηγιών του μηχανικού του που ανέλαβε να το επιδιορθώσει, έψαχνε μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ήτοι από το ταμπλό μέχρι μπροστά στην μηχανή συμπεριλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων, κατάλληλο για τον τύπο και μάρκα του Αυτοκινήτου.
  5. Ο Ενάγοντας αποτάθηκε στον ΜΕ2 και ο ΜΕ2 συνέστησε τους διαδίκους. Στις 15.7.2013 οι τρεις τους συναντήθηκαν στο χώρο εργασίας του Ενάγοντα στην Επαρχία Λάρνακας. Εκεί ο Ενάγοντας συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο ότι ο Εναγόμενος θα προμήθευε τον Ενάγοντα με μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ήτοι από το ταμπλό και μπροστά μέχρι στη μηχανή, κατάλληλο για σκοπούς επιδιόρθωσης του συγκεκριμένου τύπου και μάρκας του Αυτοκινήτου, εντός 15 ημερών. Ως τίμημα πώλησης καθορίστηκε το ποσό των €12,
  6. Ευθύς αμέσως ο Ενάγων κατέβαλε την Προκαταβολή με επιταγή όπως του είχε ζητήσει ο Εναγόμενος.
  7. Την επόμενη ημέρα, κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου, ο Ενάγων παραχώρησε εκ νέου την Προκαταβολή στον Εναγόμενο σε μετρητά μέσω του ΜΕ2 και ο Εναγόμενος επέστρεψε την ως άνω επιταγή στον Ενάγοντα, πάλιν μέσω του ΜΕ
  8. Ο Εναγόμενος με αρκετή καθυστέρηση παράδωσε ορισμένα σκόρπια εξαρτήματα στον ΜΕ2 τα οποία δεν αντιπροσώπευαν το μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Ο ΜΕ2 κάλεσε τον Ενάγοντα να τα επιθεωρήσει. Όταν ο Ενάγοντας είδε τα εξαρτήματα, αρνήθηκε να τα παραλάβει ζητώντας από τον ΜΕ2 να τα επιστρέψει καθώς δεν ανταποκρίνονταν στα συμφωνηθέντα, όπως και έγινε. Τα εξαρτήματα παραλήφθηκαν από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του Εναγόμενου από το γραφείο του ΜΕ
  9. Τα εξαρτήματα αυτά τα επιθεώρησε και ο μηχανικός που ανέλαβε να επιδιορθώσει το Αυτοκίνητο ο οποίος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου με τα εν λόγω εξαρτήματα. Ο Ενάγοντας συζήτησε έντονα με τον Εναγόμενο ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε εντός λίγων ημερών να τον προμηθεύσει με το μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, ως η μεταξύ τους συμφωνία.
  10. Ο Εναγόμενος και πάλιν δεν τήρησε τα πιο πάνω. Συνεπώς, ο Ενάγοντας αγόρασε από τρίτο πρόσωπο, τον κ. Αυγουστή Ευσταθίου μισό αμάξωμα, για το ποσό των €
  11. Ακολούθως απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολή μέσω των δικηγόρων του, ημερομηνίας 2.1.2014 με την οποία απαιτούσε την επιστροφή της Προκαταβολής. Ο Εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή ούτε και επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. VI. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (i) Τα μέρη στη συμφωνία
  12. Αποτέλεσε τη θέση του Εναγόμενου ότι υπό τις περιστάσεις η Συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ του Εναγόμενου και του ΜΕ
  13. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στη βάση της μαρτυρίας του ίδιου ΜΕ2 και του ΜΕ1, την οποία έχω αποδεχτεί, ο ρόλος του ΜΕ2 περιορίστηκε στο να συστήσει τους διαδίκους μεταξύ τους και να βοηθήσει με κάποια επί μέρους ζητήματα για υλοποίηση των συμφωνθέντων. Δεν έχει καταδειχθεί στα πλαίσια αυτά η κοινοποίηση πρότασης, αποδοχής και η παραχώρηση ανταλλάγματος μεταξύ του Εναγόμενου και του ΜΕ2 ούτε και οιαδήποτε πρόθεση δημιουργήσουν έννομες σχέσεις μεταξύ τους, στοιχεία τα οποία θα ήταν απαραίτητα για σύναψη μίας έγκυρης συμφωνίας.[3]
  14. Αντίθετα, απεδείχθη ενώπιον μου στον απαιτούμενο βαθμό ότι η σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία, ο Εναγόμενος προσέφερε να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα, περιλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων, για σκοπούς επιδιόρθωσης του Αυτοκινήτου, εντός 15 ημερών, για το συνολικό ποσό των €12,000, την οποία ο Ενάγων απεδέχθη. Προς τούτο, ο Ενάγων κατέβαλε ως αντάλλαγμα το ποσό των €5,000 προς τον Ενάγοντα υπό μορφή προκαταβολής και έναντι του πιο πάνω τιμήματος πώλησης. Συνάγεται επιπλέον αβίαστα πρόθεση δημιουργίας έννομων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι ανέλαβαν σαφείς υποχρεώσεις ο ένας έναντι του άλλου στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας. (ii) Άρθρο 29 του Κεφ. 149
  15. Αποτέλεσε επιπλέον τη θέση της πλευράς του Εναγόμενου ότι η Συμφωνία είναι άκυρη καθώς πάσχει από αοριστία. Η πιο πάνω θέση δεν αποτελεί μέρος της δικογραφίας. Αντίθετα, με τη δικογραφημένη του θέση ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τη σύναψη συμφωνίας πλην όμως ανέφερε ότι η συμφωνία συνήφθη με τον ΜΕ2, με διαφοροποιημένο περιεχόμενο από αυτό που ισχυρίστηκε ο Ενάγων και ότι ο Εναγόμενος δεόντως εκτέλεσε να συμφωνηθέντα. Ως εκ τούτου η θέση του Εναγόμενου δεν δύναται να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψιν (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24.)
  1. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω επισήμανσης μου και για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η πιο πάνω θέση του Εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου μαρτυρία. Με δεδομένη την αποδοχή της εκδοχής του Ενάγοντα, ότι η συμφωνία αφορούσε στην προμήθεια μισού αμαξώματος (βλ. παρ. 38 πιο πάνω) δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια ως η έννοια αυτή ορίζεται από το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου. Εξηγώ.
  2. Το άρθρο 29 του Κεφ. 149 διαλαμβάνει ότι «(σ)υμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες.» Συνεπώς, το άρθρο 29 εναποθέτει καθήκον στο Δικαστήριο να διερευνήσει, όχι μόνο το κατά πόσο το νόημα «είναι» σαφές αλλά και το κατά πόσο δύναται να «καταστεί» σαφές. Τούτο δεικνύει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι είναι με ιδιαίτερη φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να καταφεύγει σε κήρυξη μιας κατά τ' άλλα έγκυρης συμφωνίας, ως άκυρης, λόγω «αοριστίας.» Αντίθετα, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εφαρμόσει και να ερμηνεύσει τη συμφωνία, όταν, αντικειμενικώς εχόντων των πραγμάτων, το νόημα της δύναται να καταστεί σαφές.
  3. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο, από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΑΒΑΡΑΤΖΗΣ ν. MELNYK κ.ά., Πολ. Έφ. 371/12, 13.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:A495, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα κάτωθι (ο τονισμός είναι δικός μου): «Ο βέβαιος καθορισμός των ουσιωδών όρων της συμφωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητα της. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο τρίτος ο οποίος ειλικρινά αναζητεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι σε θέση να το πράξει. Οι ουσιώδεις όροι μιας συγκεκριμένης συμφωνίας εξαρτώνται από το αντικείμενο και το περιεχόμενο της. (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Nav. κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 686 και Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Στην υπόθεση May and Butcher v. R.
(1934)2 KB 17 κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι συμφωνία που προνοούσε ότι 'η τιμή και η ημερομηνία καταβολής του τιμήματος' θα καθορίζοντο από καιρού εις καιρόν δεν ήταν δεσμευτική γιατί ορισμένα βασικά θέματα δεν είχαν καθοριστεί. Στην περίπτωση που η κατ' ισχυρισμόν σύμβαση είναι ασαφής ή ατελής ή σαφώς προνοεί τη λήψη περαιτέρω διεργασιών για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της, τότε δεν υπάρχει δεσμευτική νομικά σύμβαση και το Δικαστήριο θα αρνηθεί να την εφαρμόσει (βλ. Mamidoil - Jet Οil Greek Petroleum Co SA v. Okta, Crude Oil Refinery AD
(2001)2 Lloyd' s Rep. 76) Στην υπόθεση Jet 2.com Ltd v. Blackpool Airport Ltd
(2012)EWCA Civ. 417, αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ότι υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ ενός όρου του οποίου το περιεχόμενο είναι τόσον ασαφές κατά τρόπο που να μη δημιουργεί δεσμευτική υποχρέωση και ενός όρου που δημιουργεί μεν δεσμευτική υποχρέωση, της οποίας όμως είναι δύσκολος ο καθορισμός της ακριβούς έκτασης της εκ των προτέρων, αλλά, εν πάση περιπτώσει μπορεί να εφαρμοσθεί. Αν όμως ο πυρήνας του όρου χαρακτηρίζεται από σαφήνεια τότε το Δικαστήριο θα είναι έτοιμο να τον ερμηνεύσει και να τον εφαρμόσει, άσχετο αν είναι ιδιαίτερα δύσκολη η διεργασία της ερμηνείας και εφαρμογής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ. σύγγραμμα του Π. Πολυβίου 'Το Δίκαιο των Συμβάσεων', Τόμος Β σελ. 533). Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχαν πολλά στοιχεία που οδηγούσαν στην ασφαλή διαπίστωση περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας (.)»
  1. Καθοδηγούμενη από τα πιο πάνω καταλήγω ότι και εδώ ο πυρήνας του όρου «μισό αμάξωμα» χαρακτηρίζεται από σαφήνεια ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται, και συνεπώς να τελεί υπό καθήκον, να τον εφαρμόσει. Ειδικότερα, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ότι η αναφορά σε «μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα» αφορούσε σε ένα συναρμολογημένο αυτοκίνητο από το σημείο του ταμπλό μέχρι μπροστά, όπως εξάλλου ορίσθηκε και από τη συμφωνία. Επιπλέον, θα έπρεπε να ήταν κατάλληλο για σκοπούς επιδιόρθωσης της συγκεκριμένης μάρκας και μοντέλου του Αυτοκινήτου, σημείο που επίσης συμφωνήθηκε. Σε καμία περίπτωση αφορούσε στην παράδοση χωριστών ή ορισμένων εξαρτημάτων ως η θέση του Εναγόμενου. Όπως επεξήγησε ο ΜΕ2 ήταν για το λόγο ότι θα κατέφθανε συναρμολογημένο που η τιμή του ήταν «αυξημένη». (iii) Παράβαση σύμβασης
  2. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο υπήρξε παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.
  3. Η επίδικη συναλλαγή διέπεται από τον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 Ν.10(Ι)/1994 («ο Νόμος») εφόσον το αντικείμενο της συμφωνίας εμπίπτει εντός του όρου «αγαθά» των ερμηνευτικών του διατάξεων (βλ. άρθρο 2) και πρόκειται για σύμβαση πώλησης αγαθών όπως αυτή ορίζεται από το άρθρο 4
(1)του Νόμου.
  1. Η εφαρμογή του Νόμου δεν καθιστά ανενεργή την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εκεί όπου οι πρόνοιες του Κεφ.149 είναι ασυμβίβαστες με τις πρόνοιες του Νόμου. Σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου υπερισχύουν οι πρόνοιες του Νόμου.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)του Νόμου, παράβαση ουσιώδους όρου παρέχει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας. Αυτό αποτελεί δικαίωμα του αθώου συμβαλλόμενου μέρους δυνάμει του ευρύτερου δικαίου των συμβάσεων με το Νόμο να αποτελεί απλώς μια ειδική του πτυχή (βλ. Κυριάκου ν. Φιλή
(2004)1Γ ΑΑΔ 1811). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty, J.
(2015)Chitty on Contracts, (H.G. Beale Q.C., Ed.), 32η Έκδοση, Λονδίνο, Sweet & Maxwell, στον Τόμο ΙΙ, στην παρ. 44-066: "Where the term broken is a condition, upon any breach the buyer may treat the contract as discharged, i.e. refuse to perform his own obligations and refuse to accept the goods or further performance."
  1. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το κυρίως ζήτημα αφορά στην παράδοση ορισμένων σκόρπιων εξαρτημάτων που δεν ανταποκρίνονταν στα όσα είχαν συμφωνηθεί, σχετικό είναι το άρθρο 15 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 Ν.10(Ι)/1994 («ο Νόμος»), το οποίο διαλαμβάνει ότι σε σύμβαση πώλησης αγαθών κατά περιγραφή, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά θα ανταποκρίνονται στην περιγραφή.
  2. Ως προς τις θεραπείες στις οποίες δικαιούται το αθώο συμβαλλόμενο μέρος σε περίπτωση παράβασης ουσιώδους όρου της συμφωνίας, αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) στην παρ. 044-66 ότι σε περίπτωση παραβίασης ουσιώδους όρου της συμφωνίας, το αθώο μέρος δύναται να κινηθεί νομικά για αποζημιώσεις ή να επιλέξει να ανακτήσει χρήματα που πλήρωσε δυνάμει αποκατάστασης εκεί όπου υπάρχει πλήρης αποτυχία αντιπαροχής.[4] Ειδικότερα στο πλαίσιο πώλησης αγαθών, στο σύγγραμμα Bridge, M.
(2010)Benjamin's Sale of Goods, 8η Έκδοση, Λονδίνο, Sweet & Maxwell, στην παρ. 17-090 επεξηγείται χαρακτηριστικά ότι (ο τονισμός είναι δικός μου): "Where, after the buyer has paid the price (or part of it) to the seller, the seller fails to deliver the goods or the buyer justifiably rejects them, he may either sue for damages, or for restitution of the money paid to the seller. If her sues for damages, the assessment should take account of the amount paid to the seller, but he will have to prove his actual loss, and will be subject to all the rules on damages, such as remoteness of damage and the rules of mitigation. If he sues for restitution, he can avoid rules on damages, since his claim is for return of the precise sum of money which he paid to the seller, but he must terminate the contract."
  1. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει αβίαστα ότι τα εξαρτήματα που παραδόθηκαν δεν ανταποκρίνονταν στην περιγραφή για «μισό μεταχειρισμένο αμάξωμα», συναρμολογημένο από το ταμπλό και μπροστά στη μηχανή, εφόσον παραδόθηκαν ορισμένα και χωριστά εξαρτήματα. Συνεπώς προκύπτει παραβίαση ουσιώδους όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου. Κατ΄ επέκταση, ο Ενάγων δικαιούτο σε απόρριψη των αγαθών όπως και έπραξε, σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία.
  2. Ο Ενάγων με τον τρόπο που προώθησε την όλη υπόθεση του εστίασε την αξίωση του σε επιστροφή της Προκαταβολής. Το δικαίωμα του αγοραστή σε ανάκτηση χρημάτων που πληρώθηκαν σε μια τέτοια περίπτωση αναγνωρίζεται ρητώς και από το άρθρο 62
(1)του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει ότι ο Νόμος δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αγοραστή «να ανακτήσει χρήματα που πληρώθηκαν σε περίπτωση που η αντιπαροχή για την πληρωμή τους δεν πληρώθηκε.» 57. Το άρθρο 62
(1)του Νόμου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 54
(1)του Αγγλικού Sale of Goods Act
  1. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods, (ανωτέρω) στην παρ. 17-090, το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται στην αρχή της αποκατάστασης όπου ο Ενάγων δεν έλαβε το όφελος της εκπλήρωσης του αντισυμβαλλόμενου και υπάρχει πλήρης αποτυχία αντιπαροχής. Η αναφορά σε πλήρη αποτυχία αντιπαροχής αποτελεί αναφορά στην παράλειψη της εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Η φιλοσοφία της πιο πάνω αρχής επεξηγείται στην Fibrosa Spolka Akcyjna v. Fairbairn Lawson Combe Barbour [1943] A.C. 32 ως εξής: "the money was paid to secure performance and, if performance fails, the inducement which brought about the payment is not fulfilled."
  2. Ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα του Ενάγοντα σε ανάκτηση της προκαταβολής κατόπιν απόρριψης των αγαθών, αναφέρεται επιπλέον στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) στην παρ. 17-090, ότι εάν ο πωλητής "delivered goods which the buyer was entitled to, and did reject, the buyer may recover the deposit he paid to the seller."
  3. Επιπλέον, στην υπόθεση Airtect Airconditioning Ltd v. Αλέκας Παπακοκκίνου Πολ. Έφ. 16/2010, 17.7.2015, ECLI:CY:AD:2015:A527 λέχθηκε ότι για να διαταχθεί η επιστροφή του τιμήματος θα πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός για ολική αποτυχία της αντιπαροχής ή να καταγγελθεί η σύμβαση και να προσφερθεί η επιστροφή των αγαθών. Όπως επίσης αναφέρεται στο Σύγγραμμα Treitel, G.H.
(1991)The Law of Contract, 8η Έκδοση, Λονδίνο, Sweet & Maxwell στη σελίδα 927 (ο τονισμός είναι δικός μου): "A party who has received only partial or defective performance may on that ground, be entitled to rescind the contract. If he does rescind and restored what he has received under the contract he brings about a total failure of consideration and can therefore recover any money that he has paid. For example a buyer who has paid in advance for goods may find, on delivery, that they suffer form a defect amounting to a breach of condition or that they are not of the agreed quantity. In that case he can reject the goods and seek his money back."
  1. Ο Ενάγων, ως προανέφερα (βλ. παρ. 55 ανωτέρω), ορθά και νομίμως απέρριψε τα αγαθά στην υπό κρίση περίπτωση και κατ' επέκταση, στη βάση των πιο πάνω, δικαιούτο σε αξίωση και επιστροφή της Προκαταβολής.
  2. Άνευ επηρεασμού της πιο πάνω κατάληξης μου, προκύπτει και πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής, της εκπλήρωσης δηλαδή της υπόσχεσης του Εναγόμενου. Στην Giedo Van Der Garde BV and another v. Force India Formula One Team Ltd [2010] EWHC 2373, το Αγγλικό Δικαστήριο, με αναφορά στις καθοδηγητικές επί του σημείου αποφάσεις Fibrosa Spolka Akcyjna v Fairbairn Lawson Combe Barbour Ltd [1942] 2 All ER 122 και Yeoman Credit Ltd v Apps [1961] 2 All ER 281, ανέφερε στην παράγραφο 285 μεταξύ άλλων, τα εξής σχετικά (ο τονισμός είναι δικός μου): "This analysis reinforces the central importance in the test of identifying the essential purpose of the contract. Thus a contract may confer the right to receive and impose an obligation to provide a number of benefits. The test as to whether receipt of any one or more of those benefits is inconsistent with total failure of consideration is not whether they are large or small in the context of the entirety of the benefits to be conferred but whether they are the whole or part of the main benefit expected or bargained for or merely incidental or collateral thereto. It is no doubt for that reason that the High Court in David Securities and Baltic Shipping and the Court of Appeal in Rowland v Divall and Rover International held that the answer to that question is to be approached from the perspective of the payer rather than the payee. It is normally the payer who has entered into the contract in order to obtain certain benefits. The payee's objective is normally just to receive payment. In considering whether a particular benefit to which the payer is entitled under the contract is part of the essential bargain contracted for or merely incidental or collateral thereto there is a logic to addressing that question from the perspective of the payer and identifying what was his purpose in entering the contract. That raises the further issue as to whether the question of what was the essential purpose of the contract or more accurately which of the benefits were the essential bargain contracted for is to be answered by an objective process of the court drawing inferences from the nature of the transaction and the language of the contract or whether evidence as to the payer's subjective purpose or motive for entering the contract is admissible. In Rowland v Divall, Rover International and Warman the court appeared to have approached the question as a matter of objective analysis without reference to the subjective purpose or motive of the payer. In David Securities on the other hand the High Court, as mentioned above, appears to have approached the question by reference to the state of mind and purpose of the payer."
  3. Από το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας συνάγεται ότι η παράδοση ενός συναρμολογημένου μισού αμαξώματος αποτελούσε βασικό στοιχείο της συμφωνίας. Ο σκοπός ήταν η επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου όπως έγινε γνωστό στον Εναγόμενο ο οποίος, όπως ο ίδιος απεδέχθη, γνώριζε για τη μάρκα και τον τύπο του Αυτοκινήτου το οποίο ο Εναγόμενος επιθυμούσε να επιδιορθώσει. Η αγορά ενός συναρμολογημένου μισού αμαξώματος ήταν κατόπιν οδηγιών του μηχανικού του Ενάγοντα ούτως ώστε να δύναται να επιδιορθώσει το Αυτοκίνητο. Όμως ο Εναγόμενος δεν προμήθευσε τον Εναγόμενο με μισό αμάξωμα, συναρμολογημένο, ως η μεταξύ του συμφωνία αλλά παρουσίασε κάποια εξαρτήματα. Τα εξαρτήματα αυτά, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, ήταν ελλειπή και η επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου δεν δύνατο να επιτευχθεί. VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  4. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, για το ποσό των €5000, πλέον νόμιμο τόκο από τη ημερομηνία έγερσης της αγωγής, πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 20.5.22, σελ.6, γρ. 18-
  5. [2] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 20.5.22, σελ.9, γρ. 5-
  6. [3] Βλ. Μέρος ΙΙ του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, Ειρήνη Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794 και Στέλιος Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(2003)1 ΑΑΑΔ 1772. [4] "(.) may sue for damages or may instead elect to recover money he has paid in restitution, if there has been a total failure of consideration." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.