← Κύπρος

Ευάγγελος Γεωργίου Ξυδιάς κ.α. ν. THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 671/2022, 30/8/2022

Ευάγγελος Γεωργίου Ξυδιάς κ.α. ν. THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 671/2022, 30/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 671/2022 Μεταξύ:-

  1. Ευάγγελος Γεωργίου Ξυδιάς
  2. Νικόλας Ξυδιάς άλλως Nicholas Xydias Ενάγοντες - Αιτητές -και- THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόμενης/ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 30 Αυγούστου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Ανδρέας Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Αλέξανδρος Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 21.06.2022 για ακύρωση πλειστηριασμού σύμφωνα με το Μέρος VIA του N.9/1965) Οι Ενάγοντες/Αιτητές (στη συνέχεια «οι Αιτητές») με μονομερή αίτησή τους την οποία καταχώρισαν την 21.06.2022 ταυτόχρονα με την αγωγή τους εξασφάλισαν μονομερώς στις 22.06.2022 διάταγμα ως το αιτητικό 1 της αίτησής τους με το οποίο αναστάλθηκε ο πλειστηριασμός που ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί την ίδια ημέρα, ήτοι την 22.06.2022, ενός υποθηκευμένου κτήματος τους (χωράφι), του οποίου τα πλήρη κτηματολογικά στοιχεία καταγράφονται, ευρισκόμενου σε κοινότητα της Επαρχίας Λάρνακας, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση έγινε στη βάση των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965 (Ν. 9/1965) («ο Νόμος»). Επιδιώκεται επίσης με το αιτητικό 2 της αίτησης το οποίο παρέμεινε για επίδοση γενικότερα η αναστολή της σε εξέλιξη διαδικασίας στη βάση του Μέρους VIA που προβλέπεται στον ίδιο Νόμο. Η αίτηση όπως και η ένσταση που καταχωρίστηκε από την Καθ' ης η αίτηση βασίζονται εκτός από το Μέρος VIA του Νόμου, σε πληθώρα άλλων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, σε άρθρα του Συντάγματος, σε αρχές της νομολογίας, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται σε ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1/ Αιτητή ο οποίος και κατ' εξουσιοδότηση του Ενάγοντος 2, επίσης Αιτητή, προβάλλει τους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να πετύχει και να οριστικοποιηθεί το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και εκδοθεί και το διάταγμα του αιτητικού 2 της αίτησης. Η Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), καταχώρισε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί όπου προβάλλει τους δικούς της λόγους γιατί η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προτάσσει προς τούτο τρεις προδικαστικές ενστάσεις όπου στις δύο πρώτες προβάλλει ότι δεν έχουν συνενωθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή όπως και στην μονομερή αίτηση εφόσον απουσιάζει από τη διαδικασία ο τρίτος συνιδιοκτήτης του ενυπόθηκου ακινήτου. Στη δε τρίτη, ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της συνύπαρξης της νέας αυτής αγωγής με την αγωγή 1209/2017 Ε.Δ. Λάρνακας όπου οι εδώ ενάγοντες καταχώρισαν, σε εκείνη την αγωγή στην οποία είναι οι εναγόμενοι 1 και 3, ανταπαίτηση, στην οποία αξιώνουν παρόμοιες θεραπείες αναφορικά με ισχυριζόμενη ακυρότητα της επίδικης υποθήκης με αποτέλεσμα να κωλύονται στην προώθηση της παρούσας νέας αγωγής εφόσον εγείρουν δύο παράλληλες διαδικασίες για τον ίδιο σκοπό. Η Καθ' ης η αίτηση προχωρεί και αντικρούει επίσης έναν προς έναν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς των Αιτητών. Προς αποφυγή επανάληψης αποφεύγω την εδώ έκθεση των όσων προβάλλονται εκατέρωθεν εφόσον όσα έχουν σημασία προς επίλυση των επίδικων θεμάτων θα σχολιαστούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις που η κάθε πλευρά ετοίμασε και έχει καταχωρίσει στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης (i justice). Στις αγορεύσεις τους με παρέπεμψαν τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. με ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Σημειώνω εξ αρχής ότι όπου κάνω αναφορά εκτός από αποφάσεις του Εφετείου και σε πρωτόδικες αποφάσεις, στο σκεπτικό των οποίων παραπέμπω όπως και σε αποσπάσματα από αυτές, νοείται ότι το σκεπτικό τους, αν και καθοδηγητικό σύμφωνα με τη νομολογία μας, όπου αυτό παρατίθεται και υιοθετείται γίνεται αποδεκτό και ως προς τους σκοπούς της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ρητή μνεία προς τούτο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων τις οποίες προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση: Οι προδικαστικές ενστάσεις 1 και 2 όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω αφορούν το ίδιο ζήτημα και κατά την αντίληψη μου ενώ αυτές άπτονται, θα μπορούσε κάποιος να πει των δύο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, εντούτοις κρίνω ότι στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου είναι πρόωρο να αποφασιστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Έχω μελετήσει προς τούτο τις αποφάσεις στις οποίες με έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, τα γεγονότα των οποίων θα πρέπει να πω ότι διαφέρουν από αυτά της παρούσας και έτσι, κατά την αντίληψη μου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Θα με απασχολήσει όμως ευθύς αμέσως η εξέταση της τρίτης προδικαστικής ένστασης. Όπως προανέφερα με αυτή η Καθ' ης η αίτηση προτάσσει ότι η αίτηση είναι εξ' υπαρχής θνησιγενής και καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη και ότι το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 22.06.2022 πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο ότι η καταχώριση της παρούσας νέας Αγωγής στο πλαίσιο της οποίας καταχωρίστηκε αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της συνύπαρξης της αγωγής 1209/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία οι ενάγοντες στην παρούσα δηλαδή οι εκεί εναγόμενοι 1 και 3, καταχώρισαν ανταπαίτηση και αξιώνουν παρόμοιες θεραπείες αναφορικά με ισχυριζόμενη ακυρότητα της επίδικης υποθήκης, με αποτέλεσμα να κωλύονται στην προώθηση της παρούσας νέας Αγωγής εφόσον εγείρουν δυο παράλληλες διαδικασίες για τον ίδιο σκοπό ενώ θα έπρεπε να καταχωρίσουν την αίτηση τους για προσωρινό διάταγμα στην ως άνω αγωγή. Ως εκ τούτου, κατά την Καθ' ης η αίτηση, η παρούσα Αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ενόψει τούτου δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής και το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 22.06.2022 θα πρέπει να ακυρωθεί και να μην εκδοθεί το διάταγμα κατά το αιτητικό 2 της αίτησης. Η διαπίστωση κατάχρησης της διαδικασίας λόγω προώθησης παράλληλων διαδικασιών προς επιδίωξη όμοιων σκοπών με την καταχώριση νέας αγωγής από τους αιτητές προκαλεί εξ' υπαρχής την ακυρότητα της λόγω κατάχρησης της όλης διαδικασίας. Οι αρχές που ακολουθούνται σε σχέση με το ζήτημα αυτό έχουν αναπτυχθεί και εξεταστεί από τη νομολογία μας σε πληθώρα αποφάσεων. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο καθώς έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων για επιδίωξη παρόμοιου σκοπού αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Beogradska BP
(1996)1 Α.Α.Δ. 211, σελ. 917 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτώνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. .. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 Κ.Β. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου ...». Στην δε Περέλλα (πιο πάνω), γίνεται αναφορά στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση και στην υπόθεση Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248 όπου αποφασίστηκε ότι: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Η υπόθεση Wright v. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρίσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια-ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγόμενων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασιζόταν πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγόμενων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για τον λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Κρίθηκε ότι: «The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action». Μετάφραση στα ελληνικά: «Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή». Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R. 26 όπου ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: «If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. ... Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious». Μετάφραση στα ελληνικά: «Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο... Ο συνήγορος των εναγόμενων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατιά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρεπόταν να το πράξει στην πραγματικότητα, αυτό θα ήταν ενοχλητικό». Στην υπόθεση Σοφία Κοζάκη ν. Γεωργίου Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1710 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω επί του θέματος: «Αναφορικά με την πολλαπλότητα των διαδικασιών το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την αίτηση του Τζεννάρο Περέλλα για Habeas Corpus
(1995)1 A.A.Δ. 217, Thames Lauches v. Trinity House [1961] 1 ALL E.R. 26, Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911) αποφάνθηκε ότι η ύπαρξη δύο ταυτόχρονων διαδικασιών δεν επέτρεπε τη συνέχιση της τελευταίας αίτησης που καταχωρήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η διαδικασία διακοπής της αγωγής είναι απλή και διέπεται από τη Δ.15 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας (Δες Hbo S.P.R. Therapy Centre Ltd v. Pauline Verbe κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 552). Η πρόθεση της να πράξει κάτι τέτοιο δεν αρκεί, εφόσον δεν γνωρίζει κανείς αν και πότε θα πράξει κάτι τέτοιο. Οι δύο εκκρεμούσες διαδικασίες είναι πανομοιότυπες και δεν διαφέρουν στην ουσία τους. Προωθεί δηλαδή η Αιτήτρια δύο παράλληλες διαδικασίες σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια με όμοιο αντικείμενο. Συνακόλουθα η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και πρέπει να αποτραπεί και να εμποδιστεί. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη της παρούσας αίτησης εφόσον είναι και μεταγενέστερη». Ως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, η προώθηση πέραν της μιας διαδικασίας για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του τόνισε: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω), όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας». Στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Νικολάου
(1995)1 Α. Α. Δ. 328 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα ύπαρξης δύο παράλληλων διαδικασιών: «Στις υποθέσεις Ελληνική Τράπεζα Λτδ., τονίστηκε ότι είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι αγωγή εξ΄ υπαρχής άκυρη δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία του δικαστηρίου αλλά, αντίθετα, είναι θνησιγενής και δεν μπορεί να διασωθεί βάσει της Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας». Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές˙ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Ακόμα ότι: «Κατάχρηση Διαδικασίας μπορεί να εγερθεί σε οποιαδήποτε πρόσφορη περίπτωση. Από την υπόθεση Παπόρη v. Μaskinfabriken "SIO" A/S,
(1996)1 B A.A.Δ.1037, προκύπτει μεταξύ άλλων ότι τα θέματα κατάχρησης μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο και σε οποιαδήποτε πρόσφορη περίπτωση με σκοπό την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των Δικαστικών διαδικασιών». Στην προκειμένη περίπτωση, είναι φανερόν ότι συντρέχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι θα συνιστά πολλαπλή διαδικασία εφόσον στην ουσία κατά την εκδίκασή της θα ακουστεί και θα αποφασιστεί εκ νέου η Αγωγή 1209/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία οι παρόντες ενάγοντες που είναι οι εκεί εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρισαν ανταπαίτηση και αξιώνουν παρόμοιες θεραπείες αναφορικά με ισχυριζόμενη δήθεν ακυρότητα της επίδικης υποθήκης με αποτέλεσμα να κωλύονται στην προώθηση της παρούσας νέας Αγωγής εφόσον εγείρουν δυο παράλληλες διαδικασίες για τον ίδιο σκοπό. Θα έπρεπε ενδεχομένως να είχαν καταχωρίσει την αίτηση τους για προσωρινό διάταγμα στην ίδια ως άνω αγωγή. Τα ως άνω αναμφίβολα συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα οι Αιτητές να κωλύονται να προωθούν την υπό εξέταση αίτηση και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον δεν αποδεικνύεται καλή βάση αγωγής αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των Αιτητών στα πλαίσια της παρούσας αγωγής όπως έχουν δρομολογηθεί σήμερα τα πράγματα. Ανάλογο σκεπτικό ακολουθήθηκε στην απόφασή του Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1104/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, από τον κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ, ημερ. 31.01.2019 όπου σε παρόμοια γεγονότα καταλήγοντας ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «...κρίνω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν αποδεικνύεται ως εκ τούτου καλή βάση αγωγής αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των εναγόντων, στην παρούσα αγωγή αναφορικά με την απαίτηση τους για ακύρωση των υποθηκών και του επίδικου πλειστηριασμού». Η Αγωγή καταχωρίστηκε επί σκοπού και κατά συνέπεια κρίνω ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ενόψει τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής και το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 22.06.2022 θα πρέπει να ακυρωθεί αφού δεν πληρούνται η 1η και 2η προϋπόθεση έκδοσης/ συνέχισης του προσωρινού διατάγματος στη βάση του Άρθρου 32 περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 ούτε και δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το αιτητικό 2 της αίτησης. Κρίνω επομένως ότι η 3η προδικαστική ένσταση της Καθ' ης η αίτηση επιτυγχάνει και θα απέρριπτα την αίτηση εξ αυτού και μόνον του λόγου. Παρόλο ότι η επιτυχία της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης της Καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να τερμάτιζε κάθε περαιτέρω συζήτηση εδώ, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω και θα εξετάσω κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) στις πρόνοιες του οποίου βασίζεται η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 21 οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι στη συνέχεια, πραγματεύονται το ζήτημα των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος και της νομικής βάσης της αγωγής των Αιτητών. « 7. Δεν έχει αμφισβητηθεί καθόλου η φερεγγυότητα και η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας τους στην Αγωγή και σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός αδειοδοτημένος και εποπτευόμενος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ως εκ τούτου, δεν έχει ικανοποιηθεί η 3η προϋπόθεση έκδοσης προσωρινού διατάγματος και συνεπώς το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 22.06.2022 θα πρέπει να ακυρωθεί. 8. Δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος ως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, ως αυτές έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, εφόσον: (i) Δεν παρουσιάζεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (ii) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην Αγωγή τους. (iii) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 9. Οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν καμία καλή βάση αγωγής με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. 10. Οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι στο άρθρο 44Β
(3)του Νόμου, δεν αποκαλύπτουν καμία καλή βάση αγωγής «με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους», αφού όλα τα ανυπόστατα που ισχυρίζονται δεν βασίζονται σε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς πέραν από την παρερμηνεία προνοιών του Νόμου και συνεπώς δεν δικαιολογούν την επίκληση του άρθρου 44Β
(3)του Νόμου και συνεπώς δεν έχουν την οποιαδήποτε νομική βάση στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής.
  1. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν καταχρηστικά και πολύ καθυστερημένα την παρούσα Αγωγή και μονομερή αίτηση και εγείρουν ανυπόστατα ζητήματα που έπρεπε να εγείρουν σε αίτηση/έφεση εναντίον της επίδοσης της εφέσιμης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» εντός της καθορισμένης δια νόμου προθεσμίας καταχώρισης της αίτησης/έφεσης, η οποία εξέπνευσε από το 2019 για τους Ενάγοντες, πράγμα που προσπαθούν καταχρηστικά και ύπουλα να διαφύγουν οι Ενάγοντες με την παρούσα Αγωγή και μονομερή αίτηση.
  2. Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό ακολουθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση σε πλήρη συμμόρφωση με την διαδικασία και με βάση τα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση που πηγάζουν από την ισχύουσα νομοθεσία.
  3. Όλες οι ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με τον Νόμο είναι καθόλα νομότυπες, νόμιμες, έγκυρες και σε πλήρη συμμόρφωση με το τύπο και περιεχόμενο που προβλέπεται στην νομοθεσία και τους κανονισμούς και έχουν επιδοθεί νομίμως και δεόντως σε όλους τους Αιτητές και όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
  4. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό και οι σχετικές ειδοποιήσεις που εκδίδονται από τον ενυπόθηκο δανειστή δεν αποτελούν αγωγές υπό τον ορισμό και για τους σκοπούς του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ή του Νόμου ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητη η λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
  5. Το ίδιο το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου ορίζει και προβλέπει ότι «επίδοση» σημαίνει την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο. Περαιτέρω, το εν λόγω άρθρο καθορίζει ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία.
  6. Πουθενά στο άρθρο 44ΙΕ του Νόμου δεν προβλέπεται ρητώς και ούτε επιτάσσεται ότι στην περίπτωση της επίδοσης ειδοποιήσεων εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο.
  7. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται για τις περιπτώσεις κλητήριου εντάλματος, ειδοποίησης περί κλητηρίου εντάλματος, ειδοποίησης τριτοδιάδικου και ανταπαίτησης και δεν συμπεριλαμβάνονται άλλες περιπτώσεις όπως γενικές αιτήσεις για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης ή/και γενικές αιτήσεις για επίδοση ειδοποιήσεων πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον ο σχετικός νόμος και κανονισμοί δεν απαιτούν ως ρητή προϋπόθεση την λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
  8. Η επίδικη υποθήκη είναι νόμιμη και έγκυρη εγγεγραμμένη στο Κτηματολόγιο και έχει εκτελεστεί προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και δεν περιέχει κανένα ασαφή ή αόριστο όρο.
  9. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η υπό εξέταση μονομερής αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 21.06.2022 είναι λανθασμένη και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή για να στηρίξει την εν λόγω αίτηση και ως εκ τούτου η εν λόγω αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και νόμω αβάσιμη». Οι αρχές που καθιέρωσε η νομολογία μας αναφορικά με τις τρείς προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος συνοψίζονται στην απόφαση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 57 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε ως ακολούθως τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 32: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλαδή απαιτείται από τον ενάγοντα η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία («arguable case on the strength of the pleadings»). (β) Να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή απαιτείται από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας («visible chance of success»). (γ) Να είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο («just and convenient») να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Προχωρώ με την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η προϋπόθεση αυτή όπως ασφαλώς και η δεύτερη εξετάζονται στη βάση της δικογραφίας. Στην παρούσα περίπτωση αυτή συνίσταται από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και τη Μονομερή Αίτηση υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση των Αιτητών. Στην απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής σχετικά με τον όρο δικόγραφα στα πλαίσια της εξέτασης της πρώτης αυτής προϋπόθεσης: «Εξέταση της απόφασης στην Odysseos, (ανωτέρω), αποκαλύπτει ότι ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. .Αντίθετα, οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί, σ' εκείνη την υπόθεση, σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν και το βάθρο για τη χορήγηση της προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Krashias v Adidas
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 750 και Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453». Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, δεν αποφασίζει επί της απαίτησης των εναγόντων και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (σχετικές είναι και οι αποφάσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Χωρίς βέβαια με αυτά να παραγνωρίζονται και όσα λέχθηκαν και στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ότι δηλαδή: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Στη βάση τα ανωτέρω, η ισχυριζόμενη βάση αγωγής των Αιτητών εστιάζεται ουσιαστικά στα ακόλουθα τρία ζητήματα: (i) Η επίδικη υποθήκη ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη γιατί κατά τους Αιτητές περιέχει ασαφείς ή αόριστους όρους και έτσι παραβιάζουν τις διατάξεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου. (ii) Οι ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με τον Νόμο είναι παράτυπες γιατί σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Αιτητών απαιτούνται λανθασμένοι ή παράνομοι τόκοι. (iii) Οι ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με τον Νόμο είναι παράτυπες γιατί δεν λήφθηκε προηγουμένως διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τον ενάγοντα
  1. Εξετάζοντας τώρα τον ισχυρισμό των Αιτητών στο ως άνω 1ο ζήτημα, την ακυρότητα δηλαδή της υποθήκης κατ' επίκληση ασαφών ή αόριστων όρων, παρατηρώ ότι στην επίδικη υποθήκη (Τεκμ. 2 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση), καθορίζεται στην 1η σελίδα σύνθετος κυμαινόμενος τόκος 6,5% όπως καθορίζεται και στο επισυνημμένο συμβόλαιο/έγγραφο υποθήκης, το οποίο στον όρο 14 προνοεί ρητά ότι ο τόκος καθορίζεται με βάση τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν για το επίδικο δάνειο. Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων βρίσκω ότι ο τόκος καθορίζεται ξεκάθαρα. Στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 4.10.2007 (Τεκμ. 8 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση) προβλεπόταν κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από βασικό επιτόκιο (4.5%) πλέον περιθώριο (2%), ήτοι σύνολο επιτοκίου 6,5% όπως ήταν και το αναγραφόμενο επιτόκιο στην επίδικη υποθήκη (Τεκμ. 2). Στη βάση των πιο πάνω, οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν από τους αιτητές δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται (σε σχέση με το ζήτημα αυτό απλά να παραπέμψω στο σκεπτικό των αποφάσεων των υποθέσεων Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Fiordaliso Trading Ltd κ.α., αρ. αγωγής 1480/2013, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερομηνίας 28.08.2015 του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), και της απόφασης της κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 4763/13 του Ε.Δ. Λάρνακας, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v.
  2. Alentia Limited κ.α., ημερομηνίας 17.05.2019, στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση όπου γίνεται διεξοδική ανάλυση του ζητήματος και όπου κατ' ουσία υποστηρίζονται τα ως άνω διαλαμβανόμενα στις συμφωνίες τα οποία δεν μπορούν εκ των υστέρων να αμφισβητούνται. Το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας χωρίς να θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα σχετικά αποσπάσματα των εν λόγω αποφάσεων εφόσον το απαύγασμα τους παρατίθεται πιο πάνω. Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα γεγονότα που παρατέθηκαν ενώπιον μου είχε συμφωνηθεί ότι το σύνολο του τόκου δεν θα ήταν σταθερό αλλά θα μεταβαλλόταν όπως θα διαφοροποιείτο η μεταβλητή του παράμετρος. Επομένως, το εκάστοτε σύνολο του επιτοκίου μπορούσε να προσδιοριστεί με αναφορά στην μεταβλητή παράμετρο. Η αναφορά στα έγγραφα της υποθήκης (όρος 4), σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο Άρθρο 21 ότι είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης, αλλά ούτε ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Με δεδομένο ότι: (α) ως προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία οι επίδικες υποθήκες έχουν εγγραφεί δεόντως και νομοτύπως στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) συνάδουν απόλυτα με τις πρόνοιες και τους Τύπους του Νόμου, (γ) ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς των Αιτητών προς υποστήριξη ή/και αμφισβήτηση της νομιμότητας εγγραφής ή της εγκυρότητας των εν λόγω υποθηκών, κρίνω ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγόμενων που προβάλλονται όψιμα και κατά τρόπο γενικό και αόριστο από τους Αιτητές δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ανυποστήριχτοι. Συνεπώς, κρίνω ότι η επίδικη υποθήκη δεν περιέχει ασαφείς ή αόριστους όρους οι οποίοι παραβιάζουν τις διατάξεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 και επομένως οι σχετικές αιτιάσεις δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται (βλ. σχετικά την απόφαση στην αγωγή 4763/13 του Ε.Δ. Λάρνακας, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. 1. Alentia Limited κ.α., ημερομηνίας 17.05.2019 της κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), όπου εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν παρόμοιες θέσεις περί ακυρότητας της υποθήκης λόγω δήθεν ασάφειας ή αοριστίας παρόμοιων όρων και προβολής ως λόγου τη μη δυνατότητα προσδιορισμού του οφειλόμενου ποσού που εξασφαλίζει η υποθήκη ή/και λόγω του «Equity of Redemption» τα οποία και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης και καθιστούν τις σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν από τους Αιτητές χωρίς έρεισμα και απορριπτέες. Τουναντίον, θα έλεγα, η επίδικη υποθήκη κρίνω ότι είναι νόμιμη και έγκυρη, εγγεγραμμένη στο Κτηματολόγιο και έχει εκτελεστεί προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και δεν έχω διαπιστώσει ότι περιέχει οποιονδήποτε ασαφή ή αόριστο όρο. Ως δε αναφέρεται ανωτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί δήθεν ασάφειας των όρων της επίδικης υποθήκης, σχετικό είναι το Τεκμ. 2 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση, ήτοι η ίδια η υποθήκη, η οποία προβλέπει με ρητό όρο στην 1η σελίδα της ότι προβλέπεται σύνθετος κυμαινόμενος τόκος 6,5% όπως καθορίζεται στο επισυνημμένο συμβόλαιο/έγγραφο υποθήκης, το οποίο στον όρο 14 προνοεί ρητώς ότι ο τόκος καθορίζεται με βάση τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν για το επίδικο δάνειο. Συνεπώς, ο τόκος βρίσκω ότι καθορίζεται ξεκάθαρα καθώς στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 4.10.2007 (Τεκμ. 8 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτησης), προβλεπόταν κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από βασικό επιτόκιο (4.5%) πλέον περιθώριο (2%), ήτοι σύνολο επιτοκίου 6,5% όπως ήταν και το αναγραφόμενο επιτόκιο στην επίδικη υποθήκη (Τεκμ. 2). Επομένως εύλογα αποδέχομαι ότι το οφειλόμενο ποσό που εξασφαλίζει η υποθήκη προσδιορίζεται ξεκάθαρα. Οι Αιτητές εγείρουν επίσης ζήτημα παράτυπου των Ειδοποιήσεων της διαδικασίας πλειστηριασμού γιατί κατά την εισήγηση τους απαιτούνται λανθασμένοι ή παράνομοι τόκοι στις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ημερομηνίας 6.11.2018 και στις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 6.05.2019 στη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία όπως αυτά προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνεται ότι προβάλλονται χωρίς αιτία, ανυπόστατα και παραπλανητικά και τούτο καθότι στις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ημερομηνίας 6.11.2018 (Τεκμ. 24 ΕΔ της Καθ' ης η αίτηση) και τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 6.05.2019 (Τεκμ. 29 ΕΔ της Καθ' ης η αίτηση), η Καθ' ης η αίτηση δεν απαιτεί το ποσό που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη κατά τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΓ» ημερομηνίας 8.04.2022, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ£800.000 (€1.366.881,15) πλέον τόκοι αλλά περιορίζουν την απαίτηση τους στο μικρότερο οφειλόμενο ποσό του επίδικου λογαριασμού δανείου όπως φαίνεται και στο Τεκμ. 24 της ΕΔ της Καθ' ης η αίτηση. Τις εν λόγω Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ημερομηνίας 6.11.2018 με τη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού αποσιωπούν οι Αιτητές και στις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 6.05.2019 (Τεκμ. 29 ΕΔ της Καθ' ης η αίτηση), το επιτόκιο που αναφέρεται είναι 8% και είναι καθόλα νόμιμο και αποτελείται από το Ελάχιστο Επιτόκιο Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ύψους 0% (ως η οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας του 2007) πλέον περιθώριο 6% (ως το συμφωνημένο περιθώριο με την τελευταία επιστολή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 25.10.2013 (Τεκμ. 16 Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση), με την οποία μετά από αίτημα του Ενάγοντα 1 επανεγκρίθηκε το επίδικο δάνειο και τροποποιήθηκε και παρατάθηκε το πρόγραμμα αποπληρωμής για τελευταία φορά πλέον τόκος υπερημερίας 2% (περιορίζεται στο 2% παρά το ότι ο συμφωνημένος τόκος υπερημερίας στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 4.10.2007 (Τεκμ. 8 ήταν 5%), ήτοι σύνολο τόκου 8%. Παρόλο που δεν υπάρχει ειδικός ξεκάθαρος ισχυρισμός περί παράνομων τόκων υπερημερίας για σκοπούς πληρότητας, θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, (η οποία υιοθετήθηκε και στις Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 194, Χρίστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, το Εφετείο αναφέρθηκε στο δικαίωμα της τράπεζας να τροποποιήσει το επιτόκιο με σχετικές επιστολές και η επιδίκαση πρόσθετου τόκου θεωρήθηκε επιτρεπτή στη βάση των συμφωνιών των διαδίκων, ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά Νόμου επιτόκιο με αναφορά στο Άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) που επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491 όπου επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Συνεπώς, και πάλι, οι ισχυρισμοί ότι οι ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι παράτυπες γιατί δήθεν απαιτούν λανθασμένους ή παράνομους τόκους, δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας και απορρίπτονται. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ως 3ο ζήτημα ότι οι ειδοποιήσεις της διαδικασίας του πλειστηριασμού είναι παράτυπες γιατί δεν λήφθηκε προηγουμένως διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τον Ενάγοντα 2. Ως προς το ζήτημα αυτό θα συμφωνήσω με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση ότι η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό και οι σχετικές ειδοποιήσεις που εκδίδονται από τον ενυπόθηκο δανειστή δεν αποτελούν αγωγές υπό τον ορισμό και για τους σκοπούς του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) ή του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/65) ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητη η λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), αγωγή ορίζεται ως: «αγωγή» σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ. Στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρόμοια, αγωγή ορίζεται ως: "action" means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court; Στα Άρθρα 44, 44Α
(4)του Νόμου γίνεται ρητή αναφορά στην ξεχωριστή διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πολιτική αγωγή την οποία διαχωρίζει από τις άλλες διαδικασίες πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, είτε από το Κτηματολόγιο είτε με την νέα εισαχθείσα διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το ως άνω Μέρος VIA του Νόμου "ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ". Συνεπώς, ο νομοθέτης δεν εξισώνει αλλά αντιθέτως διαχωρίζει την πολιτική αγωγή από την νέα εισαχθείσα διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μας η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED,
(2015)1(Α) ΑΑΔ 386, Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Στην Ε/Δ των Αιτητών και στα επιχειρήματα που αναφέρονται εκεί, γίνεται αποσπασματική και παραπλανητική, θα έλεγα, αναφορά στην πιο κάτω πρόνοια του Άρθρου 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012: Υποθήκη-Ενέχυρο 5.-
(1)Καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.
(2)Οποιαδήποτε διαδικασία εκποιήσεως ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας ή ενεχυριασμένου πράγματος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου θεωρείται αγωγή. Υποστηρίζεται δηλαδή παραπλανητικά ότι η νέα εισαχθείσα διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου εξισούται με πολιτική αγωγή για να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Διαταγής 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αποσπασματική αυτή αναφορά στην πιο πάνω πρόνοια του Άρθρου 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, παρασιωπά τις πάνω αναφερόμενες ρητές πρόνοιες στον ειδικό νόμο που εφαρμόζεται εδώ δηλαδή στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν.9/65), όπου ο νομοθέτης κάνει σε διάφορα μέρη (Άρθρα 44, 44Α
(4)ρητή αναφορά στην ξεχωριστή διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πολιτική αγωγή την οποία διαχωρίζει από τις άλλες διαδικασίες πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, είτε από το Κτηματολόγιο είτε με την νέα εισαχθείσα διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου, και συνεπώς, ο νομοθέτης, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν.9/65), δεν εξισώνει αλλά αντιθέτως διαχωρίζει την πολιτική αγωγή από την νέα εισαχθείσα διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. Πρόσθετα θα έλεγα ότι η πιο πάνω πρόνοια του Άρθρου 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, εισάχθηκε με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο το 2012, προγενέστερα και πριν ακόμη να θεσπιστεί και να εισαχθεί το 2014 η διαδικασία με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου με τον αρχικό περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμος του 2014 (Ν. 197(I)/2014) και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (Ν. 87(I)/2018) που τροποποίησε και κατέστησε στην παρούσα μέχρι σήμερα μορφή και ορισμό του όρου «επίδοση» με βάση το Άρθρο 44Ε του Νόμου. Συνεπώς δεν μπορεί να καθορίζει τον ορισμό και την έννοια της μεταγενέστερης διαδικασίας με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου. Πρόκειται πράγματι για παράμετρο που δεν λήφθηκε υπόψιν κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της αίτησης και τούτο καθώς η πιο πάνω πρόνοια του Άρθρου 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, εισάχθηκε απλά και μόνο για τους ειδικούς σκοπούς του συγκεκριμένου προγενέστερου περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 και για σκοπούς καθορισμού χρόνου παραγραφής της διαδικασίας εκποιήσεως ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι για να εξισώσει με πολιτική αγωγή τη μεταγενέστερη εισαχθείσα με μεταγενέστερο νόμο του 2014 διαδικασίας για πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση το Μέρος VIA του Νόμου, για να για να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Διαταγής 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω συνάδουν με τις πρόνοιες του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου όπου προνοείται ότι: «επίδοση» σημαίνει σε την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο». Περαιτέρω, το εν λόγω Άρθρο καθορίζει ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία. Όπως καταδεικνύουν τα πιο πάνω, πουθενά στο Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου δεν προβλέπεται ρητά και ούτε επιτάσσεται ότι στην περίπτωση της επίδοσης ειδοποιήσεων εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Επίσης, ως φαίνεται από τα ανωτέρω για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όπως στην παρούσα που έγινε στο Ηνωμένο Βασίλειο για τον Ενάγοντα 2, στο Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου δεν γίνεται ειδική ρητή παραπομπή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας παρά μόνο για την περίπτωση της ιδιωτικής επίδοσης, και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.6 Θ.1 ή περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει της Δ.5.Θ.9 και Δ.5Α που χρειάζεται να ληφθεί διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Στην απόφαση ημερ. 29.11.2019 στην Αίτηση/Έφεση 403/2019 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Κουντουρίδης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ο κ. Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. αποφάσισε ότι επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» με ταχυμεταφορέα σε Αιτητή/Εφεσείοντα στην διεύθυνση εργασίας του στη Σόφια της Βουλγαρίας ήταν καθόλα νομότυπη και δεν χρειαζόταν να ληφθεί προηγουμένως διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή/και διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Παρόμοια ήταν και η απόφαση της κ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην απόφαση της ημερ.17.01.2019 στην Αίτηση/Έφεση 77/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου Τρούλλους κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α. όπου απέρριψε την θέση των Αιτητών/Εφεσείοντων, κατοίκων Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι εφεσίβλητοι ενυπόθηκοι δανειστές όφειλαν να εξασφαλίσουν Διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση για να επιδώσουν εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με τον Νόμο στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου διέμεναν οι Αιτητές-Εφεσείοντες, κρίνοντας ότι εφόσον οι ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ» παραδόθηκαν με συστημένη επιστολή στους Αιτητές/Εφεσείοντες στο Ηνωμένο Βασίλειο τότε επιδόθηκαν καθόλα νόμιμα σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου και δεν χρειαζόταν να λάβουν διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Οι ανωτέρω θέσεις, ότι δηλαδή δεν είναι απαραίτητη και επιβεβλημένη σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου η λήψη διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας για επίδοση ειδοποιήσεων πλειστηριασμού εκτός Κύπρου, είναι σε απόλυτη αρμονία και με την νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Alfred Toepfer v. Broda Agro Trade
(2012)1 A.A.Δ. 1473, ότι διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται για τις περιπτώσεις κλητήριου εντάλματος, ειδοποίησης περί κλητηρίου εντάλματος, ειδοποίησης τριτοδιάδικου και ανταπαίτησης και δεν συμπεριλαμβάνονται άλλες περιπτώσεις όπως γενικές αιτήσεις για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης ή/και γενικές αιτήσεις για επίδοση ειδοποιήσεων πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον ο σχετικός νόμος και κανονισμοί δεν απαιτούν ως ρητή προϋπόθεση την λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Παρόμοια και στην παρούσα περίπτωση, ούτε το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου όπως τροποποιήθηκε αλλά ούτε και οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956, απαιτούν ως ρητή προϋπόθεση την λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, και κατά ακολουθία της ανωτέρω υπόθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Alfred Toepfer v. Broda Agro Trade, δεν χρειαζόταν να ληφθεί διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που εξέδωσε η Καθ' ης η αίτηση. Το Άρθρο 44ΙΕ του Νόμου για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προβλέπει ότι: «Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία». Στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φαλέκκος v. Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ. 2534, λέχθηκε ότι το ρήμα "may" όπως η φράση εδώ δυνατόν να γίνει, υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο η φράση "shall" - πρέπει. Ως εκ τούτου και με βάση τα ανωτέρω, αλλά και όπως καταμαρτυρούν τα έγγραφα τα οποία η Καθ' ης η αίτηση επισύναψε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης (Τεκμ. 24 - 35, 38 - 52), φαίνεται ότι όλες οι ειδοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από την Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με το Νόμο είναι καθόλα νομότυπες, νόμιμες, έγκυρες και σε πλήρη συμμόρφωση με το τύπο και περιεχόμενο που προβλέπεται στη νομοθεσία και τους κανονισμούς και έχουν επιδοθεί νομίμως και δεόντως στους Ενάγοντες - Αιτητές και όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είτε δια μέσου συστημένου ταχυδρομείου είτε με ιδιωτική επίδοση είτε με κούριερ αν αυτό δεν ήταν δυνατό. Κρίνω επομένως ότι η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό η οποία ακολουθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση έγινε σε πλήρη συμμόρφωση με την διαδικασία και με βάση τα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση που πηγάζουν από την ισχύουσα νομοθεσία. Επιπλέον, σε σχέση με το ίδιο ζήτημα ως προς την ουσία του ζητήματος, παραπέμπω στην απόφαση Αρ. Αγ. 3463/2013, Ε.Δ. Λεμεσού, Sergei Petrovich Poymanov v. Aletarro Ltd κ.ά., της κ. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) και την απόφαση της κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Γενική Αίτηση 601/2017, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 21.11.2019, με αναφορά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1935 στις οποίες κατ' ουσία υποδείχτηκε ότι το σημαντικότερο ζήτημα είναι να λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος της διαδικασίας και ότι δεν πρέπει να υιοθετείται τυπολατρική προσέγγιση και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, όταν ακριβώς καμία ζημιά δεν προκαλείται στο ενδιαφερόμενο μέρος στο οποίο γίνεται η επίδοση. Τέτοια ζημιά θα πρέπει να πω ότι δεν έχει καταδείξει εδώ ο Ενάγων 2/Αιτητής. Με βάση όλα τα ανωτέρω, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει καμία καλή βάση αγωγής και συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και ελλείπουν επίσης και οι 2 πρώτες προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αντιθέτως πρόκειται περί μιας εντελώς ανυπόστατης και παραπλανητικής και καταχρηστικής αίτησης. Στην Ε/Δ των Αιτητών γίνεται ειδική αναφορά ότι η βάση αγωγής τους είναι ιδιαιτέρως οι πρόνοιες του Άρθρου 44Β
(3)του Νόμου και όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα το οποίο προνοεί ότι: «
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Είναι ξεκάθαρο επομένως, ότι οι ενάγοντες, βασιζόμενοι στο Άρθρο 44Β
(3)του Νόμου σε καμία περίπτωση δεν αποκαλύπτουν καμία καλή βάση αγωγής «με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους», αφού όλα όσα ισχυρίζονται δεν βασίζονται σε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς παρερμηνεύοντας τις πιο πάνω πρόνοιες του Άρθρου 44ΙΕ του Νόμου και συνεπώς δεν δικαιολογούν την επίκληση του Άρθρου 44Β
(3)του Νόμου και συνεπώς δεν έχουν την οποιαδήποτε νομική βάση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Επομένως ούτε και στη βάση των πιο πάνω δεν συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Θα εξετάσω στη συνέχεια την τρίτη προϋπόθεση Άρθρου 32, το κατά πόσον δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση S.A. Constantinou Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία απέρριψε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα λόγω μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Ενόψει της οικονομικής δυνατότητας της εφεσίβλητης τράπεζας, γεγονός το οποίο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση, κρίθηκε ότι δεν θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd,
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα». Είναι σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να οριστικοποιηθεί ένα διάταγμα ή εκδοθεί ένα άλλο, οι Aιτητές θα πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους θα μείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχήν στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεορή,
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255). Σε πλείστες τόσες πρωτόδικες αποφάσεις το σκεπτικό που υιοθετείται είναι ότι σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η παροχή χρηματικής αποζημίωσης είναι ικανοποιητική θεραπεία και ως εκ τούτου δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που λάβει χώρα η διαδικασία πώλησης δια εκποίησης. Ενδεικτικά τέτοιες πρωτόδικες αποφάσεις είναι αυτή της κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ., ημερομηνίας 19.12.2018, στην αγωγή 760/2018, Ε.Δ. Λάρνακας, μεταξύ Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, η απόφαση του κ. Α. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. ημερομηνίας 11.09.2018 στην αγωγή 1417/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ F.K.S. Trading Company Ltd κ.ά. ν.Hellenic Bank Public Company Ltd και στην απόφαση του κ. K. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. ημερομηνίας 21.12.2018 στην αγωγή 938/2016, Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Διογένους κ.α. Παραπέμπω από την τελευταία αυτή απόφαση στο ακόλουθο εκτεταμένο απόσπασμα το οποίο καλύπτει αυτά τα ζητήματα και με το οποίο συμφωνώ και υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας απόφασης για όσα ζητήματα τέθηκαν και εδώ με τις ανάλογες ασφαλώς αναπροσαρμογές: «Τυχόν ζημιά η οποία ενδέχεται να υποστούν οι εναγόμενοι σε περίπτωση πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας αποτιμάται πράγματι σε χρήμα και αυτή αντιστοιχεί στην αξία της ενυπόθηκης περιουσίας, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι οφειλές των εναγόμενων προς τους ενάγοντες που θα αποδειχθούν στο πλαίσιο της αγωγής (παράγραφος 27). Η συναισθηματική αξία που επικαλούνται οι εναγόμενοι για τα ακίνητα δεν αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη. Όπως είναι γνωστό, το σύνολο των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρούνται εξασφαλίζονται με υποθήκες. Αν ακολουθηθεί το επιχείρημα των εναγόμενων, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, στην προσπάθειά του να αποτρέψει την άσκηση εκ μέρους των ενυπόθηκων δανειστών, των δικαιωμάτων τους που τους παρέχουν οι συμβάσεις υποθηκών και ο Νόμος, θα επικαλείται τη συναισθηματική αξία των ακινήτων του. Η συναισθηματική σχέση των εναγόμενων με τα ακίνητα υφίστατο ήδη και κατά το χρόνο εγγραφής των υποθηκών. Όπως ήταν σε γνώση τους και ο κίνδυνος που πάντοτε ενυπάρχει για απώλεια των ενυπόθηκων ακινήτων σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον των ενυπόθηκων οφειλετών ή σε περίπτωση που οι ενάγοντες ασκούσαν τα εκ του Νόμου δικαιώματά τους, εάν οι εναγόμενοι ήταν υπερήμεροι (παράγραφος 28). Σε περίπτωση που τελικά το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται την όποια αποζημίωση, οι ενάγοντες, ως το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου έχουν τη δυνατότητα και ικανότητα να τους αποζημιώσουν πλήρως, για όποιο ποσό τυχόν διατάξει το Δικαστήριο. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται με κανένα τρόπο η ικανότητα και φερεγγυότητα των εναγόντων, οι οποίοι έχουν και θα έχουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν τυχόν ζημιά που τυχόν θα προκληθεί στους εναγόμενους. Τυχόν αμφισβήτηση της ικανότητας αυτής, θα έπρεπε να εκφραστεί ρητά από τους εναγόμενους και να τεκμηριωθεί πλήρως (παράγραφος 40). Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης -, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα (ανωτέρω επίσης)). Παρατηρώ τα εξής: Οι εναγόμενοι απέτυχαν να με πείσουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία, είτε δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα είτε ακόμη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα». Προκύπτει επομένως από τις πιο πάνω υποθέσεις ότι σε υποθέσεις όπως η παρούσα η παροχή χρηματικής αποζημίωσης είναι ικανοποιητική θεραπεία και ως εκ τούτου δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που λάβει χώρα η διαδικασία πώλησης δια εκποίησης. Είναι δε γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση ότι δεν έχει αμφισβητηθεί καθόλου η φερεγγυότητα και η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας τους στην Αγωγή και σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση, όπως δηλώνεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση και δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός αυτός, είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός αδειοδοτημένος και εποπτευόμενος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπως καταδεικνύουν και οι ενοποιημένες ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις και η Έκθεση Ανεξάρτητων Ελεγκτών για το έτος 2021 της Καθ' ης η αίτηση (Τεκμ. 53), με βάση τις οποίες, η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €623.865.855 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €24.546.800 αφορούν ρευστά διαθέσιμα και €102.147.979 αξίας ακίνητα εγγεγραμμένα στο όνομα της Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου, η Καθ' ης η αίτηση είναι σε αξιόχρεη κατάσταση και σε θέση να αποζημιώσει την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη χρηματική ζημιά που τυχόν υποστούν οι Αιτητές από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτους τους. Προβλήθηκαν από τους Αιτητές ισχυρισμοί περί δήθεν αυθαίρετου καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση και περί της συνεπακόλουθης ανεπανόρθωτης ζημιάς τους. Οι Αιτητές όμως διαπιστώνεται ότι πρώτον, έχουν αποκρύψει και παρασιωπήσει το πολύ σημαντικό και ουσιώδης γεγονός της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» ημερομηνίας 6.05.2019 (Τεκμ. 29 - 35 Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση) που τους ενημέρωνε ότι είχαν το δικαίωμα να διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του, δεύτερον ότι οι ίδιοι αμέλησαν και παρέλειψαν να διορίσουν δικό τους εκτιμητή ακινήτων με σκοπό τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του και έτσι αναγκάστηκε η Τράπεζα Κύπρου, σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Δ του Νόμου, να προχωρήσει στο διορισμό δυο ανεξάρτητων εκτιμητών ακινήτων (Χρυσόστομος Ζακχαίος και Γεωργία Αναστασίου) για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και διενεργήθηκαν δυο εκτιμήσεις από τους εν λόγω δυο εκτιμητές (Τεκμ. 36 και Τεκμ. 37 αντίστοιχα Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση) και τρίτον ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί αυθαίρετου καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση και περί της συνεπακόλουθης ανεπανόρθωτης ζημιάς που κατ' ισχυρισμό θα υποστούν, είναι σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης εντελώς ανυπόστατοι, ανεδαφικοί και τέθηκαν κατά τρόπο που μπορεί να παραπλανήσουν. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στην παράγραφο 28 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση, σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Δ και 44Ε του Νόμου, επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου στον 1ο πλειστηριασμό καθορίστηκε στο ποσό των €1.464.000 ως το 80% του μέσου όρου της αγοραίας αξίας των δυο πιο πάνω αναφερόμενων εκτιμήσεων, ήτοι (€1.700.00 + €1.960.000)/2 Χ 80% = €1.464.000, ως καταμαρτυρείται στο Δελτίο Α (Ειδοποίηση Πλειστηριασμού ημερομηνίας 12.09.2019 (Τεκμ. 38 Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση). Παραθέτω τα σχετικά Άρθρα 44Δ και 44Ε του Νόμου: Διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου 44Δ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ, διορίζονται δύο
(2)εκτιμητές, ένας εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή και ένας εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη διενέργεια, ταυτόχρονα, ανεξάρτητων εκτιμήσεων του ενυπόθηκου ακινήτου για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας αυτού, στους οποίους επιδίδονται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και από τον ενυπόθηκο δανειστή ή/και λαμβάνονται από αρμόδια τμήματα ή υπηρεσίες της Δημοκρατίας, τα ίδια στοιχεία και πληροφορίες όσον αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται αντί να προβεί στο διορισμό εκτιμητή σύμφωνα με τα πιο πάνω, να ζητήσει όπως η αξία γενικής εκτίμησης που αφορά ενυπόθηκο ακίνητο, όπως αυτή εκάστοτε ορίζεται στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, είναι η εκτιμημένη αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου: Νοείται περαιτέρω ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή/και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και ο ενυπόθηκος δανειστής πρέπει να συνεργάζονται και να διευκολύνουν τον εκτιμητή στην εκτέλεση του έργου του: Νοείται έτι περαιτέρω ότι οι δύο εκτιμητές κατά τη διενέργεια των ανεξάρτητων εκτιμήσεών τους λαμβάνουν υπόψη και την εκάστοτε εκτίμηση του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος, η οποία δύναται να επιδίδεται είτε πριν από είτε μετά από είτε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», αναφέροντας σε αυτήν ότι εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενημερώνει τον ενυπόθηκο δανειστή για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των δέκα
(10)ημερών, ώστε ο ενυπόθηκος δανειστής να καταστεί δυνατό να διορίσει τον εκτιμητή του: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει προβεί στο διορισμό εκτιμητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρεί στο διορισμό δύο
(2)εκτιμητών για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, τα μέρη καταβάλλουν το κόστος υπηρεσιών του εκτιμητή, του οποίου έκαστος διορίζει.
(3)Οι εκτιμητές, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(1), συντάσσουν τις εκθέσεις εκτίμησης ταυτόχρονα, ανεξάρτητα και χωρίς να διαβουλεύονται μεταξύ τους και χωρίς να ανακοινώνουν την εκτίμησή τους ο ένας στον άλλο ή σε τρίτο μέρος μέχρι την επίσημη παράδοσή τους˙ οι εκθέσεις παραδίδονται στον ενυπόθηκο δανειστή και στον ενυπόθηκο οφειλέτη, στον τόπο και στο χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2), σε καμία όμως περίπτωση μετά από την πάροδο της χρονικής περιόδου των τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό του εκτιμητή εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους δύο
(2)εκτιμητές παραλείπει να παραδώσει εντός της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών την έκθεση εκτίμησής του, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής εντός δέκα
(10)ημερών από την ημερομηνία της παράλειψης ζητά από το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου το διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή, ο οποίος προβαίνει στην ετοιμασία ανεξάρτητης εκτίμησης εντός τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό του, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(4),
(5)και
(6).
(4)Σε περίπτωση που η ψηλότερη εκτίμηση με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης που αναφέρονται στο εδάφιο
(3), είναι μικρότερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) αυτής, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο
(2)εκτιμήσεων και η αγοραία αυτή αξία είναι τελική.
(5)Σε περίπτωση που η ψηλότερη εκτίμηση με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης που αναφέρονται στο εδάφιο
(3), είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) αυτής, ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει εντός πέντε
(5)ημερών από την ημέρα παραλαβής των εκθέσεων εκτίμησης, να ζητήσει από το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου, το διορισμό τρίτου ανεξάρτητου εκτιμητή εντός δέκα
(10)ημερών, ο οποίος, εντός προθεσμίας τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό αυτού ετοιμάζει ανεξάρτητη εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου και παραδίδει ταυτόχρονα πιστό αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησής του στον ενυπόθηκο δανειστή, στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
(6)Σε περίπτωση διορισμού τρίτου ανεξάρτητου εκτιμητή, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5), ως αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου θεωρείται, λαμβανομένων υπόψη και των εκτιμήσεων που έχουν ληφθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3), ο μέσος όρος των δύο πλησιέστερων εκτιμήσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι τρεις
(3)εκτιμήσεις διαφέρουν μεταξύ τους ισομερώς, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των τριών εκτιμήσεων. Πώληση με πλειστηριασμό δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους 44Ε.-
(1)Η αρχική προσπάθεια για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου διενεργείται από τον ενυπόθηκο δανειστή μόνο με πλειστηριασμό, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44Ζ και στον πλειστηριασμό αυτό εφαρμόζεται επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης, όχι μικρότερη του ογδόντα τοις εκατόν (80%) της αγοραίας αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44Δ: Νοείται ότι ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να παρέχει πληροφόρηση που έχει στην κατοχή του, αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο, σε ενδιαφερόμενο αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης επιτρέπει στον ενυπόθηκο δανειστή ή εκπροσώπους του πρόσβαση στο ενυπόθηκο ακίνητο, για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου.
(2)Το ενυπόθηκο ακίνητο δεν δύναται να πωληθεί σε τιμή χαμηλότερη της επιφυλασσόμενης τιμής.
(3)Σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός δεν καταλήξει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε περαιτέρω προσπάθειες πώλησης του ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 44Ζ και 44Η.
(4)Για την περίοδο των έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση του πρώτου πλειστηριασμού, καθορίζεται επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης όχι μικρότερη του ογδόντα τοις εκατό (80%) της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου ανεξαρτήτως της μεθόδου πωλήσεώς του και για την περίοδο των τριών
(3)μηνών μετά τη λήξη της περιόδου των πρώτων έξι
(6)μηνών, εφαρμόζεται επιφυλασσόμενη τιμή όχι μικρότερη του πενήντα τοις εκατό (50%) της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου». Όπως δε αναφέρεται στην παράγραφο 34 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση, στις 30.07.2021 τελικά διεξήχθη 2ος ανεπιτυχής πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον οποίο δεν παρουσιάστηκαν ενδιαφερόμενοι πλειοδότες με επιφυλασσόμενη τιμή σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Δ και 44Ε του Νόμου, στο ποσό των €1.281.000 ως το 70% (δηλαδή και πέραν του 50% που επιτρέπει το άρθρο 44Ε
(4)του μέσου όρου της αγοραίας αξίας των δυο πιο πάνω αναφερόμενων εκτιμήσεων, ήτοι (€1.700.00 + €1.960.000)/2 Χ 70% = €1.281.000, σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των πιο πάνω αναφερόμενων Άρθρων 44Δ και 44Ε
(4)του Νόμου. Συνεπώς, και πάλι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί αυθαίρετου καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στον 2ο πλειστηριασμό από την Καθ' ης η αίτηση και περί της συνεπακόλουθης ανεπανόρθωτης ζημιάς που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν, είναι εντελώς ανυπόστατοι, ανεδαφικοί και τίθενται παραπλανητικά. Όπως δε αναφέρεται στην παράγραφο 38 της Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση, όπως καταμαρτυρείται στις εν λόγω νέες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΓ» ημερομηνίας 8.04.2022 μαζί με νέο Δελτίο Α που είναι η Ειδοποίηση Πλειστηριασμού ημερομηνίας 8.04.2022 (Τεκμ. 48 στην Ε/Δ της Καθ' ης η αίτηση) για τον επίδικο 3ο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου στις 22.06.2022, η επιφυλασσόμενη τιμή καθορίστηκε και πάλι σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Δ και 44Ε
(4)του Νόμου, στο ποσό των €1.189.500 ως το 65% (δηλαδή και πέραν του 50% που επιτρέπει το άρθρο 44Ε
(4)του μέσου όρου της αγοραίας αξίας των δυο πιο πάνω αναφερόμενων εκτιμήσεων, ήτοι (€1.700.00 + €1.960.000)/2 Χ 65% = €1.189.500). Συνεπώς, και πάλι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί αυθαίρετου καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση στον επίδικο 3ο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου στις 22.06.2022 και περί της συνεπακόλουθης ανεπανόρθωτης ζημιάς που επικαλούνται ότι θα υποστούν, είναι εντελώς ανυπόστατοι, ανεδαφικοί και τίθενται παραπλανητικά. Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω σε καμία περίπτωση δεν έχει ικανοποιηθεί από τους Αιτητές η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς και συνεπώς δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε και η 3η προϋπόθεση έκδοσης προσωρινού διατάγματος και συνεπώς το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 22.06.2022 ακυρώνεται και εξ αυτού του λόγου και δεν δικαιολογείται ασφαλώς η έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το αιτητικό 2 της αίτησης. Ενόψει του ότι, όπως έκρινα πιο πάνω, δεν συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), δεν θα με απασχολήσει ούτε το ζήτημα του κατεπείγοντος το οποίο κρίθηκε κατά το μονομερώς στάδιο εξέτασης της αίτησης στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν υπόψη του μου, όπως και αυτό της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο («just and convenient») να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα που συνιστούν επίσης λόγους ένστασης. Δεν θα με απασχολήσουν επίσης τα διάφορα παρεμφερή ζητήματα τα οποία οι Αιτητές έχουν προβάλει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή τους εφόσον κρίνονται άκαιρα τα οποία δεν μπορεί να τίθενται στα πλαίσια μια τέτοιας αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση των Εναγόντων/ Αιτητών δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Το προσωρινά εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/ Αιτητών ομού και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.