GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Κ.Μ.Α. MASTERHOME LIMITED (HE 121048) υπό εκκαθάριση μέσω του Επίσημου Παραλήπτη, Έφεση / Αίτηση αρ: 28A/2021, 28/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A171 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε.Ευθυμιου, Ε.Δ. Έφεση / Αίτηση αρ: 28A/2021 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 , άρθρα 44ΙΣΤ - 44ΚΖ και 51 και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED (HE 378128) Εφεσείουσας - Αιτήτριας και 1.Κ.Μ.Α. MASTERHOME LIMITED (HE 121048) υπό εκκαθάριση μέσω του Επίσημου Παραλήπτη 2.ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Α.Δ.Τ [ ]) Εφεσίβλητων - Καθ' ων η αίτηση 28/12/22 Για την Εφεσείουσα /Αιτήτρια: κ. Κ. Πανάγος Για τους Εφεσίβλητους/Καθ'ων η Αίτηση: κ. Π. Σοφοκλέους Για τον Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: κ. Τ.Μενοίκου ΑΠΟΦΑΣΗ H επίδικη μεταξύ των μερών διαδικασία διακόπηκε από πλευράς της Εφεσείουσας/Αιτήτριας (στο εξής θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια). Στα πλαίσια διακοπής της διαδικασίας ο συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε το περιεχόμενο της Αίτησης/Έφεσης (στο εξής η Αίτηση) και της Ενορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει. Απομένει να αποφασιστεί το ζήτημα των εξόδων, θέμα από το οποίο προκύπτει δικονομικό ενδιαφέρον. Τόσο η πλευρά της Αιτήτριας όσο και η πλευρά των Εφεσιβλήτων/ Kαθ' ων η Aίτηση (στο εξής οι Kαθ' ων η Aίτηση) ζητούν όπως τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής θα αναφέρεται ως "ο Διευθυντής"), τον οποίον θεωρούν υπαίτιο για τα έξοδα, που έχουν προκληθεί στην παρούσα υπόθεση. Αξίζει να τεθεί ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Περί το 2003, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 σύναψε πωλητήριο έγγραφο με την Καθ' ης η Αίτηση 1, που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, με αριθμό ΠΩΕ2120/
- Με την διαδικασία, που προβλέπει ο τροποποιητικός Νόμος 131(Ι)/2015, που αφορά την προστασία των αγοραστών (γνωστός και ως νόμος των εγκλωβισμένων αγοραστών), ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ζητώντας τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του. Ο Διευθυντής, εξετάζοντας την Αίτηση, γνωστοποίησε, με ειδοποίηση, την πρόθεσή του να μεταβιβάσει το υποστατικό στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 2, δίνοντας χρόνο στο μεταξύ στην Αιτήτρια για υποβολή ένστασης. Η Αιτήτρια, εντός του χρονικού πλαισίου, που καθορίστηκε από τον Διευθυντή, επέδωσε ένσταση στην ειδοποίηση. Ακολούθως και ενώ εκκρεμούσε η εξεταση εκείνης της Ενστασης η Αιτήτρια παρέλαβε δεύτερη ειδοποίηση, με την οποίαν καλείτο, εκ νέου, να υποβάλει ένσταση στην πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το ακίνητο στον Καθ' ου η Αίτηση
- Η Αιτήτρια αντέδρασε και στη δεύτερη ειδοποίηση και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ενστάσεως στους δικηγόρους της, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση. Ακολούθησε επιστολή του Διευθυντή, προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, ενημερώνοντάς τους ότι η υποβληθείσα ένσταση είχε απορριφθεί και ότι ο ίδιος θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου. Δηλαδή, στην ουσία, ο Διευθυντής απέστειλε δύο πανομοιότυπες ειδοποιήσεις, για το ίδιο ακίνητο και απαίτησε δύο ενστάσεις από την Αιτήτρια. Ακολούθησε η καταχώρηση της Αίτησης Έφεσης, με αριθμό 470/20, στα πλαίσια της οποίας, μάλιστα, εκδόθηκε και μονομερές διάταγμα, το οποίο απαγόρευε τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Εκείνη η Αίτηση Έφεση αμφισβητούσε την απόφαση του Διευθυντή, ημερομηνίας 9/10/
- Μετά την καταχώρηση της εν λόγω Αίτησης Έφεσης 470/20, και συγκεκριμένα στις 14/1/21, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια νέα επιστολή του Διευθυντή, ημερομηνίας 17/12/20, με την οποίαν η Αιτήτρια πληροφορήθηκε για την απόρριψη της δεύτερης ενστάσεως της και την πρόθεσή του να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο εντός 30 ημερών, αγνοώντας το εν τω μεταξύ εκδοθέν μονομερές διάταγμα στα πλαίσια της Αίτησης Έφεσης 470/20 που αφορούσε το ίδιο ακίνητο. Δηλαδή, στην ουσία, διαφαίνεται ότι ο Διευθυντής εξέδωσε δύο αποφάσεις για την ίδια Αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή και σε σχέση με το ίδιο ακίνητο. Στα πλαίσια, δε, της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, εξηγείται αυτή η σειρά γεγονότων και γενικότερα η συμπεριφορά του Διευθυντή στα πλαίσια της όλης διαδικασίας (σχετικές οι παράγραφοι 61-69 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση.) Στην παρούσα δε διαδικασία αξίζει να αναφερθεί ότι δεν υποβλήθηκε ουδέποτε ένσταση από πλευράς του Διευθυντή, αλλά ούτε και έκθεση γεγονότων, ως προβλέπεται, ούτως ώστε να εξηγηθεί στο Δικαστήριο ο λόγος που προχώρησε με τη δεύτερη διαδικασία. Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι ουδείς εμφανίστηκε για τον Διευθυντή και μόνο όταν κλήθηκε η πλευρά του Διευθυντή να αγορεύσει, σε σχέση με τα έξοδα, εμφανίστηκε εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας. Αν και η επίδικη διαφορά μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ων η Αίτηση έχει, στο μεταξύ, συμβιβαστεί στα πλαίσια της αιτήσεως Έφεσης 470/20 , το παράπονο, τόσο της Αιτήτριας όσο και των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι αναγκάστηκαν στην καταχώρηση της δεύτερης και παρούσας Αιτήσεως, ένεκα των ενεργειών του Διευθυντή να εκδώσει δύο αποφάσεις για το ίδιο ακίνητο, τη δεύτερη μάλιστα ενώ του είχε επιδοθεί διάταγμα που απαγόρευε την αποξένωση του ακινήτου και της συνακόλουθης άρνησης του να αποσύρει την μια εκ των δύο. Το νομικό πλαίσιο ουδόλως αμφισβητείται, μεταξύ των μερών. Ως προανέφερα, η Αίτηση, στην οποίαν προέβη ο Καθ' ου η Αίτηση 2, εδράζεται στον τροποποιητικό Νόμο 131(Ι)/2015 και αφορά την προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών. Στο άρθρο 44 ΙΘ
(1)προνοείται ότι ο Διευθυντής μπορεί να διενεργήσει μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι αγοραστή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Το δε άρθρο 51
(1)προνοεί ότι κάθε πρόσωπο του οποίου τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του Νόμου μπορεί μέσα σε 30 ημέρες από την ειδοποίηση σε αυτόν της απόφασης να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Προνοείται δε ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνουν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών. Παρά την ρητή πρόβλεψη του Κανονισμού 5[1] περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 (622/1956) που προβλέπει ότι ο Διευθυντής σε αντίθεση με τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη δεν καθίσταται διάδικος στη διαδικασία, εκτός και αν προνοείται από το Νόμο ή δοθούν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο, αντίγραφο της Έφεσης πρέπει να επιδοθεί στον Διευθυντή. Αυτός, είναι υπόχρεος, εντός 14 ημερών που του παραδίδεται ειδοποίηση από οιοδήποτε πρόσωπο που επηρεάζεται από την απόφαση του και προτίθεται να καταχωρήσει έφεση, να διασαφηνίσει τους λόγους που απέρριψε μία ένσταση ή οδηγήθηκε σε μία απόφαση συμφώνως του Κανονισμού 6 των ως άνω αναφερομένων Κανονισμών. Όσον αφορά δε το θέμα των εξόδων, ο ευπάιδευτος συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρει στην ικανή Γραπτή του Αγόρευση ότι, σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, του Κοινοδικαίου, έχει τη σύμφυτη εξουσία να εκδικάζει έξοδα εναντίον μη διαδίκων, ώστε να εξυπηρετηθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει σε αγγλική επί του θέματος νομολογία η οποία αναγνωρίζει αυτή την αρχή. Την ίδια θέση υιοθέτησε ο συνήγορος των Καθ'ων η Αίτηση. Αποτελεί βασική νομική αρχή ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Η δε εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διαταγές εξόδων είναι ευρεία και έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης της Νομολογίας. Όμως εδώ δε προκύπτει απλή διαφορά σε ότι αφορά την επιδίκαση εξόδων, αφού αυτά ζητούνται να καταβληθούν από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το νομικό πλαίσιο που αφορά την επιδίκαση εξόδων σε διαδικασίας Αιτήσεων ως η παρούσα διέπεται από τον Κανονισμό 14[2] των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 622/1956. Γενικότερα ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/1960 καθορίζει στο άρθρο 43[3] την εξουσία του Δικαστηρίου να αποφασίσει από ποιον και σε ποια έκταση θα πληρωθούν τα έξοδα. Το άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου είναι παρόμοιο με το άρθρο 51
(3)[4] του Senior Courts Act 1981. Εχω μελετήσει τις αποφάσεις που ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με έχει παραπέμψει. Τα αγγλικά Δικαστήρια έχουν από καιρό αναγνωρίσει την δυνατότητα επιδίκασης εξάδων σε μη διάδικο μέρος. Χρήσιμη αναφορά βρίσκω στα λεχθέντα στην υπόθεση Symphony Group Plc. v Hodgson[5]. «The principle which was acknowledged in Aiden Shipping Co. Ltd. v. Interbulk Ltd., that the court has a discretion to order costs against a non-party, has since been endorsed in Pritchard v. J.H. Cobden Ltd. [1988] Fam. 22 , 51D; Gupta v. Comer [1991] 1 Q.B. 629 , 635F; In re Land and Property Trust Co. Plc. [1991] 1 W.L.R. 601 , 604-605; Taylor v. Pace Developments Ltd. [1991] B.C.C. 406 , 407-408 and In re Land and Property Trust Plc. (No. 2), The Times, 16 February 1993 . The court will order costs against a non-party
(1)where the non-party is a party to a closely related action heard at the same time (see the Aiden Shipping case),
(2)where the non-party has had some management of the action (see In re Land and Property Trust Co. Plc. (No. 2) and In re A Company (No. 004055 of 1991) [1991] 1 W.L.R. 1003 ),
(3)where the non-party has had the conduct of the proceedings as a legal advisor (see Bahai v. Rashidian [1985] 1 W.L.R. 1337 ),
(4)where the non-party has maintained or financed the action (see Singh v. Observer Ltd. [1989] 2 All E.R. 751; [1989] 3 All E.R. 777n .) and
(5)where the non-party has caused the action (see Pritchard v. J.H. Cobden Ltd. [1988] Fam. 22 ). The categories are not closed or rigid. The conduct of the non-party is a relevant consideration in deciding whether to make the order: see In re Land and Property Trust Plc. (No. 2) and Taylor v. Pace Developments Ltd. [1991] B.C.C. 406 .» Έχοντας υπ' όψιν μου τα πιο πάνω, αλλά και μετά από ενδελεχή μελέτη του φακέλου και της αλληλογραφίας, που ανταλλάχθηκε, διαπιστώνω ότι ο Διευθυντής ενήργησε κατά τρόπο απαράδεκτο και κατακριτέο. Ενώ του επισημάνθηκε η ύπαρξη τόσο της υπόθεσης 470/20 όσο και η έκδοση μονομερούς διατάγματος, με μόνη ενέργεια να κρίνεται απαραίτητη από μέρους του την ακύρωση ή απόσυρση μιας εκ των διαδικασιών, όπως εν τέλει έπραξε, με επιστολή του ημερομηνίας 28/02/22 και αρκετά μετά την καταχώρηση και της δεύτερης Αιτήσεως, επέμενε μέχρι τέλους στην προώθηση αμφοτέρων των αποφάσεων. Η περιγραφή των γεγονότων, όπως αυτά γίνονται στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την Αίτηση, και τα επισυνημμένα σε αυτήν Τεκμήρια, καταδεικνύουν, κατά τη δική μου κρίση, την καταχρηστική συμπεριφορά του Διευθυντή, η οποία, στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών, κατέστη φανερή, κυρίως λόγω της άρνησής του να ακυρώσει μίαν εκ των δύο αποφάσεων του, για το ίδιο ακίνητο. Αναφέρομαι στα Τεκμήρια, που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση με την ένδειξη "Ψ" και "Ω", και συγκεκριμένα τις επιστολές, που απεστάλησαν προς τους συνηγόρους της Αιτήτριας από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Στην πρώτη επιστολή (Τεκμήριο Ψ) ημερομηνίας 16/12/20, όταν τέθηκε υπ' όψιν του Κτηματολογίου η ύπαρξη δεύτερης ειδοποίησης, η Κτηματολογική Λειτουργός αναφέρει τα ακόλουθα: "Όσον αφορά τη δεύτερη ειδοποίηση τύπου ΙΕ, ημερομηνίας 21/09/20, αυτή στάλθηκε, καθότι, εκ παραδρομής, στην πρώτη ειδοποίηση ΙΕ, ημερομηνίας 04/08/20, δεν αναφέρθηκε το εμπράγματο βάρος AΝΠ161/10.". Ακολούθως, με επιστολή ημερομηνίας 15/01/21 (Τεκμήριο Ω), η Κτηματολογική Λειτουργός αναφέρει τα ακόλουθα: "Αναφορικά με το Διάταγμα με αριθμό έφεσης 470/20, που προσκομίστηκε κοντά μας στις 28/12/20 και αφορά την απόφασή μας, ημερομηνίας 09/10/20, σας ενημερώνουμε ότι, σε περίπτωση που θα κερδηθεί υπόθεση προς όφελός σας, το πιο πάνω ακίνητο δεν θα μεταβιβαστεί επ' ονόματι του αγοραστή, Μιχάλη Μαυρομιχάλη, και ο φάκελος εγκλωβισμένου αγοραστή θα παραμείνει σε εκκρεμότητα.". Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής διαφαίνεται, ξεκάθαρα, ότι ο Διευθυντής δεν είχε καμία διάθεση, κατά το στάδιο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, να προβεί σε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο, παρά την έγγραφη αναγνώριση του, ότι η πρώτη απόφαση ήταν ελλιπής. Εφόσον ο Διευθυντής θεωρούσε ότι η πρώτη ειδοποίηση ήταν λανθασμένη, όφειλε, κατά τη δική μου άποψη, να ειδοποιήσει σχετικώς την Αιτήτρια και ακολούθως να την αντικαταστήσει με τη δεύτερη ειδοποίηση. Αντιθέτως, όμως, και καταχρηστικώς, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την ταλαιπωρία της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση, προώθησε αμφότερες διαδικασίες απορρίπτοντας τις ενστάσεις της Αιτήτριας και ειδοποιώντας την ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου. Συνακόλουθα, αφ' ης στιγμής η επίσημη θέση του Διευθυντή ήταν ότι η δεύτερη και παρούσα διαδικασία, στηριζόμενη δηλαδή στη δεύτερη ειδοποίηση, που απέστειλε, ήταν η ορθή, δεν υπήρχε άλλη επιλογή στην Αιτήτρια, παρά να καταχωρήσει και την παρούσα διαδικασία και να προωθήσει αμφότερες, μαζί με τη 470/20. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι, μετά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας και αφού μεσολάβησε, περίπου, ένα έτος από αυτήν, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προχώρησε στην απόσυρση και ακύρωση της πρώτης ειδοποίησης, με την επιστολή που κατατέθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας ακρόασης των εξόδων από την ευπαίδευτη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα. . Είναι ξεκάθαρο ότι ο Διευθυντής, με τη συμπεριφορά του, επιφόρτισε τους διαδίκους με την αναγκαιότητα για καταχώρηση δεύτερης διαδικασίας, ενώ, ακόμα και την υστάτη, όταν δηλαδή καταχωρήθηκε η δεύτερη διαδικασία, επέλεξε να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για να δώσει εξηγήσεις, έστω και μετά τη συσσώρευση κάποιων εξόδων. Η ενέργεια, που απαιτείτο από τον Διευθυντή, δηλαδή να ακυρώσει εγκαίρως τη μίαν εκ των δύο αποφάσεών του, όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε, αλλά δεν προωθήθηκε, καν, μετά την καταχώρηση της δεύτερης διαδικασίας. Συνεπώς, είμαι αναγκασμένη να συμφωνήσω με τις θέσεις τόσο της Αιτήτριας όσο και των Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο Διευθυντής είναι το μέρος εκείνο, που, με τη συμπεριφορά του, οδήγησε στην διόγκωση των εξόδων. Θα πρέπει, δε, να αναφέρω ότι οι θέσεις, που εκφράστηκαν, μέσω της Συνηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας, ότι η παρούσα διαδικασία είναι η ορθή, υπονοώντας ότι θα έπρεπε να ακυρωθεί σχετικώς η πρώτη απόφαση και όχι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, με αναφορά στην αλληλογραφία 28/02/22, η οποία δεν είναι Τεκμήριο στη διαδικασία, αλλά παραδόθηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση του ζητήματος των εξόδων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως καλός λόγος, για να αποκλείσει την πληρωμή των εξόδων από τον Διευθυντή. Αν αποδεικνύει κάτι η εν λόγω αλληλογραφία είναι ότι το ζήτημα ήτο εξαιρετικά απλό και δεν απαιτείτο ιδιαίτερη προσπάθεια στην απόσυρση και ακύρωση της μίας εκ των δύο αποφάσεων, ως λανθασμένως εκδοθείσας. Το γεγονός, όμως, ότι αυτό έγινε στις 28/02/22, έναν χρόνο, περίπου, μετά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Έφεσης, είναι δε απαράδεχτο. Η κυβερνητική μηχανή και γενικά οι υπηρεσίες του κράτους έχουν αποδειχθεί, πολλάκις, βραδυκίνητες και σε κάποιες περιπτώσεις, δυστυχώς, ανεπαρκείς. Η προκείμενη, όμως, περίπτωση και ο τρόπος που επέλεξε να ενεργήσει το Τμήμα Κτηματολογίου καταδεικνύει αδιαφορία, πεισματική επιμονή στην παράλειψη αναγνώρισης και διόρθωσης του λάθους που έγινε χωρίς να υπάρχει καμία δικαιολογία για αυτή την συμπεριφορά. Συνακόλουθα θεωρώ ότι εάν επιτρεπόταν να διαφύγει οποιωνδήποτε συνεπειών, θα άφηνε ένα έντονο συναίσθημα αδικίας, το οποίο εάν δεν αναγνωριζόταν από το Δικαστήριο, τον υπερασπιστή της ισχύος των Κανόνων Δικαίου, θα απόληγε αβάσταχτο. Συνακόλουθα, η διαδικασία διακόπτεται. Τα έξοδα της Αιτήτριας, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Τα έξοδα των Καθ' ων η Αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, ομοίως, θα καταβληθούν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αφού η διαδικασία δεν θα ήταν απαραίτητη, εάν ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ενεργούσε εγκαίρως και δεν επιδείκνυε αυτήν την καταχρηστική και, ομολογουμένως, εντελώς ανεξήγητη συμπεριφορά. (Υπ).............................................. Ε. Ευθυμίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Proceedings by summons 5.-
(1)Except as hereinbefore in these Rules or by Law otherwise expressed, all appeals and applications to the Court under the Law shall be made by summons in Form 2, with such variations as circumstances may require, and shall be supported by affidavit or affidavits of the facts relied upon, and filed with the Registrar together with a copy of the Director's order, notice or decision appealed against.
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.
(3)Where the Director is not a party to the proceedings, the applicant shall, nevertheless, cause an office copy of the summons (Form 2) to be served on him.» (η υπογράμμιση είναι δική μας) [2] «The costs of every appeal or application under these rules and of the proceedings connected therewith shall be in the discretion of the Court determining the appeal or application. [3] «Τα έξoδα oιασδήπoτε πoλιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμεvα πρoς αυτήv, εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε εκάστoτε ισχύovτoς vόμoυ ή δευτερoγεvoύς voμoθεσίας, θα τελoύv υπό τηv διακριτικήv εξoυσίαv τoυ δικαστηρίoυ και τo δικαστήριov θα έχη πλήρη εξoυσίαv vα απoφασίζη υπό τιvoς και κατά τιvα έκτασιv τα τoιαύτα έξoδα θα πληρωθώσι.» [4] «The court shall have full power to determine by whom and to what extent the costs are to be paid.» [5] [1994] Q.B. 179 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο