← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3098/2014, 18/7/2022

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3098/2014, 18/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A192 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3098/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας -και-

  1. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  2. ΣΤΕΛΛΑ Γ. ΞΙΟΥΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία:18 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Αναστάσιος Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/ Αιτητές: Ο κ. Στέφανος Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης ημερομηνίας 05.07.2022) Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής βρίσκεται σε εξέλιξη. Ήδη έχει ολοκληρώσει την παρουσίαση της μαρτυρίας της η πλευρά της ενάγουσας (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»). Στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο πρώτος μάρτυρας που κλήτευσαν οι εναγόμενοι (στη συνέχεια «οι Αιτητές»). Όταν απορρίφθηκε αίτημα όπως ο ως άνω μάρτυρας καταθέσει την έκθεση που ετοίμασε για προηγούμενες δανειοδοτήσεις, ως λέχθηκε, των εναγόμενων λόγω μη δικογράφησης της, ζητήθηκε αναβολή για να εξεταστεί το ενδεχόμενο όπως υποβληθεί αίτηση για τροποποίηση όπως πράγματι και καταχωρίστηκε η παρούσα με την οποία οι εναγόμενοι επιδιώκουν άδεια για την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους με την προσθήκη σε αυτή νέας παραγράφου ως

(4)(ζ) ως ακολούθως: «(ζ) Οι εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν το ποσό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Το ποσό αυτό πιστώθηκε κατ' ευθείαν από τους ενάγοντες σε λογαριασμούς και/ή ισχυριζόμενα υπόλοιπα των εναγομένων τα οποία ήταν υπερβολικά και/ή διογκωμένα και/ή τα οποία προήλθαν από παράνομες και/ή αντισυμβατικές πράξεις των εναγόντων [όπως μετατροπή μονομερώς υπολοίπου δανείου από ξένο νόμισμα (ιαπωνικό γιεν) σε ευρώ, παράνομες χρεώσεις τόκων κτλ] από τις οποίες οι ενάγοντες υπέστησαν ζημίες εκ τουλάχιστον και/ή περίπου 115,000 ευρώ. Η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική και/ή πλασματική και συνήφθη συνεπεία πίεσης των εναγόντων προς τους εναγομένους για τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα και διογκωμένα υπόλοιπα και/ή εξυπηρετήσεις των εναγομένων. Το πραγματικό οφειλόμενο ποσό των εναγομένων ήταν στις 31/12/2015 περί τις 348,000 ευρώ». H αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.4, Δ.9, Δ.25, Δ.48, Δ.57, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και την σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Γίνεται παραπομπή στο φάκελο της υπόθεσης ως προς τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση και περαιτέρω σε όσα υποστηρίζει η κα Άνδρεα Ιωαννίδου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Αιτητές. Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί αυτή στην ένορκη δήλωση αφού ενόψει και της φύσης της παρούσας αίτησης εισηγείται ότι είναι αρμόδιο και κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί. Δηλώνει ότι έχει πληροφορηθεί για τα γεγονότα τα οποία ορκίζεται από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Παραπέμπει ως προς τα γεγονότα στο φάκελο της υπόθεσης και εξηγεί ότι η αναγκαιότητα για το παρόν διαδικαστικό διάβημα προέκυψε κατά την τελευταία δικάσιμο όταν οι εναγόμενοι επιχείρησαν να καταθέσουν, μέσω του εμπειρογνώμονα-μάρτυρα τους, γραπτή έκθεση αποτίμησης της δίκαιης, κατά τον ισχυρισμό τους, αξίας του επίδικου λογαριασμού η οποία δεν έγινε αποδεκτή ενόψει ένστασης του δικηγόρου της ενάγουσας. Εισηγείται ότι οι θέσεις που προωθούνται με την έκθεση του εμπειρογνώμονα περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση των εναγομένων, ίσως όχι σε τόση λεπτομέρεια, και έχουν, εξ' όσων την έχει ενημερώσει και ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση, υποβληθεί στις βασικές τους συνιστώσες στην αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως αλλοιώνουν την ουσία της υπεράσπισης ή της υπόθεσης αφού εξαρχής ήταν θέση τους ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν δάνειο, ήταν εικονική και περισσότερο κεκαλυμένη αναδιάρθρωση και ότι τα αιτούμενα υπόλοιπα είναι διογκωμένα και παράνομα. Αυτό που επιχειρείται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστικά να αποτυπωθεί με περισσότερη λεπτομέρεια αυτός ο ισχυρισμός και να επιτραπεί στους εναγόμενους να παρουσιάσουν το υπόβαθρο της βασικής αυτής τους θέσης μέσω της κατάθεσης της έκθεσης του εμπειρογνώμονα τους. Σημειώνει ότι η δίκη δεν θα εκτροχιαστεί αφού οι βασικές πτυχές των θέσεων αυτών είχαν τεθεί στους μάρτυρες της ενάγουσας εξ' όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση για τους εναγόμενους αντίθετα θα εξυπηρετηθεί καλύτερα αφού θα τεθεί στο Δικαστήριο το υπόβαθρο για την βασική θέση των εναγομένων ότι οι όποιες οφειλές τους προς την ενάγουσα είναι πολύ πιο χαμηλές σε ποσό από αυτές που η ενάγουσα ισχυρίζεται. Για τούτο εισηγείται ότι ούτε και τα δικαιώματα της ενάγουσας επηρεάζονται ούτε και θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά ή σε κάθε περίπτωση καμιά ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αντίθετα εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης και της ταχείας και ορθής διεξαγωγής, εκδίκασης και διεκπεραίωσης της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα καταχώρισε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  1. Η αίτηση είναι καταχρηστική και υπεβλήθη καθυστερημένα εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και δη σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και ενώ η πλευρά των εναγόντων έχει ολοκληρώσει τη μαρτυρία της.
  2. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης υποβάλλεται υπέρμετρα καθυστερημένα και θεμελιώνεται σε ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν ήδη γνωστοί στους Αιτητές ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν κατά τα αρχικά στάδια της διαδικασίας ή/και κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης.
  3. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν είναι αναγκαία για την ουσία της διαφοράς και εμφορείται από κακοπιστία των Αιτητών.
  4. Δεν παρουσιάζονται οποιοιδήποτε βάσιμοι ή/και επαρκείς λόγοι στην Ένορκη Δήλωση, ημερομηνίας 05/07/2022, που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης που να επεξηγούν τους λόγους για την παράλειψη ή/και σοβαρή καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης των Εναγόμενων, με συνέπεια οι Αιτητές να μη αποσείουν το βάρος απόδειξης για να επιτραπεί η τροποποίηση.
  5. Η προτεινόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι επιβλαβής για το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγόντων στην εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  6. Η αίτηση καταχωρείται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας όταν η ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής έχει εκκινήσει, και έχουν εξεταστεί και αντεξεταστεί όλοι οι μάρτυρες των εναγόντων.
  7. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων των εναγόντων, η οποία είναι μη-ανατρέψιμη με την απόδοση των εξόδων βάσει διαταγής του Δικαστηρίου.
  8. Η ένορκη δήλωση της κας Άντρεας Ιωαννίδου είναι παράτυπη και αντικανονική και ως τέτοια δεν παρέχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο για την αίτηση των εναγόμενων-αιτητών.
  9. Η αιτούμενη τροποποίηση εκτροχιάζει την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, αφού αποτελεί απαράδεκτη προσπάθεια επέκτασης των επίδικων θεμάτων της αγωγής, τα οποία επίδικα θέματα περιορίζονται σε μια συμφωνία δανείου και σε ένα λογαριασμό δανείου, όχι σε προγενέστερες πιστωτικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και σε άλλους λογαριασμούς.
  10. Η πλευρά των εναγόντων έχει ήδη κλείσει την υπόθεση της και θα ήταν ανεπανόρθωτα άδικο να επιτραπεί στο στάδιο αυτό της ακροαματικής διαδικασίας η προσθήκη επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας για αυτά.
  11. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελείται από γεγονότα ή στοιχεία που προέκυψαν πρόσφατα αλλά ήταν σε γνώση των εναγόμενων από την αρχή της αγωγής και όμως δεν θεώρησαν ορθό να συμπεριλάβουν και αυτά στην Έκθεση Υπεράσπισης τους.
  12. Η πλευρά των εναγόμενων ουδόλως παρουσιάζει την έκθεση του εμπειρογνώμονα-μάρτυρα της για να διαπιστώσει το Σεβαστό Δικαστήριο ιδίοις όμμασι το μέγεθος και το εύρος των επίδικων θεμάτων που επιδιώκει να προσθέσει η πλευρά των εναγόμενων στην ακροαματική διαδικασία στο τελευταίο αυτό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής.
  13. Δεν είχε επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς εκάστης πλευράς στο στάδιο εξέτασης και αντεξέτασης των μαρτύρων της πλευράς των εναγόντων.
  14. Τα δικαιώματα της πλευράς των εναγόντων καταργούνται με τυχόν έγκριση της αίτησης των εναγόμενων, αφού η όλη παρουσίαση της υπόθεσης τους εδράστηκε πάνω στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων και των εναγόμενων, οι οποίες τώρα αλλάζουν άρδην.
  15. Το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δεν επιτρέπει στο Σεβαστό Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4
(1)
(2),
(3), 5, 6, 7, 8, 9, 10-13, Δ.25 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, Δ.39 Θ. 1-21, Δ.21 Θ.1-15, Δ.19 Θ.1-27, Δ.59 Θ.1-35, Δ.64 Θ.1
(1),
(2)
(3), 2, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Νίκος Νικολάου ο οποίος είναι λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Καθ' ης η αίτηση. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση από προσωπικό χειρισμό και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Για όσα θέματα είναι νομικής φύσεως δηλώνει ότι έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση. Απορρίπτει εξ ολοκλήρου τόσο το περιεχόμενο της αίτησης, όσο και όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους τους στην ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν προβάλλεται κανένας βάσιμος και επαρκής λόγος που να αιτιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης των Αιτητών. Δεν παρέχονται καθόλου εξηγήσεις γιατί η τροποποίηση αυτή και η προσθήκη της προτεινόμενης παραγράφου
(4)(ζ) δεν έγινε νωρίτερα. Δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών πότε προέκυψαν τα γεγονότα για τα οποία χρειάζεται να εισαχθεί η ως άνω παράγραφος, αλλά μόνο ότι αντελήφθησαν πως έπρεπε να προβούν σε αίτηση τροποποίησης όταν κατά την προηγούμενη δικάσιμο ημερομηνίας 23.06.2022 επεδίωξαν να εισαγάγουν μαρτυρία για μη δικογραφημένο ισχυρισμό που είχε ως συνέπεια τη μη αποδοχή της. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μια απλή ανάγνωση της αίτησης και των προτεινόμενων παραγράφων καταδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων ήταν γνωστοί ήδη κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης από τους δικηγόρους των Αιτητών πριν 8 και πλέον χρόνια, καθώς αναφέρονται σε περιστάσεις που κατ' ισχυρισμό των Αιτητών έλαβαν χώρα κατά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, ήτοι σε χρόνο που ανάγεται στις 31.10.
  1. Και από το γεγονός αυτό προκύπτει η κακή πίστη, κατά τον ενόρκως δηλούντα, από τους Αιτητές και έλλειψη αιτιολογίας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τους για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Είναι επιπλέον, είναι ξεκάθαρο, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, από τα ανωτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελείται από γεγονότα ή στοιχεία που προέκυψαν πρόσφατα αλλά ήταν σε γνώση των Αιτητών από την αρχή της αγωγής και όμως δεν θεώρησαν ορθό να συμπεριλάβουν και αυτά στην Έκθεση Υπεράσπισης τους. Όπως περαιτέρω συμβουλεύεται από τους δικηγόρους τους, πουθενά στην ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν έχει επεξηγηθεί και ούτε έχουν δοθεί πειστικοί λόγοι για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης προκειμένου να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος για την άπρακτη παρέλευση αρκετών χρόνων προς λήψη θετικής ενέργειας δια καταχώρισης της αίτησης. Τούτο δε λαμβάνοντας υπόψη ότι η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγόμενων καταχωρίστηκε στις 07.05.2015 και η παρούσα Αίτηση για τροποποίηση υπεβλήθη μόλις στις 05.07.2022, ήτοι με καθυστέρηση οκτώ χρόνια και δύο μήνες. Περαιτέρω ότι, από την ένορκη δήλωση των Αιτητών απουσιάζει βάσιμος και επαρκής λόγος που να αιτιολογεί επαρκώς τους λόγους από τους οποίους προκύπτει πως η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την ουσία της διαφοράς, καθώς όμοιοι ισχυρισμοί δικογραφούνται ήδη στην Έκθεση Υπεράσπισης των Αιτητών, όπως διατείνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ήτοι ότι: «Είναι εισήγηση μου ότι οι θέσεις που προωθούνται με την έκθεση του εμπειρογνώμονα περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση των εναγόμενων, ίσως όχι σε τόση λεπτομέρεια», και συνεχίζει η παραδοχή αυτή στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ότι: «Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως αλλοιώνουν την ουσία της υπεράσπισης ή της υπόθεσης αφού εξαρχής ήταν η θέση τους ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν δάνειο, ήταν εικονική και περισσότερο κεκαλυμένη αναδιάρθρωση και ότι τα αιτούμενα υπόλοιπα είναι διογκωμένα και παράνομα». Ως είναι εμφανές οι ίδιοι οι Αιτητές απομειώνουν την αξία της προτεινόμενης τροποποίησης σε απλή επανάληψη των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών τους, καθιστώντας σαφές πως αυτή δεν είναι αναγκαία για την ουσία της διαφοράς. Περαιτέρω, με την αιτούμενη τροποποίηση παραδέχονται ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό προς τους ενάγοντες-€348.000 στις 31.12.
  2. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει ο ενόρκως δηλών, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη των Αιτητών επ' ουδενί λόγο δεν θίγεται από την εν δυνάμει απόρριψη της αίτησης, καθώς ως αναλύεται στη αμέσως προηγηθείσα παράγραφο δια της προτεινόμενης τροποποίησης επιδιώκεται η επανάληψη ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών, όπως οι οι ίδιοι οι Αιτητές διατείνονται, και όχι εισαγωγή νέων που είναι αναγκαίοι για την ουσία της διαφοράς. Αντιθέτως, η έγκριση της αίτησης από το Δικαστήριο θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση σε εκδίκαση της υπόθεση της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, καθώς καταχωρίστηκε καθυστερημένα η αίτηση και αφού έλαβε χώρα η αντεξέταση μαρτύρων της ενάγουσας και έχει κλείσει η υπόθεση της ενάγουσας. Υποστηρίζει ότι η παρούσα προωθείται κακή τη πίστει, με αποκλειστικό σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, η οποία είναι μη ανατρέψιμη με την απόδοση των εξόδων βάσει διαταγής του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η αίτηση δεν θα έχει προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία για τους ισχυρισμούς που οι Αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους με αποτέλεσμα να διατρέχουν τον κίνδυνο να βρεθούν εκτεθειμένοι απέναντι στο Δικαστήριο μη έχοντας προσκομίσει την απαραίτητη μαρτυρία για τους νέους αυτούς σε κάθε περίπτωση αβάσιμους ισχυρισμούς. Η αιτούμενη τροποποίηση εκτροχιάζει την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, αφού αποτελεί απαράδεκτη προσπάθεια επέκτασης των επίδικων θεμάτων της αγωγής, τα οποία επίδικα θέματα περιορίζονται σε μια συμφωνία δανείου και σε ένα λογαριασμό δανείου, όχι σε προγενέστερες πιστωτικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και σε άλλους λογαριασμούς. Η έκθεση εμπειρογνώμονα που θέλουν να προσκομίσουν οι Αιτητές (και για την οποία γίνεται η αίτηση για να μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο), ανατρέχει στο παρελθόν και αναφέρεται σε άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις των Αιτητών με την ενάγουσα, γεγονός που εκτροχιάζει τις δικογραφημένες θέσεις των 2 πλευρών, γεγονός που απαράδεκτα και παράτυπα πλατιάζει και επεκτείνει τα επίδικα θέματα. Και μάλιστα στο στάδιο αυτό κατά το οποίο η ενάγουσα έχει κλείσει πια την υπόθεση της και άρχισε η πλευρά των εναγόμενων να παρουσιάζει τη δική της υπόθεση. Επισημαίνει δε το γεγονός ότι στο στάδιο αυτό που έχει ήδη κλείσει την υπόθεση της η ενάγουσα θα ήταν ανεπανόρθωτα άδικο γι' αυτήν να επιτραπεί στο στάδιο αυτό της ακροαματικής διαδικασίας η προσθήκη επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας για αυτά. Ανατρέπεται άρδην η ήδη παρουσιασθείσα μαρτυρία και οι ήδη παρουσιασθείσες θέσεις της ενάγουσας με τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Η αιτούμενη τροποποίηση παραπέμπει σε προγενέστερες πιστωτικές συμφωνίες οι οποίες ορθώς δεν έχουν παρουσιαστεί και επεξηγηθεί από την ενάγουσα, δεν έχουν προσκομιστεί τα υπόλοιπα αυτών ούτε και οι καταστάσεις λογαριασμού τους, διότι ακριβώς δεν αποτελούν και δεν αποτελούσαν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Τυχόν εισαγωγή της αιτούμενης παρ. 4 (ζ) στην Έκθεση Υπεράσπισης θα δημιουργήσει νέα επίδικα θέματα και νέα γεγονότα για τα οποία οι ενάγοντες δεν θα έχουν απαντήσει ποσώς και για τα οποία η ενάγουσα δεν θα έχει προσκομίσει την παραμικρή μαρτυρία, πράγμα κατάφορα άδικο και συνταγματικά απαράδεκτο. Από την άλλη οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν την έκθεση του εμπειρογνώμονα-μάρτυρα τους για να διαπιστώσει το ίδιο το Δικαστήριο το μέγεθος και το εύρος των επίδικων θεμάτων που επιδιώκει να προσθέσει η πλευρά των Αιτητών στην ακροαματική διαδικασία στο τελευταίο αυτό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Η έκθεση αυτή, αποτελούμενη από 23 σελίδες, αναφέρεται σε πιστωτικές διευκολύνσεις που η ενάγουσα παρουσιάζεται να έχει παραχωρήσει στους Αιτητές στο παρελθόν, με πολλές αναφορές στην ενάγουσα, με πολλές γραφικές παραστάσεις, με πολλές μαθηματικές πράξεις και με πληθώρα ισχυρισμών εκ μέρους του εν λόγω, κατ' ισχυρισμό εμπειρογνώμονα, εναντίον της ενάγουσας. Όλα αυτά είναι εκτός των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής και η αίτηση αποτελεί μια παράτυπη και άδικη προσπάθεια για να καταστούν σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας επίδικα θέματα. Δεν είχε επιτραπεί από το Δικαστήριο η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς εκάστης πλευράς στο στάδιο εξέτασης και αντεξέτασης των μαρτύρων της πλευράς της ενάγουσας. Είχαν γίνει ενστάσεις από την πλευρά της ενάγουσας κάθε φορά που η πλευρά των εναγόμενων προσπάθησε να εισαγάγει τέτοιους ισχυρισμούς, γεγονός που φαίνεται και στα πρακτικά της διαδικασίας. Ως εκ τούτου λανθασμένα τίθεται τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση των Αιτητών. Τα δικαιώματα της πλευράς της ενάγουσας καταργούνται με τυχόν έγκριση της αίτησης των εναγόμενων, αφού η όλη παρουσίαση της υπόθεσης τους εδράστηκε πάνω στις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας και των εναγόμενων, οι οποίες τώρα αλλάζουν άρδην με τυχόν έγκριση της αίτησης. Τέλος, η ένορκος δήλωση των Αιτητών υπό της κ. Ιωαννίδου η οποία υποστηρίζει την αίτηση, είναι παράτυπη και αντικανονική και ως τέτοια δεν παρέχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο για την αίτηση των Αιτητών. Οι εναγόμενοι είναι Κύπριοι πολίτες και διαμένουν στην Κύπρο. Όφειλαν οι ίδιοι να κάνουν την ένορκη δήλωση και όχι να αφήσουν τη δικηγόρο τους να το πράξει. Δεν δίνουν καμία δικαιολογία γιατί οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να κάνουν την ένορκη δήλωση της αίτησης. Ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση των Αιτητών είναι παράτυπη, αντικανονική και μη γενόμενη και ως εκ τούτου ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της Αίτησης. Τέλος, υποστηρίζει ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν και να μου αποστείλουν σε ηλεκτρονική μορφή. Σε αυτές με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τις έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Οι νομικές αρχές που διέπουν το νομικό ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων τίθενται στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτή ίσχυε υπό την αρχική της διατύπωση, και έτυχε νομολογιακής επεξεργασίας και ανάλυσης από τα Κυπριακά και Αγγλικά Δικαστήρια, και η οποία διαλάμβανε τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 All ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Οι πιο πάνω αρχές της αγγλικής νομολογίας υιοθετήθηκαν σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων, στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ 934. Ειδικότερα, αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου, ότι: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση επί της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, προέβη σε σύνοψη των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εν συναρτήσει με αίτηση τροποποίησης των δικογράφων, μνημονεύοντας τα κάτωθι κριτήρια: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στο Annual Practice 1958, σελ. 629 και στην εκεί παρατιθέμενη νομολογία αναφορικά με κριτήριο της χρησιμότητας και αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης: «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair ν. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898]1 Q. B. P. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310). Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση επί της υπόθεσης Alexandra Rent a Car Ltd ν. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111 ανέφερε τα εξής αναφορικά με την αναγκαιότητα των τροποποιήσεων των δικογράφων: «Διευκρινίζουμε όμως πως δεν ενθαρρύνουμε συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, αν αυτές δεν είναι απαραίτητες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 Κ.1, που προβλέπουν πως η τροποποίηση επιτρέπεται με σκοπό τον προσδιορισμό των πραγματικών επίδικων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων. Αναμένεται επιμέλεια στη σύνταξη των δικογράφων, έτσι που να τα χαρακτηρίζει η περιεκτικότητα, ακρίβεια και διαύγεια». Αναφορικά με το κριτήριο του χρόνου, το οποίο συνεκτιμάται κατά την υποβολή αιτήματος τροποποίησης, στην απόφαση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Στην απόφαση Doric Cyprian Lines Limited v. Argiris Maritime (Lebanon) S.A.L
(1969)1 C.L.R. 555, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως η απουσία οποιασδήποτε αιτιολογίας από την ένορκη δήλωση αναφορικά με τη καθυστέρηση δυο ετών στην καταχώριση της αίτησης τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης ήταν καθοριστικός για την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Παρατίθεται κάτωθι το οικείο απόσπασμα: «On the affidavit before me I am not satisfied that this delay of over two years is justified and I, would not, therefore, be prepared to allow the application at this late stage, as regards the proposed paragraph 5 of the defence». Περαιτέρω, στην Πολιτική Έφεση 8826 SABA & CO (T.M.P) v. Τ.Μ.Ρ. AGENTS,
(1994)1 Α.Α.Δ 426, επιβεβαιώθηκαν τα πορίσματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (πιο πάνω) αναφορικά με την συνεκτίμηση του παράγοντα χρόνου κατά την αξιολόγηση αίτησης τροποποίησης. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ikos Cif Ltd v. Coward κ.ά.
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 663 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην απόφαση επί της υπόθεσης Ναυτοδικείου Kallince Holding Co. Ltd v. MTR Metals (overseas) Ltd (Aρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ.162 το Ανώτατο Δικαστήριο απασχόλησε αφενός τόσο ο βέβαιος καθορισμός των επίδικων θεμάτων και η διαμόρφωση σταθερού πλαισίου δίκης εντός του οποίου θα λάβει χώρα η απόδειξη, όσο αφετέρου και ο παράγοντας του χρόνου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στα εξής: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως επισημάναμε στην Γιάννη ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. «... Παρέκκλιση από τους Θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει, σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τη θεραπεία παρεκκλίσεων από τους Θεσμούς πρέπει να αιτιολογείται· όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για την παροχή θεραπείας». Στην C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2075 τονίστηκε ότι: «Η όσο το δυνατό συντομότερη λήξη της αντιδικίας είναι ιδιαίτερα επιτακτική και αναγκαία για τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Στην απόφαση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη & Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, το Ανώτατο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο αίτησης τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης, ανέφερε τα εξής αναφορικά με την καθυστέρηση υποβολής τους αιτήματος τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης. «Αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης, που υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής της μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση), απορρίφθηκε στην απουσία, μεταξύ άλλων, ικανοποιητικής αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του {.} Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 49/2008 ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ v. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD, ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2011, επιβεβαιώθηκε η πιο κάτω αρχή της Νομολογίας που καθορίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 211/89 Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 606: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος». Στην Πολιτική Έφεση 8355 Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 56, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας άσκησης της ευχέρειας αυτής είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Στην ίδια αυτή απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των εναγόμενων κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των εναγόμενων για τροποποίηση της υπεράσπισής τους γιατί δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για τις προηγούμενες επανειλημμένες εμφανίσεις, ενώ είχαν ήδη ζητηθεί αναβολές της υπόθεσης για να καταχωρισθεί αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης και επίσης η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης που έγινε κατά την ημέρα της ακρόασης της αγωγής συνδέθηκε με γεγονότα που εμφανίστηκαν ότι περιήλθαν σε γνώση των εφεσειόντων-εναγόμενων μόλις τότε, πράγμα που ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε από την ενώπιον του προηγούμενη διαδικασία, ότι δεν ήταν ορθό. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την ανάλυση των λόγων ένστασης της Καθ' ης η αίτηση οι οποίοι υποστηρίζουν γενικά ότι η αίτηση δεν παρουσιάζει τα κριτήρια και τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στην πιο πάνω συγκεκριμένη και κατατοπιστική νομολογία έτσι ώστε το Δικαστήριο να δικαιολογείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών. Ως συνάγεται από την παρατιθέμενη νομολογία, τα κυπριακά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη, σταθμίζουν και εξισορροπούν ένα σημαντικό αριθμό κριτηρίων- παραγόντων προκειμένου να ασκήσουν την διακριτική ευχέρεια που απολαύουν σε αιτήσεις για τροποποίηση των δικογράφων, ως είναι η παρούσα. Ειδικότερα, θεμελιώδη αρχή, κατευθυντήρια για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνιστά το κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την ουσία της ενώπιον του διαφοράς και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, υπό την έννοια ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση θα διασφαλιστεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ευρίσκονται ορθώς και επακριβώς όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων μερών, ούτως ώστε ενώπιον του Δικαστηρίου να υπάρχει πλήρης και επακριβής στοιχειοθέτηση των επίδικων θεμάτων. Προβάλλεται, ορθά κατά την αντίληψη μου, από την Καθ' ης η αίτηση ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση απουσιάζει οιοσδήποτε βάσιμος και επαρκής λόγος που να αιτιολογεί πως η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την ουσία της διαφοράς. Αντίθετα, υπάρχει η παραδοχή στην ένορκη δήλωση των Αιτητών πως όμοιοι ισχυρισμοί δικογραφούνται ήδη στην Έκθεση Υπεράσπισης των Αιτητών, ήτοι «Είναι εισήγηση μου ότι οι θέσεις που προωθούνται με την έκθεση του εμπειρογνώμονα περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση των εναγόμενων, ίσως όχι με τόση λεπτομέρεια» και συνεχίζει η παραδοχή αυτή στη παράγραφο 5 της Ε/Δ Αιτητών «Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουδόλως αλλοιώνουν την ουσίας της υπεράσπισης ή της υπόθεσης, αφού εξαρχής ήταν η θέση τους ότι η επίδικη συμφωνία ήταν δάνειο, ήταν εικονική και περισσότερο κεκαλυμμένη αναδιάρθρωση και ότι τα αιτούμενα υπόλοιπα είναι διογκωμένα και παράνομα». Περαιτέρω, με την αιτούμενη τροποποίηση παραδέχονται ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες, ύψους €348.000 στις 31/12/2015. Σημειώνω όμως εδώ ότι τέτοιοι ισχυρισμοί περί «εικονικότητας της συμφωνίας και κεκαλυμμένης αναδιάρθρωσης» καθόλου δεν δικογραφούνται και για τούτο είχε αποβεί και ατελέσφορη η προσπάθεια εισαγωγής τους διά της μαρτυρίας του ΜΥ1 που βρίσκεται στο εδώλιο. Προκύπτει ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης της αναγκαιότητας της προτεινόμενης τροποποίησης για την ουσία της διαφοράς, το αποδεικτικό βάρος της οποίας, ως αναφέρεται στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (πιο πάνω) είναι ιδιαίτερα επαυξημένο, λόγω του προχωρημένου σταδίου της διαδικασίας στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα τροποποίησης. Αντίθετα, οι Αιτητές με τα όσα αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή τους μειώνουν οι ίδιοι την αξία της προτεινόμενης τροποποίησης σε απλή επανάληψη των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών τους, καθιστώντας σαφές πως τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση ευρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή γενικών ισχυρισμών που χρίζουν διευκρίνισης. Αν υποτεθεί πως τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα ευρίσκονται πράγματι ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή γενικών ισχυρισμών, τότε τίθεται το ερώτημα γιατί οι Αιτητές δεν προσκομίζουν μαρτυρία για να τα εξειδικεύσουν και καταφεύγουν στο δικονομικό μέτρο της αίτησης τροποποίησης, και δη σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και για ισχυρισμούς ήδη γνωστούς σε αυτούς από την έναρξη της διαδικασίας της παρούσας αγωγής; Διότι απλά η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη και δη δεν είναι απαραίτητη για την διεκπεραίωση της ουσίας της υπόθεσης. Αντίθετα, συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Καθ' ης η αίτηση ότι έχει καταχωρηθεί η αίτηση για αλλότριο σκοπό, ήτοι για την παράτυπη επέκταση των επίδικων θεμάτων της διαδικασίας μέσω της προσκόμισης της έκθεσης του εμπειρογνώμονα-μάρτυρα των εναγόμενων, πράγμα ανεπίτρεπτο, παράτυπο και κακόπιστο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις κατά την αντίληψη μου δεν θα συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης καθ' ότι στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης θα περιέχονται αντιφάσεις τέτοιας μορφής και νέες βάσεις ή/και αιτίες ή/και γραμμές υπεράσπισης που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν ή/και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί. Υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης η οποία και δεν αιτιολογείται επαρκώς ή και καθόλου. Είναι πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο χρόνος συνιστά παράγοντα ο οποίος και συνυπολογίζεται κατά την εκφορά κρίσης του δικαστηρίου επί αίτησης τροποποίησης των δικογράφων και δέον να αιτιολογείται τυχόν καθυστέρηση στην αίτηση υποβολής της αίτησης. Η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Αιτητών βρίσκω ότι προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court), και ως προς τούτο συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Καθ' ης η αίτηση, καθώς από την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων μέχρι και τις 05.07.2022, ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης έχουν παρέλθει οκτώ
(8)και πλέον έτη. Η αίτηση είναι έκδηλα, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη και παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η δίκη πρέπει να διεξάγεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν έγκριση της αίτησης, ως θα αναλυθεί εκτενώς κατωτέρω, θα εκτροχιάσει τη δίκη ακόμη περισσότερο και θα οδηγήσει σε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης καθώς στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης θα περιέχονται αντιφάσεις τέτοιας μορφής και νέες βάσεις και γραμμές υπεράσπισης που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προβάλλονται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία που να δικαιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση στη υποβολή της αίτησης, παρόλο που οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν σε ισχυριζόμενα, αντιφατικά και διαζευκτικά γεγονότα τα οποία οι Αιτητές γνώριζαν και εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από αυτούς από την αρχή της παρούσας υπόθεσης και σε πολλές άλλες ημερομηνίες που η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και ακρόαση. Για τα ζητήματα αυτά και τις αρχές που ακολουθούνται από τη νομολογία μας σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 19.09.2019 της κ. Στ.Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην Αγωγή 52/2012, Ε.Δ. Λεμεσού Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου v. Αποστόλου κ.α., στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση, η οποία έχει παρόμοια γεγονότα με την παρούσα υπόθεση και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας, ήτοι: «(α) H αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 16.01.2019, σχεδόν 6.5 χρόνια μετά την καταχώριση της αρχικής υπεράσπισης στις 10.09.2012 και 7 μήνες μετά την αλλαγή δικηγόρου στις 25.06.
  1. (β) Τα ουσιώδη γεγονότα και το υλικό που ήθελαν να εισαχθεί ήταν γνωστά στους αιτητές από την υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημερ. 4.08.
  2. (γ) Οι επικαλούμενες προσπάθειες του νέου δικηγόρου για εξώδικη διευθέτηση δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν το χρονικό διάστημα των 7 μηνών από το διορισμό του μέχρι την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης». Το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση έκρινε ότι υπήρχε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία εξ' αντικειμένου δημιουργεί εκτροχιασμό της δίκης και υπό τις περιστάσεις αναδύει απουσία καλής πίστης εκ μέρους των Αιτητών στην υποβολή του αιτήματος και η αίτηση τροποποίησης τελικά απορρίφθηκε. Στη βάση επομένως των πιο πάνω αρχών κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης αναφορικά με την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, το οποίο πρέπει να σημειωθεί πως ένεκα του προχωρημένου σταδίου στο οποίο αυτή υποβάλλεται είναι επαυξημένο, σύμφωνα με την απόφαση επί της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (πιο πάνω). Μια απλή ανάγνωση της αίτησης και της προτεινόμενης παραγράφου καταδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης από τους δικηγόρους των εναγόμενων πριν 8 και πλέον χρόνια, καθώς αναφέρονται σε περιστάσεις που κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων έλαβαν χώρα κατά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, ήτοι σε χρόνο που ανάγεται στις 31.10.
  3. Ο παράγοντας της γνώσης των γεγονότων που θεμελιώνουν την προτεινόμενη τροποποίηση απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.ά. (πιο πάνω), στην οποία κρίθηκε πως η εξ αρχής γνώση των Αιτητών δεν δικαιολογούσε την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Από το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη αιτιολογίας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τους προκύπτει η κακή πίστη των εναγόμενων σε συνδυασμό με την έλλειψη αιτιολογίας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τους για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισής τους. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης η μη εξυπηρέτηση των συμφερόντων δικαιοσύνης και ο εκτροχιασμός δίκης, αντίθετα πλήττει τον πυρήνα του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση σε εκδίκαση της υπόθεσής της εντός εύλογου χρόνου, καθώς η προτεινόμενη τροποποίηση εκτροχιάζει τη δίκη και παρατείνει έτι περαιτέρω τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα αναφέρεται πως η αίτηση καταχωρείται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας όταν η ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής έχει εκκινήσει, και έχουν εξεταστεί και αντεξεταστεί όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας και η πλευρά της ενάγουσας έχει κλείσει την υπόθεση της. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, η οποία είναι μη ανατρέψιμη με την απόδοση των εξόδων βάσει διαταγής του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα θα πρέπει να επανακλητεύσει μάρτυρες - κάτι που υπαινίχθηκε και ο κ. Σκορδής όταν συζητήθηκε το θέμα κατά την υποβολή του αιτήματος για αναβολή της ακρόασης για να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο -, κάτι όμως δικονομικά, πρακτικά και νομικά αδύνατο, καθώς ενδεχομένως θα αφορά το σύνολο των μαρτύρων που έχουν ήδη υποβληθεί στην κυρίως εξέταση και αντεξέταση, καθώς εάν επιτραπεί η τροποποίηση, η ενάγουσα θα βρεθεί σε δεινή δικονομική και αποδεικτική θέση, καθώς δεν έχει προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία για τους ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν με την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους με αποτέλεσμα να διατρέχει η ενάγουσα τον κίνδυνο να βρεθεί εκτεθειμένη απέναντι στο Δικαστήριο μη έχοντας προσκομίσει την απαραίτητη μαρτυρία για τους νέους αυτούς ισχυρισμούς. Ο πιο πάνω κίνδυνος θα πρέπει να αποφευχθεί για να διασφαλιστούν και τα δικαιώματα της ενάγουσας για δίκαιη δίκη. Η εξέλιξη αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα την επανέναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για ζήτημα το οποίο ούτε καν υπαινίχθη η πλευρά των Αιτητών στο δικόγραφο της, ανεξάρτητα πως τίθεται σήμερα το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί ότι η ενάγουσα έχει ήδη κλείσει την υπόθεση της και θα ήταν ανεπανόρθωτα άδικο γι' αυτή να επιτραπεί στο στάδιο αυτό της ακροαματικής διαδικασίας η προσθήκη επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας για αυτά. Ανατρέπεται άρδην η ήδη παρουσιασθείσα μαρτυρία και οι ήδη παρουσιασθείσες θέσεις της ενάγουσας με τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Ενδεχόμενη αποδοχή της αίτησης θα είχε δυσμενείς συνέπειες για την Καθ' ης η αίτηση, καθώς το πλαίσιο και το αντικείμενο της δίκης θα καθίστατο ρευστό σε αυτό το τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, βάζοντας την Καθ' ης η αίτηση σε καθεστώς αβεβαιότητας για τα δικαιώματα της που επιδιώκει να διασφαλίσει με την παρούσα αγωγή. Έτσι, αυτό που εκ των πραγμάτων θα επιτευχθεί με την έγκριση της αίτησης είναι η ανεπίτρεπτη και δικονομικά απαράδεκτη επανεκδίκαση και επανακρόαση της υπόθεσης με ανυπολόγιστο κόστος για τα δικαιώματα της ενάγουσας, τα οποία θα παραμείνουν μετέωρα για περισσότερο χρόνο κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος της για εκδίκαση της υπόθεσής της σε εύλογο χρονικό διάστημα. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.ά. (πιο πάνω) λέχθηκαν προς τούτο τα ακόλουθα: «Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση. Αντίθετα, αυτή θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της». Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθούν σε αυτό το στάδιο ως επίδικες προγενέστερες πιστωτικές συμφωνίες οι οποίες δεν έχουν παρουσιαστεί και επεξηγηθεί από την ενάγουσα ως άσχετες με την επίδικη συμφωνία δεν έχουν προσκομιστεί τα υπόλοιπα αυτών ούτε και οι καταστάσεις λογαριασμού τους, διότι ακριβώς δεν αποτελούν και δεν αποτελούσαν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Τυχόν εισαγωγή της αιτούμενης παραγράφου 4(ζ) στην Έκθεση Υπεράσπισης βρίσκω ότι θα δημιουργήσει νέα επίδικα θέματα και νέα γεγονότα για τα οποία η ενάγουσα δεν θα έχει απαντήσει ποσώς και για τα οποία η ενάγουσα δεν θα έχει προσκομίσει την παραμικρή μαρτυρία, πράγμα κατάφορα άδικο και συνταγματικά απαράδεκτο. Βρίσκω ακόμα ότι θα προκαλέσει εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, αφού αποτελεί προφανή προσπάθεια επέκτασης των επίδικων θεμάτων της αγωγής, τα οποία επίδικα θέματα περιορίζονται σε μια συμφωνία δανείου και σε ένα λογαριασμό δανείου, όχι σε προγενέστερες πιστωτικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και σε άλλους λογαριασμούς. Η έκθεση εμπειρογνώμονα που θέλουν να προσκομίσουν οι εναγόμενοι (και για την οποία γίνεται η αίτηση για να μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο), όπως καταγράφεται στην ένσταση, ανατρέχει στο παρελθόν και αναφέρεται σε άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις των εναγόμενων με την ενάγουσα, γεγονός που εκτροχιάζει τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών και που απαράδεκτα και παράτυπα πλατειάζει και επεκτείνει τα επίδικα θέματα σε αυτό το πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Σε σχέση δε με το παράτυπο της ένορκης δήλωσης κρίνω ότι έχει και πάλι δίκαιο η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να το αναδεικνύει και τούτο καθώς οι εναγόμενοι είναι κύπριοι πολίτες και θα μπορούσαν οι ίδιοι να προβούν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους και αντ' αυτού το έκανε η δικηγόρος κ. Ιωαννίδου, χωρίς μάλιστα να δίνεται και ο παραμικρός λόγος για την παρατυπία αυτή της οποίας η σοβαρότητα δεν πρέπει να παραγνωρίζεται κατά τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. απόφαση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Ως εκ τούτου θα συμφωνήσω και πάλι με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Καθ' ης η αίτηση ότι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων για στοιχειοθέτηση της αίτησης και η αίτηση θα απορριπτόταν και γι' αυτόν τον λόγο. Μια άλλη παράλειψη από πλευράς των Αιτητών είναι μη προσκόμιση της Έκθεσης του Εμπειρογνώμονα. Επομένως, αυτό το γεγονός ενισχύει τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι πρόκειται περί εγγράφου που διευρύνει και πλατιάζει τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και μάλιστα χωρίς λόγο και αιτία και μάλιστα στο τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας. Οι Αιτητές είχαν τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να επισυνάψουν την Έκθεση αυτή την οποία επιχείρησαν να καταθέσουν διά του μάρτυρος τους ανεπιτυχώς, δεν το έπραξαν και ορθά κατά την αντίληψη μου επισημαίνεται και αυτή η παράλειψη τους από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση και προβλήθηκε ως λόγος ένστασης. Επομένως η παράλειψη επισύναψης της έκθεσης αυτής στερεί το Δικαστήριο από του να έχει το πλήρες κείμενο της και αντίληψη του εύρους της κάτι που καθιστά την αίτηση και πάλι τρωτή και έκθετη σε απόρριψη. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης των Αιτητών όπως έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί ανωτέρω. Καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων/ Αιτητών ομού/και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.