← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΥ ΠΙΤΣΙΛΛΗ ν. ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, Αρ. Αγωγής: 274/2022, 6/12/2022

ΜΑΡΙΟΥ ΠΙΤΣΙΛΛΗ ν. ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, Αρ. Αγωγής: 274/2022, 6/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 274/2022 (i-justice) ΜΕΤΑΞΥ: ΜΑΡΙΟΥ ΠΙΤΣΙΛΛΗ Ενάγοντα και ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ Εναγόμενου Αίτηση ημερ.7/7/2022 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 6/12/2022 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Ο ενάγοντας, με την παρούσα αγωγή του, ζητά διάταγμα με το οποίο ν' αναγνωρίζεται ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο κατάστημα, διάταγμα έξωσης του εναγόμενου από το κατάστημα και διάταγμα παράδοσης στον ενάγοντα ελεύθερης κατοχής του καταστήματος. Επίσης, ζητά αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση και προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς, ζητά την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω, εγείρει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα, ζητώντας διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι ο ενάγοντας επενέβη παράνομα επί του καταστήματος και περαιτέρω ποσό €3.800.- για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη, ένεκα της συμπεριφοράς του ενάγοντα, ως επίσης γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η επίδικη αίτηση Ο Ενάγοντας, με την επίδικη αίτηση του, ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου ως οι αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.1-9, Δ.48, θ. 1-12 και Δ.64, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, άρθρο 43 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Ενάγοντα. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως ακολούθως. Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου καταστήματος, το οποίο ενοικίαζε μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 στη Rossitza, σύζυγο του εναγόμενου (βλ. τεκμήρια Α και Β). Τον Απρίλιο του 2021, η τελευταία τον ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να τερματίσει την ενοικίαση και στις 16/5/2021, αφού αυτή εξόφλησε τα ενοίκια που όφειλε μέχρι την 30/4/2021, υπέγραψε δήλωση για την παράδοση της κατοχής του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του και δήλωνε περαιτέρω ότι δεν έχει καμία απαίτηση εναντίον του (βλ. τεκμήριο Γ). Ο εναγόμενος συνέχισε να παραμένει στο κατάστημα παράνομα και χωρίς άδεια, η προσπάθεια που έγινε για σύναψη συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου απέτυχε και ο τελευταίος αρνείται να επιστρέψει την κατοχή του υποστατικού. Τον Αύγουστο του 2021, κάτω από τις συνθήκες που εξηγεί, παρέλαβε την κατοχή του καταστήματος, αλλά ο εναγόμενος εισήλθε ξανά στο κατάστημα και έλαβε την κατοχή του. Λόγω της παράνομης επέμβασης του εναγόμενου επί του καταστήματος και κατ' επέκταση της αποστέρησης του από το να το χρησιμοποιεί και να το καρπούμαι, υφίσταται ζημιά ίση με το αγοραίο ενοίκιο ύψους €830.- μηνιαίως, ποσό το οποίο αξιώνει από την 1/5/2021, ημερομηνία της παράνομης επέμβασης του εναγόμενου, μέχρι την παράδοση της κατοχής του καταστήματος. Ο εναγόμενος αρνείται να επιστρέψει το επίδικο κατάστημα και επεμβαίνει σε αυτό παράνομα, χωρίς την άδεια του. Η ένσταση Η πλευρά του εναγόμενου αντέδρασε στην αίτηση, καταχωρώντας ένσταση, στην οποία καταγράφονται 15 λόγοι ένστασης, που είναι οι ακόλουθοι: «

  1. Ο Ενάγοντας-Αιτητής με τα όσα αναφέρει στην αίτηση του ημερομηνίας 07/07/2022 και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Δ.18 Θ.1 (α) του περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμού και/ή τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος για την Ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
  2. Ο Ενάγοντας-Αιτητής με τα όσα αναφέρει στην αίτηση του ημερομηνίας 07/07/2021 και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και στα επισυναπτόμενα τεκμήρια, δεν αποδεικνύει την υπόθεση του ως θα έπρεπε δια να μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης και/ή τα στοιχεία και/ή λεπτομέρειες και/ή γεγονότα που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο είναι ανεπαρκή και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την έγκριση της αίτησης.
  3. Η σχετική ένορκη δήλωση δεν επιβεβαιώνει επαρκώς την αιτία αγωγής. Η απλή αναφορά στις λεπτομέρειες της απαίτησης όπως διατυπώθηκαν στο ειδικός οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής όπως απαιτείται από τους θεσμούς, αφού μεταξύ άλλων οι εν λόγω απαιτήσεις δεν είναι επαρκώς δικογραφημένες στην Έκθεση Απαίτησης και/ή ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελλιπής. 4) Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει τα αίτια της αγωγής και/ή τις αξιώσεις και/ή απαιτήσεις (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ (Ζ) και (Η) του Ενάγοντα-Αιτητή και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση τα απαιτούμενα ποσά δεν οφείλονται από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση. 5) Η παρούσα υπόθεση δεν είναι ούτε καθαρή ούτε και αδιαμφισβήτητη και ως εκ τούτου δεν είναι από τις υποθέσεις που δεικνύετε η χρήση των δικονομικών κανόνων περί εκδόσεως συνοπτικής απόφασης. Ο Ενάγοντας-Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδείξει και/ή δεν μπορεί να αποδείξει τις αξιώσεις του ξεκάθαρα σε αυτό το στάδιο. 6) Εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπάρχει σοβαρή αντίθεση μεταξύ των ισχυρισμών που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πράγμα το οποίο καθιστά την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ανεπίτρεπτο διάβημα και/ή εσφαλμένο νομικό διάβημα. 7) Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή είναι λανθασμένη, ελλειπής και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή να στηρίξει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος όπως καθορίζονται από την νομολογία και τη νομοθεσία καθώς η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δικονομικά λανθασμένη. Ο Ενάγοντας-Αιτητής αναφέρει ψευδή, παραπλανητικά και ασαφές γεγονότα για να εξασφαλίσει το αιτούμενο διάταγμα. 8) Ο Ενάγοντας-Αιτητής επέδειξε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Εναγόμενου- Καθ' ου η Αίτηση. Περαιτέρω ο Ενάγοντας-Αιτητής με την αίτηση του ημερομηνίας 07/07/2022 καταστρατηγεί τις αρχές της δίκαιης δίκης, την αρχή της ισότητας των όπλων και τη φυσική δικαιοσύνη. Τα αιτούμενα διατάγματα θα είχαν ως μοναδικό σκοπό να πλήξουν την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. 9) Η αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή ημερομηνίας 07/07/2022 έχει υποβληθεί σε προδήλως καθυστερημένο στάδιο υπό τις περιστάσεις. 10) Ο Ενάγοντας-Αιτητής σκοπίμως και/ή έντεχνος αποκρύπτει τα πραγματικά γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, με πρόθεση να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ώστε να επιτύχει απόφαση εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1, χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. 11) Ο Καθ' ου η αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον του Αιτητή / Ενάγοντα της οποίας η βασιμότητα δύναται να διαπιστωθεί αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή μαρτυρίας αφού ο τελευταίος παραβίασε την προφορική συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των μερών. 12) Η αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή ημερομηνίας 07/07/2022 αποτελεί προδήλως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 13) Τυχόν έγκριση της αίτησης θα απολήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως του Εναγόμενου/Αιτητή ή/και του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη ή/και της πρόσβασης του στο Δικαστήριο. 14) Ο Ενάγοντας εμποδίζεται (estopped) από το να εγείρει αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. 15) Στην αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή ημερομηνίας 07/07/2022 απουσιάζει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για έκδοση συνοπτικής απόφασης γιατί τα τεκμήρια που επισυνάπτονται δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Περί Αποδείξεως Νόμος Κεφάλαιο
  4. » Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.1(α)-(γ), 2, 3, 5, 9 (α) (β), Δ.39, Δ.48, θ.1-9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, την πρακτική επί του κοινοδικαίου και επί των αρχών της επιείκειας. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Εναγόμενου, ο οποίος ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι υπάρχει με τον ενάγοντα προφορική συμφωνία ενοικίασης του καταστήματος και η μη υπογραφή ενοικιαστηρίου εγγράφου, που οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ενάγοντα, δεν μειώνει την εν λόγω προφορική συμφωνία. Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις Οι θέσεις των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να παραθέσω εδώ ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας*, ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: ------------------------------------------------------------------------------------------------------- * Ord. 18, r.
  5. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγόμενου, νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί (Βλ. Δ.18, θ.3 (
  1. b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  2. so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και ν' αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος, σχετική είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Εξέταση της αίτησης Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο ο Ενάγοντας πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 6/4/2022, ενώ ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 18/4/2022. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση ορκίζεται ο ενάγων, ο οποίος είναι σαφές πως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα που καταθέτει. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, μετά την παράδοση της κατοχής του καταστήματος από τη Rossitza, ενοικιάστρια του καταστήματος και σύντροφο του εναγόμενου, ο τελευταίος παρέμεινε στο κατάστημα χωρίς άδεια ή νομιμοποίηση και γι' αυτό του ζήτησε ν' απομακρύνει τα αντικείμενα του και να παραδώσει τα κλειδιά. Ο εναγόμενος εξέφρασε την επιθυμία να λάβει ο ίδιος κατοχή. Ο ενάγοντας δεν ήταν αρνητικός σε τούτο, όμως υπό την προϋπόθεση ότι θα υπογραφεί ενοικιαστήριο έγγραφο. Το ενοικιαστήριο δεν υπεγράφη για τους λόγους που εξηγεί και παρά το ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε επανειλημμένα να σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα στο υποστατικό και να το εγκαταλείψει, αυτός δεν το έπραξε. Τον Αύγουστο του 2021 επισκέφθηκε το κατάστημα μαζί με κλειδαρά και εργαζόμενους γειτνιάζοντος καταστήματος και έλαβε κατοχή, κάλεσε δε τον εναγόμενο να παραλάβει τα πράγματα του (βλ. το μήνυμα ημερ.23/8/2021 στο τεκμ.Ζ). Ο εναγόμενος όμως, χωρίς τη συγκατάθεση του, διέρρηξε και εισήλθε παράνομα στο κατάστημα και αρνείται να επιστρέψει την κατοχή, κατέχοντας και επεμβαίνοντας παράνομα στο κατάστημα χωρίς άδεια. Λόγω της παράνομης επέμβασης του εναγόμενου και της αποστέρησης του από το να το χρησιμοποιεί, υφίσταται ζημιά ίση με το αγοραίο ενοίκιο ύψους €830.- μηνιαίως (βλ. την εκτίμηση τεκμ. Η), από 1/5/2021, ημερομηνία της παράνομης επέμβασης, μέχρι την παράδοση της κατοχής. Από τη μαρτυρία του, συνδυαστικά με τα έγγραφα που καταθέτει, προκύπτει ότι επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. άρθρο 43
(1)του Κεφ.148) και τις αξιώσεις και δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στον Εναγόμενο να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να του δίδει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία του εναγόμενου και όσα θέτει μέσω της ένορκής του δήλωσης, θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι σίγουρα δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον ενάγοντα μέχρι 30/4/
  1. Μέχρι 30/4/2021, ενοικιάστρια του καταστήματος ήταν η σύζυγος του εναγόμενου και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που οι αποδείξεις είσπραξης των ενοικίων εκδίδονταν επ' ονόματι της (βλ. τεκμήριο Β). Η σύζυγος του εναγόμενου, στις 16/5/2021, υπέγραψε τη δήλωση τεκμήριο Γ, με το περιεχόμενο που έχει αναφερθεί. Ο εναγόμενος, επιχειρεί να καταρρίψει το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, λέγοντας ότι η σύζυγος του ουδέποτε εξέφρασε αδυναμία για συνέχιση της ενοικίασης, δεν κατανόησε το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο είναι στην ελληνική γλώσσα και η ίδια δεν μπορεί να διαβάσει και να κατανοήσει κείμενα στην ελληνική γλώσσα και τέλος, η σύζυγος του εξαπατήθηκε, αφού της αναφέρθηκε ότι είναι έγγραφο εξόφλησης ενοικίων. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου, κρίνονται γενικοί και αόριστοι. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε συζήτηση που είχε με την σύζυγο του και σχετική πληροφόρηση που έλαβε απ' αυτήν για όσα αναφέρει πιο πάνω. Έχει δε σημασία ν' αναφερθεί εδώ ότι δεν σχολιάζει καθόλου την αναφορά του ενάγοντα, ότι ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι η σύζυγος του τον εγκατέλειψε και δεν ήξερε που ήταν, ενώ θα έπρεπε ν' ανατρέξει να την βρει και να εισπράξει τα ενοίκια, οπότε ο ενάγοντας επικοινώνησε μαζί της. Εν πάση περιπτώσει, τονίζεται ότι η δήλωση τεκμήριο Γ είναι ξεκάθαρη ως προς το περιεχόμενο της και καμία μαρτυρία της συζύγου του εναγόμενου δεν έχει προσφερθεί, προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών του. Αν ήθελε ο εναγόμενος να πείσει ότι υφίσταται συζητήσιμο θέμα, θα έπρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία της συζύγου του, η οποία υπέγραψε το έγγραφο και όχι να λέει γενικά και αόριστα ότι «θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να προσέλθει και να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο». Επίσης, ο εναγόμενος δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία που να καταδεικνύει σύναψη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης με τον ενάγοντα, για οποιαδήποτε περίοδο μετά την 1/5/
  2. Σίγουρα κάποιοι ισχυρισμοί που εντοπίζονται σε επιστολές των δικηγόρων του, δεν αποτελούν τέτοια στοιχεία. Εξάλλου, ο ενάγοντας, μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 23/7/2021 [τεκμήριο Στ(β)], επέμεινε ότι η παραμονή του εναγόμενου στο κατάστημα είναι παράνομη, εκτός αν υπογραφεί συμφωνία ενοικίασης. Ο εναγόμενος, για να πείσει, ισχυρίζεται ότι κατέβαλε υπό μορφή προκαταβολής, για τήρηση της συμφωνίας, 2 ενοίκια, τα οποία έγιναν πλήρως αποδεκτά από τον ενάγοντα. Δεν έχει παρουσιάσει όμως καμία απόδειξη πληρωμής, ούτε δίνει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης πληρωμής προκειμένου να πείσει (π.χ. πότε πλήρωσε, που και με ποιο τρόπο). Γενικότερα όμως, δεν παραθέτει λεπτομέρειες και στοιχεία, που να πείθουν, έστω εκ πρώτης, ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Πότε έγινε αυτή η συμφωνία και υπό ποιες συνθήκες, ποια ήταν η συμφωνηθείσα περίοδος ενοικίασης, ποιο το ενοίκιο και ποιοι ήταν οι όροι της συμφωνίας, δεν αναφέρει. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η θέση του απορρίπτεται. Επειδή ο εναγόμενος, στην ένορκη του δήλωση, επαναλαμβάνει συνεχώς ότι η συμφωνία ενοικίασης δεν υπεγράφη εξ' υπαιτιότητας του ενάγοντα, θα πρέπει εδώ ν' αναφερθεί ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Ακόμη και έτσι να έχουν τα πράγματα, η ουσία έγκειται στο ότι δεν κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ τους και ο εναγόμενος, ελλείψει συμφωνίας και πληρωμής ενοικίου, δεν νομιμοποιείτο να παραμείνει στο κατάστημα. Ούτε βεβαίως ήταν υποχρεωμένος ο ιδιοκτήτης, να καταλήξει σε συμφωνία με τον εναγόμενο, αν δεν το επιθυμούσε. Επειδή δηλαδή διαπραγματευόταν μαζί με τον εναγόμενο, αυτό συνεπάγεται ότι υποχρεούτο να υπογράψει συμφωνία μαζί του ή ότι θα πρέπει να κατηγορείται επειδή δεν το έκανε; Έχω στρέψει την προσοχή μου και στα όσα αναφέρουν οι δύο πλευρές για τα γεγονότα του Αυγούστου του
  3. Ότι έχει σημασία ν' αναφερθεί, είναι πως ενώ ο ενάγοντας έλαβε την κατοχή του καταστήματος, αλλάζοντας τις κλειδαριές, ο εναγόμενος στη συνέχεια επανάκτησε την κατοχή. Εντύπωση προκαλεί βέβαια το γεγονός ότι ενώ ο εναγόμενος αναφέρεται σε παράνομες ενέργειες από μέρους του ενάγοντα, εντούτοις αποφεύγει ν' αναφερθεί στον τρόπο που ο ίδιος έλαβε εκ νέου την κατοχή του καταστήματος, χωρίς βεβαίως ν' αμφισβητεί ότι από τον Αύγουστο 2021, επανάκτησε την κατοχή του καταστήματος. Ως προκύπτει από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν έχει καταδειχθεί κάποιο δικαίωμα από μέρους του εναγόμενου επί του καταστήματος, ώστε να δύναται να επανακτήσει την κατοχή. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρεται πως, στο τέλος της ημέρας, με βάση όσα έθεσε ο εναγόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τελευταίος δεν κατέδειξε, ούτε εκ πρώτης, και σίγουρα όχι στο βαθμό που απαιτείται προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την αγωγή, ότι η επέμβαση στο ακίνητο από μέρους του δεν ήταν παράνομη (βλ. το άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και την υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (βλ. Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(A) ΑΑΔ 274). Όμως, η παροχή επαρκών λεπτομερειών, ώστε να μπορεί βάσιμα να κριθεί αν υφίσταται συζητήσιμη ανταπαίτηση, είναι εξίσου αναγκαία, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης (βλ. Πολ. Έφ. Ε211/14, L.P. Loukaides Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, ημερ.22/2/2022). Εν προκειμένω, ο εναγόμενος αξιώνει διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι ο ενάγοντας επενέβη παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του επί του ακινήτου που ενοικιάζει (τον Αύγουστο του 2021), ενώ περαιτέρω αξιώνει ποσό €3.800.- για ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη από τα γεγονότα του Αυγούστου του 2021 πιο πάνω και γενικές αποζημιώσεις για απώλεια εξοπλισμού και ταλαιπωρία. Ως έχει ήδη αναφερθεί, τίποτε συγκεκριμένο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ενοικίαση του υποστατικού από μέρους του. Αναφορικά με τις αποζημιώσεις που αξιώνει, εκτός του ότι το μέρος αυτό της ανταπαίτησης δεν έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα της αγωγής ή και τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση του ενάγοντα και δεν υφίσταται άμεση σύνδεση με τους λόγους υπεράσπισης, άρα ουδόλως θα μπορούσε να επηρεάσει την έγκριση της αίτησης, θα πρέπει ν' αναφερθεί περαιτέρω ότι δεν έχει επισυναφθεί από μέρους του εναγόμενου κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για να πείσει περί της πρόκλησης πράγματι ζημιών κατά τον πιο πάνω χρόνο και βάσιμης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη της ανταπαίτησης είναι θέμα ξεχωριστό και δεν μπορεί να επηρεάσει την έγκριση της αίτησης (βλ., κατ' αναλογία, την Πολ. Εφ. 68/11, CH ARESTI ESTATES LTD κ.α. v. LOUCAS KYPRIANOU & CO ENTERPRISES LTD, ημερ. 21/10/16). Αποτελεί κατάληξη μου ότι ο εναγόμενος, έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου γενικούς ισχυρισμούς, άνευ ουσίας, και όχι λεπτομέρειες και στοιχεία που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή τέτοια γεγονότα τα οποία αν μη τι άλλο να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι η καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, δεν αποστερεί τον ενάγοντα από το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση, όπως ήταν η προκείμενη (Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408). Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, θεωρώ πως, επί της ουσίας, έχουν απαντηθεί όλοι οι λόγοι ένστασης. Ότι χρειάζεται μόνον να λεχθεί εδώ, είναι πως τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο να καταδεικνύει, έστω εκ πρώτης, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης, ως γενικός και αόριστος, θα πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ενάγοντας, ως είχε δικαίωμα, καταχώρησε την επίδικη αίτηση, ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης και όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Κατάληξη Συναφώς, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδονται διατάγματα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, ως οι αξιώσεις υπό Α-Δ της έκθεσης απαίτησης. Επιπλέον, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, για καταβολή του ποσού των €830.- μηνιαίως, από 1/5/2021, μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης και την παράδοση ελεύθερης κατοχής του καταστήματος στον ενάγοντα ή και την ανάκτηση της κατοχής του καταστήματος από τον ενάγοντα. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της επίδικης αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.