Β2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής:1922/2014, 8/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ EΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1922/2014 ΜΕΤΑΞΥ: Β2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγουσα -και-
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΦΩΤΟΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΜΑΡΙΑ
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΝΙΚΟΣ
- ΚΕΤΣΠΑΓΙΑ ΤΙΜΟΥΡ ΒΑΛΙΚΟ
- PHILIPPOS PHILIPPOU (FILANTA MOTORS) LTD υπό διαχείριση, διά του Μάριου Καλλία Παραλήπτη - Διαχειριστή Εναγόμενοι Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Η κα Εύα Παπαγεωργίου και η κα Ε. Στυλιανού για Δ. Σύζινος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 - 4: Ο κ. Βαλεντίνος Σωτηρίου και η κα Νίκη Αντωνιάδου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή, την οποία καταχώρισε η Bank Of Cyprus Company Ltd, η οποία καθ' όλους τους επίδικους χρόνους διεξήγαγε και διεξάγει νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και στην οποία είχαν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και σχετικού διατάγματος του 2013 το οποίο τιτλοφορείται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταξύ των οποίων και το επίδικο δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, αξιώνει από την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτρια και από τους υπόλοιπους εναγόμενους ως τους εγγυητές της το οφειλόμενο, κατά τον ισχυρισμό της υπόλοιπο. Με την πάροδο του χρόνου την ως άνω ενάγουσα τράπεζα διαδέχθηκε στην παρούσα αγωγή ως ενάγουσα/ η σημερινή ενάγουσα B2 KAPITAL CYPRUS LTD και προς τούτο καταχωρίστηκε στο φάκελο της υπόθεσης σχετική ειδοποίηση στις 15.10.
- Εναντίον της εναγόμενης 6 ήδη εκδόθηκε απόφαση στις 11.12.
- Η αγωγή για τον εναγόμενο 5 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως διευθετηθείσα καθ' ότι αυτός, κατόπιν συμφωνίας με τους ενάγοντες, κατέβαλε την 14.01.2019 το ποσό των €200.000,00 έναντι του δανείου της εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου η οφειλή του ως εγγυητή διευθετήθηκε. Περαιτέρω σε σχέση με την αξίωση διατάγματος για την εκποίηση της υποθήκης που είχε εγγραφεί προς εξασφάλιση του δανείου, αναφέρθηκε ότι το ενυπόθηκο ακίνητο ανακτήθηκε από την τράπεζα και το προϊόν που προέκυψε ήτοι το ποσό των €282.347,83σ. κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό δανείου με ανάλογη μείωση του οφειλόμενου ποσού. Συνεπεία αυτών η απαίτηση ως προς την υποθήκη δεν υφίσταται πλέον. Η αγωγή και οι σχετικές αξιώσεις για το υπόλοιπο οφειλόμενο παραμένουν ως προς τους εναγόμενους 1 έως 4 για τους οποίους και διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία. Προτρέχω, αναφέροντας ότι πριν ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του κ. Βανέζη (ΜΕ1), και ενόψει της κατάθεσης από αυτόν αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, δηλώθηκε από κοινού από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι τα επίδικα θέματα για σκοπούς αντεξέτασης θα περιορίζονταν στα ακόλουθα, τα οποία παρέμεναν αμφισβητούμενα και τα οποία θα έπρεπε να αποδειχθούν και επί των οποίων ουσιαστικά αντεξετάστηκε ο μάρτυρας: (α) Το επιτόκιο και η μεταβολή του βασικού επιτοκίου και η επιβολή τόκου υπερημερίας∙ (β) Το ύψος του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία τερματισμού∙ (γ) Η Σύμβαση Εγγύησης των εναγόμενων και κατά πόσον είναι συνεχής ή όχι και αν αφορά περιορισμένο ποσό ή απεριόριστο. Μετά την πιο πάνω δήλωση είναι φανερόν ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου θεωρούνται ως παραδεκτά ζητήματα η υπογραφή και κατάρτιση των συμφωνιών δανείου και εγγύησης, οι όροι αυτών (πλην αυτών που αφορούν την επιβολή τόκων), η ύπαρξη του λογαριασμού, η εκταμίευση του ποσού αλλά και η αποστολή και η λήψη των επιστολών τερματισμού και κατ' επέκταση ο τερματισμός του λογαριασμού. Επίσης, δεν έτυχε αμφισβήτησης η διάδοχη κατάσταση και οι αλλαγές που επήλθαν στην ενάγουσα με την B2 KAPITAL CYPRUS LTD πλέον να παρουσιάζεται ως η ενάγουσα στην αγωγή η οποία και νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή, προς τούτο εξάλλου έχει εκπληρωθεί όπως προανέφερα και η δικονομική υποχρέωση της σύμφωνα με το Άρθρο 18
(4)του Νόμου περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015 με σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης την 15.10.2020. Οι εναγόμενοι, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 πληροφορήθηκαν για την μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων τους από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καθώς και από την Β2ΚAPITAL για την απόκτηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει επιστολών, οι οποίες κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως τεκμήριο, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Επομένως τα ως άνω ζητήματα καθίστανται ευρήματα μου και η όποια αναφορά σε σχέση με αυτά στη συνέχεια θα γίνεται ακροθιγώς και όπου απαιτείται. Υπό το φως των πιο πάνω η καταγραφή δικογραφημένων ισχυρισμών κρίνεται περιττή, όπου όμως και πάλι κριθεί αναγκαίο κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει τότε γίνεται αναφορά σε αυτούς στην κατάλληλη περίπτωση. Μαρτυρία προσφέρθηκε μόνο από την πλευρά της ενάγουσας και προήλθε από τον υπάλληλο της κ. Ανδρέα Βανέζη (ΜΕ1). Ο μάρτυρας, αφού εξήγησε την θέση του και ποια τα καθήκοντα του στην ενάγουσα, κατάθεσε διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η γραπτή δήλωση του ΜΕ1 κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Ενόψει της μη προσκόμισης μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσο η ενάγουσα τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία που να τεκμηριώνει την αξίωση της. Σύμφωνα με την υπόθεση WYNNE v. Μαυρονικόλα
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, σ. 1146 σε περίπτωση που υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα η μαρτυρία αντικρίζεται ως ακολούθως: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο». (βλ. επίσης, Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Βεβαίως, δεν έχει νομολογηθεί τι ακριβώς είναι και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι «εγγενείς δυσκολίες». Παρά ταύτα, η απλή, γραμματική έννοια της λέξης «εγγενής» σημαίνει αυτό που «ενυπάρχει στην ίδια τη φύση, από την αρχή της παρουσίας ενός ατόμου ή τη γένεση μιας κατάστασης» (βλ. λεξικό Μπαμπινιώτη, 2η έκδοση, σ. 541). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξετάζει τη μοναδική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του, αλλά την κρίνει με βάση τη φύση της μαρτυρίας - όχι την ποιότητά της. Εξάλλου, όπως λέχθηκε στην R.C.K. Sports Ltd v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σ.1084, «ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας εγείρεται μόνο οσάκις υπάρχουν δυο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο» και ασφαλώς, δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας όταν υπάρχει μια μόνον εκδοχή. Όπως έχει λεχθεί περαιτέρω στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ. μαζί με τους όρους της∙ (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης∙ (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπό το πνεύμα των ως άνω αρχών θα εξετάσω αν η ενάγουσα έχει αποδείξει τις αξιώσεις στο βαθμό που απαιτείται και ότι δικαιούται το ποσό που αξιώνει όπως αυτό ασφαλώς αναπροσαρμόστηκε με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε συσχετισμό με το επιτόκιο και τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου και της επιβολής τόκου υπερημερίας τον οποίο διατείνεται ότι δικαιούται και την ευθύνη δυνάμει της εγγύησης που παρέσχαν οι εναγόμενοι για το οφειλόμενο ποσό ως είναι δηλαδή και τα ως άνω προσδιορισθέντα επίδικα θέματα. Από την γραπτή δήλωση του κ. Βανέζη (ΜΕ 1), προκύπτουν τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν ως προς την επίλυση των πιο πάνω επίδικων θεμάτων: Στις 13.12.2007 η ενάγουσα, κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1 της χορήγησε δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.350.000,00 ήτοι €598.010,50σ. σύμφωνα με τη συμφωνία που υπογράφηκε ανοίχτηκε σχετικός λογαριασμός στον οποίο θα καταχωρούνταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις. Ο αριθμός του λογαριασμού αυτού άλλαξε κατά ή περί την 06.06.2014 λόγω της μεταφοράς των συστημάτων την πρώην Λαϊκής σε αυτά της Τράπεζας Κύπρου συνεπεία της απόκτησης των εργασιών της πρώτης από τη δεύτερη. Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου, η εναγόμενη 1 παρέλαβε τον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων καθώς και τους Γενικούς όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας, οι οποίο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου και τους οποίους η εναγόμενη 1 έχει αποδεχτεί και συμφωνήσει ότι αυτοί θα ίσχυαν και θα την δέσμευαν. Για περαιτέρω εγγύηση και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής οποιουδήποτε υπολοίπου του λογαριασμού της εναγόμενης 1 μετά των τόκων και εξόδων και προς εκπλήρωση των παρόντων ή και μελλοντικών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, οι εναγόμενοι 2 μέχρι 6 με συμφωνία ημερομηνίας 13.12.2007, εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα παρούσες και/ ή μέλλουσες, αλληλεγγύως και/ ή προσωπικώς, άμεσες και/ή έμμεσες και υπό τύπο συνεχούς εγγύησης για το ποσό του επίδικου δανείου πλέον τόκους προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου πλέον έξοδα, προμήθειες, επιβαρύνσεις και δαπάνες, μέχρι τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων ποσών από την πρωτοφειλέτρια. Σε σχέση με την εγγύηση των εναγομένων 2 έως 4, ο ΜΕ1 κατέθεσε ως τεκμήρια, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την εγγύηση τους. Κατά την 16.12.2008 και 22.01.2009 επειδή ο λογαριασμός της εναγομένης 1 δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά και παρουσίαζε καθυστερήσεις, οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν προς τους εναγομένους επιστολές τερματισμού και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό δανείου πλέον τόκους. Ο κ. Βανέζης (ΜΕ 1), προχώρησε στην κατάθεση αναλυτικών και αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού μαζί με σχετικά πιστοποιητικά και εξήγησε την επιβολή του τόκου καθώς και το σημερινό οφειλόμενο ποσό. Προς υποστήριξη των θέσεων της ενάγουσας ο μάρτυρας, χωρίς ένσταση, κατάθεσε συνολικά 35 έγγραφα ή δέσμες εγγράφων ως τεκμήρια (Τεκμ. 1 - 35), στα οποίου όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του κ. Βανέζη (ΜΕ1), και με βάση την αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμ. 32), η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 έως 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €744.702,24σ. πλέον τόκους προς 4,25% από 01.01.2022 με κεφαλαιοποίηση κάθε έξι μήνες ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Η αντεξέταση του μάρτυρος περιορίστηκε σε ερωτήσεις και γενικές υποβολές αναφορικά με τους όρους της εγγύησης και κατά πόσο αυτοί έτυχαν διαπραγμάτευσης και επεξήγησης καθώς και υποβολές σε σχέση τις χρεώσεις επιτοκίου, τον τρόπο επιβολής του επιτοκίου, τις διακυμάνσεις αυτού και του τόκου υπερημερίας, ο οποίος ως του υποβλήθηκε ο όρος αυτός στη συμφωνία είναι καταχρηστικός και παράνομος. Επίσης, έγιναν ερωτήσεις στο μάρτυρα σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού της επιβολής επιτοκίου και το οφειλόμενο ποσό που αξιώνει η ενάγουσα. Η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ισοδυναμεί με αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της (βλ. Αdidas Sport
(1987)1 C.L.R. 383 και Frederickou Schools v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Γενική αρχή είναι ότι παράλειψη αντεξέτασης ουσιωδών σημείων ισοδυναμεί ή είθισται να ισοδυναμεί με παραδοχή (βλ. Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147). Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Σχετική είναι η υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 όπου αναφέρθηκε ότι : «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να ανακρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac In
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Σε σχέση με την επιβολή του τόκου και τις διάφορες χρεώσεις και έξοδα, η αντεξέταση εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων περιορίστηκε στον τρόπο επιβολής του επιτοκίου και κατά πόσο υπήρχαν διακυμάνσεις στο βασικό επιτόκιο και εάν εφαρμόστηκαν διακυμάνσεις μετά τον τερματισμό. Αρχικά ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του, εξήγησε με σαφήνεια και καθαρότητα, μέσω της γραπτής του δήλωσης, τους όρους της συμφωνίας δανείου που αφορούσαν την επιβολή επιτοκίου, την επιβολή του τόκου υπερημερίας και την κεφαλαιοποίηση του τόκου. Στο τέλος, αφού κατέθεσε τις καταστάσεις του λογαριασμού εξήγησε πιο επιτόκιο εφαρμοζόταν και γιατί, καταθέτοντας τις σχετικές ανακοινώσεις στον Τύπο, ενώ ανέφερε και πιο επιτόκιο αξιώνεται σήμερα και γιατί. Με βάση τις αρχικές αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι οι ενάγοντες θα περιορίσουν την απαίτησή τους αναφέροντας ότι το ποσό το οποίον οφείλουν σήμερα οι εναγόμενοι είναι το ποσό των €1.449.849,78σ. πλέον τόκοι προς 6,75% από 01/11/2021 επί ποσού €1.417.604,14σ. κεφαλαιοποιημένος κάθε έξι μήνες, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σχετικές είναι οι αναφορές του ΜΕ1 στις παραγράφους 49 και 54 της γραπτής του δήλωσης. Ακολούθως, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμ. 32, νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού όπου η ενάγουσα περιόρισε περαιτέρω την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων 1 - 4 αναφέροντας ότι το σημερινό οφειλόμενο ποσό από τους εναγόμενους, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις καταθέσεις, είναι το ποσό των €744.702,.24σ. πλέον τόκοι προς 4,25% από 01.01.2022 κεφαλαιοποιημένος κάθε έξι μήνες, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο ΜΕ1 εξήγησε και ανέλυσε το επιτόκιο και τις διάφορες μετατροπές του που γινόταν κατά καιρούς με βάση τις ανακοινώσεις στον Τύπο (Τεκμ. 34 και Τεκμ. 35) και εξήγησε ποιο είναι το επιτόκιο το οποίο ζητούν οι ενάγοντες σήμερα. Σε σχέση με τις ερωτήσεις και τις υποβολές που έγιναν στον μάρτυρα και αφορούσαν τους όρους των συμφωνιών, ασφαλώς και ο μάρτυρας δεν είναι αυτός που θα ερμηνεύσει τα έγγραφα και να εκφέρει κρίση κατά πόσο αυτά είναι άκυρα και/ή παράνομα και/ή άνευ αποτελέσματος ή ότι δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης. Οι ερωτήσεις και υποβολές που τέθηκαν στον ΜΕ1 σε σχέση με τους όρους των συμφωνιών ήταν εντελώς γενικές και αόριστες. Σε κανένα στάδιο δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ο λόγος και να υποβληθεί στον μάρτυρα για τον οποίο, κατά τους εναγόμενους, οι συγκεκριμένες ρήτρες είναι γενικές και αόριστες ή καταχρηστικές ή δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης. Οι ερωτήσεις και υποβολές που τέθηκαν στον ΜΕ1 σε σχέση με τη Σύμβαση Εγγύησης αφορούσαν το ποσό της εγγύησης που εγγυήθηκαν οι εγγυητές, ήτοι Λ.Κ.350.000,00 έκαστος πλέον τόκους. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η Εγγύηση είναι κοινή και αλληλέγγυα όπως εξάλλου αναγράφεται και στη Σύμβαση Εγγύησης που υπέγραψε ο κάθε εναγόμενος. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε κατά την αντεξέταση του στην παράγραφο 19 του Τεκμ. 14 και διάβασε τα όσα αυτή αναγράφει και ότι η ευθύνη καθενός από του εγγυητές είναι ανεξάρτητη και δεν θα επηρεάζεται ή εκμηδενίζεται λόγω αδυναμίας στην ευθύνη οποιουδήποτε. Ο ΜΕ 1 ανέφερε ότι ο κάθε εναγόμενος υπέγραψε διαφορετικό εγγυητήριο έγγραφο και η εγγύηση του κάθε εναγόμενου περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκους και παρέπεμψε στην παρ. 18 του ίδιου εγγράφου. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι οι τόκοι εφαρμόζονται όπως καθορίζεται στη Σύμβαση Δανείου που υπέγραψε η Πρωτοφειλέτρια, τόκοι δηλαδή όπως τοκίζεται το δάνειο το οποίο χορηγήθηκε και ήταν ισόποσο και ως ήταν το υπόλοιπο ως το Τεκμ. 32 (αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού). Αυτή είναι η ευθύνη και αυτοί είναι τόκοι ως αναφέρεται στην παρ. 18 της συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 σε ερώτηση από τον συνήγορο των εναγόμενων εάν η εγγύηση (Τεκμ. 15, 18 και 21) περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.350.000,00. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκοι οι οποίοι καθορίζονται στην Συμφωνία που υπέγραψε η Πρωτοφειλέτης με την Τράπεζα. Περαιτέρω, υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι το ποσό από τους Εγγυητές περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.350.000,00 και ότι η εγγύηση δεν μπορεί να φέρει τόκο διότι δεν αποτελεί χρέος. Εντούτοις, ο ΜΕ1 διαφώνησε με την εν λόγω θέση του συνηγόρου υπεράσπισης και ανέφερε ότι η εγγύηση μπορεί να φέρει τον τόκο που επιβάλλεται στο υπό εγγύηση ποσό. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε στον εναγόμενο 5, για τον οποίον η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως διευθετηθείσα κατόπιν συμφωνίας με την ενάγουσα, όπου κατέθεσε στον επίδικο λογαριασμό το ποσό των €200.000,00. Στη συνέχεια, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε αν περιορίζεται κατά συνέπεια, και η εγγύηση και των υπολοίπων εγγυητών στο ίδιο ποσό των €200.000,00 και ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Στο τέλος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το σημερινό οφειλόμενο ποσό με βάση τη νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως αυτή κατατέθηκε ως Τεκμ. 32, είναι €744.702,24 με επιτόκιο 4,25% από 01.01.2022 λαμβάνοντας υπόψη όλες τις καταθέσεις συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των €200.000,00 που κατάθεσε ο εναγόμενος 5. Ο κ. Βανέζης (ΜΕ1), σε σχέση με τους όρους των συμφωνιών ανάφερε ότι η τράπεζα ως ζήτημα πρακτικής, έκανε διαβούλευση και συζητούσε τους όρους της με τους πελάτες της μέχρι που κατέληγαν σε όλα τα σημεία των συμφωνιών. Ανάφερε ότι κατά την σύναψη τους εξηγούνταν τόσο στους πρωτοφειλέτες όσο και στους εγγυητές οι όροι των συμφωνιών και τι περιελάμβαναν, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και ακολούθως οι εναγόμενοι υπέγραφαν τις συμφωνίες και αποδέχονταν τους όρους αυτών. Συνεπώς, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ότι η τράπεζα επεξηγούσε τους όρους των συμφωνιών που συνήπτε με τους δανειολήπτες και αυτοί οι όροι συζητούνταν και αποφασίζονταν και ήταν προϊόν διαβούλευσης. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των εναγομένων που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό τους περί μη διαπραγμάτευσης (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. 2376). Το Άρθρο 3 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/1996 καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Μια ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό. Στο Άρθρο 5 του ιδίου Νόμου δίδεται η ερμηνεία της "καταχρηστικής ρήτρας". 'Καταχρηστική' θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει στη ρήτρα, αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί εκ μέρους των εναγόμενων, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν συναφθεί οι επίδικες συμφωνίες. Καμιά μαρτυρία έχει προσκομισθεί που να καταδεικνύει ότι οι όροι της σύμβασης δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης και ότι συνέτρεχαν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 5, οι οποίοι είναι ενδεικτικοί του γεγονότος ότι υπήρχε ανισότητα μεταξύ των μερών ( βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Γέριμος κ.α., Αγωγή Αρ. 818/2013 Ε.Δ. Αμμοχώστου της κ. Τ. Παρασκευαϊδου Καρακάννα Π.Ε.Δ., 19.11.2021 και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΠΑΤΣΑΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8/2015, Ε.Δ. Αμμοχώστου της κ. Λ.Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερ. 16.10.2019). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. 9/2011, ημερομηνίας 15.06.2016. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο έκρινε ότι για να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι μια ρήτρα είναι καταχρηστική, θα έπρεπε να είχε καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστεως εκ μέρους της τράπεζας, στοιχείο απαραίτητο για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα περί καταχρηστικής ρήτρας. Οι σχετικές υποβολές στον ΜΕ 1 και εν τέλει οι ισχυρισμοί των εναγόμενων που άπτονται των καταχρηστικών ρητρών απορρίπτονται ως αόριστες και ανυπόστατες. Ο κ. Βανέζης (ΜΕ1), αντεξετάστηκε και επί των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσίασε χωρίς όμως να γίνει εκτενής αναφορά σε αυτές, παρά μόνο γενικές υποβολές σε σχέση με το ορθό υπόλοιπο και την ορθή κίνηση του λογαριασμού. Ο ΜΕ1 σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού και ειδικότερα για την αναδομημένη κατάσταση η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση, ήταν αρκούντως κατατοπιστικός για την διαδικασία που ακολούθησε για την ετοιμασία και εκτύπωση τους. Ό,τι ερωτήθηκε σε σχέση με αυτές ήταν γενικό και αόριστο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε συνάρτηση με τα έγγραφα που κατάθεσε κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας, πειστικός για όσα ανέφερε και αυτά χαρακτηρίζονταν από σαφήνεια και τεκμηρίωση χωρίς να αφήσει κενά. Δεν διαπίστωσα προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία του ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (βλ. Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650, Κουκουλή κ.α ν. Παπαδημήτρη Π.Ε. 378/10 ημερ.29.1.16). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της, στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό. Οι οποιοιδήποτε μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί που προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση στα πλαίσια της αντεξέτασης δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού οι δικογραφημένες θέσεις των μερών αποτελούν τη μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρίνω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό αφού έχουν αποδειχθεί όλα τα γεγονότα τα οποία σύμφωνα με τη νομολογία χρήζουν απόδειξης σε τέτοιας φύσης υποθέσεις. Συγκεκριμένα και με βάση την Βασίλης Χαραλάμπους (ανωτέρω): Η Σύναψη της Συμφωνίας Δανείου και οι όροι της: Συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και της εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.350.000,00 ήτοι €598.010,50σ (Τεκμ. 11). Η υπογραφή και κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας δανείου δεν γίνεται παραδεκτή στην υπεράσπιση των εναγόμενων παρ' όλα αυτά δεν έγινε οποιαδήποτε υποβολή και οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με την υπογραφή και την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας δανείου εκ μέρους των εναγόμενων, αφού έχουν περιοριστεί τα επίδικα θέματα. Η αυθεντικότητα των εν λόγω εγγράφων επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Η Λαϊκή Τράπεζα στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας άνοιξε προς όφελος της εναγόμενης 1 λογαριασμό δανείου ο οποίος λειτούργησε μέχρι τη μεταβίβαση του στην Τράπεζα Κύπρου οπότε και του δόθηκε νέος αριθμός, ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην εναγόμενη
- Η κίνηση του λογαριασμού αυτού φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από τον ΜΕ
- Αυτές αμφισβητούνται από την πλευρά των εναγόμενων στην Υπεράσπιση τους. Παρ' όλα αυτά δεν έγινε καμία υποβολή κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και κατά συνέπεια η όποια αμφισβήτηση τους παρέμεινε αναπόδεικτη. Από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν προκύπτει ότι η συμφωνία αναλύει πιο είναι το επιτόκιο που θα χρεώνεται ο επίδικος λογαριασμός, η κεφαλαιοποίηση και οι εξασφαλίσεις τις οποίες ο ΜΕ1 εξήγησε αναλυτικά στην γραπτή του δήλωση και στη προφορική μαρτυρία του και όλα αυτά επίσης δεν έτυχαν οποιασδήποτε ουσιαστικής αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Η παροχή των εγγυήσεων: Η παροχή εγγύησης με ημερομηνία 13.12.2007 και οι όροι της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ των μερών αποδείχτηκαν με την κατάθεση των Συμφωνιών Εγγύησης (Τεκμ. 14, 17 και 20), οι οποίες κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Η παροχή εγγύησης από τους εναγόμενους 2 έως 6 προς εξασφάλιση του δανείου της εναγόμενης 1 έχει αμφισβητηθεί στην Υπεράσπιση των εναγόμενων, ως επίσης και η εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας καθότι αντίκειται ως αναφέρεται στην Υπεράσπιση στον περί Εγγυητών Νόμο και δεν τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του. Εντούτοις, δεν υπήρξαν υποβολές για τα πιο πάνω ζητήματα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΕ 1 ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία λόγω του περιορισμού των επίδικων θεμάτων άρα δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το εν λόγω θέμα. Η αυθεντικότητα των εν λόγω εγγράφων ως επίσης και η υπογραφή και η κατάρτιση τους δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα αυτό που αμφισβητείται είναι το είδος και το ύψος του ποσού της εγγύησης. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ1 αλλά και τις δικογραφημένες θέσεις, στις 13.12.2007 συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων 2 έως 6 όπως προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου της εναγόμενης 1, οι εναγόμενοι 2 έως 6 εγγυηθούν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 υπό τον τύπο συνεχούς εγγύησης. Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη 1 συνήψε σύμβαση δανείου με την ενάγουσα, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται τόσο στα δικόγραφα όσο και στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ΜΕ
- Οι δε εναγόμενοι 2 έως 6 εγγυήθηκαν την πληρωμή του επίδικου δανείου πλέον τόκους και άλλα έξοδα. Οι εναγόμενοι 2 έως 6 όπως προέκυψε μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1 ενημερώθηκαν για την πιστωτική διευκόλυνση που επρόκειτο να εγγυηθούν με επιστολές ημερομηνίας 13.12.2007 (Τεκμ. 15, 18 και 21), στις οποίες οι εναγόμενοι 2 έως 6 βεβαιώνουν ότι παρέλαβαν τα σχετικά έγγραφα από την Τράπεζα Κύπρου αυτοπροσώπως την 13.12.2007 όπου τα μελέτησαν και κατανόησαν πριν τα υπογράψουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 η πρακτική της ενάγουσας ήταν προτού οι εγγυητές υπογράψουν τη σύμβαση εγγύησης, να τους επεξηγείται τι ακριβώς υπογράφουν, υπέρ ποιου υπογράφουν, το ποσό που υπογράφουν και να ενημερώνονται για τις συνέπειες της υπογραφής τους. Αυτό έπραξε η ενάγουσα και στην παρούσα περίπτωση και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι όταν υπέγραφαν γνώριζαν τι ακριβώς υπέγραφαν και το σκοπό για τον οποίο υπέγραφαν. Καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από τους εναγόμενους για να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς της ενάγουσας. Πέραν τούτου, ως εμφαίνεται από τον όρο 20 των συμφωνιών εγγύησης, οι εναγόμενοι 2 έως 4 δήλωσαν ότι κατανοούν πλήρως το δικαίωμα τους να επισκοπήσουν όλες τις όψεις του εγγράφου εγγύησης με δικηγόρο της εκλογής τους, ότι είχαν την ευκαιρία να συμβουλευθούν δικηγόρο της εκλογής τους, ότι έχουν προσεχτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες του εγγράφου εγγύησης και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβλήθηκαν και υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης. Ένα από τα επίδικα θέματα ήταν το είδος της εγγύησης που οι εναγόμενοι υπέγραψαν για να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 και το ύψος του ποσού της εγγύησης που υπέγραψε κάθε εναγόμενος ξεχωριστά ως εγγυητής. Προς τούτο ο ΜΕ1 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για το ύψος του ποσού που εγγυήθηκαν οι εγγυητές σύμφωνα με τις συμφωνίες εγγύησης, απαντώντας ότι ήταν το ποσό των Λ.Κ.350.000,
- Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, η εγγύηση είναι κοινή και αλληλέγγυα και είναι ξεκάθαρη η ευθύνη των εγγυητών. Αυτό προκύπτει και από τα Εγγυητήρια Έγγραφα που κλήθηκε έκαστος εγγυητής να υπογράψει. Ακολούθως ο ΜΕ1 παρέπεμψε στο Τεκμ. 14, παρ. 18 και 19 όπου αναγράφονται τα ακόλουθα: «
- Νοείται, ακόμη, ότι η ολική μου ευθύνη με βάση την εγγύηση αυτή θα είναι ως το ποσό των ΛΚ350.000,00, πλέον τόκοι, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων από τον Πρωτοφειλέτη ποσών, όπως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων μεταξύ σας και του Πρωτοφειλέτη». «
- Αν το έγγραφο αυτό υπογραφεί από περισσότερα από ένα πρόσωπα θα ερμηνεύεται στον πληθυντικό και όλες οι υποχρεώσεις και ευθύνες με βάση την εγγύηση αυτή θα είναι αλληλέγγυες και κεχωρισμένες (JOINT AND SEVERAL) και θα επεκτείνονταν στα περιουσιακά στοιχεία και εξασφαλίσεις καθενός και/ή όλων των εγγυητών και ειδοποίηση σε ένα από τους εγγυητές θα θεωρείται ως ειδοποίηση σε όλους. Η ευθύνη καθενός από τους εγγυητές είναι ανεξάρτητη και δεν θα επηρεάζεται ή εκμηδενίζεται λόγω αδυναμίας στην ευθύνη οποιουδήποτε». Ο ΜΕ1 επέμεινε περαιτέρω ότι ο κάθε ένας εγγυητής έχει υπογράψει διαφορετικό εγγυητήριο και η εγγύηση του καθενός αφορά το ποσό των Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων από την Πρωτοφειλέτρια ποσών και σε καμία περίπτωση η εγγύηση δεν ήταν περιορισμένη (βλ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Φίλιππος Χριστόδουλος Χατζηθεοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1862/2011 Ε.Δ. Πάφου του κ. Γ.Κ. Βλάμη, Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερ. 5.01.2018). Στον ΜΕ1 υποβλήθηκε η ερώτηση τι εννοεί "πλέον τόκους". Απάντησε ότι οι τόκοι εφαρμόζονται όπως καθορίζεται στη Σύμβαση Δανείου που υπέγραψε η Πρωτοφειλέτρια, τόκοι όπως τοκίζεται το δάνειο το οποίο χορηγήθηκε και ήταν ισόποσο και ως ήταν το υπόλοιπο ως το Τεκμ.
- Αυτή είναι η ευθύνη και αυτοί είναι τόκοι ως αναφέρεται στην παρ. 18 της συμφωνίας. Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΕ1 ερώτηση εάν η εγγύηση (Τεκμ.15, 18 και 21), περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.350.000,
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκοι οι οποίοι καθορίζονται στην Συμφωνία που υπέγραψε η Πρωτοφειλέτρια με την τράπεζα. Περαιτέρω, υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι το ποσό σε σχέση με τους Εγγυητές περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.350.000,00 και ότι η Εγγύηση δεν μπορεί να φέρει τόκο διότι δεν αποτελεί χρέος. Εντούτοις, ο ΜΕ1 διαφώνησε με την εν λόγω θέση του συνηγόρου υπεράσπισης και ανέφερε ότι η εγγύηση μπορεί να φέρει τόκο. Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε στον εναγόμενο 5, για τον οποίον η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως διευθετηθείσα κατόπιν συμφωνίας με την ενάγουσα, όπου κατέθεσε το ποσό των €200.000,
- Στη συνέχεια, ο ΜΕ1 ρωτήθηκε αν περιορίζεται κατά συνέπεια, και η εγγύηση και των υπολοίπων εγγυητών στις €200.000,00, με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Η εξέταση του περιεχομένου των επίδικων εγγυήσεων είναι αναγκαία για να εξεταστεί η φύση αυτών. Στον όρο 1 των συμφωνιών εγγύησης (Τεκμ. 15, 18 και 21) αντίστοιχα ο οποίος είναι πανομοιότυπος και στις τρεις συμφωνίες αναφέρονται τα ακόλουθα: «1.Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς και τους νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι, όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας είτε αυτές είναι, παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι, ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή από εγγύηση προς τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τιε υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων». Ο όρος 3 των της επιστολών ενημέρωσης προνοεί τα ακόλουθα: «
- Ο/Η/Οι πιο κάτω εγγυητές, που έχει/ουν εκφράσει την πρόθεση να παράσχει/ουν προσωπικές εγγυήσεις, θα ευθύνεται/ονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στην Τράπεζα δυνάμει συμφωνίας παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά πιο κάτω, πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και δικαστικά και άλλα έξοδα και δαπάνες». Ο όρος 2 των Συμφωνιών Εγγύησης προνοεί τα ακόλουθα: «
- Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει την εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς τη δική μου συγκατάθεση και χωρίς η ευθύνη μου με βάση το έγγραφο αυτό να επηρεάζεται, με οποιοδήποτε τρόπο, να ανανεώνετε οποιοδήποτε δάνειο, να παρατείνετε, να ανανεώνετε, να ακυρώνετε ή να απαλλάσσετε ολικώς ή μερικώς Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις ή εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν από τον Πρωτοφειλέτη σε εσάς και είτε από τον ίδιο προσωπικά ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Συμφωνώ ακόμα ότι μπορείτε χωρίς την συγκατάθεση μου να δίνετε στον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις ή να απέχετε από το να παίρνετε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του ή να προβαίνετε σε συμβιβασμούς, με τον Πρωτοφειλέτη ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπα ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη σε σχέση με τα Δάνεια, Γραμμάτια, Συναλλαγματικές, Ομόλογα, Υποθήκες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις, και/ή οποιοδήποτε άλλες επιβαρύνσεις και/ή έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ευθύνεται απέναντι σας μαζί με τον Πρωτοφειλέτη, ως Πρωτοφειλέτης, ή εγγυητής, ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Νοείται ότι σε σχέση με την/τις προαναφερόμενη/ες συγκατάθεση/εις της παραγράφου αυτής, με το έγγραφο αυτό αποποιούμαι ρητά το δικαίωμα να παρέχω τη/τιος συγκαταθέσεις αυτή/ες». Ο όρος 9 των Συμφωνιών Εγγύησης προνοεί τα ακόλουθα: «Η εγγύηση μου θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο, που θα καταστεί πληρωτέο από τον Πρωτοφειλέτη σε σας και ως την πληρωμή του υπολοίπου αυτού θα έχετε το απόλυτο δικαίωμα κατά την απόλυτη σας κρίση να κρατήσετε, εκποίησετε (TO REALIZE) να διαθέσετε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις έχετε σήμερα ή θα έχετε ή θα αποκτήσετε στο μέλλον χωρίς να υποχρεώνεστε να υπολογίζετε σε όφελος μου οποιοδήποτε ανάλογο ποσό των εξασφαλίσεων ή εισπράξεων μέχρι να εξοφληθεί πλήρως το τελικό υπόλοιπο.». Ο όρος 10 των Συμφωνιών Εγγύησης προνοεί τα ακόλουθα: «
- Συμφωνώ ακόμη ότι σε περίπτωση που θα εισπράξετε οποιοδήποτε ποσό από τον πρωτοφειλέτη ή άλλο πρόσωπο ή οποιαδήποτε εξασφάλιση, έχετε το δικαίωμα να προβαίνετε, χωρίς η ευθύνη μου να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιαδήποτε διευθέτηση οποιονδήποτε υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη». Ο όρος 15 των Συμφωνιών Εγγύησης προνοεί τα ακόλουθα: «
- η εγγύηση μου αυτή είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεάζει ή επηρεάζεται από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις έχετε από μένα ή από οποιοδήποτε πρόσωπο για τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι τωρινές, μελλοντικές ή ενδεχόμενες ή προσωπικές ή μαζί με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα». Η πλευρά της υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι δεδομένου ότι ο εναγόμενος 5 κατέβαλε το ποσό των €200.000,00 και απαλλάχτηκε από Εγγυητής κατά συνέπεια περιορίζεται το ποσό της Εγγύησης σε €200.000,00 και για τους υπολοίπους εγγυητές. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως ακόμα και αν ο εναγόμενος 5 κατάθεσε το εν λόγω ποσό, αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη των υπολοίπων η οποία παραμένει στο ποσό των Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκους. Σύμφωνα με τις συμφωνίες εγγύησης οι εναγόμενοι εγγυητές δε συμφώνησαν απλώς να εγγυηθούν την πληρωμή του δανείου, των αναλογούντων τόκων κ.λπ. αλλά δυνάμει του όρου 16 και ότι θα έχει ευθύνη έναντι της Τράπεζας - δηλαδή των εναγόντων- για όλα τα ποσά που καλύπτονται με το έγγραφο αυτό ως εάν να είναι Πρωτοφειλέτης. Ο σχετικός όρος παρατίθεται αυτούσιος: «16...Ακόμη, η ευθύνη μου σε εσάς να είναι, να σας αποπληρώσω για όλα τα ποσά που καλύπτονταν με το έγγραφο αυτό δηλώνω ότι θα ευθύνομαι ως πρωτοφειλέτης στην περίπτωση που ο Πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο». Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι 2 έως 4, με τις επίδικες συμφωνίες, που τους κατέστησαν εγγυητές της Πρωτοφειλέτριας και για τους όρους των οποίων δεν έθεσαν οποιοδήποτε θέμα ακυρότητας, αποδέχθηκαν να μην απαλλαχτούν από την ευθύνη έναντι των εναγόντων σε περίπτωση που περιέλθει συμβιβασμός με την Πρωτοφειλέττρια ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν ευθύνη σε σχέση με το δάνειο. Ενόψει των πιο πάνω, είναι ξεκάθαρη η πρόθεση των μερών να μην επηρεάζεται η ευθύνη των εναγομένων 2, 3 και 4 (ως εγγυητών των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1) καθ' οιονδήποτε τρόπο από την τύχη των λοιπών εξασφαλίσεων. Συνεπώς η παρούσα αγωγή με την οποία ζητείται η έκδοση της απόφασης εναντίον των εγγυητών, λαμβανομένης υπόψιν της καταβολής του ποσού των €200.000,00 εκ μέρους του εναγόμενου 5, δεν συνιστά επιβολή στους υπόλοιπους εγγυητές διευθέτησης διαφορετικής από εκείνη που περιλαμβάνεται στην σύμβαση εγγύησης. Ενόψει των πιο πάνω δεν δικαιολογείται ο ισχυρισμός ότι η εγγύηση των εναγομένων 2 έως 4 επηρεάζεται για τον λόγο ότι ο εναγόμενος 5 κατέβαλε το ποσό των €200.000,00 για απαλλαγή του. Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά των εναγομένων δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε ικανή μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Ο ΜΕ1 περαιτέρω, αναφερόμενος στο Τεκμ. 32 ανέφερε ότι το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο είναι €744.702,24 με επιτόκιο 4,25% από 01.0.2022 και έχουν ληφθεί όλες οι καταθέσεις μέχρι σήμερα περιλαμβανομένων και των €200.000,00 εκ μέρους του εναγόμενου
- Στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εμπορικής Εταιρείας Deme - Diary Ltd στην Αγ. Αρ. 6394/2005 Ε.Δ. Λευκωσίας η κ. Αλ. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα: «..η πρόθεση των εναγόμενων 2 ,3 και 4 όπως εκφράζεται και διατυπώνεται από το σαφές και πλήρως κατανοητό σε απλή γλώσσα λεκτικό των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων που υπέγραψαν σε συνάρτηση με όλες τις περιβάλλουσες συνθήκες, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήταν η υπογραφή μιας συνεχούς και απεριόριστης εγγύησης η οποία κάλυπτε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, παρούσες και μελλοντικές και, συνεπακόλουθα, κάλυπτε τα όποια χρεωστικά υπόλοιπα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού». Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Γερολέμου Καπετάνιου κ.α. (πιο πάνω), αναφέρθηκαν περαιτέρω τα εξής πολύ σημαντικά: «Οι περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας επέκτασης και τα σχετικά ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία κρίνονται απολύτως δικαιολογημένα, ενισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη θέση ότι οι εναγόμενοι εγγυητές υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης και δεσμεύτηκαν από το εν λόγω έγγραφο, του οποίου η λεκτική διατύπωση είναι σαφής και ξεκάθαρη και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών, έτσι ώστε να προκύπτει ότι η εγγύηση που παραχωρήθηκε ήταν συνεχής. . .». Περαιτέρω, όσον αφορά την απαίτηση εναντίον των εναγόμενων 2, 3 και 4 ως εγγυητών, σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465 σε σχέση με αγωγές εναντίον εγγυητών: «Στην Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την αγγλική νομολογία την οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωσή του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του». Από την στιγμή επομένως που το χρέος έχει καταστεί πληρωτέο από την εναγόμενη 1 ως Πρωτοφειλέτη, οι εναγόμενοι 2 - 4 ως εγγυητές κατέστησαν παράλληλα υπόλογοι για την αποπληρωμή του στο βαθμό και την έκταση που ευθύνη τους καθορίζεται από τα σχετικά συμφωνητικά έγγραφα (Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R.303). Παράλληλα η μη συμμόρφωση στις επιστολές που τους αποστάληκαν με τις οποίες οι ενάγοντες τους καλούσαν να τιμήσουν τις δεσμεύσεις τους, αφήνουν τους εναγόμενους 2, 3 και 4 εκτεθειμένους απέναντι στους ενάγοντες. Το άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει ότι: «Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης». Στην απόφαση στην υπόθεση APS LOAN MANAGEMENT LTD ν. ΤΤΕΡΛΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 1873/2012 Ε.Δ. Λευκωσίας, της κ. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ημερ. 29.01.2021 ανέφερε τα ακόλουθα: «Παρατηρώ ότι στην επίδικη σύμβαση εγγύησης (ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), δεν υπήρξε κανένας περιορισμός της ευθύνης του εγγυητή. Απεναντίας, εγγυήθηκε «όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη» που πηγάζουν από τη σύμβαση δανείου, «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη». Επομένως, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 3 ότι η εγγύησή της δόθηκε για το περιορισμένο ποσό των €7000, δεν ευσταθεί, εφόσον ρητά στη σύμβαση εγγύησης αναφερόταν ότι αναλάμβανε επιπλέον «τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα της Τράπεζας». Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, 2014, Τόμος Β, σελ. 883, από το βασικό αξίωμα του δικαίου των εγγυήσεων ότι ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, απορρέουν τα εξής։ «Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του ενός ή του άλλου ή και των δύο, καθότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής έχουν κατευθείαν υποχρεώσεις προς τον πιστωτή με τον οποίο έχουν συμβληθεί. Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του εγγυητή, χωρίς να εγείρει αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Νοείται φυσικά ότι, ο πιστωτής δεν μπορεί να εισπράξει ποσό πέραν του τι οφείλεται σε αυτόν από τον πρωτοφειλέτη, είτε εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή ή και των δύο». Τα πιο πάνω αναφέρονται από το συγγραφέα με παραπομπή στο εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock & Mulla, 12η έκδοση: «A surety's liability to pay the debt is not removed by reason of the creditor's omission to sue the principal debtor; nor is the creditor bound to exhaust his remedy against the principal before suing the surety. A creditor cannot be restrained from action against the surety, on the ground that the principal is solvent, or that the creditor may have relief against the principal in some other proceedings. It is the choice of the creditor to recover the amount either from the principal- debtor after his default, or from the surety. The liability, though co-extensive, is separate; and not an alternative». Στην Κύπρο, ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, καθορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατόν να απαλλαγεί ο εγγυητής από την ευθύνη του έναντι του δανειστή. Ειδικότερα, παραπέμπω στα άρθρα 92, 93, 95, 96, 104 τα οποία παραθέτω πιο κάτω։ · Απαλλαγή Εγγυητή με απαλλαγή του πρωτοφειλέτη
- Ο εγγυητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη με τη σύναψη σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης, ή με πράξη ή παράλειψη του πιστωτή η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη. · Απαλλαγή Εγγυητή σε περίπτωση συμβιβασμού, παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης, ή συμφωνίας για μη έγερση αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή
- Σύμβαση μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία ο πιστωτής προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ή να μην εναγάγει τον πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη, εκτός αν ο εγγυητής συγκατατίθεται στη σύναψη της σύμβασης αυτής. · Αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής δεν απαλλάσσει τον εγγυητή
- Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή. · Απαλλαγή ενός συνεγγυητή δεν απαλλάσσει τους υπόλοιπους
- Όταν υπάρχουν συνεγγυητές, απαλλαγή του ενός από τον πιστωτή δεν συνεπάγεται απαλλαγή των υπολοίπων, ούτε ελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων εγγυητών. · Συνεγγυητές ευθύνονται σε εισφορά εξίσου
- Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει της ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη». Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει και από τα ανωτέρω, δεν εμφαίνεται ότι η ενάγουσα απάλλαξε οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε τρόπο τους εναγόμενους. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ισχυρισμοί των εναγόμενων 2,3 και 4 δεν ευσταθούν με κανένα τρόπο εφόσον τα εγγυητήρια έγγραφα που προνοούν ότι αρχικά, το είδος της Εγγύησης είναι συνεχούς τύπου εγγύηση (COUNTINUING GUARANTEE) και ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως Εγγυητές έχουν ολική Ευθύνη για αποπληρωμή του ποσού των Λ.Κ.350.000,00 πλέον τόκους, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προκύψουν μέχρι τον τελικό διακανονισμό όλων των υποχρεώσεων της Πρωτοφειλέτριας. Επομένως δεν δικαιολογείται και δεν έχει καταδειχθεί ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση να δικαιούνται οι εναγόμενοι 2 έως 4 να απαλλαγούν από την υποχρέωση τους ως εγγυητές για τις επίδικες εγγυήσεις με βάση της διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Συνοψίζοντας, ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους ότι το επίδικο δάνειο και το ποσό αυτού έχει παραχωρηθεί ή καταβληθεί στους εναγόμενους. Επισημαίνεται ότι στην μαρτυρία του ΜΕ1 αναφέρθηκε ρητά στην παράγραφο 21 της γραπτής του δήλωσης ότι : «
- Οι Ενάγοντες αφού εξέτασαν την οικονομική κατάσταση καθώς και τις δυνατότητες αποπληρωμής του επίδικου δανείου της Εναγόμενης 1, παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 το ως άνω δάνειο, ανοίχτηκε δε ο επίδικος λογαριασμός». Οι εν λόγω αναφορές και συγκεκριμένα η παραχώρηση του δανείου στην εναγόμενη 1 και το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού ουδόλως αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Επίσης σε κανένα στάδιο δεν προβλήθηκε από πλευράς της Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου. Εξάλλου, η εκταμίευση του προϊόντος του δανείου φαίνεται μέσα και από τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι η ενάγουσα απέδειξε τις Συμφωνίες Δανείου και Εγγύησης στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζονται σε αυτής της φύσης τις υποθέσεις. Κατά συνέπεια η ενάγουσα απέδειξε την παραχώρηση του δανείου και την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, οι οποίοι διέπονται από τους όρους των Συμφωνιών Δανείου και Εγγύησης. Ο Τερματισμός: Οι εναγόμενη 1 παραβίασε τους όρους της σύμβαση. Αυτό είναι φανερόν από τις καταστάσεις λογαριασμού, σύμφωνα με τις οποίες η εναγόμενη 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις δόσεις της, ως αυτές προβλέπονταν από τη Σύμβαση Δανείου. Μελετώντας τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα ότι ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση, γεγονός που οδήγησε την ενάγουσα να ενεργοποιήσει τους όρους της επίδικης Συμφωνίας για τερματισμό της. Συγκεκριμένα σχετικός είναι ο όρος 9 των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμ. 12) ο οποίος προνοεί τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα της Τράπεζας στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή εν όλω ή εν μέρει, καθιστά τις επηρεαζόμενες Τραπεζικές Διευκολύνσεις, αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο ή μέρος του ποσού οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων μαζί με τους τόκους, προμήθεια και δικαιώματα. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή των Τραπεζικών Διευκολύνσεων πλέον τόκους, πλεόν δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι την πλήρη εξόφληση τους.». Η ενάγουσα προ του τερματισμού, ήτοι με τις προειδοποιητικές επιστολές της ημερομηνίας 16.12.2008 ζήτησαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 και το Τεκμ. 27 από τους εναγόμενους την εξόφληση των οφειλομένων ποσών χωρίς όμως ανταπόκριση. Οι εναγόμενοι σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν αμφισβήτησαν τον τερματισμό του επίδικου δανείου. Σε σχέση με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου παρατηρώ ότι αυτός συνδεόταν με τον τρόπο αποπληρωμής του επίδικου δανείου όπως προνοείτε στον Όρο 4 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμ. 11). Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΕ1 σε συνάρτηση με τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν εκ μέρους του, η εναγόμενη 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις που αναφέρονται στη Συμφωνία Δανείου και ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση και ως εκ τούτου προχώρησαν στην αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και ακολούθως επιστολών τερματισμού, ενεργοποιώντας όπως αναφέρθηκε ανωτέρω τον όρο
- Σύμφωνα με τις υποθέσεις Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)(1Β) Α.Α.Δ.1466 και M.I.T Global Data Solutions Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2077, για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 και του Τεκμ. 28 πράγματι προηγήθηκε νόμιμος τερματισμός των δανειακών συμβάσεων. Οι επιστολές ουδέποτε επεστράφησαν είτε ως αζήτητες είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι οι επιστολές έχουν παραληφθεί (βλ. Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 και ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α.
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2077 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Deme Dairy Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 246/2013 ημερ.11.12.2019), ECLI:CY:AD:2019:A523. Σημειώνω ότι δεν υπήρξε καν αμφισβήτηση του γεγονότος. Ο τερματισμός των συμβάσεων έχει αποδειχτεί με τις επιστολές τερματισμού - Τεκμ. 28, οι οποίες αποστάληκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων και δεν επεστράφησαν. Σχετικός είναι ο όρος 10 των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Συμφωνίας Δανείου ο οποίος προνοούσε ως εξής «Αν ο πελάτης παραλείψει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του βάσει των παρόντων όρων και κανονισμών και/ή οποιασδήποτε Ειδικής Συμφωνίας και/λη οποιωνδήποτε εγγράφων εξασφαλίσεων και τέτοια παράλειψη δεν έχει διορθωθεί με τρόπο που να ικανοποιεί την Τράπεζα μέσα σε 21 ημέρες από την ημέρα που η Τράπεζα θα δώσει τέτοια γραπτή ειδοποίηση». Σχετικός επίσης είναι και ο όρος 14 της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμ. 14). Ο ΜΕ1 εξήγησε δεόντως στην δήλωση του τη διαδικασία που ακολουθείτο από την Τράπεζα για την ετοιμασία και αποστολή των εν λόγω επιστολών χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά των εναγομένων. Επίσης οι εναγόμενοι σε καμία περίπτωση ισχυρίστηκαν ότι ειδοποίησαν τους ενάγοντες ότι άλλαξαν διεύθυνση ή έδωσαν σε αυτούς νέα διεύθυνση αλληλογραφίας η οποία να είναι διαφορετική από αυτή που εμφαίνεται στις επιστολές τερματισμού. Όπως αποφασίστηκε στην Βarclays Bank Plc v. J.G.L (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ.1726: «καθόσον δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους». Στην απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρος Χαριλάου
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη μαρτυρία του υπαλλήλου της εφεσείουσας τράπεζας προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού είχαν αποσταλεί τόσο στην εφεσίβλητη εταιρεία όσο και στους εφεσίβλητους 2 και 3 και η μάρτυς κατέθεσε τα αντίγραφα των επιστολών τα οποία βρίσκονταν στο φάκελο της εφεσείουσας τράπεζας. Τα αρχικά έγγραφα σημείωσε η μάρτυς βρίσκονταν στην κατοχή των εφεσίβλητων. Προς τούτο σημειώνεται η παντελής έλλειψη αντεξέτασης της μάρτυρος αν πραγματικά οι πιο πάνω επιστολές είχαν αποσταλεί και, επιπρόσθετα, σημειώνεται η έλλειψη οποιασδήποτε ένστασης για την κατάθεσή της. [.] Από τη μαρτυρία της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας και την χωρίς ένσταση κατάθεση τους, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί νόμιμα». Επίσης, οι εναγόμενοι, παρόλο που με την υπεράσπιση τους αμφισβήτησαν την λήψη των επιστολών τερματισμού, δεν απέσεισαν από τους ώμους τους το βάρος που οι ίδιοι είχαν, να αποδείξουν πως δεν έλαβαν τις εν λόγω επιστολές. Από τη στιγμή που οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δεν επιστράφηκαν όπως ανέφερε ο μάρτυρας, δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή τους μετέρχεται στους ώμους των εναγομένων (βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9). Εν πάση περιπτώσει, η όποια θέση ή υπόνοια περί μη νόμιμου τερματισμού έτσι κι αλλιώς φαίνεται να εγκαταλείφθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την αναγκαιότητα για τερματισμό της σύμβασης, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029 όπου αποφασίστηκε ότι η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν αποστάληκε οποιαδήποτε ειδοποίηση απαίτησης ή τερματισμού συμφωνίας. Συνεπώς, η καταχώριση της αγωγής από μόνη της συνιστά επαρκή τερματισμό της συμφωνίας δανείου και απαίτησης του οφειλόμενου ποσού. Σε σχέση με τον τερματισμό συμφωνιών σχετική είναι επίσης και η απόφαση στην υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την πρωτόδικο Δικαστή τόσο ο τερματισμός όσο και η αξίωση αποπληρωμής του χρέους από τον εφεσίβλητο συνιστούσαν προϋποθέσεις για την ανάκτησή του. Δικαίωμα ανάκτησης θα αναφυόταν εάν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υποβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Όπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe: "Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and express demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand: Norton v. Ellam.
(5)" Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club [1972] 1 All E.R. 1176. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: ".... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action." Θεώρηση του κειμένου του όρου 3 της συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό. Μπορεί να προβληθεί η θέση ότι η αξίωση αποπληρωμής του χρέους εξυπακούει και τον τερματισμό του λογαριασμού και όπως στην περίπτωση δανείου για προκαθορισμένο ποσό πληρωτέου "on demand" - "σε πρώτη ζήτηση" μπορεί να ανακτηθεί άνευ ετέρου με αγωγή στο Δικαστήριο. Το θέμα δεν συζητήθηκε ούτε έγιναν εισηγήσεις επί του προκειμένου». Όσον αφορά την ειδοποίηση απαίτησης εναντίον των εναγομένων ως εγγυητών, σχετικά είναι και πάλι όσα αναφέρονται στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την αγγλική νομολογία την οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωσή του καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Μπορεί όμως όπως αναγνωρίζεται και στην Savvides v. Christofides όπως και στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe (ανωτέρω) τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτησή του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην πολύ πρόσφατη απόφαση του αγγλικού εφετείου στην Stimpson v. Smith [1999] 2 All E.R.
- Ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφασή του "...the time from which the liablitity can be enforced». Σύμφωνα με τα εγγυητήρια έγγραφα, με τα οποία οι εναγόμενοι Εγγυητές εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 για το ποσό που αναφέρεται σε αυτήν, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω εγγράφου (Τεκμ. 14, 17 και 20), ανέλαβαν επίσης μόλις τους ζητηθεί να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με τη μαρτυρία, απέστειλαν στους εναγόμενους τόσο προειδοποιητικές επιστολές όσο και επιστολές τερματισμού, όπως πιο πάνω αναφέρεται, χωρίς να έχουν επιστραφεί, στη διεύθυνση που οι ίδιοι έδωσαν στους ενάγοντες και βρισκόταν καταχωριμένη στο σύστημα αυτών όπως εξήγησε δεόντως ο ΜΕ
- Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 προέκυψε ότι οι εναγόμενοι παρέλειπαν και/ή καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως, στις 22.01.2009 η ενάγουσα τερμάτισε τις Συμφωνίες Δανείου και Εγγύησης ως είχε το δικαίωμα να το πράξει. Τόσο οι επιστολές προ-τερματισμού όσο και τερματισμού έχουν σταλεί και παραληφθεί από τους εναγόμενους. Μέσα από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αλλά και τη μαρτυρία του ΜΕ1 διαφαίνεται ότι η αναγραφείσα διεύθυνση των εναγομένων είναι η τελευταία γνωστή προς τους ενάγοντες διεύθυνση και συνεπώς ορθά οι επιστολές στάλθηκαν στις εν λόγω διευθύνσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι δήλωσαν στους ενάγοντες ενώ δεν έχει αποδειχθεί η αλλαγή οποιασδήποτε διεύθυνσης τους σε σχέση με αυτή που αναγράφεται στις επιστολές. Με βάση τα ανωτέρω, βρίσκω ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου έχει δεόντως τερματισθεί και ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο έχει καταστεί απαιτητό έναντι των εναγόμενων από τους οποίους απαιτήθηκε η εξόφληση του. Το οφειλόμενο ποσό: Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται το οφειλόμενο υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών, παρ' όλο που καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία το γεγονός ότι η επίδικη χορήγηση δανείου δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί παρέμεινε αναντίλεκτο. Παρά τις δικογραφημένες θέσεις της Υπεράσπισης για ανατοκισμούς και άλλες παράνομες χρεώσεις - καμία απολύτως αντικρουστική των θέσεων της ενάγουσας μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η ενάγουσα κρίνω ότι οφειλόμενο υπόλοιπο αποδείχτηκε από αυτή μέσω της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού δανείου (Τεκμ. 32) στην οποία περιορίστηκε η αξίωση, και στην κατάθεση της οποίας οι εναγόμενοι δεν έφεραν οποιαδήποτε ένσταση. Αποτελεί γνωστό κανόνα ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που επικαλείται μια κατάσταση ή ένα συμβάν για να το τεκμηριώσει και να κερδίσει την υπόθεσή του. Συνεπώς οι ενάγοντες φέρουν το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης τους (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287). Σε περίπτωση που η ενάγουσα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138). Ένα από τα επίδικα θέματα συνεπώς είναι και η απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού μαζί με τα σχετικά πιστοποιητικά, χωρίς ένσταση, ως ακολούθως: Α) αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμ. 29 από την έναρξη του δανείου μέχρι 27.05.2020 η οποία έγινε αποδεκτή δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Β) νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμ. 32 από την έναρξη μέχρι 01.01.2022 η οποία έγινε αποδεκτή δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9 σύμφωνα με το πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία μας, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. Όσον αφορά υποθέσεις τραπεζών, το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 αναφέρει τα ακόλουθα: 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση». Στην υπό κρίση υπόθεση, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ικανά να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικων λογαριασμών. Τόσο η Αναλυτική Κατάσταση (Τεκμ. 29) όσο και η νέα Αναδομημένη Κατάσταση (Τεκμ. 32) μαζί με τα σχετικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρει στη Γραπτή του Δήλωση και την κυρίως εξέτασης του, κρίνω ότι ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Οι εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν τη μη ύπαρξη των καταχωρίσεων στα τραπεζικά βιβλία ή ότι οι καταχωρίσεις δεν ήσαν στην ουσία ορθές ως μη αντιστοιχούσες με τα πρωτότυπα τραπεζικά βιβλία (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 493), παρόλα αυτά απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία, δεδομένου του ότι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε σχετική ή περί του αντιθέτου μαρτυρία. Ο ΜΕ1 κατά την αντίληψη μου έδωσε όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και εξηγήσεις που του ζητήθηκαν, χωρίς σε κανένα σημείο να αμφισβητηθούν κατά τρόπο πειστικό τα λεγόμενα του ή όπως προανάφερα, να προσκομιστεί αντικρουστική μαρτυρία. Συνεπώς το μαχητό τεκμήριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι τέλους (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω), Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.α. Πολ. Έφεση 139/2013, ημερ. 14.04.2020). Μέσω των πιστοποιητικών που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1, αποδείχτηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 εξηγεί ότι: οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού, τόσο οι αναλυτικές όσο και οι αναδομημένες, αποτελούν μέρος του αρχείου, δηλαδή του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συγκεκριμένα αποτελούν όλες τις καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για τον Λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα που αφορά τους εναγόμενους και αναφέρονται στη χρονική περίοδο από την έναρξη του λογαριασμού μέχρι 27.05.2020 (αναλυτικές) και 01.01.2022 (νέες αναδομημένες). Περαιτέρω, πιστοποιείται ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αποτελεί επιχείρηση η οποία δυνάμει αδείας ημερομηνίας 01.01.1944 από τις αρμόδιες αρχές ασκεί τραπεζικές εργασίες αδιάλειπτα και συστηματικά μέχρι σήμερα με σκοπό το κέρδος, και καθ' όλον το ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο και ειδικότερα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή όπως το παρέλαβε από την Λαϊκή Τράπεζα, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι 07.05.2020. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και τις 07.05.2020, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας Κύπρου και καθ' όλον το χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας Κύπρου και υπό τον έλεγχο της. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας από την B2KAPITAL CYPRUS LTD κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών συμφωνίας πώλησης και/ή αγοράς μεταξύ της Τράπεζας και της ενάγουσας ημερομηνίας 02.01.2020 με ισχύ από τις 08.05.2020 από την ημερομηνία μεταβίβασης, ήτοι από τις 08.05.2020, ο επίδικος λογαριασμός και το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο της B2KAPITAL και συνέχισε να λειτουργεί και να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ως ηλεκτρονικό αρχείο της τελευταίας και στο οποίο καταχωρίστηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό, από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης, καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης μέχρι και σήμερα. Από τις 08.05.2020 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας. Όλες οι καταχωρίσεις στο εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρίσεων για τον πιο πάνω λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 08.05.2020 της ενάγουσας. Στα πλαίσια συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της τράπεζας και της ενάγουσας, η τράπεζα παρέχει στην ενάγουσα υπηρεσίες διαχείρισης του ηλεκτρονικού αρχείου της ενάγουσας, ως εκ τούτου ο επίδικος λογαριασμός εμπίπτει στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας και πιστοποιείται ότι από το εν λόγω αρχείο παρήχθησαν οι επισυναπτόμενες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό των εναγόμενων. Ότι από το αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή παρήχθησαν οι επισυναπτόμενες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των πράξεων που αφορούν τον λογαριασμό των εναγόμενων και ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού καθώς και οι αναδομημένες καταστάσεις που παρήχθησαν από το αρχείο, κατόπιν εντολής του ΜΕ1 ελέχθησαν από τον ίδιο και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι έχει ελέγξει προσωπικά το περιεχόμενο το τεκμηρίου που αφορά τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και έχει βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενό τους είναι ορθό και αληθές. Εκτύπωσε το εν λόγω τεκμήριο από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, μέσω του οποίου έχει πρόσβαση στο αρχείο της ενάγουσας, αφού συγκρίθηκε από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και αφού συγκρίθηκε και με το τεκμήριο που αφορά τις αρχικές αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθές και αληθινές, είναι ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης των τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται από τους ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή και βρίσκονται υπό τη φύλαξη της ενάγουσας. Οι καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο έχουν συγκριθεί με αυτές που επισυνάπτει στο Δικαστήριο ως τεκμήρια και διαβεβαιώνει ότι είναι ορθές και αληθινές. Τα ίδια αναφέρονται και στο πιστοποιητικό που κατέθεσε όσον αφορά τις νέες αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού. Οι καταστάσεις συνεπώς αποτελούν ενόψει του Άρθρου 22 εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές. Οι εν λόγω πρόνοιες του Άρθρου 22 δημιουργούν ένα μαχητό τεκμήριο, το οποίο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, με τους εναγόμενους να έχουν το αποδεικτικό βάρος απόδειξης ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου, ή ότι υπήρξαν καταθέσεις και/ή ποσά τα οποία λανθασμένα δεν πιστώθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό (βλ. Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 2357). Επίσης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εκ μέρους της Υπεράσπισης για να αποδείξει το τυχόν εσφαλμένο του υπόλοιπου των λογαριασμών. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στις εν λόγω καταστάσεις. Ούτε έχει υποστηριχτεί με οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες (βλ. Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ 2059). Πέραν των γενικών υποβολών, ουδεμία αντεξέταση έγινε στον ΜΕ1 επί των περιεχομένων των τεκμηρίων που αφορούν τις καταστάσεις λογαριασμών. Αν η πλευρά των εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον ΜΕ1 κάτι που δεν έχει πράξει. Σχετική για το πιο πάνω ζήτημα είναι η απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάλου κ.α (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο». Επίσης, πολύ κατατοπιστική ως προς το πιο πάνω ζήτημα είναι η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1(Β) σελ. 1491: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευ σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ. 9. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)ΙΑ ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». Επίσης, σχετικά με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών που γίνονται αποδεκτές δυνάμει του Άρθρου 22 είναι και τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287, τα οποία είναι τα εξής: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου». Υπό το πρίσμα των ως άνω κρίνω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν όπως ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμών. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να μην πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ.9, οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ένα τεκμήριο το οποίο τυγχάνει αξιολόγησης από το Δικαστήριο για να διαπιστωθεί η ορθότητα τους. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από τον μάρτυρα συνοδεύονται από Πιστοποιητικά δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9, τα οποία υπογράφονται από τον μάρτυρα. Το Άρθρο 35
(3)του Κεφ. 9 αναφέρει ότι «Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί µέρος του αρχείου επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραµµένο από αρµόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής µε το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό». Κατά συνέπεια οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017) Σύμφωνα με το Άρθρο 35
(2)του Κεφ. 9 η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α.) Στην παρούσα υπόθεση, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κατά το στάδιο που κατέθεσε η ΜΕ1, ουδεμία ουσιαστική, αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμών που κατατέθηκαν και των σχετικών σε αυτές καταχωρίσεων και κατά συνέπεια ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας τους υπήρξε. Επίσης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από μέρους της Υπεράσπισης για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώριση στις εν λόγω καταστάσεις. Αν η πλευρά των εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά την ΜΕ1 κάτι που δεν έχει πράξει (βλ. Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 2357), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάλου κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ 479, Θεοδώρου Χρίστος v Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). Βασιζόμενο το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και έχοντας κατά νου την αυθεντία Μαρσέλ κ.ά v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)Α.Α.Δ 1858 κατέληξε, ορθά, ως ακολούθως: «Υπενθυμίζω πως στην παρούσα υπόθεση η Υπεράσπιση ουδεμία μαρτυρία επρόσφερε. Δεν παρήλασε οιοσδήποτε μάρτυρας που να εισηγηθεί ότι η Α ή Β χρέωση στον επίδικο λογαριασμό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή ότι πρόκειται για λανθασμένη καταχώρηση. Ούτε εις οιονδήποτε των μαρτύρων των Εναγόντων επροτάθηκε κάτι τέτοιο». Ως εκ τούτου η μη προσφορά μαρτυρίας από τους εναγόμενους αφήνει τους ισχυρισμούς αυτούς ως αόριστους χωρίς καμιά αξία. Με δεδομένο ότι η πλευρά των εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό ή οποιαδήποτε καταχώριση που ενδέχεται να είναι λάθος ή κάποια πίστωση που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε σε συνδυασμό με την μη προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας, οποιαδήποτε θέση των εναγόμενων περί μη ορθών καταστάσεων λογαριασμών ή ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτές είναι λανθασμένο ή ότι η επίδικη Συμφωνία χρεοπιστωνόταν λανθασμένα, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Εξάλλου, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ. 32), οι οποίες ετοιμάστηκαν από τον Μ.Ε.1. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Ως εκ των ανωτέρω, οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της ενάγουσας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και δικαιούνται σε απόφαση όπως οι μειωθείσες αξιώσεις τους σύμφωνα με τη νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Οι Τόκοι: Η χρέωση του τόκου διέπεται από τους όρους των επίδικων Συμβάσεων. Ο ΜΕ1 στη γραπτή του δήλωση εξηγεί πιο είναι το επιτόκιο το οποίο είχε συμφωνηθεί εξ' αρχής κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ενώ επίσης εξηγεί και τις διάφορες μεταβολές του επιτοκίου από 6,75% που φαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού του δανείου, καταθέτοντας ως τεκμήρια τις σχετικές ανακοινώσεις στον Τύπο (Τεκμ. 34), οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί. Στην επίδικη συμφωνία δανείου και στους Γενικούς Όρους αυτής υπάρχει ρητή πρόνοια για τη δυνατότητα μεταβολής είτε για αύξηση είτε για μείωση του βασικού επιτοκίου της τράπεζας, η οποία θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση. Τόσο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης όσο και στην Υπεράσπιση των εναγόμενων αμφισβητείται αφενός η χρέωση όσον αφορά το ποσοστό επιβολής επιτοκίου και αφετέρου η χρέωση του τόκου υπερημερίας. Ο ΜΕ1, εξήγησε και ανέλυσε με σαφήνεια την επιβολή του επιτοκίου στο δάνειο ως ακολούθως με αναφορά στην Κατάσταση του Λογαριασμού και στις σχετικές Ανακοινώσεις που κατατέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ως Τεκμ. 34 και 35: (α) Κατά τη διάρκεια της υπογραφής της συμφωνίας δανείου το επιτόκιο καθορίστηκε σε 6.75% ήτοι, Βασικό Επιτόκιο 4,50% πλέον Περιθώριο 2,25% (Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμ. 32). Το περιθώριο από την αρχή του δανείου ήταν 2,25%. (β) Στη συνέχεια το επιτόκιο είχε μειωθεί σε 6,25% λόγω της μείωσης του Βασικού Επιτοκίου από 4,50% σε 4% πλέον περιθώριο 2,25% σύμφωνα με την ανακοίνωση στο Τύπο ημερομηνίας 24.12.
- (γ) Ακολούθως λόγω της αύξησης του Βασικού Επιτοκίου, αυτό αυξήθηκε από 4% σε 4,25% πλέον περιθώριο 2,25% σύνολο 6,50% σύμφωνα με τις ανακοινώσεις στον Τύπο (Τεκμ. 34) σε 6,50% ημερομηνίας 05.07.
- (δ) Στις 15.10.2008 με νέα ανακοίνωση στον Τύπο, όπου μετά από απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει το ελάχιστο Επιτόκιο προσφοράς από 4,25% σε 3,75%, ανακοινώνει μείωση του επιτόκιο κατά 0,50% στα δάνεια που έχουν χορηγηθεί πριν την 01.01.2008 και ήταν συνδεδεμένα με το Βασικό Επιτόκιο με ισχύ από 15.10.
- (ε) Περαιτέρω, με νέα ανακοίνωση ημερομηνίας 12.11.2008 το Βασικό Επιτόκιο μειώθηκε από 3,75% σε 3,25% με ισχύ από 12.11.2008, πλέον περιθώριο 2,25% σύνολο 5,50%. (στ) Στις 10.12.2008 με νέα ανακοίνωση στον Τύπο, μετά από απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει το ελάχιστο Επιτόκιο προσφοράς από 3,25% σε 2,50%, ανακοινώνει τη μείωση των επιτοκίων κατά 0,75% στα προϊόντα που είναι συνδεδεμένα με το Βασικό Επιτόκιο της ΕΚΤ, με ισχύ από 10.12.2008, πλέον περιθώριο 2,25%, σύνολο 4,75%. (ζ) Ακολούθως με ανακοίνωση στον Τύπο, μετά από απόφαση της ΕΚΤ (Τεκμ. 34), να μειώσει το ελάχιστο επιτόκιο από 2,50% σε 2%, η Marfin Popular Bank ανακοίνωσε μείωση των επιτοκίων της κατά 0,50% στα δάνεια που είχαν χορηγηθεί πριν την 01.01.2008 και ήταν συνδεδεμένα με το Βασικό Επιτόκιο της με ισχύ από 21.01.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 στις 22.01.2009 υπήρξε ο τερματισμός του Δανείου και ως εκ τούτου υπήρξε αύξηση του επιτοκίου κατά 2%, ήτοι από 4,25% σε 6,25%, και τούτο συνιστά επιτόκιο υπερημερίας. Περαιτέρω ο ΜΕ1 σχολίασε ότι από τη στιγμή που τερματίζετε ο λογαριασμός κλείδωσε το 4,25% και προστέθηκε 2% τόκος υπερημερίας. Εκτός των άλλων ο ΜΕ1 πρόσθεσε ότι ο τόκος υπερημερίας προνοείται και στη σύμβαση δανείου και αναφέρθηκε επίσης στην παρ. 5 της επίδικης συμφωνίας δανείου σύμφωνα με την οποία η χρέωση του τόκου υπερημερίας θα είναι κατά 5% μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Ωστόσο, με βάση την Νομοθεσία δεν προβλέπεται τόκος υπερημερίας πέραν του 2%. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι από το 2009 εφαρμόζεται 2% τόκος υπερημερίας, σύνολο 6,25% μέχρι και τις 08.05.2020 όπου και μεταφέρθηκε η συγκεκριμένη χρηματοδότηση στην B2KAPITAL. Ακολούθως από την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι 08.05.2020 αφαιρέθηκε ο τόκος υπερημερίας 2% και μειώθηκε το επιτόκιο σε 4,25% και το αξιούμενο πλέον επιτόκιο είναι το 4,25%. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι σύμφωνα με την Κατάσταση Λογαριασμού μόνο τόκοι έχουν χρεωθεί χωρίς έξοδα και επιβαρύνσεις. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι το επιτόκιο που ισχύει σήμερα και ζητούν οι ενάγοντες είναι το 4,25 % και όπως προκύπτει είναι χαμηλότερο από αυτό που επιβαλλόταν πριν την μεταφορά των λογαριασμών στην ενάγουσα, αφού αφαιρέθηκε ο τόκος υπερημερίας 2% από τις 08.05.
- Ενόψει των πιο πάνω το επιτόκιο που χρεωνόταν ο λογαριασμός δανείου είναι το ορθό και συνάδει απόλυτα με τα προβλεπόμενα στις Συμφωνίες αλλά και τις ανακοινώσεις στον Τύπο. Πέραν δε τούτου, σύμφωνα με τη μαρτυρία όλες οι διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου έγινε σε πλήρη συνάρτηση με την διακύμανση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, ως οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που ο λογαριασμός έχει τερματιστεί οι συμφωνίες δεν έχουν ισχύ πλέον και ως εκ τούτου το επιτόκιο κλείδωσε στο 4,25%. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στις διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ και αναφέρθηκε στις δημοσιεύσεις, ήτοι στο περιεχόμενο του Τεκμ.
- Ανέφερε ότι στην 1η σελίδα του Τεκμ. 34 το ΕΚΤ ήταν 4% στις 24.12.
- Ακολούθως, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην 2η σελίδα όπου το επιτόκιο ήταν 4,25%. Στην σελίδα 3 του Τεκμ. 34 (Ανακοινώσεις) ήταν 3,75% κάτι το οποίο διαπιστώνεται και στο Τεκμ. 35, που κατατέθηκε ήδη και αφορά τις διακυμάνσεις του επιτοκίου και είναι από την σελίδα της Τράπεζας Κύπρου. Ακολούθως, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε ότι στις 12.11.2008 το επιτόκιο ήταν 3,25% ως εμφαίνεται το Τεκμ. 34 κάτι το οποίο διαπιστώνεται και στο Τεκμ.
- Στη συνέχεια το επιτόκιο μειώθηκε σε 2,50% κάτι το οποίο εμφαίνεται και στο Τεκμ.
- Περαιτέρω, το επιτόκιο μειώθηκε σε 2% ως εμφαίνεται από το Τεκμ. 34 αλλά και στο Τεκμ.35 στις 21.01.
- Τόκος Υπερημερίας: Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υπεβλήθη στον ΜΕ1 από τον συνήγορο υπεράσπισης των εναγομένων 1 έως 4 ότι οι ενάγοντες έπρεπε να εφαρμόζουν τις διακυμάνσεις στην επιβολή του επιτοκίου μετά τον τερματισμό του δανείου. Εντούτοις, ο ΜΕ1 διαφώνησε και ανέφερε ότι δεδομένου και από τη στιγμή που η Σύμβαση Δανείου είχε τερματιστεί το ποσοστό του Βασικού Επιτοκίου παρέμεινε σταθερό στο ποσοστό χρέωσης κατά την ημερομηνία τερματισμού της Σύμβασης. Περαιτέρω υπεβλήθη στον ΜΕ1 ότι η Σύμβαση Δανείου περιέχει όρους καταχρηστικούς και παράνομους αναφορικά με την επιβολή τόκου υπερημερίας και την παράγραφο που αναφέρεται στον όρο αυτό. Ο ΜΕ1 διαφώνησε και αναφέρθηκε στο Τεκμ. 11 στη Σύμβαση Δανείου, όπου γίνεται αναφορά ότι ο τόκος υπερημερίας που επρόκειτο να χρεωθεί το Δάνειο θα ήταν κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του Λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Παρ' όλα αυτά, ο ΜΕ1 τόνισε ότι ουδέποτε η ενάγουσα προέβηκε στην εν λόγω χρέωση τόκου υπερημερίας διότι κατά τα έτη 2009 - 2020 το ποσοστό τόκου υπερημερίας που εφαρμόζεται είναι 2% σύμφωνα με τη Νομοθεσία. Εν πάση περίπτωση ο ΜΕ1 ξεκαθάρισε ότι είναι αναγκαίο για τη τράπεζα να επιβάλλει τόκο υπερημερίας για τον λόγο ότι, από τη στιγμή που τερματίζεται ο λογαριασμός δανείου, ο λογαριασμός καθιστά αυτόματα ζημιά για τη τράπεζα, έκανε αναφορά σε διοικητικά, δικαστικά έξοδα. Ο ΜΕ1 επίσης, αναφέρθηκε στο ότι η τράπεζα δεν έχει στην διάθεση της πλέον αυτά τα χρήματα και δεν μπορεί να τα επενδύσει. Περαιτέρω ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ζημιά υφίσταται μια τράπεζα από την μη έγκαιρη πληρωμή του δανείου. Ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι καμία ζημιά επήλθε και υπάρχει και η τράπεζα δεν μπορούσε να επιβάλλει τόκο υπερημερίας. Εντούτοις, ο ΜΕ1 διαφώνησε κάθετα και ανέφερε ότι το γεγονός ότι φορτώνεται έξοδα αυτό το δάνειο είναι ζημιά. Περαιτέρω ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο λόγος που βρισκόμαστε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι τερματίστηκε το δάνειο λόγω της μη πληρωμής του. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμ. 32, φαίνεται ξεκάθαρα ότι, πλην της επιβολής του τόκου μέχρι τις 08.05.2020, δεν υπάρχει επιβολή άλλων χρεώσεων και εξόδων και αφαιρέθηκε ο τόκος υπερημερίας 2% από τις 08/05/
- Όσον αφορά την επιβολή τόκου υπερημερίας, όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί, η τράπεζα μετά τον τερματισμό των συμφωνιών και πριν τη μεταφορά των λογαριασμών στην Β2ΚΑΡΙΤΑL, εφάρμοσε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2%. Η επιβολή του τόκου υπερημερίας διαλαμβάνετο στις σχετικές συμφωνίες δανείου και εγγύησης και ως εκ τούτου ορθά η Τράπεζα χρέωνε τον λογαριασμό με τόκο υπερημερίας προς 2% από την ημερομηνία του τερματισμού. Με την μεταφορά της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στην B2KAPITAL, η ενάγουσα έπαυσε να χρεώνει τόκο υπερημερίας. Συγκεκριμένα, υπάρχει η ακόλουθη πρόνοια στην συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.12.2007 (Τεκμ.11): «
- Ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο θα χρεώνεται το πιο πάνω Δάνειο θα είναι κατά 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του Λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας». Επίσης, σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους η κεφαλαιοποίηση των τόκων που γινόταν 2 φορές το χρόνο, κάτι άλλωστε που περιλαμβάνεται στις σχετικές συμφωνίες των μερών ενώ κάτι τέτοιο δεν αντίκειται στον Νόμο (Άρθρο 3(δ) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(I)/1999) και Ελένη Γεώργιου Πιπονιδη v. 1 .Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α, Πολ. Έφεση 429/2011, Ημερ. 6.12.2017), ECLI:CY:AD:2017:A444 . Συγκεκριμένα με βάση τους όρους 17, 1, (ι) (ε) και (ζ) των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμ. 12): (ε) Η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της να μεταβάλει οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, το χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και/ή έξοδα και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση της Τράπεζας, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση. (ζ) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο είναι πέραν του συμφωνημένου ανώτατου ορίου και/ή σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλής δανείου τακτής προθεσμίας ως και καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης, η Τράπεζα θα χρεώσει τόκο υπερημερίας επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Η Τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της να μεταβάλλει τον τόκο υπερημερίας οποτεδήποτε και μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, στον οποί θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν ή μέσω του διαδικτύου, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση. Πέραν από αυτά με την υπογραφή των Τεκμ. 15, 18 και 21 από τους εναγομένους εγγυητές ενημερώθηκαν ότι: «σε περίπτωση υπερημερίας, ο λογαριασμός θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα που προέκυψε αυτή μέχρι την εξόφληση της. Συμφωνείται ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό (συμφωνηθέν) επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας και αναφέρεται ρητά πιο πάνω. Νοείται ότι ο τόκος υπερημερίας δύναται να μεταβληθεί οποτεδήποτε από την Τράπεζα και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για σας και τον Πρωτοφειλέτη και θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς τον Πρωτοφειλέτη, κατά την κρίση της Τράπεζας και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Περαιτέρω, δια των επιστολών ημερομηνίας 16.12.2008 και 22.01.2009 (Τεκμ. 26 και 27) οι εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί ότι ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση και μέχρι να ομαλοποιείτο, ο επίδικος λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 14,00% επί του καθυστερημένου οφειλόμενου σε περίπτωση μη διευθέτησης των καθυστερημένων δόσεων. Παρ' όλα αυτά, με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ουδέποτε χρεώθηκε ο λογαριασμός με ποσοστό τόκου προς 14% εφόσον υπερέβαινε τα όρια που έθετε η νομοθεσία και συγκεκριμένα ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 έως
- Η ενάγουσα περιόρισε στο πλαίσιο των αναδομημένων λογαριασμών της την απαίτηση της για τόκο υπερημερίας σε 2% επί του οφειλομένου υπολοίπου από την ημερομηνία του τερματισμού μέχρι και την 08.05.
- Ο τόκος υπερημερίας 2%, όχι μόνο συνάδει με τους όρους των επίδικων συμφωνιών αλλά βρίσκεται και σε πλήρη αρμονία με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 έως το
- Σύμφωνα με την νομολογία σε περίπτωση που τα μέρη είχαν συμφωνήσει σε ποσοστό τόκου υπερημερίας που ξεπερνά το 2% τότε το τραπεζικό ίδρυμα δικαιούτο στο συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας. Ειδικότερα, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας σχετικά είναι όσα αποφασίστηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω), όπου το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η Τράπεζα δικαιούτο σε τόκο υπερημερίας αφού η επιβολή τέτοιου προνοοείτο στις συμφωνίες δανείου. Στην εν λόγω υπόθεση επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία δανείου. Ενόψει των τροποποιήσεων που επήλθαν στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 έως 2015 και ειδικότερα στο άρθρο 3 αυτού, στο οποίο προβλέπεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται, οι ενάγοντες ορθά καθόρισαν τον τόκο υπερημερίας που αξιώνουν σε 2,00% από την ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, ήτοι από την 22.01.2009 και ο λογαριασμός κατά τον τερματισμό χρεώνεται με Επιτόκιο 6,25% όπως αναλύεται ανωτέρω, ήτοι 4,25% πλέον τόκοι υπερημερίας 2%. Ακολούθως, κατά τις 08.05.2020 ο επίδικος λογαριασμός μεταφέρθηκε στην B2KAPITAL όπου και αφαιρέθηκε ο τόκος υπερημερίας προς 2,00% και το χρεωστικό επιτόκιο που αξιώνεται μετά τη μεταφορά του επίδικου λογαριασμού είναι 4,25%. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά». Από την ενέργεια της ενάγουσας να προσκομίσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία περιορίζει το αξιούμενο ποσό επιτοκίου στο μέγιστο επιτρεπόμενο δυνάμει του Νόμου, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΕ1, συνάγεται ότι αυτή έχει περιορίσει την αξίωση της ως προς τον τόκο υπερημερίας στο ποσό του 2% από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι και τις 08.05.2020 όπου και μεταφέρθηκε η επίδικη διευκόλυνση στην B2KAPITAL. Συνοψίζοντας τα σχετικά με το ζήτημα της επιβολής τόκου υπερημερίας, όπως φαίνεται και από της καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί, η τράπεζα μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και πριν την μεταφορά των λογαριασμών στην B2KAPITAL, εφάρμοσε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2%. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στην ζημιά της τράπεζας, η οποία προκύπτει από την μη πληρωμή του χρέους από τους εναγόμενους και ως εκ τούτου το 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της τράπεζας. Πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τους εναγόμενους ότι η υπερημερία δεν προκάλεσε ζημιά στην ενάγουσα. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα κρίνω ότι εκπλήρωσε την υποχρέωση που επιτάσσει το άρθρο 3
(1)στ του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015, ήτοι είχε δηλώσει σαφώς στη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και ενημέρωσε τον οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης για την επιβολή τόκου υπερημερίας. Στη βάση της πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά και των όρων των επίδικων συμφωνιών πρόδηλα προκύπτει ότι η ενάγουσα δικαιούται να χρεώνει τόκο υπερημερίας προς 2% αφού το εν λόγω ποσοστό διαλαμβανόταν σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Συνεπώς, ο όποιος ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται την επιβολή τόκου υπερημερίας απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Η πιο πάνω ανάλυση πιστεύω ότι δίδει απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα που απασχόλησαν και τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων όπως τα ανάλυσαν και εισηγήθηκαν στην αγόρευση τους. Κατάληξη: Υπό το φώς όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Οι δε εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αποδείξουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς τους. Εν' όψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €744.702,24σ. πλέον τόκοι 4,25% από 01.01.2022 με κεφαλαιοποίηση κάθε έξι μήνες ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Τα Έξοδα: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων εισηγούνται ότι ενόψει της καταχώρισης της αγωγής από την ενάγουσα με αξιώσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που τελικά καλείται το Δικαστήριο να αποδώσει, ότι θα ήταν δίκαιο να επιδικασθούν τα έξοδα υπέρ των εναγόμενων. Η επιδίκαση εξόδων εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και κατά κανόνα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν το χρέος τους με αποτέλεσμα η ενάγουσα να ασκήσει ως είχε δικαίωμα, τα προσφερόμενα ένδικα μέσα. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτόν σε αυτή την απόφασή της. Οι εναγόμενοι δεν κατάθεσαν στον Πρωτοκολλητή οποιοδήποτε ποσό το οποίο πίστευαν ότι όφειλαν στην ενάγουσα. Στην πρόσφατη απόφαση Μιχαήλ ν. Ανδρέου, ΠΕ 229/2014, ημερ. 19.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17 λέχθηκαν τα ακόλουθα υπό του κ. Λιάτσου, Δ.: «Η επιδίκαση εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η εξουσία του οποίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Τούτο διότι θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος, στην προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων του, να επωμίζεται τα έξοδα. Βεβαίως, το αποτέλεσμα της δίκης δεν είναι ο μόνος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Θα πρέπει να συνεκτιμάται το όλο πλαίσιο των δεδομένων, μεταξύ των οποίων διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο η διαγωγή της αντίδικης πλευράς και η τυχόν πρόκληση αδικαιολόγητων εξόδων εκ μέρους της». Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η μείωση τελικά της αξίωσης χωρίς αυτή να είναι μικρότερη της προσδιορισθείσας κλίμακας της αγωγής, δεν είναι παράγοντας που θα πρέπει να με οδηγήσει στην παράκαμψη του γενικού κανόνα της επιδίκασης εξόδων σε βάρος του αποτυχόντα διάδικου. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 έως 4 ομού/και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο