← Κύπρος

Kλεονίκης Χαραλάμπους Θεωρή κ.α. ν. Χρίστου Πίσσα, Αρ. Αγωγής: 2093/2020, 31/10/2022

Kλεονίκης Χαραλάμπους Θεωρή κ.α. ν. Χρίστου Πίσσα, Αρ. Αγωγής: 2093/2020, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2093/2020 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Kλεονίκης Χαραλάμπους Θεωρή
  2. Νεόφυτου Χαραλάμπους Εναγόντων και Χρίστου Πίσσα Εναγόμενου Αίτηση ημερ.27/8/2021 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 31/10/2022 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές: κ. Γ. Παπαπέτρου για Μοντάνιος & Μοντάνιος ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Γ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής οι ενάγοντες), με την παρούσα αγωγή τους, ζητούν απόφαση ότι η ενάγουσα 1 δικαιούται σε κενή και ελεύθερη την κατοχή του επίδικου καταστήματος και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να εκκενώσει και να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του επίδικου καταστήματος στην ενάγουσα
  3. Περαιτέρω, ζητείται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €24.640.-, ως υπόλοιπο ενοικίων από 1/4/2013 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και ενδιάμεσα κέρδη €880.- μηνιαίως από 1/12/2020 μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής του καταστήματος, πλέον νόμιμος τόκος και έξοδα. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, ο ενάγοντας 2 ήταν μέχρι 8/9/2020 ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, το οποίο κατά την εν λόγω ημερομηνία μεταβίβασε με δωρεά στη θυγατέρα του, ενάγουσα
  4. Η αξία του καταστήματος, με βάση τη Γενική Εκτίμηση του Κτηματολογίου ημερ.1/1/2018, ανέρχεται στο ποσό των €79.900.-. Για το κατάστημα δεν εφαρμόζεται ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος (Ν.23/1983), διότι δεν βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής, όπως αυτή ορίζεται στο Νόμο. Ο εναγόμενος κατείχε το κατάστημα ως ενοικιαστής για 5 έτη, με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 17/11/2008 και συγκεκριμένα από 17/11/2008 μέχρι 16/11/
  5. Με τη λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει το κατάστημα ως ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ενοικίασης, ότι ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να καταβάλλει ενοίκιο το οποίο ανέρχετο αρχικά σε €800.- μηνιαίως και από το έτος 2009 αυξήθηκε σε €880.-. Από τον Απρίλιο του 2013, ο εναγόμενος, μονομερώς και κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης, κατέβαλλε στον εναγόμενο 2 μειωμένο ενοίκιο, ήτοι €600.- μηνιαίως αντί €880.-. Κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης και παρά τις οχλήσεις του εναγόμενου 2 και των δικηγόρων του, ο εναγόμενος παρέλειπε και ή αρνείτο να πληρώσει το υπόλοιπο ενοίκιο. Ο ενάγοντας 2, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14/7/2014, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 15/7/2020, τερμάτισε την από μήνα σε μήνα ενοικίαση του καταστήματος και κάλεσε τον εναγόμενο να του παραδώσει την κατοχή στις 31/8/2020, όπως επίσης τον κάλεσε να καταβάλει το οφειλόμενο μέχρι εκείνη τη στιγμή υπόλοιπο ενοίκιο ήτοι €22.000.-. Παρά την πιο πάνω ειδοποίηση, ο εναγόμενος μέσω επιστολής του δικηγόρου του αρνήθηκε να παραδώσει την κατοχή του καταστήματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αρνείται την παράδοση του, κατέχοντας το παράνομα. Επιπλέον παραλείπει και ή αρνείται να πληρώσει το υπόλοιπο των δεδουλευμένων ενοικίων από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι σήμερα, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €24.
  6. Κατά ή περί τις 10/9/2020, ο ενάγοντας 2, εκχώρησε στη θυγατέρα του, ενάγουσα 1, το χρέος του εναγόμενου προς αυτόν, με σύμβαση εκχώρησης ημερομηνίας 10/9/
  7. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η ενάγουσα στερήθηκε και συνεχίζει να στερείται της κατοχής, χρήσης και κάρπωσης του καταστήματος και έχει υποστεί ζημιά. Το ποσό των €880.- μηνιαίως είναι ένα εύλογο και λογικό ποσό για ενδιάμεσα κέρδη και ή για την απώλεια κατοχής, χρήσης και κάρπωσης του καταστήματος. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι μέχρι και σήμερα, ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση. Η επίδικη αίτηση Οι Ενάγοντες, με την επίδικη αίτηση τους ζητούν συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.1 και 2 και Δ.48, θ. 2, 3 και 7, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Ενάγουσας 1, η οποία στην ουσία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του καταστήματος, ως τεκμήριο 1, το ενοικιαστήριο έγγραφο, ως τεκμήριο 2, την επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα 2 ημερ. 15/7/2020, μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης της, ως τεκμήριο 3 (η αναφορά στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 στην ημερομηνία 14/7/2014, ως ημερομηνία της επιστολής, προφανώς έγκειται σε τυπογραφικό λάθος), την απαντητική επιστολή του δικηγόρου του εναγόμενου ημερ.24/7/2020, ως τεκμήριο 4 και τέλος, την σύμβαση εκχώρησης ημερ. 10/9/2020, ως τεκμήριο
  8. Σημειώνει δε ότι τα θέματα της ενοικίασης του καταστήματος από τον εναγόμενο, τα χειριζόταν προσωπικά από την αρχή της ενοικίασης εκ μέρους του ενάγοντα 2 και γι' αυτό έχει ιδία γνώση όλων των θεμάτων που αναφέρει. Η ενάγουσα επίσης διευκρινίζει ότι, λανθασμένα στην επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα 2 (βλ. τεκμ.3) αναφέρθηκε ως υπόλοιπο το ποσό των €22.000.-, αφού αυτό έπρεπε να είναι €24.360.-. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το υπόλοιπο των δεδουλευμένων ενοικίων από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι τον Αύγουστο του 2020, ανέρχετο στο συνολικό ποσό των €24.640.-, το οποίο αναλύεται ως εξής: για το έτος 2013 οφείλεται το ποσό των €2.240.- (€280.- Χ 8 μήνες ήτοι από τον Μάϊο μέχρι και το Δεκέμβριο), για τα έτη 2014 - 2019 οφείλεται το ποσό των €20.160.- (€280.- Χ 72 μήνες) και για τους πρώτους οκτώ μήνες του 2020 οφείλεται το ποσό των €2.240.- (€280.- Χ 8 μήνες ήτοι από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Αύγουστο). Ολοκληρώνοντας, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι εξ΄ όσων πιστεύει αληθινά και τυγχάνει νομικής συμβουλής, ο εναγόμενος δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση και το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρισε αποσκοπεί μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η ένσταση Η πλευρά του εναγόμενου αντέδρασε, καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, στην οποία καταγράφονται 15 λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.1-9, Δ.21, Δ.39, Δ.48, θ.1-4, 8, 9, 11 και 12, Δ.57, Δ.59 και Δ.64, στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην αρχή του Κοινοδικαίου «notice to quit», στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Εναγόμενου. Ο τελευταίος, παραδέχεται ότι η ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια του καταστήματος και ότι ο πατέρας της, ενάγοντας 1, ήταν ιδιοκτήτης μέχρι 8/9/2020 αλλά και ότι η αξία του καταστήματος είναι αυτή που αναφέρεται από τους ενάγοντες. Επίσης, παραδέχεται ότι δεν εφαρμόζεται για το κατάστημα ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983) και ότι ενοικίασε το κατάστημα βάσει του αναφερόμενου ενοικιαστηρίου εγγράφου για αρχική περίοδο 5 ετών και ότι ακολούθως κατείχε το κατάστημα ως ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Ακόμη παραδέχεται ότι το ενοίκιο αρχικά ήταν €800.- μηνιαίως και από το 2009 αυξήθηκε σε €880.-. Ο εναγόμενος αρνείται την ανάμειξη και εμπλοκή της ενόρκως δηλούσας στην ενοικιαστική σχέση του με τον ενάγοντα 2 και αναφέρει ότι η όποια ανάμειξη της με την ενοικίαση του καταστήματος, προέκυψε τα τελευταία χρόνια. Μοναδική ταύτιση της ενόρκως δηλούσας με την ενοικιαστική σχέση της με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, βρίσκεται στο γεγονός ότι διαχρονικά τα ενοίκια καταθέτονταν σε διάφορους λογαριασμούς της ενόρκως δηλούσας, καθ΄ υπόδειξη του ίδιου του ενάγοντα 2 (τεκμ.1). Επίσης, αναφέρει ότι η σχέση του μαζί με τον ενάγοντα 2 ήταν εξ΄ αρχής άριστη και με αυτό υπόψη, ουδέποτε ζητήθηκε η υπογραφή νέας συμφωνίας ενοικίασης μετά τη λήξη της αρχικής συμφωνίας. Είναι δε περαιτέρω η θέση του ότι το επίδικο κατάστημα είχε συμφωνηθεί ότι θα χρησιμοποιείτο ως φούρνος - ζαχαροπλαστείο. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αρνείται ότι από τον Απρίλιο του 2013, μονομερώς και κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης κατέβαλλε στον ενάγοντα 2 μειωμένο ενοίκιο, ήτοι €600.- μηνιαίως αντί €880.-. Μετά την οικονομική κρίση η οποία επήλθε στην κυπριακή οικονομία τον Απρίλιο του 2013 και αναπόφευκτα επηρέασε και τη δική του οικογενειακή επιχείρηση, απευθύνθηκε προς τον ενάγοντα 2, ζητώντας απ' αυτόν να συζητήσουν το ενδεχόμενο μείωσης του μηνιαίου ενοικίου, ώστε να μπορέσει να διατηρήσει την ενοικίαση του καταστήματος και κατά συνέπεια τη λειτουργία της επιχείρησης του εκεί. Μετά από συζητήσεις σχετικά με το μέγεθος της προτεινόμενης μείωσης, κατέληξαν σε αμοιβαία συμφωνία για μείωση του ποσού του μηνιαίου ενοικίου από €880.- σε €600.-, το οποίο μπορεί να αναφέρει, αν και υψηλό για την περιοχή τους, ήταν ικανοποιητικό για τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ουδέποτε καλέστηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντα 2, προς καταβολή οποιουδήποτε υπολοίπου ενοικίου, αφού κάτι τέτοιο δεν υφίστατο ποτέ. Επίσης ουδέποτε έχει λάβει επιστολή της ενόρκως δηλούσας ημερ. 14/7/2014 και είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι η επιστολή στην οποία αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα, επιδόθηκε ακριβώς 6 έτη μετά την ετοιμασία της. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η ενοικιαστική σχέση των εναγόντων μαζί του δεν έχει τερματιστεί, ή καλύτερα δεν έχει τερματιστεί με τον δέοντα από κοινού συμφωνηθέν τρόπου, εφόσον βάσει της αρχικής συμφωνίας διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι για τον τερματισμό της ενοικίασης ο ιδιοκτήτης θα έπρεπε να είχε αποστείλει γραπτή ειδοποίηση 21 ημέρες πριν τον προτιθέμενο τερματισμό, κάτι το οποίο προφανώς έχει σκόπιμα παραλείψει (βλ. τον όρο 6). Στη συνέχεια, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έχει αποσταλεί επιστολή ημερ. 24/7/2020, δια τηλεομοιότυπου, από το δικηγόρο του, προς τους δικηγόρους των εναγόντων και αρνείται τον ισχυρισμό περί παράνομης κατοχής του καταστήματος, ως επίσης και την οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα από μέρους του. Από το 2013 που συμφωνήθηκε η μείωση του ενοικίου, ουδέποτε και για περίοδο 7 και πλέον ετών δεν είχε καλεστεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για δήθεν οφειλόμενα ενοίκια, κάτι το οποίο έγινε μετ΄ εκπλήξεως του τον Ιούλιο του
  9. Καταλήγοντας, ο εναγόμενος αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση στην αγωγή και έχει ουσιαστική υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση, αναφορικά με επιδιορθώσεις και βελτιώσεις τόσο στην στατική κατάσταση του καταστήματος όσο και του περιβάλλοντα χώρου, έχοντας επωμιστεί εξ΄ ολοκλήρου το κόστος αυτό, ενώ δεν είχε καμία υποχρέωση ως ενοικιαστής. Επίσης λόγω αμέλειας των εναγόντων να τακτοποιήσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, οι οποίες προέκυπταν από την είσπραξη των ενοικίων, αναγκάστηκε μέσω της εταιρείας του να καταβάλει για λογαριασμό των εναγόντων προς το Τμήμα Φορολογίας το συνολικό ποσό των €563,99.- ως φορολογίες επί εισπραχθέντων ενοικίων (βλ. τεκμ.2), το οποίο παρά τις υποδείξεις του προς τους ενάγοντες, αρνούνται να του το καταβάλουν. Ως εκ των ανωτέρω, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις Οι θέσεις των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους. Οι αγορεύσεις σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να παραθέσω εδώ ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας*, ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. ------------------------------------------------------------------------------------------------------- * Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (
  1. b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  2. so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος, σχετική είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Εξέταση της αίτησης Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο οι Ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 26/11/2020, ενώ ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 11/12/
  1. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, θα πω κατ' αρχήν ότι στην προκειμένη περίπτωση ορκίζεται η ενάγουσα 1, η οποία είναι σαφές πως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα που καταθέτει. Από εκεί και πέρα, προκύπτει από τη μαρτυρία της, συνδυαστικά με τα έγγραφα που καταθέτει, ότι μετά τη λήξη του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου, ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει το κατάστημα ως ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Η ενοικίαση από μήνα σε μήνα τερματίστηκε με την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ.15/7/2020, με την οποία δόθηκε ειδοποίηση για εκκένωση και παράδοση ελεύθερης κατοχής του καταστήματος κατά την 31/8/
  2. Επίσης, σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος αντί του μηνιαίου ενοικίου εκ €880.-, ως είχε συμφωνηθεί, από τον Απρίλιο του 2013 πλήρωνε μειωμένο μηνιαίο ενοίκιο €600.-, με αποτέλεσμα να οφείλει το ποσό που αναφέρει. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δέχεται ότι μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου συνέχισε να κατέχει το κατάστημα από μήνα σε μήνα, καθώς επίσης ότι κατέβαλλε το ποσό των €600, προβάλλοντας για τούτο τους δικούς του ισχυρισμούς. Εν πάση περιπτώσει η ενόρκως δηλούσα επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και τις αξιώσεις και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στον Εναγόμενο να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να του δίδει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία του εναγόμενου και όσα θέτει μέσω της ένορκής του δήλωσης, θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι δεν έχει καταδειχθεί από μέρους του ότι ο τερματισμός στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο. Ο εναγόμενος συμφωνεί ότι μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου, συνέχισε να κατέχει το κατάστημα ως ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Και ορθά συμφωνεί, έχοντας υπόψη τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου, δηλαδή την 1η κάθε μήνα. Ο ενάγοντας 2, τότε ιδιοκτήτης του καταστήματος, με την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 15/7/2020, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο με ιδιώτη επιδότη την 21/7/2020, τερμάτισε την από μήνα σε μήνα ενοικίαση στις 31/8/2020 και κάλεσε τον εναγόμενο όπως κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία εκκενώσει το κατάστημα και παραδώσει τα κλειδιά και ελεύθερη κατοχή του καταστήματος. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η αναφορά στην έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 στην ημερομηνία 14/7/2014, ως ημερομηνία της επιστολής τερματισμού, προφανώς έγκειται σε τυπογραφικό λάθος. Η ενάγουσα 1 επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 την επιστολή τερματισμού, η οποία φέρει ημερομηνία 15/7/2020 και επιδόθηκε στον εναγόμενο, με ιδιώτη επιδότη, την 21/7/
  3. Ο δικηγόρος του εναγόμενου δε, στην επιστολή του ημερ.24/7/2020, αναφέρει ακριβώς ότι κατ' εντολή του εναγόμενου απαντά στην επιστολή ημερ.15/7/2020, η οποία παραλήφθηκε στις 21/7/2020 από τον πελάτη του με ιδιωτική επίδοση. Με αυτά υπόψη, διαπιστώνω ότι ο ενώ εναγόμενος γνώριζε την ημερομηνία που έφερε η επιστολή και την ημερομηνία επίδοσης της προς αυτόν, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το γεγονός της πιο πάνω λανθασμένης αναφοράς, προβαίνοντας στην εξής τοποθέτηση : «... και άξιον απορίας αποτελεί το γεγονός ότι η επιστολή στην οποία αναφέρεται η Ενόρκως Δηλούσα επιδόθηκε ακριβώς 6 έτη μετά την ετοιμασία της». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση του εναγόμενου δεν χρήζει άλλου σχολιασμού. Αναφορικά με τον τερματισμό σε περίπτωση ενοικίασης από μήνα σε μήνα, στην Glykys v. Ioannides (1959-60) 24 C.L.R. 220, αναφέρθηκε ότι: «As we said before the tenancy in question was one from month to month beginning from the 1st January, 1959, and consequently expiring on the last day of January and of each succeeding month; for such a tenancy to be determined a month's notice expiring on the last day of the month was necessary; such was exhibit No.l because it was sent on the 25th May, 1959, terminating the tenancy on the last day of June, 1959.» Βλ. και την S. SERGIOU REAL ESTATES LTD v ΜΠΕΝΤΕΖΗ
(1995)1 ΑΑΔ 889. Επίσης, στην υπόθεση ΜΙΧΑΗΛ v ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΤΔ
(2007)1 ΑΑΔ 241, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Είναι γεγονός για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση, ότι μετά την προφορική τους συμφωνία με την εφεσείουσα, η εφεσίβλητη-καθ΄ης η αίτηση 1, κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Σύμφωνα με τις αυθεντίες, δεν απαιτείται η ειδοποίηση τερματισμού να έχει συγκεκριμένη μορφή, αλλά απλώς να είναι σαφής και να καθορίζει τον τερματισμό της υφιστάμενης ενοικίασης σε συγκεκριμένο χρόνο. (Gardner v. Ingram [1886-90] All E.R. 258, Glykys v. Ioannides (1959-60) 2 C.L.R. 220). Τέτοια ειδοποίηση τερματισμού μπορεί να είναι είτε προφορική είτε γραπτή. Στην παρούσα περίπτωση, αφού η σύμβαση ήταν προφορική δεν βλέπουμε γιατί και ο τερματισμός να μη μπορούσε να γίνει προφορικά. (Δέστε Bird v. Defonville [1846] 2 Carr & Κir 415). Eν όψει των αυθεντιών, το γεγονός ότι η πρόθεση/ειδοποίηση της εφεσίβλητης εκφράστηκε προφορικά και σε τηλεφωνική επικοινωνία, χωρίς να έχει συγκεκριμένη μορφή, δεν είναι σχετικός παράγοντας, όπως λανθασμένα έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να θεωρηθεί ότι δεν μπορούσε να συνιστά έγκυρο τερματισμό, κάτω από τέτοιες συνθήκες. Είναι επίσης απαραίτητο, όπως προκύπτει από σχετικές αυθεντίες (δέστε, μεταξύ άλλων, Glykys v. Ioannides, πιο πάνω), ότι η διδόμενη ειδοποίηση πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός, εάν η από μήνα σε μήνα ενοικίαση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ξεκινούσε την πρώτη κάθε μηνός. Ο όρος αυτός ικανοποιείται από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ειδοποίησε την εφεσείουσα ότι θα κρατούσε το υποστατικό και το μήνα Μάιο. Δεν απαιτείτο δε να καθορίσει και ημερομηνία παράδοσης. Ήταν σαφές ότι η ημερομηνία αυτή θα ήταν, το αργότερο η 1η Ιουνίου. Καταλήγουμε πως η προφορική πληροφόρηση συνιστούσε έγκυρη ειδοποίηση τερματισμού. Πέρα όμως απ΄όλα τα πιο πάνω, παρατηρούμε και τα ακόλουθα. Οι κανόνες και οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται αν μία ειδοποίηση τερματισμού είναι νόμιμη και έγκυρη, σκοπό έχουν κυρίως να πληροφορήσουν σαφώς και εγκαίρως το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση, είτε αυτό είναι ο ενοικιαστής ή ο ιδιοκτήτης, ώστε να μπορεί να προγραμματίζει τις επόμενες ενέργειές του. Άρα, οι αρχές αυτές ισχύουν προς όφελος του προσώπου προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση τερματισμού. » Στην προκειμένη περίπτωση, ο τερματισμός της ενοικίασης ευρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την νομολογία. Ορθά δόθηκε ειδοποίηση ενός μηνός και καθόριζε ως ημερομηνία παράδοσης ελεύθερης κατοχής του καταστήματος τον χρόνο λήξης της αμέσως επόμενης ενοικιαστικής περιόδου. Ο εναγόμενος δε, από 1/9/2020 παραμένει στο κατάστημα παράνομα (βλ., κατ' αναλογία, την Πολ. Έφ. 133/2011, 1. ΔΑΜΤΣΑΣ, κ.α. v D. OUZOUNIAN M. SOULTANIAN AND COMPANY (CARS) LTD, ημερ. 24/3/2016). Συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του εναγόμενου ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση αναφορικά με το συγκεκριμένο μέρος της υπόθεσης και τις αξιώσεις της παραγράφου 12 Α και Β της έκθεσης απαίτησης. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του ποσού που αξιώνεται, είναι γεγονός ότι έχω προβληματιστεί. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, μετά την οικονομική κρίση που επήλθε τον Απρίλιο του 2013 και επηρέασε και τη δική του επιχείρηση, απευθύνθηκε στον ενάγοντα 2 για να συζητήσουν το ενδεχόμενο μείωσης του μηνιαίου ενοικίου. Κατόπιν συζητήσεων, κατέληξαν σε αμοιβαία συμφωνία για μείωση του μηνιαίου ενοικίου από €880.- σε €600 και ο εναγόμενος έκτοτε κατέβαλλε το συγκεκριμένο ποσό. Ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του, ούτε καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 προς αντίκρουση των συγκεκριμένων ισχυρισμών του εναγόμενου ή για ν' αναφερθεί στις ισχυριζόμενες οχλήσεις του ενάγοντα 2 προς τον εναγόμενο. Η αναφορά της ενάγουσας 1 σε οχλήσεις κρίνεται γενική και αόριστη. Επίσης είναι γεγονός ότι μέχρι και τον τερματισμό της ενοικίασης, καμία επιστολή δεν είχε σταλεί προς τον εναγόμενο, με την οποία να καλείται να άρει την ισχυριζόμενη μονομερή απόφαση του να μειώσει το ενοίκιο και να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Με αυτά υπόψη, υπό τις περιστάσεις θεωρώ πως ο εναγόμενος έχει αποκαλύψει γεγονότα τα οποία αν μη τι άλλο είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή, πάντα αναφορικά με το υπό συζήτηση μέρος της αξίωσης. Επίσης, αν έχει ανταπαίτηση για ποσά που θεωρεί ότι του οφείλονται, μπορεί στα πλαίσια του δικογράφου που θα καταχωρίσει να την συμπεριλάβει. Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, θεωρώ πως έχουν απαντηθεί οι λόγοι ένστασης. Ότι χρειάζεται μόνον να λεχθεί εδώ, είναι πως δεν έχει καταδειχθεί, έστω εκ πρώτης, ότι η αίτηση έγινε για αλλότριους σκοπούς. Κατάληξη Συναφώς, η αίτηση εγκρίνεται μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον του εναγόμενου, ως η παράγραφος 12 Α της Έκθεσης Απαίτησης και επιπλέον εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 12 Β. Όσον αφορά το διάταγμα της παραγράφου 12 Β, αυτό τροποποιείται με την αντικατάσταση της φράσης «εντός δέκα ημερών
(10)», με τη φράση «εντός ενός
(1)μηνός», θεωρώντας ότι έτσι δίνεται και ο αναγκαίος χρόνος στον εναγόμενο για να μετακινήσει τον εξοπλισμό του. Ο εναγόμενος να καταχωρίσει υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα, αναφορικά με τις υπόλοιπες αξιώσεις. Αν έχει και ανταπαίτηση, να την συμπεριλάβει. Το ½ των εξόδων της αγωγής μέχρι σήμερα και το ½ των εξόδων της επίδικης αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση. Το υπόλοιπο ½ των εξόδων αγωγής και αίτησης, θα είναι στην πορεία της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.