← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΑ ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1926/15, 25/10/2022

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΑ ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1926/15, 25/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1926/15 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΙΩΑΝΝΑ ΠΟΥΓΙΟΥΚΚΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  2. ΓΕΩΡΓΙΝΑ ΑΝΔΡΕΑ ΑΛΕΞΙΟΥ
  3. ΝΙΚΟΛ ΧΕΜΠΕΝΣΤΑΛΛ Εναγόμενων ------------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενες 1, 2 και 3: κα. Ο. Λάμπρου για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, ομού και/ή κεχωρισμένως, ποσό €34.177,86, πλέον τόκο προς 12,50% επί του ποσού των €32.518,08 από 27/5/2015 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει δανείου ή και πίστωσης που παρείχαν οι ενάγοντες στην εναγόμενη 1, με βάση γραπτή συμφωνία ημερ.15/6/2009, τις υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν γραπτώς στις 15/6/2009 οι εναγόμενες 2 και 3, για απεριόριστο ποσό. Σύμφωνα δε με τους ενάγοντες, με επιστολές τους ημερ. 8/2/2011 τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και κάλεσαν επανειλημμένα τις εναγόμενες, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του χρέους τους, πλην όμως οι εναγόμενες αμελούν και ή αρνούνται να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησαν οι εναγόμενες 1, 2 και 3 στις 30/3/2016, παραδέχονται μόνον την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή οι ενάγοντες, είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένοι στην Κύπρο και είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και ασκεί εργασίες εμπορικής τράπεζας και με ειδικό ψήφισμα, το οποίο κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών, μετονομάστηκαν σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Από 29/3/2013, με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΔΠ 104/13), έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβανομένης και της παρούσας αγωγής, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από εκεί και πέρα αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους. Οι εναγόμενες αρνούνται ότι στις 15/6/2009 συμφωνήθηκε η παραχώρηση του αναφερόμενου δανείου. Άνευ βλάβης της εν λόγω άρνησης τους και εάν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή της συμφωνίας, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να εκπληρώσουν τις εκ του νόμου απορρέουσες ή και τις προσυμβατικές υποχρεώσεις που όφειλαν προς τους εναγόμενους ή και δεν παρείχαν τις απαιτούμενες πληροφορίες που αναφέρονται στον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 και στον περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του
  4. Περαιτέρω, αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας που καταγράφονται στις υποπαραγράφους (α)-(ζ) της παραγράφου 2, λέγουν ότι αυτοί είναι αόριστοι ή και καταχρηστικοί. Στη συνέχεια αρνούνται τις υποπαραγράφους (α) μέχρι (μ) της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, όπου οι ενάγοντες αναφέρονται σε διάφορους όρους της συμφωνίας. Αναφέρουν δε ότι εάν ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη των εν λόγω όρων:
  5. Το επίδικο έγγραφο της συμφωνίας δανείου αποτελεί τυποποιημένο και προκατασκευασμένο έγγραφο, το οποίο οι ενάγοντες διέθεταν για υπογραφή γενικά προς τους πελάτες τους και δεν υπήρχε η δυνατότητα από τους εναγόμενους να διαπραγματευτούν τους όρους.
  6. Οι όροι που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου 3, είναι προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης των εναγόντων, καταχρηστικοί, παράνομοι ή και άκυροι ή και αυθαίρετοι ή και καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των εναγόμενων. Επίσης οι εν λόγω όροι είναι τέτοιοι που παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργούν ιδιαίτερη ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, ενώ περαιτέρω είναι αντίθετοι με τις πρόνοιες του Νόμου 93(Ι)/1996 που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με ορισμένες καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και εν πάση περιπτώσει είναι αόριστοι και ανεφάρμοστοι και κατά συνέπεια παράνομοι και άκυροι.
  7. Σε ότι αφορά τους όρους που αφορούν τον υπολογισμό ή και την επιβολή ή και την χρέωση του επιτοκίου ή και του τόκου, οι οποίοι αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α), (γ), (δ), (ε), (στ), (η), (θ) και (λ) της παραγράφου 3, αυτοί είναι αόριστοι και ασαφείς ή και καταχρηστικοί ή και ανεφάρμοστοι και ως εκ τούτου άκυροι. Επίσης αντίκεινται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/1999) και περαιτέρω οι ενάγοντες παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους με βάση τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, σε ότι αφορά την επεξήγηση ή και τον τρόπο υπολογισμού ή και την χρέωση του τόκου.
  8. Αναφορικά με τον όρο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (η) της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, οι εναγόμενοι λέγουν ότι το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος ή και αποτελεί ποινική ρήτρα ή και αντίκειται στο Νόμο 160(Ι)/1999 ανωτέρω.
  9. Ως προς την θέση των εναγόντων ότι η εναγόμενη 1 έχει παραλάβει κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων, ως επίσης τους γενικούς όρους και κανονισμούς, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας, οι εναγόμενοι λέγουν ότι ουδέποτε η εναγόμενη 1 ή και οποιοσδήποτε άλλος εναγόμενος, παρέλαβε ή και υπέγραψε ή και συμφώνησε με οποιουσδήποτε γενικούς όρους και κανονισμούς ή και με οποιοδήποτε κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων και εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας, εφόσον ουδέποτε ήρθαν σε γνώση των εναγόμενων και ουδέποτε συμφώνησαν με αυτούς.
  10. Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι στη βάση των ως άνω αναφερόμενων καταχρηστικών ή και παράνομων ή και αόριστων ή και άκυρων όρων, οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με παράνομους τόκους και χρεώσεις, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο που απαιτούν να είναι εντελώς λανθασμένο ή και παράνομο ή και διογκωμένο. Όσον αφορά τη συμφωνία εγγύησης, οι εναγόμενες αρνούνται την υπογραφή της και άνευ βλάβης της εν λόγω άρνησης τους, λέγουν ότι:
  11. Η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη εκτελεστή, υπό την έννοια της περί Συμβάσεων Νομοθεσίας ή και των Προνοιών του Ν.197(Ι)/2003, ή και
  12. Οι ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν.197(Ι)/2003, διότι παρέλειψαν να παραδώσουν στους εναγόμενους επιστολή με το περιεχόμενο που προβλέπει το εν λόγω άρθρο, ή και
  13. Οι ενάγοντες παρέλειψαν να ενημερώσουν τους εναγόμενους 2 και 3 σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 12

(1)του πιο πάνω Νόμου, ή και 4. Οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους έναντι των εναγόμενων 2 και 3, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)του πιο πάνω Νόμου.
  1. Είναι ισχυρισμός δε των εναγόμενων 2 και 3, ότι η πιο πάνω συμπεριφορά ή και παραλείψεις των εναγόντων, συνιστούν παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 2 και 3 να δικαιούνται να τερματίσουν και να ακυρώσουν την εγγύηση ή και να ζητήσουν την απαλλαγή τους. Για το θέμα του τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού, είναι η θέση των εναγόμενων ότι ουδέποτε οι ενάγοντες απέστειλαν ή και απέστειλαν δεόντως τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και ουδέποτε κατέστησαν ολόκληρο το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ή και ότι τερμάτισαν ή και τερμάτισαν δεόντως τον επίδικο λογαριασμό. Για τους πιο πάνω λόγους, οι εναγόμενες αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής. Οι εναγόμενες δε εγείρουν ανταπαίτηση, με την οποία αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης των εναγόμενων 2 και 3, ως επίσης διάταγμα με το οποίο να κηρύσσονται άκυροι και ανεφάρμοστοι ως καταχρηστικοί, αόριστοι και παράνομοι, οι αναφερόμενοι στις παραγράφους 3(α), (γ), (στ) και (η) της έκθεσης απαίτησης, όροι της επίδικης συμφωνίας. Στο απαντητικό τους δικόγραφο, οι Ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Και βεβαίως αρνούνται και απορρίπτουν την ανταπαίτηση των εναγόμενων. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, οι ενάγοντες κάλεσαν 2 μάρτυρες ήτοι τον Νικολάου (ΜΕ1) και τον Βαρνάβα (ΜΕ2). Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία, ούτε παρουσίασαν άλλο μάρτυρα. Νικολάου (ΜΕ1) Με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του, ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάθεση-δήλωση που έχει ετοιμάσει ως τεκμήριο
  2. Ως ανέφερε, είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα εργάζεται στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, έχει στην κατοχή του τη συμφωνία δανείου ημερ. 15/6/2009 (βλ. τεκμ.2), η οποία καταρτίστηκε από την εναγόμενη 1, την επιστολή αποδοχής ημερ. 11/06/09 (βλ. τεκμ.3), την οποία αποδέχθηκε η εναγόμενη 1 στις 15/6/2009, καθώς και τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων και τους γενικούς όρους και κανονισμούς (βλ. τεκμ.4 και 5). Την 15/6/2009, οι εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, υπογράφοντας τη συμφωνία εγγύησης και κάλυψης (βλ. τις σελ.3-4 του τεκμ.2), καθώς επίσης και τα σχετικά έγγραφα ενημέρωσης (βλ. τεκμ.10). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου, οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα της εναγόμενης 1 τον λογαριασμό με αριθμό ..551, ο οποίος μετατράπηκε σε ..506 (βλ. τεκμ.6). Ο λογαριασμός την 27/5/2015 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €34.177,86, πλέον τόκο προς 12,50% επί ποσού €32.518,08 από 27/05/15 μέχρι εξόφλησης και στη βάση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (βλ. τεκμ.7), περιορίζεται σε €30.647,69, πλέον τόκο προς 10,50% επί ποσού €29.404,25 από 27/5/2015 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το επιτόκιο που προβλεπόταν δυνάμει της συμφωνίας ήταν βασικό επιτόκιο 5% και περιθώριο 5,50% ήτοι σύνολο 10,50%. Σύμφωνα δε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο και αφού απέστειλαν τις επιστολές ημερ. 15/12/2010 (βλ. τεκμ.8) στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και οι οποίες δεν επιστράφηκαν, το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12,50% από 15/12/
  3. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου της τράπεζας και τραπεζικό βιβλίο και προς τούτο κατέθεσε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, τεκμ.
  1. Επιβεβαίωσε δε ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά τις καταστάσεις λογαριασμού μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων. Η εναγόμενη 1 δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας και γι΄ αυτό οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού με επιστολές ημερ.8/2/2011 (τεκμ.11), οι οποίες στάλθηκαν στους εναγόμενους στην τελευταία γνωστή διεύθυνση και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Οι ενάγοντες με τις εν λόγω επιστολές πληροφόρησαν επίσης τους εναγόμενους για την αλλαγή του επιτοκίου και την κεφαλαιοποίηση του την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι επίδικες συμφωνίες εξ΄ όσων γνωρίζει είναι νόμιμες, έχουν καταρτιστεί κανονικά, έχουν υπογραφεί ενώπιον μαρτύρων και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους, οι οποίοι από το 2009 λειτουργούσαν και χρησιμοποιούσαν τον επίδικο λογαριασμό. Γνωρίζει και επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια, ότι οι εναγόμενοι έλαβαν αυτά τα χρήματα, τα χρησιμοποίησαν, έλαβαν το όφελος τους, τους τα οφείλουν και ουδέποτε τους τα χάρισαν. Ως εκ των ανωτέρω, ζητούν απόφαση για το μειωμένο ποσό, βάσει της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου από το Μάρτιο του 2013 και προηγουμένως εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα, στη Λαϊκή Τράπεζα εργαζόταν από το 1992 και στις 15/6/2009 ήταν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Λαϊκής. Ως ανέφερε, δεν είχε προσωπική εμπλοκή στη διαδικασία της σύναψης της επίδικης συμφωνίας και η γνώση που έχει είναι από το φάκελο που διατηρείται στην τράπεζα. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν έχει έρθει σ' επαφή με κάποιο υπάλληλο που ήταν παρών κατά την σύναψη και σύνταξη των επίδικων συμφωνιών. Ήταν περαιτέρω η θέση του, γνωρίζοντας την πρακτική και πως λειτουργούσαν τόσο η Λαϊκή Τράπεζα όσο και η Τράπεζα Κύπρου, ότι έχουν εξηγηθεί στους πελάτες οι όροι της συμφωνίας και τους ζητήθηκε να πάρουν και νομική συμβουλή εάν ήθελαν, έχουν διαβάσει τους όρους της συμφωνίας και με την συγκατάθεση τους έχουν υπογράψει και έχουν λάβει τα χρήματα από την τράπεζα. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση ότι δεν εξηγήθηκαν οι όροι στους εναγόμενους πριν την υπογραφή των συμφωνιών, αναφέροντας ότι έχει δουλέψει και σε εμπορικό κατάστημα και σε παρόμοιες περιπτώσεις με δανεισμούς η τράπεζα εξηγεί και αναλύει τους όρους της συμφωνίας στους πελάτες. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας διαφώνησε ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν τυποποιημένα έγγραφα και το μόνο που έκανε η τράπεζα ήταν να συμπληρώσει τα ποσά και ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν τους όρους των συμφωνιών αλλά και ότι οι συγκεκριμένοι όροι των συμφωνιών είναι αόριστοι, με ασαφές περιεχόμενο. Ήταν δε η θέση του μάρτυρα ότι οι όροι είναι σαφείς και ακριβείς στο λεκτικό τους. Ως προς το θέμα του τόκου, ανέφερε πως το βασικό επιτόκιο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ανερχόταν στο 5%, πλέον περιθώριο 5,5%, ήτοι σύνολο 10,50%, ως εμφαίνεται στον πίνακα, στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας. Εξήγησε δε ότι από δάνειο σε δάνειο διαφέρει ο καθορισμός του επιτοκίου και αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως η κατηγορία του δανείου, αν είναι καταναλωτικό ή στεγαστικό, ποιες εξασφαλίσεις υπάρχουν και διάφορα άλλα σημεία που καθορίζονται από την τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν γνωρίζει τι ακριβώς λήφθηκε υπόψη, όμως γνωρίζει πως πριν υπογράψουν οι πελάτες έλαβαν γνώση το ύψος του επιτοκίου και έχουν συμφωνήσει να υπογράψουν τη συμφωνία. Περαιτέρω ανέφερε ότι το διάστημα από τη σύναψη της συμφωνίας τον Ιούνιο 2009 μέχρι τον τερματισμό της στις 8/2/2011, δεν υπήρξε αλλαγή του βασικού επιτοκίου και ως εκ τούτου το επιτόκιο παρέμεινε στο 10,50%. Μετά τον τερματισμό υπήρχε τόκος υπερημερίας 2%, πλην όμως με την αναδομημένη κατάσταση που έχει καταθέσει, δεν ζητούν ούτε τόκο υπερημερίας. Τουναντίον έχουν περιορίσει το επιτόκιο στο 10,50% και από τον τερματισμό και αυτό έγινε με σκοπό να καταλήξουν σε κάποιο συμβιβασμό. Σε ότι αφορά τα τεκμήρια 4 και 5 και κατά πόσο αυτά έχουν δοθεί στους εναγόμενους, ο μάρτυρας παρέπεμψε στη δεύτερη σελίδα της συμφωνίας, τεκμήριο 2, όπου ακριβώς καταγράφεται η δήλωση του πελάτη ότι τα έχει παραλάβει. Ακολούθως ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν είχε παρουσιαστεί στους εναγόμενους 2 και 3, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, γραπτή δήλωση σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης
  2. Ο μάρτυρας επίσης διαφώνησε με διάφορες υποβολές που του έγιναν, ήτοι ότι τα τεκμήρια 6 και 7 δεν αποτελούν καταστάσεις λογαριασμών και τραπεζικά βιβλία, δεν παρουσιάζουν το πραγματικό υπόλοιπο, οι καταχωρίσεις σε αυτά είναι λανθασμένες και επίσης ότι δεν παρουσιάζουν την ορθή κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Ακόμη, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην σύνταξη και αποστολή των τεκμηρίων 8 και 11, πλην όμως ανέφερε ότι εξ΄ όσων γνωρίζει, από την έρευνα στο φάκελο που διατηρείται στην τράπεζα, οι επιστολές έχουν αποσταλεί και δεν έχουν επιστραφεί πίσω. Γι΄ αυτό θεωρεί ότι έχουν παραληφθεί από τους πελάτες. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν οι εναγόμενοι έχουν ενημερωθεί γραπτώς αναφορικά με την αλλαγή του αριθμού του λογαριασμού τους. Βαρνάβα (ΜΕ2) Με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε επίσης κατάθεση - δήλωση που ετοίμασε (βλ. τεκμ.12). Ως ανέφερε, είναι υπάλληλος των εναγόντων και την επίδικη περίοδο υπηρετούσε στην Μονάδα Εγγράφων και Χορηγήσεων (ΜΕΧ) και ήταν μέλος της ομάδας που παραχώρησε το επίδικο δάνειο στην εναγόμενη 1, με την εγγύηση των εναγόμενων 2 και
  3. Οι εναγόμενες υπέγραψαν στην παρουσία τους και ο ίδιος υπέγραψε σαν μάρτυρας της υπογραφής της εναγόμενης 1 στη συμφωνία δανείου. Είναι βέβαιος, και αυτό γινόταν πάντα, ότι έδιναν τα έγγραφα στους πελάτες, τα μελετούσαν και εάν ήθελαν συμβουλεύονταν δικηγόρο ή όποιο άλλο πρόσωπο επιθυμούσαν, τους εξηγούσαν όποιο θέμα ήθελαν και αφού κατανοούσαν πλήρως το περιεχόμενο των εγγράφων, υπέγραφαν με την ελεύθερη βούληση τους την παραχώρηση της επίδικης πίστωσης, την οποία οι εναγόμενοι είχαν ζητήσει από την τράπεζα. Αυτή η διαδικασία ακολουθείτο σε όλες τις παροχές πιστωτικών διευκολύνσεων και είναι βέβαιος ότι ακολουθήθηκε και στην παρούσα περίπτωση. Ακολούθως, εάν οι εναγόμενοι δεν εφάρμοζαν τη συμφωνία, ενημέρωναν το αρμόδιο τμήμα διευθέτησης χρεών, το οποίο ετοίμαζε με οδηγίες τους τις επιστολές, τις οποίες απέστελλε και με την αποστολή τους ενημέρωνε, εφοδιάζοντας τους με αντίγραφα και αν επιστρέφονταν οι επιστολές, τότε τοποθετούνταν στο φάκελο και με αυτό τον τρόπο παρακολουθούσαν την επίδοση των επιστολών. Εξ΄ όσων έχει πληροφορηθεί από το συνάδελφο του Νικολάου (ΜΕ1), που έχει στην κατοχή του το φάκελο, οι επιστολές που στάλθηκαν δεν έχουν επιστραφεί και έχουν επιδοθεί. Οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για την παραχώρηση του επίδικου δανείου, αλλά όπως έχει ενημερωθεί από τον πιο πάνω συνάδελφο του, ζήτησαν και διευθέτηση της οφειλής τους και αναμένεται πρόταση τους, η οποία εάν είναι λογική θα εξεταστεί από την τράπεζα. Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ξεκίνησε στη Λαϊκή Τράπεζα από το 1995 και το 2013, μετά τα γνωστά γεγονότα, συνεχίζει στην Τράπεζα Κύπρου. Το 2007 είχε μετατεθεί στο Τμήμα Χορηγήσεων, όπου εξετάζουν υποθέσεις δανείων. Στην προκειμένη περίπτωση οι συμβάσεις έγιναν από άλλο συνάδελφο του και ο ίδιος μαρτύρησε τις υπογραφές των εναγόμενων στην παρουσία τους. Διευκρίνισε όμως στη συνέχεια ότι η υπογραφή του είναι στη συμφωνία δανείου. Περαιτέρω ανέφερε ότι η διαδικασία που ακολουθείται είναι να εξηγείται στους εναγόμενους το τι υπογράφουν, αλλά ότι ο ίδιος έκανε ήταν να υπογράψει ως μάρτυρας των υπογραφών των εναγόμενων στην παρουσία τους. Αναφορικά με τις επιστολές τεκμήρια 8 και 11, ανέφερε ότι αυτές ετοιμάστηκαν με οδηγίες του καταστήματος τους από άλλη υπηρεσία και ο ίδιος δεν είχε κάποια εμπλοκή σε αυτές τις επιστολές. Ανέφερε όμως ότι οι επιστολές δεν έχουν επιστραφεί και έχουν επιδοθεί. Τέλος, επέμεινε ότι η διαδικασία που ακολουθούν είναι οι όροι να επεξηγούνται στους πρωτοφειλέτες και στους εγγυητές και έχουν δικαίωμα να πάρουν και νομική συμβουλή. Οι όροι επεξηγήθηκαν και συμφώνησαν. Αν διαφωνούσαν μπορούσαν να μην υπογράψουν. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους, όπως η υπό εξέταση, και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες των εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία, όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Ευθέως αναφέρω ότι η εντύπωση που σχημάτισα για τους ΜΕ1 και ΜΕ2, ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, η οποία υποστηρίζεται και από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Θα πρέπει όμως εδώ ν' αναφερθεί και το εξής. Η υπεράσπιση υπέβαλε στους μάρτυρες διάφορες θέσεις. Ως εκ της μη παρουσίασης μαρτυρίας από μέρους της υπεράσπισης, προς υποστήριξη των συγκεκριμένων θέσεων που υποβλήθηκαν, προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες θέσεις παρέμειναν μετέωρες και ότι η μαρτυρία των δύο μαρτύρων, στην πραγματικότητα, παρέμεινε αναντίλεκτη. Πριν υπεισέλθω στην εξέταση των επιμέρους θεμάτων που τίθενται με την αγόρευση των συνηγόρων των εναγόμενων, κρίνεται σκόπιμη η εξής παρατήρηση για την υπεράσπιση γενικότερα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων, ξεκινούν την αγόρευση τους ως εξής : «Δια της παρούσης υιοθετούνται όλες οι θέσεις μας που εκφράζονται μέσα από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγόμενων 1, 2 και 3 ημερομηνίας 30/03/2016 αλλά και όλων των θέσεων και υπερασπίσεων μας που έχουν τεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία». Στην παρούσα, εισαγωγικά, έχουν παρατεθεί οι θέσεις της υπεράσπισης στο δικόγραφο της. Με βάση αυτές, υπάρχει άρνηση της συμφωνίας, όμως, άνευ βλάβης της εν λόγω άρνησης τους, λένε ότι αν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή της συμφωνίας, ισχυρίζονται κάποια άλλα πράγματα. Μετά αρνούνται τους όρους της συμφωνίας που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, αλλά αναφέρουν ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη των όρων, αυτοί είναι καταχρηστικοί κλπ. Επίσης, αρνούνται τη συμφωνία εγγύησης, αλλά άνευ βλάβης της εν λόγω άρνησης τους, λέγουν ότι η εγγύηση είναι άκυρη κλπ. Η υιοθέτηση λοιπόν από την υπεράσπιση, όλων αυτών των διαζευκτικών θέσεων, για τις οποίες καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, καταδεικνύει το ασαφές και αφήνει μετέωρη σ' απόρριψη κάθε εκδοχή. (βλ. κατ' αναλογία, την Καλλικάς v Ελληνική Τράπεζα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238 και την Πολ. Έφ.9/2011, 1. Frakapor Courier Ltd, κ.α. v Τράπεζα Κύπρου, ημερ.15/6/2016). Επίσης, όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Γρηγορίου ν. EURO INVESTMENT & FINANCE LTD
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229, οι αχρείαστοι πλατιασμοί και η συμπερίληψη κάθε δυνατού νομικού ενδεχομένου σε ένα δικόγραφο, όχι μόνο δεν προσθέτουν ασφάλεια, αλλά, αντίθετα, αποκαλύπτουν ανασφάλεια και προκαλούν αβεβαιότητα και σύγχυση ως προς το ποιο είναι τελικά το σημαντικό και ποιο το ουσιώδες, και ασφαλώς, ως προς το πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το δικαστήριο. Ανεξάρτητα των όσων αναφέρονται ανωτέρω, προχωρώ στην εξέταση των θέσεων που προωθούν οι εναγόμενοι με την γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους. 1. Δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμού που να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 και δεν έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. σελ.6-15 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρουσίασε τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ.6 και 7, αναφέρθηκε σε γεγονότα, ως εμφαίνεται στη μαρτυρία του, τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό που κατέθεσε ο μάρτυρας, δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου, δηλαδή του αρχείου τήρησης και διατήρησης λογαριασμών των πελατών των εναγόντων και συγκεκριμένα αποτελούν όλη την κατάσταση λογαριασμού των εναγόντων για το λογαριασμό με αρ. ...551, νέος αριθμός ...506, που αφορά την εναγόμενη 1 και αναφέρονται στη χρονική περίοδο από την 15/6/2009 μέχρι 2/9/2022. Ο μάρτυρας, ο οποίος υπογράφει το πιστοποιητικό, βεβαιώνει, ως κάτοχος θέσης υπεύθυνης και ως αρμόδιος λειτουργός για τη λειτουργία και τήρηση του αρχείου λογαριασμών των εναγόντων, για την ορθότητα όλων των ανωτέρω. Τονίζεται εδώ ότι, για το συγκεκριμένο πιστοποιητικό και όσα αναφέρει σ' αυτό, δεν έχει αντεξεταστεί. Περαιτέρω, ανέφερε στη μαρτυρία του, ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά τις καταστάσεις και μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων. Tο άρθρο 22, δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου, είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, το έχει ο Εναγόμενος. Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία με την οποία να αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό ή ότι υπήρξαν πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν. Ούτε έχει αποδειχτεί από μέρους των εναγόμενων ότι οι χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες. Η υποβολή δε στον ΜΕ1 περί λανθασμένων καταχωρήσεων, παρέμεινε κενή περιεχομένου. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων περί μη δημιουργίας του τεκμηρίου δυνάμει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, δεν γίνεται αποδεκτή. Το οφειλόμενο υπόλοιπο δε με βάση την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.6 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.7, που ετοίμασε ο ΜΕ1, ανέρχεται στο ποσό που έχει αναφέρει για κάθε μία εξ' αυτών. 2. Οι εναγόμενες 2 και 3 θα πρέπει ν' απαλλαγούν, καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να τους παραδώσουν, πριν την υπογραφή της εγγύησης, γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη με τα περιουσιακά του στοιχεία και επίσης δεν τις ενημέρωναν για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων, ως επιβάλλουν τα άρθρα 5 (β) και 12
(1)αντίστοιχα, του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (197(Ι)/2003). Τα άρθρα 5 (β) και 12 του Ν.197(Ι)/2003, προνοούν τα εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 5. Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του· ............. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. » Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι: «
  1. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Ο ΜΕ1, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν έχει παρουσιαστεί στις εναγόμενες 2 και 3 γραπτή δήλωση σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης 1, πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Κανένας όμως εκ των μαρτύρων, δεν ρωτήθηκε, αν οι ενάγοντες ενημέρωσαν τις εγγυήτριες με επιστολές για τις καθυστερήσεις. Ούτε καν υποβλήθηκε θέση ότι δεν απεστάλησαν τέτοιες επιστολές και οι ενάγοντες δεν είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν. Εν πάση περιπτώσει, ούτως ή άλλως δεν έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας ή που να καταδεικνύει ότι συνεπεία της παράβασης έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση των εγγυητριών από την πρωτοφειλέτιδα και είναι σήμερα εκτεθειμένες. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται.
  2. Καταχρηστικοί Όροι (βλ. σελ.20-28 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Κατ' αρχήν αναφέρω, ως ένα πρώτο σχόλιο, ότι η Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία προσέγγισε το θέμα πολύ γενικά, υποβάλλοντας απλά στον ΜΕ1 ότι κάποιοι εκ των όρων των συμφωνιών είναι «αόριστοι, με ασαφές περιεχόμενο». Γενικότερα όμως, με κάθε σεβασμό λέω, παρατηρείται πλήρης σύγχυση στις θέσεις της υπεράσπισης αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ως προκύπτει από το δικόγραφο της υπεράσπισης, όλοι οι όροι της συμφωνίας που καταγράφονται στις παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης είναι καταχρηστικοί, ενώ με την ανταπαίτηση ζητείται ακύρωση, ως καταχρηστικών, μόνον κάποιων εξ' αυτών, που αφορούν κυρίως το θέμα του τόκου, του δικαιώματος της τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο και το δικαίωμα αξίωσης τόκου υπερημερίας. Την ίδια στιγμή υποβλήθηκε στον ΜΕ1, ότι ο όρος 4 της συμφωνίας (τεκμ. 2), ο οποίος προνοεί για το δικαίωμα της εναγόμενης 1 να προβεί σε πρόωρη εξόφληση του δανείου και να ζητήσει μείωση του κόστους πίστωσης, και δεν εμπίπτει στους όρους των οποίων ζητείται η ακύρωση, είναι στην ουσία καταχρηστικός. Επίσης, οι εναγόμενες δεν ισχυρίστηκαν ποτέ με το δικόγραφο τους, ότι υπάρχουν όροι στη συμφωνία εγγύησης που είναι καταχρηστικοί και δεν θα με απασχολήσει, ως εκτός δικογράφων, η θέση περί καταχρηστικότητας όρων της συμφωνίας εγγύησης. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, αρ.93(Ι)/96 (στο εξής ο Νόμος), που ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης (έχει καταργηθεί από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, αρ. 112(I)/2021), όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία, στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς δε επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω). Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο. Στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Προμηθευτής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησής του». Πωλητής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του.» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου και Οδηγίας). Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου): (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας). Σχετικά με το θέμα παραπέμπω και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α', σελ. 438-446. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Από την άλλη, η εναγόμενη 1 ενήργησε και συνομολόγησε συμφωνία δανείου για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης της (με βάση το άρθρο 2 του Νόμου "επιχείρηση" περιλαμβάνει εμπόριο ή επάγγελμα, καθώς και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες οποιουδήποτε κυβερνητικού τμήματος ή τοπικής ή δημόσιας αρχής) και εμπίπτει στην έννοια καταναλωτής. Η διαπίστωση αυτή σημειώνεται, δεν γίνεται με βάση στοιχεία που παρουσίασε η πλευρά της εναγόμενης 1 για το επάγγελμα της, αλλά επειδή η συμφωνία τεκμ.2, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της, διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο (αρ. 39(Ι)/2001), και με βάση τον νόμο αυτό καταναλωτής σηµαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, για σκοπούς των συναλλαγών που καλύπτονται από τον παρόντα Νόµο, ενεργεί εκτός της εµπορικής, επιχειρηµατικής ή επαγγελµατικής δραστηριότητας του. Άρα, οι ίδιοι οι ενάγοντες, με τη συμφωνία, αναγνωρίζουν ουσιαστικά ότι η εναγόμενη 1 είναι καταναλωτής. Από εκεί και πέρα διαπιστώνεται ότι η επίδικη συμφωνία δανειοδότησης της εναγόμενης 1 δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(5)του Νόμου, εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες ή και η τράπεζα δεν προσκόμισαν τέτοια μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), κρίνω ότι ο συγκεκριμένος Νόμος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Η Υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΕ1, ότι οι όροι 2, 3, 4, 6(γ) και 7 της συμφωνίας δανείου είναι αόριστοι, με ασαφές περιεχόμενο. Ο μάρτυρας διαφώνησε και ανέφερε ότι, τουναντίον, οι όροι είναι σαφείς και ακριβείς εις το λεκτικό τους. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι, η εναγόμενη 1, δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς αναφορικά με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την σύμβαση κατά τον χρόνο της σύναψης της, η μόνη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προέρχεται από τους ενάγοντες και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Επίσης, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση της εναγόμενης 1 για το πώς αντιλήφθηκε η ίδια τους συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας, τους οποίους τεκμαίρεται ότι διάβασε και κατανόησε για να υπογράψει τη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την υπεράσπιση ότι η εναγόμενη 1 δεν κατανόησε τους συγκεκριμένους όρους ή ότι ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση για τους συγκεκριμένους όρους και δεν της δόθηκε. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι ελλείπει αναγκαία μαρτυρία, προκειμένου να αποφασιστεί το ζητούμενο, ήτοι μαρτυρία για το ότι η εναγόμενη 1 δεν κατανόησε τους συγκεκριμένους όρους, παρά το ότι η ίδια ήταν ευλόγως επιμελής και συνετή, ή και ότι δεν πληροφορήθηκε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε και τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν για την ίδια (βλ. τις σκέψεις 49-52 της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση C-125/18, Guasch κατά Bankia SA, ημερ.03/03/20, και τις σκέψεις 73-75 της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση C-143/13, Matei κατά SC Volksbank Romania SA, ημερ.26/02/15). Όμως θεωρώ ότι η περαιτέρω συζήτηση για το θέμα αυτό κρίνεται άσκοπη, αφού σε κάθε περίπτωση διαπιστώνω ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από την υπεράσπιση με την οποία να καταρρίπτεται η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της Τράπεζας κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Ούτε όμως η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η Τράπεζα δεν επέδειξε καλή πίστη. Η κατάρριψη όμως της ύπαρξης καλής πίστης είναι στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα περί καταχρηστικής ρήτρας (βλ. Πολ. Έφ.9/2011, 1. Frakapor Courier Ltd, κ.α. v Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω). Εν κατακλείδι, η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. 4. Μη απόδειξη αποστολής των επίδικων επιστολών τεκμ.8 και 11 και μη απόδειξη του τερματισμού των συμφωνιών (βλ. σελ.31-37 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί η αποστολή των επιστολών τεκμ.8 και 11. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι, επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Βλ., μεταξύ άλλων, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πολ. Έφ. 84/2009, Alpha Bank Cyprus Ltd v
  1. Arena Motor Show Ltd κ.α., ημερ.2/10/2015 και Πολ.Έφ.87/2013,
  2. Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ.3/12/
  3. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, έχει προβεί σε έρευνα στο φάκελο που διατηρείται στην τράπεζα και διαπίστωσε ότι οι επιστολές έχουν αποσταλεί στις εναγόμενες, στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, δεν έχουν επιστραφεί πίσω και θεωρεί ότι έχουν παραληφθεί. Κατέθεσε δε τις επιστολές ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, χωρίς ένσταση. Ο ΜΕ2 δε, ανέφερε στη συνέχεια ότι οι επιστολές αυτές ετοιμάστηκαν από άλλη υπηρεσία ήτοι το Τμήμα Διευθέτησης Χρεών, με οδηγίες του καταστήματος τους, δεν έχουν επιστραφεί και έχουν επιδοθεί. Ο τελευταίος δε, έχει εξηγήσει τον τρόπο που λειτουργούσαν όταν δεν εφαρμοζόταν μια συμφωνία και τον τρόπο που παρακολουθούσαν την επίδοση των επιστολών: η υπηρεσία που αναφέρθηκε απέστελλε τις επιστολές και τους ενημέρωνε σχετικά, εφοδιάζοντας τους και με αντίγραφα των επιστολών, ενώ εάν επιστρέφονταν οι επιστολές, τότε τοποθετούνταν στο φάκελο. Οι εναγόμενες, στην υπεράσπιση τους, αρνούνται ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες «ουδέποτε απέστειλαν ή και απέστειλαν δεόντως τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και ουδέποτε κατέστησαν ολόκληρο το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ή και ότι τερμάτισαν ή και τερμάτισαν δεόντως τον επίδικο λογαριασμό.». Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων, υπέβαλε γενικά σε αυτούς ότι οι επιστολές δεν έχουν αποσταλεί και ουδέποτε παραλήφθηκαν. Οι μάρτυρες διαφώνησαν. Εν προκειμένω, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι συγκεκριμένες επιστολές απεστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο και περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων, αφού αυτές δεν επιστράφηκαν. Οι εναγόμενες δεν αμφισβήτησαν ποτέ ότι οι αναφερόμενες στις επιστολές διευθύνσεις, συνδέονται μαζί τους, ενώ γενικότερα τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς υπεράσπισης, το οποίο να είναι ικανό να καταρρίψει το τεκμήριο. Με βάση λοιπόν όσα αναφέρονται ανωτέρω, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί κανονικά. Ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω κατάληξης μου, θα πω εδώ και τα εξής. Aκόμη και αν θεωρείτο ότι οι επιστολές δεν περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής, τερμάτιζε τη συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση, θα διαφοροποιείτο μόνον η ημερομηνία του τερματισμού, που θα ήταν η 30/9/2015, αντί η 8/2/2011 (βλ. την Έλληνας ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρεται εδώ ότι με βάση τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς (τεκμ.5), που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου και τους οποίους η εναγόμενη 1 παρέλαβε και δήλωσε ότι τους αποδέχεται και την δεσμεύουν (βλ. στη 2η σελίδα της συμφωνίας τεκμ.2, κάτω από τον όρο 8), διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά δεν απαιτείτο τερματισμός της συμφωνίας για να μπορούν οι ενάγοντες να καταχωρήσουν αγωγή και να αξιώσουν το οφειλόμενο ποσό. Με βάση τον όρο 9 του τεκμ.5, παράλειψη ή άρνηση του πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα της Τράπεζας στις καθορισμένες ημερομηνίες, καθιστά τις επηρεαζόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στην Τράπεζα το δικαίωμα να απαιτήσει το ποσό. Εδώ δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ότι η εναγόμενη 1 δεν κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις της ή ότι στις 15/12/2010, που εστάλη η επιστολή τεκμ.8, καθυστερούσε την καταβολή συνολικού ποσού €1.951,44.-. Ως προκύπτει δε από τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 6 και 7, η τελευταία κατάθεση από μέρους της εναγόμενης 1, έγινε στις 27/7/
  4. Ας σημειωθεί ότι η αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης του δανείου ήταν η 9η/6/
  5. Συνεπώς, με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγόντων, ότι δηλαδή δεν απαιτείτο τερματισμός της συμφωνίας. Βλ. σχετικά την Πολ. Έφ.158/2009, Καλότυχος v Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ.13/2/2013 και την Lombard Natwest Ltd v Λαζαρίδη
(1999)1(Β) ΑΑΔ
  1. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:
  2. Οι ενάγοντες, είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένοι στην Κύπρο και είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και ασκεί εργασίες εμπορικής τράπεζας. Με ειδικό ψήφισμα, το οποίο κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών, μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Από 29/3/2013, με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΔΠ 104/13), έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβανομένης και της παρούσας αγωγής, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
  3. Οι ενάγοντες, κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 1, αποδέχτηκαν να παραχωρήσουν στην τελευταία δάνειο ύψους €20.000.-. Γι' αυτό, η εναγόμενη 1, στις 15/6/2009, υπέγραψε την επιστολή αποδοχής και περαιτέρω, την ίδια μέρα, υπεγράφη μεταξύ των δύο μερών η σχετική συμφωνία δανείου. Η εναγόμενη 1, παρέλαβε επίσης «Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων» και τους «Γενικούς Όρους και Κανονισμούς», οι οποίοι συμφώνησε ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και τους αποδέχεται, αλλά και ότι εξακολουθούν να ισχύουν και την δεσμεύουν. Το δάνειο παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 κανονικά. Με βάση τη συμφωνία δανείου, συμφωνήθηκε εξόφληση του δανείου με 96 μηνιαίες δόσεις και ως αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης καθορίστηκε η 9/6/
  4. Το ποσό κάθε δόσης θα ήταν €306,43.-. Επίσης, το σύνολο του επιτοκίου ήταν 10,50%, το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο 5% και το περιθώριο 5,50%.
  5. Την 15/6/2009, οι εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, υπογράφοντας συμφωνία εγγύησης και κάλυψης, καθώς επίσης και τα σχετικά έγγραφα ενημέρωσης τους, αναφορικά με τις λεπτομέρειες του δανείου που θα παραχωρείτο. Επίσης δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψουν τη συμφωνία.
  6. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου, οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα της εναγόμενης 1 τον λογαριασμό με αριθμό ..551, ο οποίος στη συνέχεια μετατράπηκε σε ..
  7. Η εναγόμενη 1 δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας, αφού παρέλειψε να καταβάλει συμφωνημένες δόσεις. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι 15/12/2010, οι καθυστερημένες δόσεις της εναγόμενης 1 ανέρχονταν στο ποσό των €1.951,44.-. Οι ενάγοντες, με επιστολές τους ημερ.15/12/2010, ζήτησαν την πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων εντός 21 ημερών, διαφορετικά θα προχωρούσαν σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού. Επίσης ενημέρωναν τις εναγόμενες για την αύξηση του επιτοκίου μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας και για την κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές ετησίως. Επειδή δε οι εναγόμενες παρέλειψαν να συμμορφωθούν, οι ενάγοντες, με επιστολές ημερ.8/2/2011 προς τις εναγόμενες, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και ζήτησαν εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα δε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο (Ν.160(Ι)/1999), το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12,50% (προστέθηκε τόκος υπερημερίας 2%).
  8. Ο επίδικος λογαριασμός, την 27/5/2015, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €34.177,86, πλέον τόκο 12,50% επί ποσού €32.518,08 από 27/5/2015 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Με βάση δε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασαν οι ενάγοντες, οι οποίοι αφαίρεσαν όλες τις χρεώσεις καθώς επίσης τον τόκο υπερημερίας 2% (περιορίζοντας τον τόκο σε 10,50%, που είναι ο συμβατικός), κατά την ίδια ημερομηνία, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €30.647,69, πλέον τόκο 10,50% επί ποσού €29.404,25 από 27/5/2015 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, που είναι το ποσό που αξιώνουν. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος που ήταν στους ώμους τους και πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, η οποία επιτυγχάνει. Αντίθετα, οι εναγόμενες 1, 2 και 3 απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ομού και ή κεχωρισμένως, για ποσό €30.647,69, πλέον τόκο προς 10,50% επί ποσού €29.404,25 από 27/5/2015 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των Εναγόμενων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων 1, 2 και 3 απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των Εναγόμενων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης είναι κοινά, οι ενάγοντες ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται. (Υπ.)....................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.