← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. DERILIO INVESTEMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 69/21, 18/11/2022

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. DERILIO INVESTEMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 69/21, 18/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 69/21 (i-justice) ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναγόντων Και DERILIO INVESTEMENTS LTD Εναγόμενων Αίτηση ημερ.18/2/2022 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 18/11/2022 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Χ. Σιακαλλή για Γιώργος Βασιλείου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή τους, αξιώνουν απόφαση εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €5.935,88.-, πλέον €38 έξοδα προειδοποιητικής επιστολής, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπεύθυνο για την εγκαθίδρυση, συντήρηση και λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος της Λάρνακας. Οι ενάγοντες δε, έχουν εξουσία με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους και Κανονισμούς, να επιβάλλουν στους ιδιοκτήτες και ή κατόχους ακινήτου ιδιοκτησίας, μέσα στα όρια της περιοχής τους, οι οποίοι εξυπηρετούνται ή και πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχετεύσεων λυμάτων ή επωφελούνται και ή πρόκειται ή και μπορούν να εξυπηρετηθούν από τα έργα αυτά, τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις για τη μη έγκαιρη εξόφληση των τελών. Οι εναγόμενοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν ιδιοκτήτες και ή κάτοχοι της ακίνητης περιουσίας που περιγράφεται και η οποία βρίσκεται εντός των ορίων δικαιοδοσίας των εναγόντων. Η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία εξυπηρετείται και ή πρόκειται να εξυπηρετηθεί από το σύστημα αποχετεύσεων λυμάτων των εναγόντων. Με βάση τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στους ενάγοντες ως αποχετευτικά τέλη και ή επιβαρύνσεις, το ποσό των €5.935,88, το οποίο αντιστοιχεί στα τέλη των ετών 2009 έως και

  1. Οι εναγόμενοι παρά το ότι οχλήθηκαν από τους ενάγοντες και ή τους δικηγόρους τους με επιστολή ημερ. 2/11/2021, αλλά και με άλλες προφορικές και ή γραπτές οχλήσεις, αρνήθηκαν και ή αμέλησαν να πληρώσουν το πιο πάνω ποσό και το οφείλουν μέχρι σήμερα. Οι εναγόμενοι, δεν έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση. Η επίδικη αίτηση Οι Ενάγοντες, με την επίδικη αίτηση τους, ζητούν συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 και Δ.48, θ.1-4 και
  2. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της Κωνσταντίας Παύλου Λεοντίου, η οποία είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, κατέχοντας τη θέση της βοηθού γραμματειακού λειτουργού. Ως αναφέρει έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως αναφέρει ότι έχει αναγνώσει την έκθεση απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό και αληθινό και το υιοθετεί πλήρως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Οι εναγόμενοι αληθώς οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €5.935,88.- ως αποχετευτικά τέλη και ή επιβαρύνσεις. Η μάρτυρας δε, επισυνάπτει κατάσταση οφειλόμενων, ως τεκμήριο Α και αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 2/11/2021, ως τεκμήριο Β. Μετά την έγερση της αγωγής, οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό έναντι του χρέους τους και ως εκ τούτου εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο και οφειλόμενο, το ποσό που φαίνεται στην έκθεση απαίτησης. Αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής, ότι οι εναγόμενοι ουδεμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή και γι' αυτό ζητά την έκδοση απόφασης. Η ένσταση Η πλευρά των εναγόμενων αντέδρασε στην αίτηση, καταχωρώντας ένσταση. Στην ένσταση καταγράφονται 17 λόγοι ένστασης. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όλους τους λόγους ένστασης. Οι κύριοι λόγοι ένστασης προκύπτουν από όσα αναφέρονται στην ΕΔ που υποστηρίζει την ένσταση, σύνοψη της οποίας παρατίθεται κατωτέρω. Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.1 (α), 2, 3, 6, 9 και 39, Δ.48, θ.1-4, 8 και 9, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 15 και 30, στον περί Βεβαιώσεων και Εισπράξεως Φόρων Νόμο, άρθρα 2 και 37, στον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο, άρθρο 30, στους περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμούς, Κανονισμοί 2, 31-38, στη νομολογία καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Χρίστου Αυξεντίου, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγόμενων. Ως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ για όσα θέματα είναι νομικής φύσεως έχει πάρει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Με την ΕΔ του υιοθετεί το περιεχόμενο και τους λόγους ένστασης και εξ΄ όσων γνωρίζει και τυγχάνει συμβουλής από τους δικηγόρους του, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ισχυρίζεται δε προς υπεράσπιση του, ως ο ίδιος αναφέρει, τα ακόλουθα: « ......... 5.
  3. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα. 5.
  4. H Εναγόμενη έχει στην ιδιοκτησία της το επίδικο υποστατικό για το οποίο επιβλήθηκε το ποσό των €5.935,88 ως αποχετευτικά τέλη και/ή επιβαρύνσεις. 5.
  5. Αγνοώ και συνεπώς απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών ημερ. 18/02/
  6. 5.
  7. Αρνούμαι και απορρίπτω το σύνολο των ισχυρισμών των παραγράφων 3 και 4, της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Κωνσταντίας Παύλου Λεοντίου ημερ.18/02/2022, ως αβάσιμους και αναληθείς και αναφέρω τα ακόλουθα: 5.
  8. Έχω μελετήσει την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «Α» στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών ημερ. 18/02/2022 και αρνούμαι κατηγορηματικά την αξίωση των Εναγόντων για δήθεν οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγόμενων ύφους €5.935,88 και αμφισβητώ το ύψος του αξιωμένου από του Ενάγοντες ποσού. 5.
  9. Οι ενάγοντες καθόρισαν αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, καθότι στηρίχθηκαν σε λανθασμένη μεθοδολογία και τρόπο υπολογισμού. 5.
  10. Εξ 'όσων κάλλιον γνωρίζω και εξ' όσων με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου, οι ενάγοντες αναφέρονται σε τέλη αποχέτευσης, χωρίς να προσδιορίζουν τί περιλαμβάνονται στα ποσά αυτά, πάνω σε ποιες διοικητικές πράξεις εδράζονται και πώς υπολογίστηκαν. 5.
  11. Η εναγόμενη καταχώρισε τη προσφυγή με αριθμό 1689/2022, με την οποία αμφισβητεί την εγκυρότητα της απόφασης των εναγόντων να επιβάλουν τα σχετικά τέλη. Εξ 'όσων πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου, η ύπαρξη της προσφυγής αναστέλλει το δικαίωμα των εναγόντων να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά. Περαιτέρω οι χρεώσεις είναι αυθαίρετες και παράνομες και οι ενάγοντες δεν απέδειξαν πώς προκύπτουν τα αξιούμενα ποσά ή πώς σχετίζονταν με τις αποφάσεις τους για επιβολή αποχετευτικών τελών. Οι ενάγοντες χρεώνουν κατά το δοκούν, αφού οι αξίες που έλαβαν υπόψη είναι λανθασμένες. Επίσης τα ισχυριζόμενα τέλη δεν κατέστησαν πληρωτέα για τον λόγο ότι δεν δημοσιεύτηκαν και σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες. 5.
  12. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α, την καταχωρηθείσα από την Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση, Προσφυγή υπ΄ αρ.1689/
  13. 5.
  14. Από νομική συμβουλή που λαμβάνω από τους Δικηγόρους μου, δεν δικογραφείται η διοικητική πράξη στην βάση της οποίας έγινε η επιβολή τέλους ώστε να γνωρίζει η εναγόμενη πώς να υπερασπισθεί. Περαιτέρω, δεν έχει εκδοθεί ποτέ έγκυρη και δεσμευτική πράξη που να καθιστά οριστικά πληρωτέο οποιοδήποτε ποσό από την εναγόμενη και περαιτέρω η εναγόμενη έχει προσβάλει τη διοικητική πράξη σε ό,τι αφορά αποχετευτικά τέλη για το έτος 2022 (συμπεριλαμβανομένων των καθυστερήσεων στον Δήμο Λάρνακας, στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο με την υπ' αρ. Υπόθεσης 1689/2022 όπου εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση της Προσφυγής. 5.
  15. Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου, προτού οριστικοποιηθεί η διοικητική διαδικασία επιβολής τέτοιων τελών, δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων ή και οποιουδήποτε, εναντίον της εναγόμενης. 5.
  16. Επιφυλάσσω το δικαίωμα μου προς απόδειξη των ισχυρισμών των παραγράφων 3 και 4 κατά το στάδιο Ακρόασης της Αγωγής, αφού εξ όσων με ενημέρωσαν οι δικηγόροι μου οι ισχυρισμοί γεγονότων δεν μπορούν να αποφασίζονται στα πλαίσια για συνοπτική απόφαση. Όπως μου εξήγησαν οι δικηγόροι μου, η παρούσα διαδικασία δεν είναι η πρέπουσα όπου το Δικαστήριο μπορεί ή θα πρέπει να καταλήξει ως προς την ορθότητα αντικρουόμενων ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν. 5.
  17. Συνεπεία των πιο πάνω, η Εναγόμενη αρνείται την ορθότητα των χρεώσεων στην εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού. 5.
  18. Αρνούμαι ρητώς ότι παρέλαβα την επιστολή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «Β» που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ημερ. 18/2/2022 που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών ιδίας ημερομηνίας και αναφέρω περαιτέρω ότι ουδέποτε μου απεστάλη η ρηθείσα επιστολή ημερ.02/11/
  19. 5.
  20. Περαιτέρω αναφέρω ότι, ουδέποτε οχλήθηκα από τους Ενάγοντες ότι οφείλω οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με τα τέλη αποχετεύσεως. 5.
  21. H Εναγόμενη εταιρεία επιφυλάσσει το δικαίωμα της προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών στα πλαίσια διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας όπου το Σεβαστά Δικαστήριο θα επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας.
  22. Όπως με πληροφόρησαν οι δικηγόροι μου, η κατάσταση λογαριασμού δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία και υπάρχει για να συνεκτιμηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας. H κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί απόδειξη γεγονότων καθότι πρέπει να αποδειχθεί όταν οδηγηθεί η παρούσα υπόθεση σε κανονική δίκη επί της ουσίας, αφού οι ισχυρισμοί των γεγονότων δεν μπορούν να αποφασίζονται στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση.
  23. Επιπλέον, το πρόσωπο που ορκίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρότι είναι βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός των Εναγόντων, δεν είναι σε θέση να έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και με την ένορκη της δήλωση δεν ορκίζεται θετικά σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσης ούτε σε σχέση με το ποσά που αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ούτε και μπορεί να ισχυριστεί ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση. Ο Ενάγοντας / Αιτητής με την Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, δεν αναφέρετε σε πραγματικά γεγονότα αφού απλά και μόνο αναφέρει και επαναλαμβάνει τα όσα αναγράφονται στα ίδια τα έγγραφα που επισυνάπτονται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 18/2/
  24. Το γεγονός και μόνο της επισύναψης κατάστασης λογαριασμού δεν συνεπάγεται και οφειλόμενο ποσό στο ύψος που αξιώνουν οι Ενάγοντες, αφού στα πλαίσια της Ακροαματικής διαδικασίας θα αποδειχθούν οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι με μια απλή ανάγνωση των όσων αναλύονται πιο πάνω προκύπτουν πραγματικά ζητήματα που το κατάλληλο στάδιο εκδίκασης τους είναι σε κανονική δίκη με την παρουσίαση ολοκληρωμένης μαρτυρίας ώστε να δοθούν λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, η απάντηση στην αξίωση εγείρει θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να της δώσει το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση. » Καταλήγοντας, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από όσα εκτίθενται στην αίτηση δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ξεκάθαρα γεγονότα υπέρ των εναγόντων, ενώ έχει καταδειχθεί μια πραγματική και καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, την οποία θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να προβάλουν. Οι εναγόμενοι δε, έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που είναι ικανοποιητικά για να τους παρασχεθεί το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις Οι θέσεις των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους. Οι αγορεύσεις σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να παραθέσω εδώ ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας*, ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- * Ord. 18, r.
  25. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 CLR 130, στη σελ.133 και Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (
  1. b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  2. so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος, σχετική είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Εξέταση της αίτησης Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο οι Ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 29/12/2021, ενώ οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 7/2/
  1. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση ορκίζεται η Λεοντίου, η οποία είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και κατέχει τη θέση της βοηθού γραμματειακού λειτουργού. Ως η ίδια αναφέρει, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Η μάρτυρας δεν έχει αντεξεταστεί, προκειμένου να καταρριφθεί η θέση της περί θετικής γνώσης των γεγονότων. Από εκεί και πέρα, προκύπτει από τη μαρτυρία της, συνδυαστικά με τα έγγραφα που καταθέτει, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν ποσό €5.935,88, το οποίο αντιστοιχεί στα τέλη των ετών 2019, 2020 και
  2. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι το ποσό αντιστοιχεί στα έτη 2019 και 2020, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι το ποσό που αξιώνεται εκ €5.935,88.-, συμπεριλαμβάνει και τα τέλη του 2021 και τούτο προκύπτει τόσο από την κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. Α στην αίτηση), εις την οποία ακριβώς αναφέρεται το ποσό που αξιώνεται με την έκθεση απαίτησης και φαίνεται ότι σε αυτό περιλαμβάνονται τα τέλη των ετών 2019, 2020 και 2021, όσο και από το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων (τεκμ. Β στην αίτηση). Στο θέμα αυτό επανέρχομαι στην κατάληξη μου κατωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, η ενόρκως δηλούσα επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και τις αξιώσεις και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στους Εναγόμενους να δείξουν ότι έχουν κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτουν γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την υπόθεση. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία του Αυξεντίου και όσα θέτει μέσω της ένορκής του δήλωσης, θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: (α) Οι αποφάσεις των εναγόντων, με τις οποίες καθορίστηκαν τα αποχετευτικά τέλη για τα επίδικα έτη, ήτοι 2019, 2020 και 2021 και γνωστοποιήθηκαν στις σχετικές ΚΔΠ (που κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου είναι συγκεκριμένα οι υπ' αρ. 166/19, 404/20 και 265/21 αντίστοιχα), αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή (βλ. Kanika Hotels Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169, Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεών Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311 και Lordos Hotels (Holdings) Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου κ.α.
(2004)3 ΑΑΔ 188). Παρεμβάλλω εδώ ότι η μη δικογράφηση των εν λόγω διοικητικών πράξεων, δεν θεωρώ ότι έχει κάποια ουσιαστική σημασία. (β) Μετά τις εν λόγω αποφάσεις, ακολούθησε, από πλευράς εναγόντων, η «μηχανική εργασία της αντιστοίχησης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε». Βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2424, Αρχή Λιμένων Κύπρου v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, ημερ. 17/05/2000,
(2000)3 ΑΑΔ 311, αλλά και την Lordos Hotel (Holdings) Ltd ανωτέρω (βλ. όσα αναφέρθηκαν στην πρώτη και δεύτερη ενότητα). Στους εναγόμενους επιβλήθηκαν, για τα έτη 2019, 2020 και 2021, τα τέλη που εδώ αξιώνονται. (γ) Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι τους απεστάλη και ότι παρέλαβαν την επιστολή ημερ. 2/11/2021 (η αναφορά του Αυξεντίου σε ημερ. 2/11/2022 προφανώς έγκειται σε λάθος). Επίσης αρνούνται ότι οχλήθηκαν οποτεδήποτε από τους ενάγοντες, ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Η θέση βεβαίως του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων στην γραπτή του αγόρευση, ότι η επιστολή εστάλη με ιδιώτη επιδότη και την παρέλαβε ο Αυξεντίου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν μπορεί να προσφέρεται μαρτυρία μέσω αγόρευσης. Σε κάθε περίπτωση όμως η ουσία δεν αλλάζει. Οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις δεν έχουν προσβληθεί, ούτε μετά την καταχώρηση και επίδοση της παρούσας αγωγής προς τους εναγόμενους στις 25/1/
  1. Αν οι εναγόμενοι δεν έλαβαν ποτέ προηγουμένως γνώση των ποσών που αξιώνονται εναντίον τους, τα οποία αμφισβητούν, διερωτάται κανείς γιατί μετά την καταχώρηση της αγωγής, δεν προέβησαν στην καταχώρηση προσφυγής εντός 75 ημερών και να ισχυριστούν ακριβώς ότι έλαβαν γνώση με την αγωγή και όχι προηγουμένως. Πάντως η προσφυγή με αριθμό 1689/2022 (βλ. το τεκμήριο Α στην ένσταση), με βάση την οποία ο Αυξεντίου λέει ότι αμφισβητούνται τα σχετικά τέλη, δεν έχει καμία σχέση με τα επίδικα τέλη, αλλά με τέλη που φαίνεται να επιβλήθηκαν για το έτος
  2. Ανεξάρτητα τούτου, η θέση που προβάλλει περί αναστολής του δικαιώματος των εναγόντων να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά ενόσω εκκρεμεί η προσφυγή του, είναι εσφαλμένη. (δ) Αν ήθελαν λοιπόν οι εναγόμενοι ν' αμφισβητήσουν τις γνωστοποιήσεις ή και τις διοικητικές πράξεις για οποιοδήποτε λόγο, θα έπρεπε, εντός της προθεσμίας που καθορίζει το άρθρο 146 του Συντάγματος, ν' αποταθούν στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο. Αυτό ήταν το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο για να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα των πράξεων αυτών, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία (βλ. Kanika Hotels Ltd ανωτέρω και Ε.Ο.Ε Tourist Enterprises Ltd v. Συμβούλιον Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)3 ΑΑΔ 441). Εφόσον οι αποφάσεις για επιβολή των τελών δεν προσβλήθηκαν και δεν ακυρώθηκαν, τα τέλη αυτά θεωρούνται δεδομένα και δεν μπορούν τώρα ν' αμφισβητηθούν. Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2010, AOMM ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ημερ. 11 Ιουλίου 2014, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9). Η πιο πάνω νομική προσέγγιση απλοποιεί και την κατάληξή μας σε σχέση με τους υπό αναφορά λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίων είναι αναπόφευκτη. Οι Εφεσείοντες στόχευαν, μέσω του διαγραφέντος δικογράφου τους, στην αμφισβήτηση, ουσιαστικά, της απόφασης των Εφεσιβλήτων για επιβολή τέλους θεάματος και ανάλογης επιβάρυνσης. Επιχείρησαν ένδικη ανατροπή διοικητικής πράξης, υπερφαλαγγίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατ΄ακολουθία του άρθρου 146 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης. Μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι ακύρωσης ή ανάκλησής της. Η υπό εξέταση ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Ως απόρροια, συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα και παρείχε, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των οφειλόμενων τελών. Αξίωση χρηματικής μεν μορφής, η οποία όμως στηριζόταν σε προηγηθείσα διοικητική πράξη.» (ε) Συναφώς, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί, μη έχοντας εξουσία να το πράξει, με τους ισχυρισμούς του Αυξεντίου περί αυθαίρετων, αδικαιολόγητων και παράνομων ποσών, οι οποίοι ούτως ή άλλως ελέγχονται ως γενικοί και αόριστοι. Κοντολογίς, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να προβάλουν οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τα επιβληθέντα αποχετευτικά τέλη. Με αυτά υπόψη, υπό τις περιστάσεις θεωρώ πως οι εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει υπεράσπιση ή γεγονότα τέτοια, τα οποία αν μη τι άλλο να κρίνονται επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, θεωρώ πως έχουν απαντηθεί οι λόγοι ένστασης. Ότι χρειάζεται μόνον να λεχθεί εδώ, είναι πως δεν έχει καταδειχθεί, έστω εκ πρώτης, ότι η αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά ή καταπιεστικά έναντι των εναγόμενων (βλ. λόγο ένστασης αρ.7). Οι ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα, καταχώρησαν την επίδικη αίτηση, ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης και όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Κατάληξη Συναφώς, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων, ως οι αξιώσεις της παραγράφου 7 Α, Β και Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση. Ένεκα των όσων αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο της απόφασης ανωτέρω, για την αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε οφειλόμενα τέλη για τα έτη 2019 και 2020, αντί για τα έτη 2019, 2020 και 2021, οι ενάγοντες, εντός 10 ημερών, να καταχωρήσουν τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, με την οποία ν' αντικαθιστούν τον αριθμό «2020» στην παράγραφο 5, με τον αριθμό «2021», προκειμένου ακριβώς να προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι το ποσό που αξιώνεται και τελικά αποδίδεται στους ενάγοντες με την παρούσα, αντιστοιχεί «.στα τέλη των ετών 2019 έως και 2021». Δίνονται οδηγίες όπως μην συνταχθεί η απόφαση, μέχρι τη συμμόρφωση των εναγόντων με την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.