ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΠΟΛΥΒΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 881/2020, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 881/2020 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΠΟΛΥΒΙΟΥ, από την Χλώρακα
- ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από την Χλώρακα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 02.12.21 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 14.01.22 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2-Αιτήτρια: κος Π. Κλεοβούλου Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Ανδρέα Δημητριάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενo 1: κα Ρ. Χαντίτ για Aristi Korakidou-Makridou LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στις 24.08.20 καταχώρησαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν εναντίον αμφοτέρων Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό €254.466,64 πλέον τόκους ένεκα δανείου και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που όπως ισχυρίζονται παρείχαν στον Εναγόμενο 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης και στη βάση σύμβασης εγγύησης που η Εναγόμενη 2 υπέγραψε με την οποίαν, όπως επίσης ισχυρίζονται, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη Εναγομένου 1 μέχρι του ποσού του παραχωρηθέντος δανείου πλέον τόκους και έξοδα αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό καθίσταντο απαιτητό και πληρωτέο. Επίσης οι Ενάγοντες διεκδικούν από τους Εναγομένους την επιδίκαση αποζημιώσεων για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Περαιτέρω οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης υπ' αρ. ΥΧΧ/13 του Κτηματολογίου Πάφου που αφορά ακίνητο ιδιοκτησίας της Εναγομένης 2, τα χαρακτηριστικά του οποίου καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση (24.09.21) με την οποίαν ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δανείου, το έγγραφο υποθήκης και η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρα και/ή ακυρώσιμα επειδή αποτελούν προϊόν απάτης/δόλου/συμπαιγνίας των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 και/ή τον αδελφό του με το όνομα Νεόφυτος, ψευδών παραστάσεων, οικονομικού εξαναγκασμού και αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων εις βάρος της. Είναι η θέση της Εναγομένης 2 ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και παράνομες χρεώσεις που πηγάζουν μέσα από αντισυνταγματικές νομοθεσίες. Αρνούμενη ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό, η Εναγόμενη 2 ανταπαιτεί την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε από τη συμπεριφορά που αποδίδει στους Ενάγοντες, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εξαιτίας παραβίασης κώδικα δεοντολογίας από τους Ενάγοντες καθώς επίσης την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει τη νομική ισχύ του εγγράφου υποθήκης και της σύμβασης εγγύησης. Υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχώρησε και ο Εναγόμενος 1 (02.09.20), ο οποίος επικαλέστηκε παρόμοιες αιτίες ανταξίωσης επιρρίπτοντας όμως ευθύνη στους Ενάγοντες και Εναγόμενη
- Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου. Εάν χρειαστεί θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η καταχώρηση των έγγραφων προτάσεων έχει ολοκληρωθεί. Στις 02.12.21 η Εναγόμενη 2 (στο εξής η 'Αιτήτρια') καταχώρησε μονομερώς την παρούσα αίτηση με την οποίαν αιτείται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στους Ενάγοντες να πωλήσουν ή να εκποιήσουν το ακίνητο της υποθήκης υπ' αρ. ΥΧΧ/13 (στο εξής το 'ακίνητο') μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 30-32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4 & 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 Θ.1-3, 8 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 44Α, 44Β, 44Γ και 44Δ του Ν.9/1965, στα άρθρα 23 και 30.2 του Συντάγματος και στη διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του συζύγου της, κυρίου ΧΧΧΧΧΧ Γεωργίου, στην οποίαν επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη της, καθώς επίσης και σε δύο μεταγενέστερες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Αυτό που συνοπτικά καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις είναι ότι ο Εναγόμενος 1, πρώην γαμπρός τους, απέκτησε δάνειο από τους Ενάγοντες, η πληρωμή του οποίου εξασφαλίστηκε με την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, το εν λόγω δάνειο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 σε συμπαιγνία με τον αδελφό του και στα πλαίσια μεθοδεύσεων του για να καλύψει δικό του χρέος που δημιούργησε από την κατάχρηση εκατοντάδων χιλιάδων κεφαλαίων της επιχείρησης πρατηρίου που τελούσε υπό τη διαχείριση μελών της οικογένειας της Αιτήτριας μέσω εταιρείας στην οποίαν ήταν διευθυντές. Όπως ο ενόρκως δηλών εξηγεί, ο Εναγόμενος 1 ήταν παίκτης του τζόγου και πλαστογράφησε την υπογραφή της πρώην συζύγου του που ήταν διευθύντρια της εταιρείας που διαχειριζόταν το πρατήριο και υπογραφές δήθεν δικαιούχων σε διάφορες επιταγές. Σχετική καταγγελία έγινε στην αστυνομία. Αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου της Αιτήτριας και της αστυνομίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Δ'. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ενέργησαν αμελώς επειδή αποδέχτηκαν την παράνομη συμπεριφορά του Εναγομένου 1 αφού, χωρίς να τηρούν τις απαραίτητες διαδικασίες, του επέτρεψαν να κυκλοφορήσει πλαστογραφημένες επιταγές και έτσι να εισπράξουν κεφάλαια της οικογένειας της Αιτήτριας μέσα από παράνομη διαδικασία (crossfire). Εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η οικογένεια της υπέστηκε ζημιές με αποτέλεσμα να καταχωρήσει την αγωγή υπ' αρ. ΧΧΧΧ/14 αξιώνοντας εναντίον των Εναγόντων την επιδίκαση αποζημιώσεων. Η αγωγή εκείνη αφορά ισχυρισμό για 250 πλαστογραφημένες επιταγές συνολικής αξίας €1.200.000 περίπου που οι Καθ' ων η αίτηση πλήρωσαν στον Εναγόμενο
- Αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης της εν λόγω αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Β'. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, τόσο το έγγραφο της υποθήκης όσο και η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρα και/ή ακυρώσιμα επειδή οι Καθ' ων η αίτηση παραβίασαν νομικές υποχρεώσεις τους, όπως μη παροχή λεπτομερειών στην Αιτήτρια σχετικά με το δάνειο που παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1, παράλειψη ενημέρωσης της Αιτήτριας για καθυστερημένη πληρωμή δόσεων, παράλειψη από μέρους των Καθ' ων η αίτηση να ελέγξουν την φερεγγυότητα και αξιοπιστία του Εναγομένου 1 και παράλειψη γραπτής όχλησης του Εναγομένου 1 να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Καταλήγοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την επιτυχία της υπό κρίση αίτησης και ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της υπό κρίση αίτησης μαζί με όλα τα έγγραφα που τη συνοδεύουν, η οποία μετατράπηκε σε δια κλήσεως. Με σχετική δήλωση του στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να ενστεί. Αντίθετα, οι Ενάγοντες (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 28.12.21 επί 27 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της. Ωστόσο στη συνέχεια οι Καθ' ων η αίτηση περιόρισαν την ένσταση τους προωθώντας τελικά τους λόγους υπ' αρ. 1, 5, 20 και 22, εγκαταλείποντας τους υπόλοιπους λόγους. Συνοψίζοντας αυτούς που παρέμειναν πρόκειται για τους εξής:
(1)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και η σχετική με το θέμα αυτό νομολογία.
(2)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(3)Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν της επιτρέπει να αξιώνει θεραπείες του δικαίου της επιείκειας.
(4)Η Αιτήτρια ερμηνεύει λανθασμένα τις διατάξεις του Ν.9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί και/ή δεν ερμηνεύει τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας σε συνάρτηση με τον σκοπό του νομοθέτη και/ή επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς την ορθή νομική ερμηνεία του νόμου αυτού. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η αίτηση στηρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στα άρθρα 21, 29-32, 43 & 47 του Ν.14/60, στα άρθρα 1-9 του Κεφ.6, στα άρθρα 44Α-44ΙΑΑ, 44ΙΣΤ του Μέρους VIA και στα παρατήματα του Ν.9/1965, στα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος, στη Δ.7, Δ.8, Δ.9, Δ.32, Δ.33, Δ.38, Δ.39, Δ.40 Θ.10 & 11, Δ.48 Θ.1-9 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς και/ή στις συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧΧΧ Χριστοδούλου, λειτουργού στο αρμόδιο τμήμα της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd που χειρίζεται την ανάκτηση χρεών και δικαστικών υποθέσεων των Καθ' ων η αίτηση, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη των Καθ' ων η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Εις υποστήριξη της ένστασης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Περίληψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης περιλαμβάνει αναφορά ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρείχαν στον Εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή δανείου, προς εξασφάλιση του οποίου, μεταξύ άλλων, έχει εγγραφεί η υποθήκη υπ' αρ. ΥΧΧ/2013 επί του επιδίκου ακινήτου για το ποσό των €147.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 1). Λόγω καθυστέρησης στην καταβολή δόσεων και επειδή δεν εξευρέθηκε λύση αναδιάρθρωσης, οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολές ημερ. 01.07.20 ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 και την Αιτήτρια ότι από εκείνη τη χρονική στιγμή τερματίζουν τη συμφωνία δανείου και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει της εν λόγω σύμβασης κατέστη απαιτητό και πληρωτέο (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει μία παραπλανητική εικόνα της κατάστασης. Είναι η θέση της ότι αν αποδειχτεί πλαστογράφηση των επιταγών η συμπεριφορά και η αμέλεια της Αιτήτριας είναι τέτοια που απαλλάσσει τους Καθ' ων η αίτηση από οποιαδήποτε ευθύνη. Εφόσον, όπως λέει, οι περισσότερες πλαστογραφημένες επιταγές είχαν ως δικαιούχους τους Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή, ισοδυναμεί αυτόματα με γνώση της Αιτήτριας για την κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση των εν λόγω επιταγών. Η ενόρκως δηλούσα ακόμη αναφέρει ότι η Αιτήτρια προωθεί τις ίδιες αξιώσεις με την αγωγή υπ' αρ. 2082/14 που έχει καταχωρήσει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Τέλος η ενόρκως δηλούσα σημειώνει πως από νομική συμβουλή που έλαβε δεν ικανοποιούνται τα απαραίτητα κριτήρια για την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Θα ασχοληθώ με τον πρώτο καταγεγραμμένο στην παρούσα αίτηση λόγο ένστασης (μέρος του πρώτου λόγου μαζί με τον πέμπτο λόγο στο σώμα της ένστασης), ο οποίος άπτεται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύεται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτησης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας και υπό το φως της αίτησης, ένστασης και των εγγράφων που τις συνοδεύουν. Εφόσον η υπό κρίση αίτηση προέρχεται από την Αιτήτρια που είναι η Εναγόμενη 2 στην αγωγή, το δικόγραφο που διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για σκοπούς του κριτηρίου αυτού είναι προφανώς αυτό της ανταπαίτησης. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της ανταπαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η ανταξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Κατά κανόνα να δικογραφείται αιτία αγωγής/ανταξίωσης που να είναι υπαρκτή. Θα πρέπει να αναδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου [εδώ της Εναγομένης 2/Αιτήτριας εναντίον των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση] (Αίτηση της Travelwise Ltd
(1996)1Α Α.Α.Δ. 242) αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (Tsiaos v. Kyprianou
(1982)1 C.L.R. 839) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321). Στην προκειμένη περίπτωση, μέσα από μελέτη του περιεχομένου του δικογράφου της ανταπαίτησης, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια δέχεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή δανείου ύψους €147.000 δυνάμει σχετικής σύμβασης. Επίσης δέχεται ότι σε σχέση με το δάνειο αυτό, η ίδια υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και υποθήκευσε προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση το επίδικο ακίνητο με την υποθήκη υπ' αρ. ΥΧΧ/13. Ωστόσο αναφορικά με τα πιο πάνω δικογραφεί τις δικές της θέσεις και ισχυρισμούς. Με βάση τις δικογραφημένες αναφορές της Αιτήτριας εγείρονται διάφορα νομικά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης. Τέτοια είναι: (α) ύπαρξη και τυχόν παραβίαση καθήκοντος επαγγελματικής επιμέλειας των Καθ' ων η αίτηση απέναντι στην Αιτήτρια στη βάση των λεπτομερειών που εκτίθενται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, (β) ύπαρξη και τυχόν παραβίαση θέσμιου καθήκοντος/νομικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η αίτηση απέναντι στην Αιτήτρια στη βάση των λεπτομερειών που δικογραφούνται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της, (γ) ενδεχόμενη εκδήλωση συμπεριφοράς απάτης/δόλου/συμπαιγνίας από μέρους των Καθ' ων η αίτηση μαζί με άλλα άτομα εις βάρος της Αιτήτριας στη βάση της εκδοχής που παρέχεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, (δ) ενδεχόμενη εκδήλωση συμπεριφοράς οικονομικού εξαναγκασμού/πίεσης από τους Καθ' ων η αίτηση εις βάρος της Αιτήτριας στη βάση της αναφοράς που σημειώνεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, (ε) τυχόν παρουσίαση ψευδών παραστάσεων/παραπλανητικών δηλώσεων/εσκεμμένη απόκρυψη γεγονότων στη βάση της δικογραφημένης αναφοράς της Αιτήτριας στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της. Μέσα από την εξέταση των πιο πάνω θα διαφανεί κατά πόσο αυτά ή οποιοδήποτε από αυτά δύναται να επηρεάσουν τη νομιμότητα, εγκυρότητα και νομική ισχύ της σύμβασης δανείου, εγγράφου υποθήκης και συμφωνίας εγγύησης, νομικό θέμα που η Αιτήτρια επικαλείται στην ανταπαίτηση της. Περαιτέρω χρήζει εξέτασης εάν τυχόν παραβίαση των πιο πάνω ή οποιουδήποτε από αυτά εξ' υπαιτιότητας των Καθ' ων η αίτηση, προκάλεσαν ή προκάλεσε ζημιά στην Αιτήτρια, ως είναι η δικογραφημένος ισχυρισμός της τελευταίας. Παράλληλα ενδείκνυται υπολογισμός της όποιας ζημιάς ενδεχομένως να έχει υποστεί η Αιτήτρια εξ' υπαιτιότητας της συμπεριφοράς που αποδίδεται στους Καθ' ων η αίτηση, καθώς επίσης απαιτείται κρίση επί της βασιμότητας, επάρκειας και καταλληλότητας των θεραπειών που η Αιτήτρια διεκδικεί με την ανταπαίτηση της εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Το Κεφ.149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Υπάρχουν συγκεκριμένες διατάξεις που ασχολούνται με την νομιμότητα, εγκυρότητα και νομική ισχύ συμβάσεων κάτω από συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα απάτης ψευδών παραστάσεων, πίεσης και εξαναγκασμού (ενδεικτικά αναφέρονται τα άρθρα 14-18 και 82-105 Κεφ.149). Το δε άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Παράλληλα το άρθρο 51 του Κεφ.148 ασχολείται με τις αρχές που καθορίζουν το καθήκον επιμέλειας/επαγγελματική αμέλεια (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η πρόκληση ζημιών στο θύμα λόγω αμελούς συμπεριφοράς δυνατό να επιφέρει αποζημιώσεις εις βάρος του υπαιτίου μέρους. Υπάρχει πλούσια νομολογία για τα θέματα αυτά. Νομική ενασχόληση υπάρχει και για παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος/νομικών υποχρεώσεων από ένα φυσικό/νομικό πρόσωπο. Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα που χρήζει εξέτασης. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από την Αιτήτρια εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, το πλαίσιο των οποίων προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν επίδικα νομικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με τα νομικά ζητήματα που έκαστη πλευρά θίγει. Από μια πρόχειρη μελέτη του μαρτυρικού υλικού στην όψη του και μόνο, γίνεται αντιληπτό ότι τον Ιούνιο 2009 η οικογένεια της Αιτήτριας αγόρασε πρατήριο καυσίμων με πλυντήριο οχημάτων. Όπως εξόφθαλμα διαφαίνεται, η διαχείριση της εν λόγω επιχείρησης ανατέθηκε σε εταιρεία που δημιούργησαν, της οποίας διευθυντές ήταν οι δύο θυγατέρες της Αιτήτριας. Για την αντιμετώπιση των τρεχουσών οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας ανοίχτηκαν τρεχούμενοι λογαριασμοί εις το όνομα της εταιρείας σε τραπεζικούς οργανισμούς/πιστωτικά ιδρύματα, ένα εκ των οποίων διατηρείτο στους Καθ' ων η αίτηση. Προς το σκοπό αυτό ο τρεχούμενος λογαριασμός της εταιρείας που κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρείτο στους Καθ' ων η αίτηση συνδεόταν με βιβλιάριο επιταγών, για την έκδοση των οποίων δικαίωμα υπογραφής φαίνεται να είχαν μόνο οι δύο θυγατέρες της Αιτήτριας, ως διευθύντριες της εταιρείες που ήταν. Στην ανταπαίτηση της η Αιτήτρια αποδίδει επιλήψιμη συμπεριφορά στους Καθ' ων η αίτηση για διάφορα νομικά θέματα, ως αποτέλεσμα των οποίων ισχυρίζεται ότι έγγραφα που την αφορούν και αποτελούν αντικείμενο εκδίκασης στην παρούσα αγωγή είναι άκυρα/ακυρώσιμα και ότι υπέστη ζημιές και γι' αυτό δικαιούται σε αποζημιώσεις. Έχω αναφερθεί προηγουμένως στο νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης της Αιτήτριας, στο αντικείμενο εκδίκασης της ανταπαίτησης, στα έγγραφα που σύμφωνα με την Αιτήτρια η νομιμότητα και εγκυρότητα τους τελεί υπό αμφισβήτηση και στις νομικές αξιώσεις της Αιτήτριας. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Ωστόσο εκείνο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο βασικός λόγος που η Αιτήτρια επιρρίπτει ευθύνη στους Καθ' ων η αίτηση είναι επειδή επέτρεψαν την κυκλοφορία και εξαργύρωση πολλών επιταγών που ισχυρίζεται ότι πλαστογραφήθηκαν από συγκεκριμένο άτομο με τη βοήθεια άλλου προσώπου. Εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να γίνει κατανοητό πως δύναται να συνδεθεί ο ισχυρισμός πλαστογραφημένων επιταγών της εταιρείας που διαχειριζόταν το πρατήριο καυσίμων με το δάνειο που παραχωρήθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο από τους Καθ' ων η αίτηση, για την εξασφάλιση του οποίου η Αιτήτρια εγγυήθηκε και υποθήκευσε το επίμαχο ακίνητο της. Πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις όπου η μία δεν μπορεί να επηρεάσει την άλλη. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας για πλαστογραφία, ουδεμία αναφορά γίνεται σε τυχόν ετοιμασία έκθεσης/πορίσματος από εμπειρογνώμονα/γραφολόγο, κάτι που αν υπήρχε θα υποβοηθούσε την θέση αυτή της Αιτήτριας. Η δε απουσία οποιασδήποτε αναφοράς ως προς το αποτέλεσμα της αστυνομικής διερεύνησης στη σχετική καταγγελία που υπεβλήθηκε για πλαστογραφημένες επιταγές, δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να δημιουργήσει οποιαδήποτε προσδοκία στον εν λόγω ισχυρισμό της Αιτήτριας. Μάλιστα η επιστροφή του άλλου προσώπου που η πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί συνεργό στα επαγγελματικά του καθήκοντα χωρίς να αναφέρεται αν αντιμετώπισε οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην εργασία του, περιπλέκει θα έλεγα το όλο σκηνικό. Επιπλέον στην ανταπαίτηση της η Αιτήτρια αποδίδει ευθύνη στους Καθ' ων η αίτηση και για άλλες ενέργειες που έλαβε καθώς επίσης και σε παραλείψεις της που αφορούν νομικές υποχρεώσεις της κατά τη σύναψη σύναψης της συμφωνίας εγγύησης και υποθήκης του επίδικου ακινήτου και μετέπειτα μέχρι τον τερματισμό της σύμβασης δανείου του πρωτοφειλέτη. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν ασχολείται με τα νομικά θέματα που προκύπτουν από τις εκδοχές των μερών (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (πιο πάνω)). Δεν αξιολογεί τις εκδοχές των διαδίκων και ούτε καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Εκείνο όμως που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι ότι αποτελεί κοινό έδαφος της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση ότι εγκρίθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο 1, οι οποίες δόθηκαν με τη μορφή δανείου. Προς τούτο συνομολογήθηκε σχετική σύμβαση δανείου. Αυτά φαίνεται να ήταν εις γνώση της Αιτήτριας. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος ότι ως εξασφάλιση του η Αιτήτρια υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο της (Τεκμήριο 1 της ένστασης). Στο έγγραφο αυτό φαίνεται να υπάρχει αναφορά για στήριξη του δανείου και του ύψους αυτού που εγκρίθηκε στον πρωτοφειλέτη. Η Αιτήτρια παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία και υπέγραψε. Δικογραφείται ισχυρισμός για αποστολή προειδοποιητικών επιστολών. Επισυνάπτεται δε γραπτή αλληλογραφία των Καθ' ων η αίτηση προς τον πρωτοφειλέτη και την Αιτήτρια με την οποίαν εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπήρξε ενημέρωση για τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, την ύπαρξη κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού, του ύψους αυτού και για τη δημιουργία υποχρέωσης για αμέσως πληρωμή αυτού του ποσού. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παράμετρο που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζει την εκδοχή της Αιτήτριας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της. Επομένως καταλήγω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν πληρείται. Ανεξάρτητα της προδιαγραφόμενης κατάληξης, θα προχωρήσω με την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το κριτήριο αυτό συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, Όξυνος κ.ά ν. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1066). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Περιπτώσεις που ενέχουν στοιχείο συνεχιζόμενης παράνομης συμπεριφοράς ή παρατηρείται παράνομη επέμβαση που αναμένεται να συνεχιστεί, δημιουργούν περιστάσεις αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση σχετικού απαγορευτικού διατάγματος (Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Sevenoaks District Council v. Patlulo & Vinson Ltd [1984] 1 All E.R. 544). Στην πρόσφατη υπόθεση Εκδόσεις "Αρκτινός" Λίμιτεδ και άλλος v. Λοϊζίδου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2018 ημερ. 21.03.19 συνάγεται το συμπέρασμα ότι συνεχιζόμενη παράνομη συμπεριφορά του αδικοπραξία που οδηγεί σε παραβίαση δικαιωμάτων του θύματος δυνατό να δημιουργήσει συνθήκες πρόκλησης αδικίας με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη στο μέλλον. Μέσα σ' αυτό το πνεύμα είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Κυπριανού Ποινική Έφεση Αρ. 68/2012 ημερ 27.03.18 όπου γίνεται αναφορά σε συνεχιζόμενες προστριβές και κατ' εξακολούθηση επιλήψιμες συμπεριφορές και ενέργειες. Παραπέμπω ακόμη στα νομικά συγγράμματα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, έκδοση 2016 σελίδες 136-139 και 'Kerr on Injunctions' J.M. Patterson, 6η έκδοση σελίδες 92-93. Η παρούσα υπόθεση αφορά ενυπόθηκο ακίνητο. Κάθε ακίνητο έχει συγκεκριμένη αξία που δύναται να εκτιμηθεί. Συνεπώς η όποια ζημιά υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση απώλειας του μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Εξ' ου και στην παρούσα αγωγή η Αιτήτρια διεκδικεί ως μέρος των τελικών θεραπειών την επιδίκαση αποζημιώσεων. Αυτό σημαίνει ότι στο δικό της μυαλό έχει εκτιμήσει και συνάμα προσδιορίσει τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Το ότι είναι θέμα εκτίμησης που δύναται να υπολογιστεί φαίνεται και από το γεγονός ότι η ζημιά που η Αιτήτρια επικαλείται ότι υπέστη από το επίμαχο δάνειο το οποίο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη του ακινήτου της, εκτός από το ότι καλύπτεται στην παρούσα αγωγή, περιλαμβάνεται ως μέρος των ζημιών που έχουν υπολογιστεί και δικογραφηθεί και στην έκθεση απαίτηση της στην αγωγή υπ' αρ. ΧΧΧΧ/2014 που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου επίσης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση (παράγραφος 26(στ)v της έκθεσης απαίτησης). Η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων στην Αιτήτρια που μπορεί η ίδια να διεκδικήσει εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση, εάν και εφόσον το εν λόγω ακίνητο εκποιηθεί πριν από την εκδίκαση της αγωγής και έκδοσης δικαστικής απόφασης, δείχνει ότι η προοπτική αυτή αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία. Την ίδια στιγμή η δυνατότητα υπολογισμού τέτοιας ζημιάς που τυχόν θα υποστεί η Αιτήτρια δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως. Παράλληλα, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οικονομικά αφερέγγυος οργανισμός. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που της προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος. Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Εφόσον δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρέλκει η εξέταση της παραμέτρου του ισοζυγίου της ευχέρειας καθώς επίσης των υπολοίπων λόγων ένστασης των Καθ' ων η αίτηση που έχουν προωθηθεί. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτησης και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο