← Κύπρος

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. ΛΙΑΣΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 634/2021, 28/1/2022

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. ΛΙΑΣΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 634/2021, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 634/2021 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LTD από την Πάφο Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧΧΧ ΛΙΑΣΙΔΗΣ από την Χλώρακα
  2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ από την Χλώρακα
  3. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από την Λευκωσία
  4. ΧΧΧΧΧ Κ. ΠΑΥΛΙΔΟΥ από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.10.21 για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση που καταχωρίστηκε για την αίτηση ημερομηνίας 20.08.21 Ημερομηνία: 28.01.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Κ. Μενοίκου για κ. Αλ. Αλεξάνδρου Για Εναγόμενους 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Γ. Φιλίππου για κ.κ. Δημήτριο Α. Παυλίδη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ένεκα παράνομων επεμβάσεων και οχληρίας από τους Εναγομένους σε συγκρότημα διαμερισμάτων στην κοινότητα Χλώρακας, στο οποίο είναι ιδιοκτήτες. Επίσης αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν στους Εναγομένους 1, 2 και 4 να διενεργούν παράνομες επεμβάσεις και να προκαλούν οχληρία στο εν λόγω κτιριακό συγκρότημα. Διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν την πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων 1, 2 και 4 ζητήθηκαν και με προσωρινή ισχύ. Συγκεκριμένα την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή (20.08.21), οι Ενάγοντες προώθησαν μονομερώς αίτηση ζητώντας την έκδοση τέτοιων ενδιάμεσων διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγομένους 1 και 2 να προκαλούν οποιαδήποτε υλική ζημιά στο προαναφερόμενο συγκρότημα διαμερισμάτων ενώ σε σχέση με τις υπόλοιπες αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Η οριστικοποίηση του εκδοθέντος ενδιάμεσου διατάγματος καθώς και η εξέταση της αίτησης σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν το υπόλοιπο περιεχόμενο της, εκκρεμούν προς εκδίκαση. Ακολούθως στις 21.10.21 η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') καταχώρησε την παρούσα δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αιτείται την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Εναγομένου 1 στις παραγράφους 6, 8, 22, 33, 34, 36, 40, 41, 52, 55, 56, 57, 59, 60, 63, 64 και 65 της ένορκης δήλωσης που προέβηκε στα πλαίσια της ένστασης των Εναγομένων, η οποία καταχωρίστηκε εις αντίκρουση της αίτησης της Αιτήτριας ημερ. 20.08.21 για έκδοση των προαναφερομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.39 Θ1, Δ.48 Θ.1-13 και στη Δ.64 Θ1 & Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧΧΧ Ιωάννου, ενός εκ των διευθυντών της Αιτήτριας. Ο Ιωάννου προβάλλει διάφορους λόγους που σύμφωνα με τον ίδιο επιβάλλεται η αντεξέταση του Εναγομένου 1 στις προαναφερόμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αναφέρει τα αληθή γεγονότα, αποκρύβει ουσιαστικά γεγονότα, διαστρεβλώνει γεγονότα, προβάλλει σειρά από αλλότριους ισχυρισμούς, προβαίνει σε αναφορές που δεν ευσταθούν και μέσα από την αντεξέταση του θα διαφανεί στο Δικαστήριο ο λόγος που προβαίνει στις αναφορές αυτές και ο σκοπός που τις κάνει και ότι επειδή η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας δεν είναι αποδεκτή σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, παρά μόνο η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Σύμφωνα με τον Ιωάννου, μέσα από την αντεξέταση του Εναγομένου 1 θα διαφανεί η πραγματική αλήθεια στο Δικαστήριο, θα διευκρινιστούν αρκετά σοβαρά θέματα που ο Εναγόμενος 1 αναφέρει και δημιουργεί σύγχυση και θα βοηθηθεί το Δικαστήριο στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στις 10.12.21 οι Εναγόμενοι (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί δεκαπέντε λόγων που καταγράφονται στο σώμα της. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Συνοψίζοντας τους πρόκειται για τους εξής:

(1)Ο ομνύοντας Ιωάννου στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν ορκίζεται ότι λέει την αλήθεια.
(2)Δεν υπάρχουν οι παράμετροι που είναι αναγκαίοι για να δικαιολογήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(3)Η αίτηση είναι κακόπιστη. Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.1, Δ.34, Δ.39, Δ.42Α Θ.1-13, Δ.48 Θ.1-4 & Θ.7-13, Δ.59 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 29-32, 42 & 43 του Ν.14/60, στα άρθρα 30 & 162 του Συντάγματος, στη Νομολογία, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση 1'), στην οποία επαναλαμβάνονται οι λόγοι που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και δικονομικές διατάξεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Με τον πρώτο λόγο ένστασης τους οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί επειδή ο ομνύοντας Ιωάννου στην ένορκη δήλωση που έκανε και συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν ορκίζεται ότι λέει την αλήθεια. Έχω εξετάσει τη θέση τους και θεωρώ ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται. Όρκος επί της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης εντοπίζεται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος αυτής. Ειδικότερα, στο εισαγωγικό μέρος της ένορκης ο ομνύοντας σημειώνει τα εξής: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Ιωάννου από την Πάφο, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα: ..» Στη συνέχεια στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης καταγράφονται τα εξής: «Ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως μου για έκδοση διατάγματος .» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Τα πιο πάνω αποσπάσματα καταδεικνύουν ότι η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα ασχοληθώ τώρα με το δεύτερο λόγο ένστασης, ο οποίος άπτεται της ουσίας της αίτησης, δηλαδή κατά πόσο υπάρχουν οι παράγοντες εκείνοι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με βάση τη Δ.48 Θ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί στο παρελθόν από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης. Την επιθυμία διαδίκου να αντεξετάσει ενόρκως δηλούντα στη βάση της ενόρκου δηλώσεως του στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης πραγματεύεται η Δ.39 Θ.1 (Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660), η οποία σημειώνει κατά λέξη τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Ο Θ.2 της Δ.39 υποδεικνύει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στην παράθεση γεγονότων τα οποία ο ομνύων μπορεί να αποδεικνύει εξ ιδίας γνώσεως, πλην όμως, σε παρεμπίπτουσες διαδικασίες, ένορκες δηλώσεις μπορούν να περιέχουν πληροφορίες και πεποίθηση του ομνύοντα μαζί με την παράθεση των πηγών και της βάσης τους. Δηλαδή ο ενόρκως δηλών να αποκαλύπτει την πηγή από την οποίαν αντλεί την πληροφόρηση του. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 (βλέπε ακόμη την προγενέστερη υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453)). Ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης αλλά και μελέτης της υφιστάμενης επί του θέματος νομολογίας αλλά και νομικών συγγραμμάτων υποδεικνύουν ότι η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο ή ακόμη όταν τα μέρη από κοινού συμφωνούν σ' αυτό, παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις (από τα ιδιαίτερα περιστατικά της συγκεκριμένης υπό εξέτασης περίπτωσης) είναι κατάλληλο και αναγκαίο. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης διάταγμα αντεξέτασης δεν εκδίδεται όταν η αίτηση για αντεξέταση έχει καταχωριστεί για να προκαλέσει καθυστέρηση της διαδικασίας ή όταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα του επιτρέψει να ασχοληθεί με την αίτηση που θα εξετάσει. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση ο νομοθέτης αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας και παράλληλα να διευκολύνει αλλά και να επιταχύνει τη διεξαγωγή ενδιάμεσων δικαστικών διαδικασιών με το μη εγκλωβισμό τους σε ατέρμονες καταστάσεις μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς δια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως. Απώτερος στόχος του νομοθέτη είναι η εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγραφος 878, σελίδες 418-419, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1961 (The Annual Practice 1961) σελίδα 921, όπου γίνεται αναφορά στην αγγλική διάταξη 38 κανονισμός 1 (order 38, rule 1) που είναι παρόμοια με τη δική μας Δ.39 Θ.1, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενός προσώπου που προέβηκε σε ένορκο δήλωση αλλά αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του. Μέσα από τη νομική ανάλυση που δίδει, το εν λόγω αγγλικό νομικό σύγγραμμα παρέχει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδιδόταν. Παραπέμπω και σε νομολογία επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280, όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39 Θ.1 υποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός της συγκεκριμένης διάταξης παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει σχετική αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, παρά την δηλωμένη σύμφωνο γνώμη του ιδίου του καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου παραθέτω αυτούσια το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Στις δε περιπτώσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η διαδικασία γενικά δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Ούτε αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ωστόσο η αντεξέταση ομνύοντα είναι βοηθητική όταν μέσα από την ένορκη δήλωση του ένα ασαφές ζήτημα σχετικό με το αντικείμενο εξέτασης και το σκοπό της διαδικασίας ενδιάμεσου διατάγματος χρήζει διευκρίνισης (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα εξετάσω αν η συγκεκριμένη περίπτωση είναι από αυτές όπου δικαιολογείται η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος Μελέτη της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση 1 για την οποία ζητείται διάταγμα αντεξέτασης καθιστά αντιληπτό ότι το περιεχόμενο αυτής αποτελείται από 69 παραγράφους, με τις βασικές όμως να ανέρχονται στις
  1. Κοιτάζοντας το σώμα της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι επιδιώκεται αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση 1 επί του περιεχομένου 17 παραγράφων της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Είναι προφανές ότι οι Αιτητές επιθυμούν εκτεταμένη αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση 1 αφού αυτή αφορά σημαντικό μέρος της επίμαχης ένορκης δήλωσης του με στόχο την κάλυψη πολλών και διαφόρων ζητημάτων που θίγονται στις εν λόγω παραγράφους. Θα έλεγα κατ' αρχήν ότι ο σκοπός της Αιτήτριας να αντεξετάσουν τον Καθ' ου η αίτηση 1 επί μεγάλου αριθμού παραγράφων της ένορκης δήλωσης του σε συνάρτηση με τα πολλά θέματα που περιέχονται σ' αυτές και με τον τρόπο που ζητείται δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο διαδικαστικός κανονισμός του 1999 που δεν είναι άλλος, όπως ήδη λέχθηκε, από την επιτάχυνση στην εκδίκαση αιτήσεων χωρίς αυτές να εγκλωβίζονται σε ατελείωτες ενδιάμεσες δικαστικές διαδικασίες δια της παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας σε πολλά επίδικα θέματα. Η Αιτήτρια, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, επιθυμεί να προβεί σε αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση 1 επειδή σύμφωνα με την ίδια δεν προβαίνει σε αληθή γεγονότα, αποκρύβει γεγονότα, διαστρεβλώνει γεγονότα και προβαίνει σε αναφορές που δεν ευσταθούν. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόκειται για διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η διατύπωση αμφισβητουμένων θέσεων από τους διαδίκους μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε έγκριση αιτήματος αντεξέτασης υπό τον μανδύα του ισχυρισμού περί ανάγκης τεκμηρίωσης αναφορών είτε του ενός μέρους είτε του άλλου. Τούτο επειδή δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο η προσπάθεια να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι θέσεις των διαδίκων βασίζονται. Η διαδικασία αυτή δεν προσφέρεται για αξιολόγηση των αντίθετων εκδοχών των μερών και εξακρίβωση ως προς το ποιος διάδικος προβάλλει αληθή εκδοχή. Σκοπός της δεν είναι το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Η αντεξέταση ομνύοντα σε τέτοιο εκτεταμένο βαθμό επί αμφισβητούμενων γεγονότων και θέσεων, όπως εδώ ζητείται, ξεφεύγει του σκοπού της ενδιάμεσης διαδικασίας αυτής, έχοντας υπόψη μου το είδος και τη φύση που αυτή αφορά. Τα επίδικα θέματα της υπόθεσης θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης τους κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Τότε θα προσκομιστεί σχετικό μαρτυρικό υλικό το οποίο θα αξιολογηθεί και το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί όλων των επίδικων πραγματικών και νομικών θεμάτων στη βάση ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία θα καταλήξει. Η παρούσα διαδικασία έχει συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος είναι η προκαταρκτική θεώρηση της περίπτωσης που έχουμε για να αποφασιστεί αποκλειστικά και μόνο κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων και ταυτόχρονα κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να οριστικοποιηθεί η ισχύς αυτού που εκδόθηκε. Η καταγραφή των θέσεων των μερών μέσα από τις ένορκες δηλώσεις μαζί με τα έγγραφα που τις υποστηρίζουν αρκούν για να εξυπηρετήσουν το στόχο της διαδικασίας αυτής. Βέβαια εκεί που παρουσιάζονται ασαφή ζητήματα τα οποία είναι σχετικά με το αντικείμενο εξέτασης και το σκοπό της διαδικασίας ενδιάμεσου διατάγματος, η διευκρίνιση τους είναι βοηθητική για το έργο του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές δηλώνουν ότι με την αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση 1 «θα διευκρινιστούν αρκετά σοβαρά θέματα που ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει και δημιουργεί σύγχυση». Ωστόσο δεν εξηγείται ποια είναι αυτά τα ουσιώδη ζητήματα που χρήζουν διευκρίνισης, ποια είναι η ασάφεια και/ή σύγχυση που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με αυτά τα θέματα και τι είδους διευκρινίσεις απαιτούνται γι' αυτά. Τέτοια εξήγηση δεν παρέχεται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση των Αιτητών όσο και στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους. Αυτό που προβάλλεται είναι γενικότητα και αοριστία χωρίς έτσι να εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της διαδικασίας. Έχω αναγνώσει με προσοχή το περιεχόμενο των παραγράφων επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση
  2. Αναφορικά με την παράγραφο 6, θα πρέπει να λεχθεί ότι το καθεστώς ιδιοκτησίας του κτιριακού συγκροτήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, με το οποίο αυτή ασχολείται, είναι θέμα που στο βαθμό που μπορεί να διαφανεί χρήσιμο για σκοπούς διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης ημερ. 20.08.21 εξαντλείται μέσα από τις αμφισβητούμενες τοποθετήσεις των μερών, οι οποίες περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Σε σχέση με την παράγραφο 8, το ποιος ευθύνεται για την αποκοπή του νερού και κατά πόσο είναι ή όχι δικαιολογημένη, είναι θέματα που, ανάμεσα σ' άλλα, θα κριθούν μέσα από την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο δεν ασχολείται στο στάδιο αυτό με τέτοια ζητήματα. Σχετικά με την παράγραφο 22, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο της δεν χρήζει οποιασδήποτε διευκρίνισης, αν και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα οποιαδήποτε τέτοια από μέρους της Αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι αν οι Αιτητές ήθελαν να αναφερθούν σ' αυτό το γεγονός θα το έπρατταν στην ένορκη δήλωση τους. Περαιτέρω σε σχέση με τις παραγράφους 52, 56, 57 και 63, αντεξέταση επί των θεμάτων που περιέχονται σ' αυτές ξεφεύγει του σκοπού και της φύσης της παρούσας διαδικασίας. Τα ζητήματα που καλύπτονται σ' αυτές δεν σχετίζονται άμεσα με τη διαδικασία. Επιπλέον σε ότι αφορά τις παραγράφους 33, 34, 36, 40, 41, 55, 59, 60, 64 και 65, για τις οποίες επίσης επιδιώκεται αντεξέταση, σ' αυτές καταγράφονται αμφισβητούμενα γεγονότα και αντίθετες θέσεις των μερών. Αυτό αρκεί για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός και η φύση της διαδικασίας καθώς και το αντικείμενο εκδίκασης της στην αίτηση ημερ. 20.08.
  3. Έχοντας υπόψη μου τα περιστατικά της παρούσας περίπτωσης, όπως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον μου, τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος κάθε άλλο παρά θα διευκολύνει και συνάμα επιταχύνει τη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Τα διάφορα θέματα που περιέχονται στις αρκετές παραγράφους, στη βάση των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση του ομνύοντα, θα περιπλέξουν την εκδίκαση της διαδικασίας, θα την εγκλωβίσουν σε ατέρμονες καταστάσεις και θα καθυστερήσουν την αποπεράτωση της, παρεκκλίνοντας έτσι αχρείαστα από το σκοπό του νομοθέτη. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, κατάλληλο και αναγκαίο. Η έκδοση του δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης Η ανυπαρξία των παραμέτρων εκείνων που θα δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προδιαγράφει την κατάληξη της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτησης 1 και 2 και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.