← Κύπρος

BEN MOBLEY ν. STEVE STYLIANOU, Αρ. Αγωγής: 634/2014, 2/12/2022

BEN MOBLEY ν. STEVE STYLIANOU, Αρ. Αγωγής: 634/2014, 2/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 634/2014 Μεταξύ : BEN MOBLEY Ενάγοντα και STEVE STYLIANOU Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Θ. Κορφιώτης για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο: κα. Ε. Ανδρέα για G. Kaimakliotis & Co LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή-Δικόγραφα Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας, κατά ή περί τον Μάρτιο 2011, μετέφερε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ..20 στο συνεργείο του εναγόμενου για επιδιορθώσεις, προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για να περάσει τον έλεγχο του Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων και για κάποιες άλλες εργασίες που συνέστησε ο εναγόμενος. Ως ανέφερε ο εναγόμενος, οι εργασίες θα κόστιζαν €3.000.- περίπου και ο ενάγοντας πλήρωσε προκαταβολή €2.000.-. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, ο εναγόμενος ισχυριζόταν πως προέβαινε σε επιδιορθώσεις και ή αναβαθμίσεις, χωρίς όμως να του αναφέρει οτιδήποτε για αλλαγή στην αρχική του εκτίμηση για το κόστος επιδιόρθωσης. Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι το όχημα ήταν έτοιμο ή σχεδόν έτοιμο και ότι του όφειλε €6.997,47.-, χωρίς την προκαταβολή. Τότε ο ενάγοντας του ζήτησε να μην προχωρήσει άλλο τις εργασίες και ζήτησε αναλυτική κατάσταση των εργασιών που έγιναν και των εξαρτημάτων που είχαν τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο. Η κατάσταση που απεστάλη στις 15/9/2011 δεν έγινε αποδεκτή και ο ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του προσφέρθηκε να πληρώσει μόνο τις επιδιορθώσεις που ζήτησε ο ίδιος να γίνουν και ή την εύλογη αμοιβή του εναγόμενου και να παραλάβει το αυτοκίνητο του. Ο εναγόμενος όμως αμέλησε και ή αρνήθηκε να παραδώσει το όχημα στον ενάγοντα και απαιτούσε να του καταβάλει το ποσό των €6.997,47.-, το οποίο ήταν αντισυμβατικό και ή αδικαιολόγητο και ή μη εύλογο. Ο ενάγοντας, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2013, κατήγγειλε την υπόθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, όμως παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας, το αυτοκίνητο δεν βρέθηκε και η τύχη του αγνοείται ως σήμερα και ή ο εναγόμενος το έχει οικειοποιηθεί και ή καταστρέψει και ή το άφησε να καταστραφεί και ή υποστεί βλάβες, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του έναντι του ενάγοντα. Ο εναγόμενος ουδέποτε πληροφόρησε τον ενάγοντα για την τύχη του οχήματος του, η αξία του οποίου κατά τον χρόνο παράδοσης του στον εναγόμενο ή και κατά τον χρόνο οικειοποίησης του από τον εναγόμενο, ανερχόταν στο ποσό των €25.000.-. Με βάση όσα αναφέρθηκαν, ο ενάγοντας αξιώνει διάταγμα παράδοσης του αυτοκινήτου και διαζευκτικά την καταβολή του ποσού της αξίας του ήτοι €25.000.-. Επίσης, ζητά την επιστροφή του ποσού των €2.000.- που κατέβαλε στον εναγόμενο, διάταγμα για απόδοση λογαριασμού, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος, στην υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας, πέραν των επιδιορθώσεων για να περάσει το όχημα από τον έλεγχο του Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, ήθελε να ενισχύσει το αυτοκίνητο του και ή να προβεί σε τέτοιες μηχανικές αλλαγές ώστε το αυτοκίνητο να γίνει αγωνιστικό. Ο εναγόμενος, κατ' εντολή και με έγκριση του ενάγοντα, προέβη σε αρκετές αλλαγές στο αυτοκίνητο. Ο εναγόμενος ουδέποτε ενημέρωσε τον ενάγοντα πόσο θα κόστιζαν οι επιδιορθώσεις ή και αναβαθμίσεις, αφού και ο ίδιος δεν γνώριζε την ακριβή δουλειά που θα χρειαζόταν να γίνει. Από τον Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, ο εναγόμενος ενημέρωνε γραπτώς και ή προφορικά τον ενάγοντα σε τακτά χρονικά διαστήματα για τις επιδιορθώσεις και ή αναβαθμίσεις, όπως επίσης για το κόστος και αφού ο ενάγοντας συμφωνούσε, τότε ο εναγόμενος προχωρούσε. Συμφωνεί ότι είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι το όχημα ήταν έτοιμο ή σχεδόν έτοιμο προς παραλαβή και ότι του όφειλε ποσό €6.977,47.- και ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας ήταν ενήμερος και γνώριζε λεπτομερώς για όλες τις εργασίες που έγιναν. Ως αναφέρει περαιτέρω, είχε αποσταλεί αναλυτική κατάσταση στον ενάγοντα με όλες τις εργασίες, όμως ο ενάγοντας για άγνωστο λόγο δεν έκανε αποδεκτή τη συγκεκριμένη κατάσταση. Αναφορικά με τη θέση του ενάγοντα ότι αμέλησε και ή αρνήθηκε να παραδώσει το αυτοκίνητο, αναφέρει ότι ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι λόγω φόρτου εργασίας, υπήρχε έλλειψη χώρου στο γκαράζ και δεν μπορούσε να έχει στη φύλαξη του το αυτοκίνητο. Ο ενάγοντας για χρόνια δεν επικοινώνησε με τον εναγόμενο, αφού επικαλείτο διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες για να μην προβεί σε πληρωμή του υπόλοιπου ποσού. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι αν δεν ερχόταν να παραλάβει το όχημα, θα το τοποθετούσε εκτός του συνεργείου, σε παρακείμενο χωράφι και δεν θα είχε ευθύνη για τη φύλαξη του. Για την καταγγελία δε που έγινε στην Αστυνομία, ισχυρίζεται ότι οι αστυνομικές αρχές μετά από ενδελεχή έλεγχο δεν βρήκαν οποιαδήποτε στοιχεία ή και το όχημα στην κατοχή του, ενώ στην ποινική υπόθεση που έγινε, το Δικαστήριο τον απάλλαξε και τον αθώωσε. Με βάση όλα τα ανωτέρω, ζητά την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω, ο εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση και ζητά ν' αναγνωριστεί ότι δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του ενάγοντα και δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό, καθώς επίσης ζητά απόφαση εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €6.997,47.- ανωτέρω, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο ενάγοντας στην απάντηση του στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του, ενώ απορρίπτει την ανταπαίτηση. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του εναγόμενου, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Γιώργος Τζιρκαλλής (ΜΕ1), ο Ενάγοντας (ΜΕ2) και ο αστ.2777 Τάσος Λεμονιάτης (ΜΕ3). Για την πλευρά του Εναγόμενου, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος. Ο Τζιρκαλλής (ΜΕ1) είναι, μεταξύ άλλων, εκτιμητής ζημιών και αξιών μηχανοκινήτων οχημάτων και αναφέρθηκε στην εκτίμηση που ετοίμασε αναφορικά με την αξία του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο [βλ. τεκμ.1 και τεκμ.1(α)]. Ο Ενάγοντας (ΜΕ2), αναφέρθηκε στη συμφωνία του με τον εναγόμενο για τη διενέργεια των απαραίτητων επιδιορθώσεων στο όχημα του με αρ. εγγραφής ...20 (βλ. τεκμ.4), ώστε να καταστεί κατάλληλο για να περάσει την επιθεώρηση του κέντρου τεχνικού ελέγχου οχημάτων, καθώς επίσης και για την εκτέλεση κάποιων επιπλέον εργασιών που πρότεινε ο εναγόμενος. Ως ανέφερε, το αυτοκίνητο παραδόθηκε στον εναγόμενο περί τον Μάρτιο του 2011, σε εξαιρετική κατάσταση, και στις 20/5/2011 έλαβε από τον τελευταίο απόδειξη προκαταβολής του ποσού των €2.000.-(βλ. τεκμ.5), κατόπιν συζήτησης που είχαν, στο πλαίσιο της οποίας ο εναγόμενος ανέφερε ότι οι επιδιορθώσεις θα στοίχιζαν γύρω στις €3.000.-. Υπήρξε κάποια επικοινωνία και αλληλογραφία μεταξύ τους (βλ. τεκμ.6 και 7) και τον Σεπτέμβριο του 2011, ο εναγόμενος τον κάλεσε για να τον ενημερώσει ότι το όχημα ήταν σχεδόν έτοιμο για παραλαβή και ότι του όφειλε €6.977,47.-. Αναρωτήθηκε γιατί το κόστος ήταν τόσο ψηλό και ο εναγόμενος θύμωσε. Ακολούθως, ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε περαιτέρω επιδιορθώσεις και του ζήτησε λεπτομερή κατάσταση των εκτελεσθείσων εργασιών και των εξαρτημάτων που τοποθετήθηκαν. Ο εναγόμενος στις 16/9/2011 του απέστειλε κατάσταση λογαριασμού [βλ. τεκμ.1(β)], η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή αφού περιλάμβανε μη συμφωνηθείσες εργασίες. Ο ενάγοντας προσφέρθηκε, και μέσω των δικηγόρων του (βλ. τεκμ.10), να καταβάλει εύλογη αποζημίωση στον εναγόμενο για τις επιδιορθώσεις που είχε ζητήσει να γίνουν, έτσι ώστε να παραλάβει το αυτοκίνητο του, αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε και απαίτησε την πληρωμή του ποσού των €6.977,47.-, απειλώντας μάλιστα ότι θα αυξήσει το κόστος των υπηρεσιών που πρόσφερε (βλ. τεκμ.8). Θεωρεί πως η απαίτηση του εναγόμενου για πληρωμή του εν λόγω ποσού, αποτελεί παράβαση της συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους και το συγκεκριμένο υπόλοιπο που απαιτούσε παράλογο. Στις 19/9/2011, υπέβαλε παράπονο/καταγγελία, ως καταναλωτής, εναντίον του εναγόμενου, στην Ευρωπαική Ένωση (βλ. τεκμ.9) και τον Ιούλιο του 2013 κατήγγειλε την υπόθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας και μετά από επικοινωνία που είχαν με τον εναγόμενο, το όχημα δεν ανευρέθηκε και η τύχη του μέχρι σήμερα αγνοείται, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Βλ. και την γραπτή δήλωση του ενάγοντα τεκμ.2 και 2Α. Ο αστ.2777 Λεμονιάτης (ΜΕ3), ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης που αφορούσε την καταγγελία του ενάγοντα για την απώλεια του οχήματος του με αρ. εγγραφής ...20 και αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν. Για τις ενέργειες του, σχετική είναι και η κατάθεση που ετοίμασε στις 12/8/2014, τεκμήριο 12. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο 11, την κατάθεση που έλαβε από τον εναγόμενο στις 14/10/2013. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2011, αφού μίλησαν με τον ενάγοντα και ο τελευταίος πείσθηκε για την ποιότητα της δουλειάς του, συμφώνησαν να γίνει μια συνάντηση για να εξετάσει το αυτοκίνητο, να του πει τις αρχικές του εισηγήσεις για το τι χρειάζεται για να επιδιορθωθεί, να ελέγξει τις ζημιές που είχε και του ζήτησε να κάνει αναβάθμιση του αυτοκινήτου για να μπορεί να μπορέσει να περάσει τον έλεγχο του ΜΟΤ, αλλά και να γίνει τέτοια αλλαγή που θα το έκανε αγωνιστικό. Μετά τη συμφωνία τους για να ξεκινήσει τις εργασίες, ο ενάγοντας του έδωσε €2.000.-. Όλες οι αλλαγές που έγιναν στο αυτοκίνητο έγιναν μετά από συνεννόηση και με οδηγίες του ενάγοντα. Λόγω της φύσης της δουλειάς του και του γεγονότος ότι ο ενάγοντας του ζητούσε συνεχώς καινούρια πράγματα στο αυτοκίνητο, δεν ήταν σε θέση να πει στον ενάγοντα πόσα θα στοίχιζε συνολικά η επιδιόρθωση του αυτοκινήτου του. Το αυτοκίνητο όταν ήρθε στο γκαράζ του, ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και χρειάστηκε πολλή εργασία για να μπορέσει να λειτουργήσει, αλλά και να περάσει τον έλεγχο του ΜΟΤ. Επίσης, το αυτοκίνητο αυτό το 2011, ήταν ήδη 7 χρόνων και με βάση την κατάσταση του, η αξία του ήταν μηδαμινή. Περί τον Αύγουστο του 2011, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο του ήταν έτοιμο και να έρθει να το παραλάβει και πως η αμοιβή του συνολικά ανερχόταν στο ποσό των €8.997,47.-. Αφού αφαιρεθεί το ποσό της προκαταβολής, το υπόλοιπο ήταν €6.997,47.-. Η συγκεκριμένη τιμή ήταν πολύ χαμηλή εν σχέση με τη δουλειά που έγινε στο αυτοκίνητο. Όταν ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον ενάγοντα, ο τελευταίος ζήτησε αναλυτική κατάσταση, παρόλο που γνώριζε κάθε στιγμή τις εργασίες που γίνονταν. Στις 15/9/2011 δε, του απέστειλε αναλυτική κατάσταση με τις εργασίες και τις χρεώσεις του. Από εκεί και πέρα, παρά τις εκκλήσεις του προς τον ενάγοντα για να έρθει να παραλάβει το αυτοκίνητο του, αυτός δεν το έκανε γιατί δεν ήθελε να πληρώσει, αφού του παραδέχτηκε ότι δεν είχε λεφτά. Ως ανέφερε περαιτέρω, ενημέρωσε πάρα πολλές φορές τον ενάγοντα ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορούσε να κρατήσει το αυτοκίνητο για μεγάλο χρονικό διάστημα και θα έπρεπε να το παραλάβει. Επειδή ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε, τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι θα το τοποθετούσε σε παρακείμενο χωράφι και ότι θα ήταν υπό την ευθύνη του να το παραλάβει. Τον Μάρτιο του 2012, αφού ο ενάγοντας δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το αυτοκίνητο του, αναγκάστηκε και το μετέφερε σε παρακείμενο χωράφι, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει τι έγινε και ποιος το έχει πάρει. Αναφορικά με την καταγγελία του ενάγοντα στην αστυνομία, είπε ότι στο πλαίσιο των ερευνών τέθηκε υπό κράτηση, όμως στην πορεία φάνηκε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή και παρόλο που η υπόθεση (υπ'αρ.14371/2014) οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, δεν μπόρεσε να αποδειχθεί τίποτε εναντίον του και αθωώθηκε. Αγορεύσεις / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι δύο πλευρές, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων έχουν αναφερθεί στις αγορεύσεις και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η υπεράσπιση, με την τελική της αγόρευση, αποδέχεται ότι ο Τζιρκαλλής (ΜΕ1) κατέθεσε ως ειδικός / εμπειρογνώμονας και ορθώς πράττει. Τούτο αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη τις σπουδές του, την εκπαίδευση που έτυχε και την πλούσια εμπειρία του από το 1978 μέχρι σήμερα (βλ. τεκμ.1), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα αναφορικά, μεταξύ άλλων, με την εκτίμηση ζημιών και αξιών μηχανοκίνητων οχημάτων. Έτσι η μαρτυρία του έχει εξεταστεί σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Νικολάου v. Σταύρου

(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Από εκεί και πέρα, αναφέρω πως έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του, η εντύπωση που μου έκανε σαν μάρτυρας ήταν εξαιρετική. Δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου ότι δεν έγινε φυσική επιθεώρηση του οχήματος, αφού αυτό δεν βρίσκεται στην κατοχή του ενάγοντα. Ο μάρτυρας βασίστηκε στην πληροφόρηση και το φωτογραφικό υλικό που πήρε από τον ενάγοντα, στην επιστολή του εναγόμενου ημερ. 15/9/2011 [βλ. τεκμ.1(β)], εις την οποία αναφέρει ότι τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου είναι 68.856 και ότι βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση, στο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου, στις γνώσεις του για τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου τύπου οχήματος και στις γνώσεις και εμπειρία του για τις τιμές εμπορίας των οχημάτων γενικά και ειδικότερα του τύπου αυτού. Μέσω μηχανολόγου που έχει το πρόγραμμα του «Subaru», με βάση το πιστοποιητικό εγγραφής, επιβεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο είναι γνήσιο. Ως ανέφερε δε, οι φωτογραφίες που του παρουσιάστηκαν λένε ακριβώς εκείνο που θέλει, δηλαδή τη μάρκα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, ενώ από την καμάρα του τροχού, προκύπτει ότι μιλούμε για τη δεύτερη σειρά του 8,5. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, με βάση όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, η αξία του συγκεκριμένου αυτοκινήτου τον Σεπτέμβριο του 2011, ανερχόταν σε €25.000-27.000.- [βλ. τεκμ.1(α)]. Ο μάρτυρας δε, εξήγησε περαιτέρω ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν σήμερα το συγκεκριμένο αυτοκίνητο περιζήτητο, κάτι που ανεβάζει την τιμή του. Δεν θεωρώ ότι επειδή ο μάρτυρας δεν προέβη σε φυσική επιθεώρηση του οχήματος, κάτι που ήταν υπό τις περιστάσεις αδύνατο, καθιστούσε αδύνατη την εκτίμηση της αξίας του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και έχοντας υπόψη την εμπειρία και τις γνώσεις του για τις τιμές εμπορίας των αυτοκινήτων του συγκεκριμένου τύπου, είναι σαφές ότι ήταν σε θέση να καθορίσει την τιμή του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αντεξέταση της οποίας έτυχε, με γενικές ερωτήσεις και υποβολές, δεν κλόνισε καθ' οιονδήποτε τρόπο οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία του. Κατά την κρίση μου δε, ο μάρτυρας τεκμηρίωσε επαρκώς και με πειστικότητα τα ευρήματα και συμπεράσματα του (βλ. Αυγουστή κ.α. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498). Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Ο αστ.2777 Λεμονιάτης (ΜΕ3), μου έκανε εξαιρετική εντύπωση σαν μάρτυρας. Έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατέθεσε με θετικό και πειστικό τρόπο. Εξάλλου, δεν είχε λόγο ν' αποκρύψει οτιδήποτε ή να μην πει την αλήθεια. Αποτελεί διαπίστωση μου ότι ήταν ειλικρινής και κατέθεσε τα πράγματα αντικειμενικά και όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Θεωρώ δε πως, ακριβώς, η μη υποβολή εισήγησης από την υπεράσπιση, στην τελική της αγόρευση, για μη αποδοχή οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας του ή περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα, για οποιοδήποτε λόγο, δείχνει ότι η υπεράσπιση δεν έχει κανένα λόγο να αμφισβητεί τη μαρτυρία του. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ερχόμενος τώρα στους πρωταγωνιστές της επίδικης διαφοράς, αναφέρω τα εξής. Ο Ενάγοντας (ΜΕ1), σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Δεν θεωρώ ότι επειδή ζήτησε αναλυτική αναφορά των εργασιών που έγιναν, συνεπάγεται ότι δεν ήθελε να πληρώσει. Ήταν σταθερή θέση του ότι οι εργασίες αρχικά υπολογίστηκαν περί τις €3.000.-, πλήρωσε προκαταβολή €2.000.- και όταν του αναφέρθηκε ότι όφειλε ποσό €6.977,47.-, ζήτησε λεπτομέρειες. Σύμφωνα με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17/9/2011 (τεκμήριο 8), όταν έλαβε το τιμολόγιο, επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του ζήτησε μία πλήρη αναλυτική αναφορά των εργασιών και εξόδων, ήτοι για το κάθε αντικείμενο στο τιμολόγιο, το κόστος για τα ανταλλακτικά, εργατικά χέρια και ώρες (που σπαταλήθηκαν). Όπως ανέφερε ο ενάγοντας, δεν έλαβε αυτό που ζήτησε και η αναφορά τεκμ.1(β), δεν αναφέρει αυτά τα πράγματα. Το τεκμ.1(β) είναι μια λίστα εργασίας, με κάποια φανταστικά ποσά. Για παράδειγμα στον αριθμό 5 είναι ένα φρένο, συμπεριλαμβανομένου υγρού για τα φρένα και έχοντας υπόψη ότι κατείχε πάρα πολλά αυτοκίνητα και εργαζόταν πάνω σε αυτοκίνητα συνεχώς, το ποσό των €750 που χρεώθηκε είναι εξωφρενικό. Παρεμβάλλω ότι η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι έγιναν στο αυτοκίνητο συγκεκριμένες εργασίες ή τοποθετήθηκαν συγκεκριμένα εξαρτήματα, που σχετίζονται με ότι ζήτησε να γίνει στο αυτοκίνητο και είχε γνώση γι' αυτά, ούτε όμως παρουσιάστηκαν από πλευράς υπεράσπισης οποιαδήποτε τιμολόγια σε σχέση με την αγορά εξαρτημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που έχει παρουσιαστεί, προκύπτει ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβρη του 2011, όμως σίγουρα δεν υπήρχε συνεχής επικοινωνία και ενημέρωση από μέρους του εναγόμενου για όλες τις ενέργειες του ή για την εξέλιξη των εργασιών και την αξία τους. Συνεπώς η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου στην αγόρευση της (βλ. σελ.3), ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα για μη ενημέρωση του για τις εργασίες που έγιναν δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός γιατί υπήρχε επικοινωνία και τύγχανε ενημέρωσης (βλ. τεκμ.6-8), υπό τις περιστάσεις, με κάθε σεβασμό λέω, ελέγχεται ως ανακριβής. Επίσης, από το περιεχόμενο του τεκμ.8, δεν προκύπτει ότι ο ενάγοντας αποδέχθηκε το ποσό του τιμολογίου. Ο τελευταίος, αναφέρει μεν σε αυτό ότι ευχαριστεί για το τιμολόγιο και ότι το ποσό είναι ψηλότερο απ' αυτό που ανέμενε και θα πρέπει να αποταθεί στην τράπεζα για δάνειο για την πληρωμή του, όμως την ίδια στιγμή ζήτησε την ανάλυση που έχει αναφερθεί ανωτέρω. Ως ο ίδιος εξήγησε πειστικά κατά την αντεξέταση του, δήλωσε ότι έλαβε γνώση του τιμολογίου και ζήτησε πιο ξεκάθαρη αναφορά. Είχε αγοράσει το αυτοκίνητο με δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα και επειδή το ποσό που ζητούσε ο εναγόμενος ήταν πολύ ψηλό, δεν είχε μετρητά στο χέρι και έτσι θα έπρεπε να πάει στην Τράπεζα και να ζητήσει περισσότερα χρήματα για να πληρώσει τον λογαριασμό. Ωστόσο, αμφισβητούσε το ποσό αυτό και ήξερε ότι το ίδιο θα έκανε και η Τράπεζα. Αναφορικά με το ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα ημερ.8/8/2011 (βλ. τεκμ.6), είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας βλέποντας τις φωτογραφίες (της μηχανής) που του έστειλε ο εναγόμενος την προηγούμενη ημέρα (βλ. τεκμ.7), ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι φανταστικό, μοιάζει με διαφορετικό αυτοκίνητο και έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι με το ηλεκτρονικό μήνυμα δεν δήλωσε ευχαριστημένος και ότι ήταν ικανοποιημένος που του είχαν σταλεί οι φωτογραφίες. Από την άλλη όμως, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι δεν προκύπτει εκ τούτου κάτι ουσιαστικό, ούτε τούτο είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Ο ενάγοντας άφησε το αυτοκίνητο του στο συνεργείο του εναγόμενου για να γίνουν κάποιες επιδιορθώσεις και βλέποντας κάποιες φωτογραφίες που του στάλθηκαν, προφανώς ικανοποιήθηκε. Μέχρι εδώ. Δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα κάτι συγκεκριμένο ή ότι για παράδειγμα στις φωτογραφίες φαίνονται συγκεκριμένα εξαρτήματα, τα οποία αντικαταστάθηκαν και έχουν συγκεκριμένη αξία, για να τοποθετηθεί. Πάντως, γίνεται αποδεκτό ότι ο ενάγοντας, μετά τις όποιες εργασίες είχαν γίνει στο αυτοκίνητο, δεν είχε την ευκαιρία να το επιθεωρήσει από κοντά και ούτε κλήθηκε να παραλάβει το αυτοκίνητο. Αν ο εναγόμενος τον καλούσε να το παραλάβει, ανεξάρτητα της διαφοράς που προέκυψε, η λογική υπαγορεύει ότι θα το έκανε. Δεν διαφεύγει επίσης ότι ο ενάγοντας, στην αντεξέταση του, αρνήθηκε ότι έλαβε αντίγραφο του τεκμηρίου 1(β). Όπως ανέφερε, ο εναγόμενος του την έδειξε, αλλά δεν πήρε αντίγραφο. Στην επανεξέταση του, διευκρίνισε ότι η κατάσταση στην οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 9 της δήλωσης του, είναι το συγκεκριμένο έγγραφο. Είναι σαφές ότι ο εναγόμενος, στις 16/9/2011, του απέστειλε το συγκεκριμένο έγγραφο. Το γεγονός ότι ανέφερε στην αντεξέταση του ότι είδε το έγγραφο αλλά δεν πήρε αντίγραφο, ενώ στην πραγματικότητα του είχε αποσταλεί, δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ο ενάγοντας, κατά την κρίση μου, έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατέθεσε με θετικό και πειστικό τρόπο. Επίσης, διαπιστώνω ότι από την αντεξέταση του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του μέχρι τέλους. Εν κατακλείδι, έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία του σφαιρικά, αποτελεί διαπίστωση μου ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και περιέγραψε πως ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην πραγματικότητα και κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του, με εξαίρεση τα σημεία που έχουν επισημανθεί ανωτέρω. Η όλη παρουσία του Εναγόμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήταν θετική. Παρατηρώντας προσεκτικά τον μάρτυρα ενώ κατέθετε, έγινε αντιληπτό ότι αυτός σκεφτόταν συνεχώς πριν απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και οι απαντήσεις του δεν ήταν πηγαίες. Από εκεί και πέρα, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και δεν παρουσίασε καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αντίθετα με την μαρτυρία του, που σε ορισμένα σημεία χαρακτηριζόταν από έλλειψη λογικής, άφησε κενά και σκιές σε διάφορα θέματα. Επίσης, αυτός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να απεμπλακεί από κάθε τι, το οποίο θεωρούσε ότι λειτουργεί σε βάρος του, παραποιώντας την πραγματικότητα και καταφεύγοντας σε ψεύδη. Αυτά βεβαίως έχουν ως αποτέλεσμα να πληγεί ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία του και γενικότερα η εκδοχή του. Πιο συγκεκριμένα:
  1. (α) Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου, εφόσον ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις του για παραλαβή του αυτοκίνητου και αφού τον ενημέρωσε σχετικά, τον Μάρτιο του 2012, τοποθέτησε το αυτοκίνητο σε παρακείμενο χωράφι, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει τι έγινε και ποιος το έχει πάρει. Ως ανέφερε κατά την αντεξέταση του, όταν μετακίνησε το αυτοκίνητο στο χωράφι, σ' αυτό βρίσκονταν τοποθετημένα τα εξαρτήματα που αγόρασε και εγκατέστησε σε αυτό και δεν πέταξε τίποτε. Το αυτοκίνητο ήταν εκεί και ο ενάγοντας, ο οποίος κρατούσε κλειδί, μπορούσε όποια ώρα ήθελε να το πάρει. Ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή με το αυτοκίνητο στο χωράφι, αφού είναι γεμάτο αυτοκίνητα και υπάρχει γρασίδι. Η όλη θέση του εναγόμενου, στερείται λογικής. Ο εναγόμενος προέβη σε κάποιες εργασίες στο αυτοκίνητο και στο πλαίσιο αυτό αγόρασε εξαρτήματα και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο, αν και τι ακριβώς έχει κάνει και τι εξαρτήματα τοποθέτησε δεν ανέφερε. Πως είναι δυνατόν να θέλει να γίνει πιστευτός, ότι την ώρα που αξίωνε ποσό €6.977,47.- και προέκυψε διαφωνία με τον ενάγοντα, ο οποίος δεν τον πλήρωσε, αυτός απλά εγκατέλειψε το αυτοκίνητο στο απέναντι χωράφι, χωρίς να έχει οπτική επαφή μαζί του, χωρίς να τον ενδιαφέρει τι θα γίνει και με τα εξαρτήματα που αγόρασε εγκατεστημένα σ' αυτό; Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, στις 16/7/2013, ανέφερε στον αστ.2777 Λεμονιάτη, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, ότι δεν δίνει το αυτοκίνητο γιατί δεν έχει εξοφληθεί ο λογαριασμός και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της ίδιας συνομιλίας, ανέφερε ότι δεν έχει το αυτοκίνητο, δεν ξέρει που βρίσκεται και δεν ήταν υπόχρεος να το προσέχει για 2 χρόνια. Στις 14/10/2013 δε, ο εναγόμενος, στο πλαίσιο προφορικής ανάκρισης, ανέφερε στον εν λόγω αστυφύλακα, ότι έχει αποσυναρμολογήσει το αυτοκίνητο και πούλησε τα εξαρτήματα σε διάφορα πρόσωπα, ενώ ο σκελετός πωλήθηκε σε εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων για ανακύκλωση, προκειμένου να εξασφαλίσει το οφειλόμενο ποσό. Ακολούθως, την ίδια μέρα, όταν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 11), σε κάθε ερώτηση που αφορούσε το αυτοκίνητο, απαντούσε «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο», κάτι που ήταν βέβαια δικαίωμα του. Από τα πιο πάνω, είναι βεβαίως σαφές ότι διαφορετική ήταν η εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, εν σχέση με ότι ανέφερε στον αστ. 2777 Λεμονιάτη, ανακρινόμενος προφορικά. (β) Επίσης, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο εναγόμενος ότι καλούσε τον εναγόμενο να παραλάβει το αυτοκίνητο και ότι σε κάποια στιγμή μάλιστα του ανέφερε ότι αν δεν παραλάβει το αυτοκίνητο, θα το τοποθετήσει σε παρακείμενο χωράφι και ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε. Εκτός βεβαίως του ότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου κρίνεται γενική και αόριστη, θεωρώ ότι αν πράγματι ειδοποιούσε τον ενάγοντα να παραλάβει το αυτοκίνητο του, δεν υπήρχε κανένας λόγος αυτός να μην το κάνει και δεν θα άφηνε το αυτοκίνητο του εγκαταλελειμμένο σ' ένα χωράφι. Ο ενάγοντας επί τούτου, ξεκάθαρα ανέφερε ότι αν είχε ενημερωθεί, θα πήγαινε να το παραλάβει.
  2. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι από τις έρευνες της Αστυνομίας, διαφάνηκε ότι δεν έχει καμία εμπλοκή με το αδίκημα που κατηγορείτο και παρόλο που η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, δεν μπόρεσε να αποδειχθεί τίποτε εναντίον του και αθωώθηκε και απαλλάχτηκε. Πέραν του ότι η θέση του αυτή από μόνη της δεν έχει λογική, υπό την έννοια ότι αν οι έρευνες της Αστυνομίας καταδείκνυαν ότι δεν εμπλέκεται, δεν θα καταχωρείτο υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος εδώ είπε ψέματα. Όταν ερωτήθηκε στην αντεξέταση του αν ακούστηκε μαρτυρία στην ποινική υπόθεση, απάντησε ότι δεν θυμάται, ενώ στη συνέχεια ζήτησε στοιχεία από τον συνήγορο του ενάγοντα, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν έγινε δίκη επί της ουσίας στην υπόθεση εκείνη. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει την απόφαση του Δικαστηρίου, είπε «Όχι, δεν γνωρίζω αυτά που λέει ο κύριος». Αυτή η συγκεχυμένη μαρτυρία του και το ότι από τη μια δηλώνει ότι αθωώθηκε και από την άλλη λέει ότι δεν θυμάται και δεν γνωρίζει, δεν ήταν τυχαία. Έλεγε ψέματα. Ως προκύπτει από άλλη μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή, ήτοι αυτή του αστ. 2777 Λεμονιάτη, η ποινική υπόθεση που είχε καταχωριστεί εναντίον του εναγόμενου ανεστάλη, λόγω απουσίας του παραπονούμενου. Από την ενημέρωση δε, της οποίας έτυχε ο εν λόγω αστυφύλακας, την ημέρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ποινική υπόθεση θα επανακαταχωρηθεί.
  3. (α) Ως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, το επίδικο αυτοκίνητο, με βάση την κατάσταση του, είχε μηδαμινή αξία. Από την αντεξέταση του, διαφάνηκε ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη για την αξία του αυτοκινήτου και η εν λόγω αναφορά του ήταν γενική και αόριστη. Την ίδια στιγμή, να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας, δεν αμφισβητήθηκε όταν ανέφερε ότι το αυτοκίνητο, όταν παραδόθηκε στον εναγόμενο, ήταν σε εξαιρετική κατάσταση και «...ήτανε χαμηλά τα μίλια και μηχανικά ασφαλές, είχε εξαιρετικό εσωτερικό και εξωτερικό και είχε και κάποιες άλλες προσαρμογές όπως DVD Player, έλεγχο για boost και μετρητή turbo.». Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν εξήγησε ποτέ τι ακριβώς έκανε στο αυτοκίνητο και στις 15/9/2011, ένα αυτοκίνητο μηδενικής αξίας, έφτασε στην εξαιρετική κατάσταση που ο ίδιος περιγράφει στο τεκμήριο 1(β) [βλ. Summary]. Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η θέση που υποβλήθηκε στον Τζιρκαλλή, ΜΕ1, από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγόμενου, δεν ήταν ότι το αυτοκίνητο, όταν παραδόθηκε στον εναγόμενο, ήταν μηδαμινής αξίας, αλλά ότι η αξία του αυτοκινήτου κατά τον εν λόγω χρόνο «.ήταν μικρότερη των 6.000 ευρώ», κάτι που βεβαίως δείχνει την αναξιοπιστία του εναγόμενου και της υπεράσπισης του, ως εκ της μη προβολή καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ δε ότι ακριβώς η αναφορά του εναγόμενου σε μηδαμινή αξία, έγινε στο πλαίσιο της προσπάθειας του να περιορίσει τις πιθανότητες να βρεθεί υπεύθυνος για το ποσό που αξιώνει ο ενάγοντας. (β) Περαιτέρω, παρά τη δήλωση του ότι έχει εξειδικευμένες γνώσεις στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, καθόλου δεν έπεισε για τούτο. Θεωρώ πως ένας τόσο καλός γνώστης, με εξειδικευμένες γνώσεις, θα μπορούσε ν' απαντήσει στην ερώτηση αν το επίδικο αυτοκίνητο, είναι αυτοκίνητο επιδόσεων, με αυξημένη ιπποδύναμη, είναι τετρακίνητο και έχει καλό σύστημα μετάδοσης, ούτως ώστε να εξασφαλίζει υψηλές επιδόσεις. Η απάντηση του εναγόμενου σε σχετική ερώτηση ήταν η εξής: «Δεν νομίζω να είμαι σε θέση να σου το απαντήσω αυτό». Επίσης, ως προς την άρνηση του ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είναι σήμερα συλλεκτικό, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι εκτός του ότι δεν προκύπτει να έχει τις γνώσεις για να εκφέρει άποψη επί τούτου του θέματος, ο ενάγοντας καθόλου δεν αντεξετάστηκε επί των όσων σχετικά ανέφερε για το συγκεκριμένο ζήτημα.
  4. Ήταν η θέση του, ως ήδη αναφέρθηκε, ότι ο ενάγοντας δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για το αυτοκίνητο του, παρόλο που ειδοποιήθηκε να το παραλάβει και γι' αυτό, τον Μάρτιο 2012, μετέφερε το αυτοκίνητο σε παρακείμενο χωράφι. Όμως δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ο ενάγοντας, μέσω του δικηγόρου του, απέστειλε στον εναγόμενο την επιστολή ημερ.6/10/2011, τεκμήριο 10, με την οποία ζητείτο να συζητηθεί το θέμα της χρέωσης και τον καθιστούσε υπεύθυνο για όποια ζημιά ή απώλεια ήθελε υποστεί. Όταν τέθηκε, κατά την αντεξέταση του, το θέμα της συγκεκριμένης επιστολής, παρατηρήθηκε μια διστακτικότητα από μέρους του ν' απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, από τις απαντήσεις του έγινε αντιληπτό ότι έλαβε την επιστολή και απλά δεν απάντησε σ' αυτήν. Τώρα γιατί δεν απάντησε και να καλέσει τον ενάγοντα, μέσω του δικηγόρου του, να παραλάβει το αυτοκίνητο, εφόσον κατά τον ίδιο υπήρξαν πολλές εκκλήσεις προς τον ενάγοντα χωρίς ανταπόκριση, μόνον ο ίδιος γνωρίζει.
  5. (α) Ο εναγόμενος, στην αντεξέταση του, συμφώνησε ότι όταν ήρθε το αυτοκίνητο στο συνεργείο, ετοιμάστηκε μια έκθεση, για τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν στο αυτοκίνητο, την οποία συζήτησε με τον ενάγοντα. Ως ανέφερε, ο ενάγοντας πρέπει να υπόγραψε την εν λόγω έκθεση, αλλά δεν θυμάται. Στη συνέχεια, όταν του τέθηκε ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον ενάγοντα στις 18/9/2011 (βλ. τεκμ.8), αναφέρει ότι ο ενάγοντας υπέγραψε την έκθεση (βλ. στο τέλος της 3ης παραγράφου), συμφώνησε. Ερωτώμενος που είναι η συγκεκριμένη έκθεση, αρχικά είπε ότι την κρατούν και στη συνέχεια ότι δεν γνωρίζει. (β) Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι έδωσε τα στοιχεία που ζήτησε ο ενάγοντας και πιο συγκεκριμένα ότι του τα είχε αποστείλει με ηλεκτρονικό μήνυμα. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα, απάντησε ότι δεν το έχει μαζί του. (γ) Επιπλέον, στην πρώτη παράγραφο του ίδιου ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ.18/9/2011 ανωτέρω, αναφέρει ότι κρατά λεπτομερείς σημειώσεις των συναντήσεων και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Όταν του ζητήθηκε να τα καταθέσει, έδειξε τη δικηγόρο του, χωρίς τελικά να κατατεθεί οτιδήποτε. (δ) Τέλος, ενώ ήταν η θέση του ότι στον ενάγοντα δεν εστάλησαν μόνον οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 7, αλλά πολύ περισσότερες, εν τέλει δεν παρουσίασε στοιχεία ότι έστειλε και άλλες φωτογραφίες στον ενάγοντα. Ας σημειωθεί ότι στην επανεξέταση του, δεν επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να κατατεθεί οποιοδήποτε έγγραφο, έκθεση ή ηλεκτρονικό μήνυμα και ούτε δόθηκε κάποια εξήγηση στο Δικαστήριο για το λόγο μη παρουσίασης των πιο πάνω εγγράφων. (ε) Τόσο η έκθεση που αναφέρθηκε, όσο και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, αν πράγματι εστάλησαν, και οι σημειώσεις των συναντήσεων και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, αποτελούν σημαντικά στοιχεία και θα μπορούσαν να καταδείξουν τι συμφωνήθηκε να γίνει στο αυτοκίνητο, την παρουσίαση στον ενάγοντα των στοιχείων που ζητούσε προκειμένου να δικαιολογηθεί το ποσό που του ζητείτο να πληρώσει, καθώς επίσης και τη συνεχή ενημέρωση του ενάγοντα για την πορεία των εργασιών και τι θα χρεωθεί, όπως ήταν η θέση του εναγόμενου. Το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν, χωρίς μάλιστα να δοθεί κάποια εξήγηση, θεωρώ ότι αφήνει σοβαρά κενά στη μαρτυρία του εναγόμενου και δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για την εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Προφανώς η έκθεση έχει αποκρυβή, για να μην φανεί τι συμφωνήθηκε, τα στοιχεία που ζητήθηκαν ουδέποτε στάλθηκαν και δεν γινόταν η ενημέρωση που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος.
  6. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ουδέποτε ανέφερε στην αρχή οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, γιατί δεν γνώριζε πόσο θα στοίχιζαν συνολικά οι εργασίες. Στην κατάθεση του τεκμήριο 11, ερωτήθηκε από τον αστυνομικό αν είπε στον ενάγοντα πόσο θα στοίχιζε και έδωσε την εξής απάντηση: «Του είπα με την πρώτη λίστα αλλά δεν θυμάμαι πόσα....» (βλ. ερώτηση και απάντηση αρ. 13). Συναφώς προκύπτει ότι η πιο πάνω αναφορά στη μαρτυρία του ήταν ψέμα, αφού στην κατάθεση του αποδέχεται ότι ανέφερε στον ενάγοντα αρχικά πόσο θα στοίχιζε η εργασία, κάτι που βεβαίως επιβεβαιώνει αυτό που ισχυρίστηκε ο τελευταίος. Και επειδή με την αναφορά πιο πάνω στην πρώτη λίστα, προφανώς μιλά για την ίδια έκθεση που έχει αναφερθεί προηγουμένως, ακριβώς θεωρώ πως ενισχύεται η διαπίστωση του Δικαστηρίου περί απόκρυψης της έκθεσης, προκειμένου να μην φανεί τι συμφωνήθηκε. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται ν' αναφερθεί οτιδήποτε άλλο. Η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και σε κάθε περίπτωση μη πειστική και γι' αυτό στην έκταση που αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία, δεν γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, βρίσκω ότι: O ενάγοντας, τον Μάρτιο του 2011, κατόπιν συνομιλίας που είχε με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι μηχανικός αυτοκινήτων και διατηρεί συνεργείο στα Λειβάδια, στη Λάρνακα, πήρε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ....20 στο συνεργείο του εναγόμενου για τη διενέργεια των απαραίτητων επιδιορθώσεων, ώστε να καταστεί κατάλληλο για να περάσει την επιθεώρηση του Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, καθώς επίσης και για την εκτέλεση κάποιων επιπλέον εργασιών που πρότεινε ο εναγόμενος. Κατόπιν συζήτησης που είχαν, ο εναγόμενος ανέφερε ότι οι επιδιορθώσεις θα στοίχιζαν €3.000.- περίπου και ο ενάγοντας, στις 20/5/2011, έλαβε απόδειξη προκαταβολής του ποσού των €2.000.-. Το αυτοκίνητο, όταν παραδόθηκε στον εναγόμενο, τον Μάρτιο του 2011, ήταν σε εξαιρετική κατάσταση και η αξία του ήταν €25.000-27.000.-. Ακολούθησε κάποια επικοινωνία και αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι προέβαινε σε επιδιορθώσεις και αναβαθμίσεις στο όχημα, χωρίς ν' αναφέρει στον ενάγοντα ότι η αρχική εκτίμηση του κόστους των επιδιορθώσεων έχει αλλάξει. Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο εναγόμενος κάλεσε τον ενάγοντα για να τον ενημερώσει ότι το όχημα ήταν σχεδόν έτοιμο για παραλαβή και ότι του όφειλε €6.977,47.-. Ο ενάγοντας αναρωτήθηκε γιατί το κόστος ήταν τόσο ψηλό και ο εναγόμενος θύμωσε. Ακολούθως, ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε περαιτέρω επιδιορθώσεις και του ζήτησε λεπτομερή κατάσταση των εκτελεσθείσων εργασιών και των εξαρτημάτων που τοποθετήθηκαν. Ο εναγόμενος, στις 16/9/2011, του απέστειλε κατάσταση, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή αφού περιλάμβανε μη συμφωνηθείσες εργασίες. Ο ενάγοντας προσφέρθηκε, μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 6/10/2011, να καταβάλει εύλογη αποζημίωση στον εναγόμενο για τις επιδιορθώσεις που είχε ζητήσει να γίνουν, έτσι ώστε να παραλάβει το αυτοκίνητο του, αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε και απαίτησε την πληρωμή του ποσού των €6.977,47.-, απειλώντας μάλιστα ότι θα αυξήσει το κόστος των υπηρεσιών που πρόσφερε. Ο ενάγοντας, στις 19/9/2011, υπέβαλε παράπονο/καταγγελία, ως καταναλωτής, στην Ευρωπαική Ένωση και τον Ιούλιο του 2013, κατήγγειλε την υπόθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας και μετά από επικοινωνία που είχαν με τον εναγόμενο, το όχημα δεν ανευρέθηκε. Στις 14/10/2013 δε, ο εναγόμενος, στο πλαίσιο προφορικής ανάκρισης του, ανέφερε στον αστ.2777 Λεμονιάτη, ότι έχει αποσυναρμολογήσει το αυτοκίνητο και πούλησε τα εξαρτήματα σε διάφορα πρόσωπα, ενώ ο σκελετός πωλήθηκε σε εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων για ανακύκλωση, προκειμένου να εξασφαλίσει το οφειλόμενο ποσό. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα στην αγόρευση του, ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν διαπραχθεί τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης πράγματος, της ιδιοποίησης και της παράνομης επέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία. Εξηγώ. Α. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (στο εξής ο Νόμος): « 37.-
(1)Παράvoμη κατακράτηση πράγματoς συvίσταται στηv παράvoμη κατακράτηση κιvητής ιδιoκτησίας από oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της.
(2)Σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη κατακράτηση πράγματoς τo βάρoς της απόδειξης ότι η κατακράτηση ήταv vόμιμη φέρει o εvαγόμεvoς. » Στην Πολ.Έφ.194/2010, Gabstore Trading Ltd v Μαιφώσιη, ημερ.30/3/2015, αναφέρθηκαν τα εξής: «.. Όσον αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης (άρθρο 37 του Κεφ. 148) προκειμένου αυτό να επιτελεσθεί θα πρέπει ο παρακρατών το πράγμα ν' αρνείται την επιστροφή του στον ενάγοντα ή να παρεμποδίζει τον ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτησης που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτό απαιτηθεί (βλ. Αστικά Αδικήματα, τόμος 1 των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελ. 123, 645, Sidki v. Drymiotis
(1962)C.L.R. 251, Panagyi v. Αρτεμίου κ.α.
(1976)JSC 1-4, σελ. 510). » Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελ. 123-125, αναφέρεται ότι το αδίκημα συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη της κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτό απαιτηθεί. Η παράνομη κατακράτηση πράγματος είναι συνεχιζόμενο αδίκημα και αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται κατά πρώτο την ημέρα της άρνησης του εναγόμενου να το επιστρέψει και συνεχίζεται μέχρι την παράδοση του πράγματος ή την έκδοση απόφασης. Το αδίκημα αφορά επέμβαση στο δικαίωμα κατοχής και έτσι δικαίωμα να ενάγει έχει το πρόσωπο που είτε κατέχει το αντικείμενο ή έχει δικαίωμα άμεσης κατοχής του, χωρίς η κυριότητα του αντικειμένου να είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Ο εναγόμενος δε, φέρει το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της κατακράτησης. Εν προκειμένω, ο ενάγοντας, πέραν από ιδιοκτήτης, ήταν και ο κάτοχος του επίδικου αυτοκινήτου ή και το πρόσωπο που είχε δικαίωμα σε άμεση κατοχή του. Ο εναγόμενος δε, προκύπτει ότι αρνήθηκε να επιστρέψει το αυτοκίνητο, το οποίο του είχε παραδοθεί προκειμένου να προβεί στις συμφωνηθείσες επιδιορθώσεις, προς τον ενάγοντα. Η μαρτυρία του εναγόμενου έχει απορριφθεί. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος αποσυναρμολόγησε το αυτοκίνητο και πώλησε τα εξαρτήματα και τον σκελετό, προκειμένου να εξασφαλίσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς κανένα δικαίωμα και παράνομα, κάτι που βεβαίως είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη αποστέρηση του από τον ιδιοκτήτη και νόμιμο κάτοχο του. Βρίσκω λοιπόν ότι ο εναγόμενος έχει διαπράξει το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης πράγματος. Ως προς τις θεραπείες που μπορεί να αποδώσει το Δικαστήριο, στη σελ. 124 του πιο πάνω Συγγράμματος, γίνεται παραπομπή σε νομολογία και αναφέρεται ότι η απόφαση μπορεί να έχει τρείς μορφές σχετικά με τη θεραπεία: (α) την αξία του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του, (β) επιστροφή του αντικειμένου ή πληρωμή της αξίας του και (γ) επιστροφή του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του. Ο υπολογισμός της αξίας πρέπει να γίνεται με αναφορά στην ημερομηνία της απόφασης και όχι στην ημερομηνία της άρνησης επιστροφής του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος επιστροφής και το Δικαστήριο θα αποδώσει την αξία του αντικειμένου. Ως ανέφερε ο ΜΕ1, η αξία του αυτοκινήτου περί τον Σεπτέμβρη του 2011 ήταν €25.000-27.000.-. Για τους λόγους που έχει εξηγήσει δε, τα αυτοκίνητα αυτά σήμερα είναι περιζήτητα και όχι μόνον κρατούν την τιμή τους, αλλά οι τιμές τους ανέβηκαν. Με αυτά υπόψη θα επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των €25.000.- που αξιώνει. Β. Το άρθρο 39 του Νόμου, έχει ως εξής: « 39. Iδιoπoίηση συvίσταται σε παράvoμη φυσική πράξη η oπoία επηρεάζει κιvητή ιδιoκτησία και εδραιώvει αξίωση vα χειρίζεται αυτή με τρόπo ασυμβίβαστo με τα δικαιώματα oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της. » Όπως το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης ανωτέρω, έτσι και το συγκεκριμένο αστικό αδίκημα επηρεάζει και στρέφεται εναντίον του νόμιμου δικαιώματος κατοχής κινητής ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου. Τα συστατικά του αδικήματος είναι: (α) η παράνομη πράξη σε σχέση με το πράγμα και (β) ο επηρεασμός του πράγματος ως αποτέλεσμα της πράξης που εδραιώνει αξίωση χειρισμού του πράγματος με τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα του κατόχου. Το αδίκημα της ιδιοποίησης διαπράττεται με μια μόνη πράξη. Το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί, μεταξύ άλλων, με αφαίρεση του αντικειμένου από την κατοχή του ιδιοκτήτη παράνομα, με σκοπό της άσκηση κυριότητας (κλοπή) ή με καταστροφή της ιδιοκτησίας παράνομα και με πρόθεση. Βλ. το Σύγγραμμα ανωτέρω, σελ. 126-127. Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 18η έκδοση, Κεφ.14, παρ.14-10, αναφέρεται ότι οι κυριότεροι τρόποι με τους οποίους μπορεί να λάβει χώρα η ιδιοποίηση, είναι οι ακόλουθοι: « (
  1. a)when property is wrongfully taken or received by someone not entitled to do so, (
  2. b)when it is wrongfully parted with, (
  3. c)when it is wrongfully sold, even without delivery, so as to pass good title to the buyer, (
  4. d)when it is wrongfully retained, (
  5. e)when it is so dealt with, or so neglected by a bailee, that it is destroyed or otherwise totally lost to the person entitled, and (
  6. f)possibly, when it is so dealt with that the manner of dealing constitutes a denial of title in the person entitled, dial dealing being otherwise than the modes previously mentioned. » Στο δε σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 17η έκδοση, παρ. 17.6, σελ. 595 επ., επεξηγείται πότε μπορεί να συντελεστεί το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης και καταγράφονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «.......the wrong is committed by dealing with the goods of a person which deprives him of the use or possession of them. Thus it may be committed by wrongfully taking possession of the goods ...... or simply by wrongfully refusing to give them up when demanded. At common law there must be some deliberate act depriving the claimant of his rights: if this element was lacking there is no conversion.» Ο ενάγοντας παρέδωσε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο, μόνον για σκοπούς των επιδιορθώσεων που συμφωνήθηκαν. Νοείται ότι ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να διατηρεί το όχημα στο συνεργείο του και να το επιστρέψει στον ενάγοντα, ιδιοκτήτη και νόμιμο κάτοχο του, μόλις γίνονταν οι συμφωνηθείσες επιδιορθώσεις και ο τελευταίος το απαιτούσε. Ο εναγόμενος δεν επέστρεψε το όχημα στον ενάγοντα και αποστέρησε τον τελευταίο οριστικά από το δικαίωμα κατοχής του. Το γεγονός ότι αποσυναρμολόγησε το αυτοκίνητο και πώλησε τα εξαρτήματα, είναι σαφές ότι ενήργησε χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα και παράνομα, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του νόμιμου κατόχου και δικαιούχου του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα την οριστική αποστέρηση του ενάγοντα από την ιδιοκτησία του και την κατοχή του αυτοκινήτου. Συναφώς το αδίκημα έχει διαπραχθεί. Οι θεραπείες που μπορεί να αποδώσει το Δικαστήριο, είναι ουσιαστικά ίδιες με το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Ο υπολογισμός της αξίας της κινητής ιδιοκτησίας γίνεται με αναφορά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ή την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έλαβε γνώση της ιδιοποίησης και όχι με αναφορά στην ημερομηνία της απόφασης. Βλ. το Σύγγραμμα ανωτέρω, σελ. 128-129. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1 και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν αλλάζει οτιδήποτε από πλευράς του ποσού που θα επιδικαζόταν στον ενάγοντα με βάση το συγκεκριμένο αδίκημα. Γ. Τέλος, το άρθρο 44 του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: « 44.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε κιvητή ιδιoκτησία συvίσταται- (α) σε παράvoμη διατάραξη της ιδιoκτησίας αυτής ή σε παράvoμη παρέμβαση σε αυτή͘ ή (β) σε oπoιαδήπoτε παράvoμη πράξη η oπoία ευθέως πρoκαλεί ζημιά σε αυτή, εφόσov η διατάραξη ή η παρέμβαση αυτή πρoκλήθηκε ή η πράξη αυτή τελέστηκε από κάπoιo πρόσωπo.
(2)Σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε κιvητή ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. » Το συγκεκριμένο αδίκημα είναι η εκ προθέσεως ή λόγω αμέλειας παρέμβαση στην κατοχή κινητών από κάποιο πρόσωπο. Η παρέμβαση πρέπει να είναι άμεση και βίαια, αλλά και απλό άγγιγμα μπορεί να ισοδυναμεί με παράνομη επέμβαση. Το αδίκημα είναι αγώγιμο per se: δεν απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Παράλειψη δεν εγείρει αγώγιμο δικαίωμα, εκτός αν αυτή έγινε με πρόθεση ή με αμέλεια. Η παράνομη επέμβαση είναι ουσιαστικά αδίκημα κατά της κατοχής και όχι της κυριότητας. Έτσι ο ενάγων πρέπει πρώτα ν' αποδείξει ότι είχε κατοχή των κινητών κατά το χρόνο της επέμβασης. Βλ. το Σύγγραμμα ανωτέρω, σελ. 136-137. Επίσης, βλ. Clerk and Lindsell on Torts ανωτέρω, Κεφ.14, παρ.14-134 επ. Θεωρώ ότι η ενέργεια του εναγόμενου ν' αποσυναρμολογήσει το αυτοκίνητο και να πωλήσει τα εξαρτήματα, χωρίς κανένα δικαίωμα, ήταν παράνομη και είχε ως αποτέλεσμα την μόνιμη αφαίρεση της κατοχής από τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα το αδίκημα να έχει διαπραχθεί. Πέραν του ποσού της αξίας του αυτοκινήτου, ο ενάγοντας, κατά την κρίση μου, δικαιούται και σε επιστροφή του ποσού των €2.000.- που κατέβαλε ως προκαταβολή. Ο ενάγοντας παρέδωσε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο, προκειμένου να προβεί στις συμφωνηθείσες επιδιορθώσεις και να του το επιστρέψει. Στο πλαίσιο αυτό, συμφωνήθηκε ότι θα πληρωθεί το ποσό των €3.000 και ο ενάγοντας κατέβαλε το εν λόγω ποσό των €2.000.- ως προκαταβολή. Επρόκειτο περί ενιαίας συμφωνίας ή και συμφωνίας πλήρους εκπλήρωσης και συνεπώς ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να εκπληρώσει στο ακέραιο και εξ' ολοκλήρου τις υποχρεώσεις του, για να δικαιούται της συμφωνηθείσας αμοιβής. Ο εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας τους, ως αναφέρεται ανωτέρω, δεν επέστρεψε το αυτοκίνητο στον ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία από πλευράς του εναγόμενου, θεωρώ ότι ο τελευταίος δεν δικαιούται οποιαδήποτε αμοιβή και θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό που έλαβε, δηλαδή το ποσό των €2.000.- (βλ. το σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β', σελ. 647-657, Cutter v. Powell
(1975)6 T.R. 320 και Sumpter v. Hedges
(1898)1 Q.B. 673). Η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν έχει περιθώριο επιτυχίας. Τόσο με βάση όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, αλλά και επειδή σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος ουδόλως απέδειξε ότι εκτέλεσε συγκεκριμένες εργασίες, συγκεκριμένης αξίας ή προέβη στην αγορά εξαρτημάτων / ανταλλακτικών και γενικότερα δεν παρουσίασε στοιχεία των ισχυριζόμενων εργασιών -ούτε καν το τιμολόγιο δεν παρουσιάστηκε-, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η ανταπαίτηση, ως αβάσιμη, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπερ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €27.000.-, πλέον νόμιμο τόκο από 6/3/2014 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης είναι κοινά, ο ενάγοντας ένα σετ εξόδων θα δικαιούται. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.