ΜΟΝΟΚΟ (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. C & S SMART MOVE DEVELOPERS LTD, Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 901/2017, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 901/2017 Μεταξύ: ΜΟΝΟΚΟ (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων/Αιτητών -και- C & S SMART MOVE DEVELOPERS LTD Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.4.22 στην αίτηση ημερομηνίας 16.02.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Π. Σιήκκη για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κος Α. Πλουτάρχου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση τους («η Αίτηση») οι Ενάγοντες / Αιτητές («οι Ενάγοντες») αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραχωρείται άδεια για τροποποίηση των λεπτομερειών της έκθεσης απαιτήσεως ώστε η παράγραφος 2 να αντικατασταθεί με την ακόλουθη παράγραφο: «Κατά η περί το 2013 οι εναγόμενοι ζήτησαν και συμφώνησαν με τους ενάγοντες όπως οι ενάγοντες προβούν σε εργασίες της ειδικότητας τους ως εμπειρογνώμονες εκ μέρους και προς όφελος των εναγόμενων και συγκεκριμένα την ετοιμασία εκθέσεων με σκοπό την καταχώρηση τους στην αγωγή υπ' αρ. 5301/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον του κ. Γεώργιου Σαρρή στην οποία οι εναγόμενοι ήταν ενάγοντες αντί του συμφωνηθέντος ή και λογικού τιμήματος των €80 ανά ώρα.» Η υφιστάμενη παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης έχει ως ακολούθως: «κατά ή περί το 2013 οι εναγόμενοι ζήτησαν και συμφώνησαν με τους ενάγοτνες όπως οι ενάγοντες προβούν σε εργασίες της ειδικότητας των εκ μέρους του Γιώργου Σαρρή στην Μουταγιάκα, αντί του συμφωνηθέντος ή και λογικού τιμήματος των €80 ανά ώρα». Η Αίτηση στηρίζεται επί της Διαταγής 25 θεσμοί 1-6, της Διαταγής 48 και της Διαταγής 9 θεσμοί 1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες (η «ΕΔ Κονναρή») όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι εξ όσων την πληροφορεί ο κ. Ποιητής ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση, διεπίστωσε ότι εκ παραδρομής δεν διατυπώθηκε ορθά η παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, συνεχίζει, για να ανταποκρίνεται η οπισθογράφηση του κλητηρίου προς τα αληθή γεγονότα θα πρέπει να γίνουν οι αντίστοιχες τροποποιήσεις ως ανωτέρω αναφέρεται. Καταλήγει ότι «ενόψει των ανωτέρω» οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι / Καθ' ων η Αίτηση («οι Εναγόμενοι») καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση («η Ένσταση») προβάλλοντας 9 χωριστούς Λόγους Ένστασης οι οποίοι δύνανται να συνοψιστούν ως ακολούθως: ότι οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισαγάγουν νέα βάση αγωγής, γεγονότων και ισχυρισμών που ήταν υπόψη τους από την αρχή της υπόθεσης τους ή που έρχονται σε καταφανή αντίφαση με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς τους, ότι δεν αιτιολογούν επαρκώς τον λόγο της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης η οποία και υποβάλλεται υπέρμετρα καθυστερημένα και ότι δεν προκύπτει λόγος ή καλός για την αιτούμενη τροποποίησης δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 25 θεσμός 3. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κου Ευστάθιου Ευσταθίου, διευθυντή των Εναγόμενων («η ΕΔ Ευσταθίου») όπου στην ουσία επαναλαμβάνονται οι ως άνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων αναπτύχθηκε ταυτόχρονα με χωριστές εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο τους θα κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Το κριτήριο που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Αιτητήες Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται βάσει της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από τις 1.1.2016 τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής ανεξαρτήτως κλίμακας, σε όλες τις αγωγές που καταχωρήθηκαν μετά την 1.1.2015, οι Διατάξεις της νέας Διαταγής 25. Στα πλαίσια δε της υπό κρίση αίτησης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Διαταγής 25 θ.1
(3)καθότι (α) η Αγωγή καταχωρήθηκε μετά τις 1.1.2016 και (β) η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κατόπιν της έκδοσης της κλήσεως για οδηγίες των Εναγόντων, δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 30 («η ΚΓΟ»). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το δικαστικό φάκελο, η ΚΓΟ εκδόθηκε στις 10.10.2017, ακολούθησε η καταχώρηση του Παραρτήματος των Εναγόμενων και το Δικαστήριο επιλήφθηκε της ΚΓΟ στις 15.12.2017 εκδίδοντας ανάλογα διατάγματα δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 30. Ακολούθως, δόθηκαν οδηγίες ως προς την ανταλλαγή καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας και η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Με βάση λοιπόν το λεκτικό της Διαταγής 25 θ.1
(3), μετά την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30: «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου προκύπτει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Επομένως, οι Ενάγοντες θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο στο αναγκαίο επίπεδο ότι η υπό περίπτωση εμπίπτει είτε στην κατηγορία όπου επιχειρείται να διορθωθεί κάποιο λάθος που διαπράχθηκε καλόπιστα κατά τη σύνταξη της δικογραφίας («η Πρώτη Εξαίρεση») είτε στην κατηγορία όπου έλαβαν χώρα νέα δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν κατά το στάδιο σύνταξης του υπό κρίση δικογράφου («η Δεύτερη Εξαίρεση»). Εξέταση της Αίτησης Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων ότι τα όσα επιχειρούν να θέσουν στο δικόγραφο τους αποτελούν ισχυρισμούς στη βάση «νέων δεδομένων» που δεν υπήρχαν κατά το στάδιο σύνταξης της αγωγής τους. Αντίθετα, η θέση τους είναι ότι ο συνήγορος που χειρίζεται την υπόθεση «τώρα που την ξαναείδε διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής δεν διατυπώθηκε ορθά η παράγραφος 2 της έκθεσης απαίτησης με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης» (βλ. παρ. 3 της ΕΔ Κονναρή). Επομένως, με βάση τις ίδιες τις θέσεις των Εναγόντων η υπό εξέταση περίπτωση σαφώς δεν εμπίπτει εντός της Δεύτερης Εξαίρεσης. Το ερώτημα που απομένει είναι κατά πόσο η υπό εξέταση περίπτωση δύναται εύλογα να θεωρηθεί ότι εμπίπτει εντός της Πρώτης Εξαίρεσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απάντηση είναι αρνητική. Εξηγώ. Παρά το ότι οι Ενάγοντες αναφέρονται σε λανθασμένη «διατύπωση» των «πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης» εντούτοις παραλείπουν να παρέχουν οποιαδήποτε επεξήγηση, έστω και ισχνή, για ποιον λόγο κατά την γνώμη τους οι υφιστάμενες λεπτομέρειες της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης, ως έχουν, δεν αντικατοπτρίζουν ή δεν καλύπτουν τα «αληθή» ή «πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης», ώστε να δύναται να εντοπισθεί ή να διαπιστωθεί η τυχόν αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Εφαρμογής τυγχάνει και η ευρύτερη αρχή του κυπριακού δικαίου ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Lunchian Marina Tudor
(2011)1 ΑΑΔ 1176 και εκεί αναφερόμενες αυθεντίες) και επομένως άδεια για τροποποίηση δεν δίδεται χωρίς να εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Επομένως, ο σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης θα πρέπει να εντοπίζεται και να διαπιστώνεται. Με βάση όμως της επεξηγήσεις των Εναγόντων και το περιεχόμενο της ΕΔ Κονναρή, ως έχει, η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης δεν δύναται να εντοπισθεί. Η παράλειψη των Εναγόντων να επεξηγήσουν στο Δικαστήριο με καθαρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία με αναφορά στα «πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης» αποστερεί από το Δικαστήριο επιπλέον τη δυνατότητα να αξιολογήσει κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί γνήσια προσπάθεια διόρθωσης κάποιου καλόπιστου λάθος που διαπράχθηκε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ή κατά πόσο τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα απέληγε σε εισαγωγή νέων ισχυρισμών ή μεταβολή θέσεων επί της ουσίας της υπόθεσης χωρίς να τηρούνται τα εχέγγυα της Δεύτερης Εξαίρεσης, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο με βάση τις σαφείς πρόνοιες Πρώτης Εξαίρεσης. Η σημασία της πιο πάνω παράλειψης των Εναγόντων αναδύεται από την επιλογή του νομοθέτη της λέξεως «σύνταξη» για να περιγράψει τα λάθη που επιτρέπεται να διορθωθούν μέσω αιτήματος τροποποίησης δικογραφίας. Η επιλογή της λέξεως «σύνταξη» είναι αποκαλυπτική και του σκοπού του νομοθέτη που δεν θα μπορούσε εύλογα να κριθεί ότι είναι άλλος από τον αυστηρό περιορισμό της δυνατότητας τροποποίησης δικογράφου σε διόρθωση συντακτικών λαθών με τη συνεπαγόμενη απαγόρευση για την εισαγωγή νέων ισχυρισμών γεγονότων που ήταν γνωστά ή θα έπρεπε να είναι γνωστά κατά το χρόνο σύνταξης της δικογραφίας. Υιοθετώ και υπερθεματίζω τα όσα αναφέρθηκαν από τον Αδελφό μου Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. στα πλαίσια της Αγωγής Arizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ Αρ. Αγωγής 15/17, απόφαση ημερ. 31.5.2018: «Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής.» Στην απουσία λοιπόν σαφούς επεξήγησης εκ μέρους των Εναγόντων δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εικάσει ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Ούτε επειδή και μόνο ο αιτητής, όπως εδώ οι Ενάγοντες, περιέγραψαν την υφιστάμενη παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ως «διατυπωμένη» με λανθασμένο τρόπο με αναφορά στα «πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης», αυτό από μόνο του θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξαγωγή εύλογου συμπεράσματος περί καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση εκ μέρους τους με αναφορά στα περιστατικά αυτά. Ούτε βεβαίως η αναφορά αιτητή περί «καλόπιστης» ή «αναγκαίας» τροποποίηση είναι βοηθητική για το Δικαστήριο χωρίς την παρουσίαση εκείνων των δεδομένων που θα δικαιολογούσαν την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Τυχόν υιοθέτηση της προσέγγισης των Εναγόντων θα οδηγούσε σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου διάδικος θα δικαιούτο αυτόματα σε τροποποίηση του δικογράφου του οποτεδήποτε πρόβαλε ως μόνη αιτιολογία του αιτήματος του τη λανθασμένη «διατύπωση» χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση με αναφορά στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η κατάληξη αυτή θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο εισαγωγής νέων ισχυρισμών και θέσεων επί της ουσίας της υπόθεσης ή μεταβολή υφιστάμενων θέσεων και ισχυρισμών, δια της πλαγίας οδού χωρίς να τηρούνται να εχέγγυα της Δεύτερης Εξαίρεσης και, τελικώς, θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη διάβρωση των αυστηρών κριτηρίων της Πρώτης και της Δεύτερης Εξαίρεσης σε βαθμό που θα αντικρουόταν όχι μόνο με τον σκοπό και τη φιλοσοφία της Νέας Διαταγής 25 και 30 (βλ. Αρ. Αίτησης 8/2016, απόφαση ημερ. 7.2.2017, υπό Έντιμο Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε) αλλά και με το ίδιο το λεκτικό τους. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν την αποτυχία της Αίτησης και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο