← Κύπρος

TALAL HAMAD ν. ΑRA DOMANIAN, Αρ. Αγωγής: 1745/15, 10/10/2022

TALAL HAMAD ν. ΑRA DOMANIAN, Αρ. Αγωγής: 1745/15, 10/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1745/15 Μεταξύ: TALAL HAMAD Ενάγοντων και ΑRA DOMANIAN Εναγόμενης ------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ε. Ευαγγέλου για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο: κ. Π. Χ" Παναγιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας, αξιώνει από τον εναγόμενο, ποσό €19.580.- δυνάμει δανείου και ή χρέους και ή αθέτησης συμφωνίας και ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας, κατά ή περί τα έτη 2009 - 2010, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο και ο τελευταίος, κατά ή περί το 2009, στη Λάρνακα, σε διάφορες ημερομηνίες, συναντήθηκε με τον ενάγοντα και του ζήτησε να του δανείσει χρήματα, με προφορική συμφωνία μεταξύ τους και ή υπόσχεση και ή δέσμευση του εναγόμενου ότι θα επέστρεφε το ποσό μέχρι τον Αύγουστο του

  1. Ο ενάγοντας δάνεισε στον εναγόμενο το ποσό των €19.580 και παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις του ενάγοντα, αλλά και γραπτώς, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 25/09/2015, ο εναγόμενος μέχρι σήμερα αμελεί και ή παραλείπει να καταβάλει και ή επιστρέψει το εν λόγω ποσό, παρόλο που επανειλημμένα υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλε και ή θα επέστρεφε το ποσό αυτό. Ο εναγόμενος, με την υπεράσπιση του, παραδέχεται ότι έλαβε την αναφερόμενη πιο πάνω επιστολή από τον δικηγόρο του ενάγοντα, πλην όμως αρνείται ότι δανείστηκε από τον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι αυτός είχε δανείσει στον εναγόμενο και ο λόγος της αγωγής αυτής είναι εκδικητικός, διότι ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του δώσει το μερίδιο του, από το ποσό των €6.000 που έλαβε από την πώληση επιχείρησης καφενείου που είχαν μαζί. Συγκεκριμένα, περί το 2012, οι διάδικοι δημιούργησαν την εν λόγω επιχείρηση, η οποία το 2014 πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο, για το ποσό των €6.000, το οποίο έλαβε εξ΄ ολοκλήρου ο ενάγοντας, ενώ ο εναγόμενος δικαιούτο το ήμισυ του ποσού αυτού. Ότι άλλο αναφέρει ο εναγόμενος, είναι ότι ο ενάγοντας έφθασε στη Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου περί το τέλος του 2007 ή και αρχές του 2008 και αφού γνωρίστηκαν, ανέπτυξαν μεταξύ τους φιλική σχέση, ο εναγόμενος δε, όντας επιχειρηματίας, βοηθούσε τον ενάγοντα για να έχει κάποια εισοδήματα και να μπορεί να διαβιώνει στη Δημοκρατία ο ίδιος και η οικογένεια του. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι, ο εναγόμενος, πέραν της υπεράσπισης του, ήγειρε και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €3.000.-. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την ανταπαίτηση και αυτή απορρίφθηκε. Συνεπώς, ότι παραμένει ως επίδικο στην παρούσα, είναι το κατά πόσο ο ενάγοντας δάνεισε το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό στον εναγόμενο και ο τελευταίος οφείλει να το επιστρέψει. Επίσης, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι, σε κανένα σημείο της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η πλευρά του εναγόμενου προώθησε την προδικαστική ένσταση περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα και θεωρώ ότι η προδικαστική ένσταση έχει εγκαταλειφθεί. Στο απαντητικό του δικόγραφο, ο ενάγοντας, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 4/10/2022, κατέθεσαν οι πρωταγωνιστές της αντιδικίας, ήτοι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος. Σύμφωνα με τον ενάγοντα (βλ. την γραπτή του δήλωση Τεκμ.1Α), το 2009 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο και εκείνη την περίοδο συναντήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες και ο εναγόμενος του ζήτησε να του δανείσει χρήματα. Ο ενάγοντας δε, του έχει δώσει, σε διάφορες ημερομηνίες, το ποσό των €19.580.-. Ως ανέφερε, η οικονομική του κατάσταση ήταν τέτοια και είχε την οικονομική δυνατότητα να δανείσει στον εναγόμενο χρήματα και πράγματι τον δάνεισε, καθότι ο εναγόμενος δυνάμει μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας υποσχέθηκε και δεσμεύθηκε ότι θα του επέστρεφε το πιο πάνω ποσό, το αργότερο μέχρι τον Αύγουστο του
  2. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον εναγόμενο και ούτε κατά το 2009 ή το 2014 είχε οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη ώστε να ζητήσει οικονομική βοήθεια από τον εναγόμενο. Ο ίδιος ουδέποτε δημιούργησε ή εργάστηκε σε επιχείρηση καφενείου στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα και καμία επιχείρηση δεν διατηρούσε μαζί με τον εναγόμενο. Ωστόσο γνωρίζει ότι ο εναγόμενος ενοικίασε κάποια καφετέρια, την οποία λειτουργούσε ο ίδιος και την πώλησε το έτος 2014 για ποσό €6.000.-. Αυτό το γνωρίζει γιατί ο ίδιος ο εναγόμενος του έλεγε συνεχώς να περιμένει για να πωλήσει την καφετέρια και να του επιστρέψει τα χρήματα που του είχε δανείσει. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις προς τον εναγόμενο, αλλά και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 25/09/2014 (βλ. Τεκμ.2), ο εναγόμενος αμελεί και παραλείπει να του επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό, παρόλο που επανειλημμένα του υποσχέθηκε ότι θα του κατέβαλλε το ποσό αυτό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατάγεται από το Ιράκ και ήρθε στην Κύπρο το 2007, οπότε έκανε αίτηση ασύλου επειδή ήταν στρατιωτικός. Μετά από 8 μήνες περίπου, ήρθε και η οικογένεια του. Ως ανέφερε, είχε δικά του λεφτά για τη συντήρηση της οικογένειας του και οι γονείς του έστελναν λεφτά από το Ιράκ, ενώ τον βοηθούσε και η κυβέρνηση. Οι γονείς του, του έστελναν όσα λεφτά χρειαζόταν, μέσω της αδελφής του που ήταν στη Συρία και άλλων προσώπων που πηγαινοέρχονταν, ενώ πήγαινε και ο ίδιος στη Συρία. Ως προς τα επιδόματα που λάμβανε το 2008 και το 2009 από το κράτος, ανέφερε ότι ήταν περίπου €1.500.- μηνιαίως και διευκρίνισε ότι δεν τον έφταναν και δεν τον φτάνουν μέχρι σήμερα. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι, την περίοδο 2008 - 2010, είχε τέσσερις λογαριασμούς σε τέσσερις διαφορετικές τράπεζες (Συνεργατική, Alpha Bank, Τράπεζα Κύπρου και Ελληνική Τράπεζα). Ερωτώμενος να πει πόσα χρήματα διατηρούσε σε αυτούς τους λογαριασμούς κατά την εν λόγω περίοδο, απάντησε ότι είχε ανοίξει τους λογαριασμούς για να μπορέσει να κάνει οποιεσδήποτε εργασίες και σε αυτούς τους λογαριασμούς πήγαιναν και τα επιδόματα της κυβέρνησης. Στη συνέχεια ανέφερε πως δεν θυμάται πόσα χρήματα είχαν οι λογαριασμοί, προσθέτοντας ότι μεταχειριζόταν την πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου. Ο ενάγοντας επίσης ανέφερε ότι δεν εργαζόταν την περίοδο 2008 - 2010 και δεν εργάζεται επειδή είναι άρρωστος. Για τις ημερομηνίες που ισχυρίζεται ότι δάνεισε τον εναγόμενο το ποσό των €19.580, απάντησε ότι εκείνη την περίοδο είχε καλά λεφτά και πηγαινοερχόταν και έφερνε λεφτά για να μπορέσει να συμπληρώσει ένα ποσό, για να μπορέσει να κάνει μια επιχείρηση. Διευκρίνισε όμως ότι τα λεφτά δεν δόθηκαν σε μια δόση και σε επόμενη ερώτηση του συνηγόρου να διευκρινίσει σε πόσες δόσεις έδωσε το ποσό αυτό, απάντησε ότι του έφερνε λεφτά ο αδελφός του και άλλοι Ιρακινοί που πηγαινοέρχονταν και πήγαινε και ο ίδιος και έφερνε λεφτά. Έδινε στον εναγόμενο όσα χρειαζόταν, λίγα - λίγα και πάντα σε μετρητά. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, είπε ότι μπορεί να του έδωσε χρήματα παραπάνω από 9 -10 φορές, αλλά δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που του έδωσε. Η πρώτη φορά ήταν όταν πώλησε ένα αυτοκίνητο το 2008 και του έδωσε το ποσό εκ €3.700.- από την πώληση του αυτοκινήτου. Περαιτέρω, για τα ταξίδια του στη Συρία, ανέφερε ότι πήγαινε μέσω του αεροδρομίου και έφερνε μικρά ποσά, τα οποία δεν δήλωνε. Αναφορικά με τα χρήματα που δάνεισε, ανέφερε ότι έχει τρεις μάρτυρες και είχε υπογραφεί και ένα έγγραφο για το ποσό που του δάνεισε και το υπόλοιπο. Το έγγραφο αυτό το έχει στην κατοχή του ο δικηγόρος του και ως ανέφερε υπεγράφη στο σπίτι του εναγόμενου και ένας εκ των μαρτύρων ήταν ο Μοχάμετ. Τέλος, σε υποβολή ότι όταν τελείωσε η επιχείρηση καφετέριας υπήρξε μια παρεξήγηση μεταξύ τους και γι΄ αυτό καταχώρισε την αγωγή στο Δικαστήριο, έδωσε καταφατική απάντηση. Με την σειρά του, ο εναγόμενος, στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 24 χρόνια και έχει κυπριακή υπηκοότητα. Γνωρίζει τον ενάγοντα, με τον οποίο για κάποια χρόνια διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, αλλά αρνήθηκε ότι δανείστηκε ποτέ, απ' αυτόν, οποιοδήποτε ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των €19.580.- την περίοδο 2009 -
  3. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι είναι αυτός που βοηθούσε τον ενάγοντα με διάφορους τρόπους. Ως ανέφερε, ο ίδιος έφερνε αυτοκίνητα για πώληση και ο ενάγοντας έφερνε πελάτες, πωλούσε τα αυτοκίνητα και έπαιρνε ένα μερίδιο από τις πωλήσεις. Επίσης ανέφερε ότι ερχόταν στο σπίτι του και τον είχε σαν αδελφό του, βοηθώντας τον με χρήματα, αφού είχε οικονομικά προβλήματα. Ποτέ δεν τον βοήθησε ο ενάγοντας. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι το συνεργείο και πλυντήριο αυτοκινήτων που διατηρεί, το άνοιξε πολύ παλιά, ενοικιάζοντας από το 2000 κατάστημα. Την περίοδο 2009 - 2010 έβαλε υποθήκη το σπίτι του στη Λαϊκή Τράπεζα και πήρε δάνειο €300.000.- και έχτισε 4 καταστήματα (μπογιατίσματα αυτοκινήτων, πλυντήριο αυτοκινήτων, μηχανικό και accessories). Κατά την περίοδο 2008 - 2009 δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στις εργασίες του, αφού είχε 7 υπαλλήλους και πολλή δουλειά. Αρνήθηκε δε ότι είχε οφειλές σε τρίτα πρόσωπα, πέραν της τράπεζας, αλλά και ότι αποτάθηκε στον ενάγοντα ζητώντας δανεικά για να εξοφλήσει διάφορες υποχρεώσεις του. Επίσης αρνήθηκε ότι υποσχέθηκε να επιστρέψει το ποσό των €19.580.- μέχρι τον Αύγουστο του 2011, λέγοντας ότι εκείνη την περίοδο κρατούσε χρήματα και δεν χρειαζόταν χρήματα από κάποιον. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πλευρών, ν' αναφέρω εδώ ότι, η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων, εμπεριέχεται στις αγορεύσεις τους, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω εδώ ότι οι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους και θ' αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η θέση που εξέφρασε ο κ. Χ" Παναγιώτου, ότι δηλαδή πρόκειται για υπόθεση η οποία θα κριθεί ουσιαστικά από την αξιοπιστία των δυο μαρτύρων, είναι ορθή. Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές και προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Ευθέως αναφέρω ότι δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ενάγοντα, η οποία χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία, σύγχυση και υπεκφυγές. Επίσης, μέρος της μαρτυρίας του, είναι σαφές ότι ήταν εκτός δικογράφων και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Γενικότερα, θεωρώ πως ο ενάγοντας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξηγώ. Κατ' αρχήν, ν' αναφερθεί ότι ο ενάγοντας μέσα από τη μαρτυρία του και όσα ανέφερε, καθόλου δεν έπεισε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε την οικονομική δυνατότητα και ήταν σε θέση να δανείσει στον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Ως ο ίδιος ανέφερε, ήρθε στην Κύπρο το 2007 και υπέβαλε αίτηση ασύλου. Ως αιτητής ασύλου λάμβανε επίδομα από την Κυπριακή Δημοκρατία, ποσό €1.500 περίπου μηνιαίως, το οποίο δεν τον έφτανε για να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένεια του. Επίσης δεν εργαζόταν, διότι ήταν άρρωστος. Από εκεί και πέρα, όσα ανέφερε για λεφτά που λάμβανε από τους δικούς του, κρίνονται γενικά και αόριστα. Δεν ανέφερε ποτέ, ούτε πόσες φορές του έστειλαν λεφτά οι δικοί του, ούτε ποια ήταν τα ακριβή ποσά που του έστειλαν. Επίσης, δεν εξήγησε πως ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει και να πηγαινοέρχεται, ως ανέφερε, στη Συρία για να φέρνει χρήματα, αλλά ούτε πόσες φορές ταξίδεψε γι΄ αυτό το σκοπό και πόσα χρήματα έφερε κάθε φορά. Εξάλλου, δεν δήλωνε κάπου τα χρήματα αυτά. Γενική και αόριστη κρίνεται η μαρτυρία του και για το θέμα των λογαριασμών που τηρούσε σε διάφορες τράπεζες, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό ότι, όταν ο μάρτυρας ερωτάτο να πει τι ποσά διατηρούσε σε αυτούς τους λογαριασμούς, πάντα επέλεγε το δρόμο της υπεκφυγής και δεν ανέφερε ποτέ πόσα ήταν αυτά τα χρήματα. Είπε ότι είχε ανοίξει τους λογαριασμούς για να μπορέσει να κάνει εργασίες και ότι έμπαιναν τα επιδόματα σε αυτούς και σε άλλη απάντηση είπε ότι δεν θυμάται και μεταχειριζόταν πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου, αλλά δεν απάντησε ποτέ αν υπήρχαν ποσά στους λογαριασμούς αυτούς ή ποια ήταν αυτά τα ποσά. Όμως κατά την κρίση μου, αυτό δεν είναι τυχαίο. Αν όντως μιλούμε για πραγματικούς λογαριασμούς, ο ενάγοντας, προφανώς, δεν ήθελε να φανεί η πραγματική οικονομική του κατάσταση. Ο ενάγοντας επίσης δεν έδωσε καθόλου πειστικές λεπτομέρειες ως προς το ποσό που ισχυρίζεται ότι δάνεισε στον εναγόμενο. Η μαρτυρία του επί του θέματος ήταν επίσης γενική και αόριστη. Αναφέρθηκε γενικά σε μια περίοδο ενός έτους, στην οποία δάνεισε στον εναγόμενο ποσό €19.580.-, χωρίς ν' αναφέρει πότε ακριβώς του έδωσε χρήματα και ποιο ποσό κάθε φορά, προκειμένου να δοθεί έτσι και η ευκαιρία στον εναγόμενο ν' απαντήσει. Το μοναδικό ποσό που καθόρισε, ήταν το ποσό των €3.700.-, που ως ανέφερε έδωσε στον εναγόμενο το 2008, μετά την πώληση ενός αυτοκινήτου του. Όμως, εκτός του ότι δεν έδωσε καμία πειστική λεπτομέρεια για να καταδειχθεί ότι πράγματι έγινε η πώληση συγκεκριμένου αυτοκινήτου και έλαβε το αναφερόμενο ποσό και το τίμημα πώλησης κατέληξε στον εναγόμενο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ότι το εν λόγω ποσό, μέρος του συνολικού ποσού που δάνεισε, δόθηκε το 2008, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφου είναι αντίθετος με τη μαρτυρία του ότι οι συναντήσεις του με τον εναγόμενο και ο δανεισμός του τελευταίου έγινε το 2009 και βεβαίως αποτελεί μαρτυρία που εκφεύγει της δικογραφημένης του θέσης περί δανεισμού το
  4. Εν συνεχεία των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, να πω εδώ ότι γενικός και αόριστος κρίνεται και ο ισχυρισμός του περί υπόσχεσης του εναγόμενου να του εξοφλήσει το ποσό τον Αύγουστο του
  5. Ο ενάγοντας δεν ανέφερε ποτέ τι ακριβώς συζητούσε με τον εναγόμενο, κάθε φορά που του έδινε χρήματα και γιατί καθορίστηκε ο Αύγουστος του 2011, ως ημερομηνία καταβολής του ποσού. Τι είπε ο εναγόμενος ότι θα γινόταν τον Αύγουστο του 2011; Και εν πάση περιπτώσει, αν δάνεισε στον εναγόμενο ποσά σε διάφορες περιπτώσεις το έτος 2009 - παραπάνω από 9-10 φορές, ως ανέφερε στη μαρτυρία του -, ο εναγόμενος κάθε φορά του έλεγε το ίδιο πράγμα ή όταν συμπληρώθηκε το σύνολο του ποσού, του έδωσε την υπόσχεση; Καμία εξήγηση δεν δόθηκε περί τούτου. Έχει όμως μεγάλη σημασία ν' αναφερθούν εδώ και τα εξής. Ο ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει κανένα μάρτυρα για να επιβεβαιώσει τον δανεισμό χρημάτων προς τον εναγόμενο, παρόλο που ισχυριζόταν ότι υπάρχουν τέτοιοι μάρτυρες. Επίσης, δεν έχει παρουσιάσει ούτε το έγγραφο που ισχυρίστηκε ότι υπεγράφη μεταξύ του και του εναγόμενου και στο οποίο αναφέρεται το ποσό του δανείου και το υπόλοιπο. Κατά την κρίση μου, είναι ξεκάθαρο ότι τέτοιο έγγραφο ουδέποτε υπήρξε και ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο παρά μόνο ένα εκ των υστέρων δημιούργημα του, στο πλαίσιο της προσπάθειας του να πείσει, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι πράγματι έγινε δανεισμός. Αυτό θεωρώ προκύπτει ξεκάθαρα από το γεγονός ότι, όχι μόνο δεν δικογραφεί τη συγκεκριμένη θέση του, αλλά ούτε και αναφέρει οτιδήποτε σχετικό στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, όταν ανέφερε ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του δικηγόρου του, καμία αντίδραση δεν υπήρξε από τον τελευταίο. Εάν είναι δυνατόν να υπήρχε τέτοιο έγγραφο, με το οποίο ουσιαστικά ο εναγόμενος ν' αναγνωρίζει την ύπαρξη του χρέους και το υπόλοιπο και η πλευρά του ενάγοντα να μην το έχει παρουσιάσει. Η συγκεκριμένη θέση του ενάγοντα, δείχνει θεωρώ και την διάθεση του να πει στο Δικαστήριο οτιδήποτε, ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, απλά και μόνον για να εξυπηρετήσει την υπόθεση του. Επίσης, πολύ επιγραμματικά, να πω ότι ο ενάγοντας υπήρξε αντιφατικός και ως προς την επιχείρηση του καφενείου στην Λεωφ. Μακαρίου. Διευκρινίζω ότι τούτη η επιχείρηση, μετά την απόσυρση της ανταπαίτησης, δεν σχετίζεται με το παραμένον επίδικο θέμα, όμως το Δικαστήριο, έχοντας τη μαρτυρία ενώπιον του, δεν μπορεί να μην σχολιάσει τούτη την αντιφατικότητα στη μαρτυρία του ενάγοντα, η οποία δείχνει θεωρώ και τη γενικότερη στάση του στο Δικαστήριο. Ο τελευταίος, στην απάντηση του στην υπεράσπιση, αρνείται ότι δημιούργησε ή εργάστηκε στην επιχείρηση καφενείου και αναφέρει ότι γνωρίζει πως ο εναγόμενος ενοικίασε κάποια καφετέρια, την οποία πώλησε €6000.-. Αυτό το γνωρίζει, διότι ο εναγόμενος του έλεγε συνεχώς να περιμένει να πουλήσει την καφετέρια και θα του επέστρεφε τα λεφτά του. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ενάγοντας, επανέλαβε τα πιο πάνω. Στη συνέχεια όμως, κατά την αντεξέταση του, άλλαξε ολοκληρωτικά τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε αγοράσει το καφενείο και ήταν δικό του, παρά το γεγονός ότι η επιχείρηση ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγόμενου. Χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ, αναφέρω μόνον ότι, με βάση τα πιο πάνω, επιβεβαιώνεται ότι ο ενάγοντας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Εν κατακλείδι, η μαρτυρία του ενάγοντα, ως αναξιόπιστη, και σε κάθε περίπτωση, ως μη πειστική, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ερχόμενος τώρα στον εναγόμενο, αναφέρω ότι αυτός, σε γενικές γραμμές, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία του οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία του και έχω πεισθεί από τα λεγόμενα του ότι ουδέποτε έχει δανειστεί οποιοδήποτε ποσό από τον ενάγοντα. Αντίθετα, ήταν ο εναγόμενος που βοηθούσε τον ενάγοντα όποτε αυτός χρειαζόταν χρήματα και συνεργαζόταν μαζί του στο πλαίσιο της επιχείρησης του, για να έχει την δυνατότητα ο ενάγοντας να εξασφαλίζει κάποια επιπλέον χρήματα για να μπορεί να συντηρεί την οικογένεια του. Συναφώς η μαρτυρία του εναγόμενου γίνεται αποδεκτή. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι, εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του, στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,

(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση του ενάγοντα, είναι αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η άλλη πλευρά οφείλει το αξιούμενο ποσό. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, βρίσκω ότι ο ενάγοντας δεν απέσεισε το βάρος που ήταν στους ώμους του και απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή του, η οποία αποτυγχάνει. Συναφώς, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ)............ M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.