Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζουλινάκης κ.α., Αρ. Αγωγής: 153/15, 1/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 153/15 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd και 1. ΧΧΧΧ Ζουλινάκης 2. ΧΧΧΧ Παπαδάκη 3. ΧΧΧΧ Παπαδάκης 4. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.11.15 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd και 1. ΧΧΧΧ Ζουλινάκης 2. ΧΧΧΧ Παπαδάκη 3. ΧΧΧΧ Παπαδάκης 4. ΧΧΧΧ Ιακωβίδης υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd Ημερομηνία: 1.2.22 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κκ Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3/Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Α. Νικήτα -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών στις 22.12.20 με την οποία αυτοί εξαιτούνται τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Βρυώνη, από τώρα και στο εξής «ο Βρυώνης», υπαλλήλου των Αιτητών, και δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Επίσης στηρίζεται στην Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1-3, 8(
- v)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι την υπό κρίση αίτηση διέπει η Δ.25 ως είχε πριν την τροποποίηση της. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή της πρώτης παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης και η αντικατάστασή της με νέα παράγραφο στην οποία να περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι οι Αιτητές μέχρι τις 19.12.06 λειτουργούσαν με το όνομα Alpha Bank Ltd και ότι από τις 20.12.06 μετονομάσθηκαν από Alpha Bank Ltd σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται, επίσης, η συμπερίληψη ισχυρισμού προς την κατεύθυνση ότι οι Αιτητές είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Στην ένορκο δήλωση του Βρυώνη που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι η έλλειψη αναφοράς στην μετονομασία των Αιτητών στην Έκθεση Απαίτησης οφείλεται σε παραδρομή και/ή λάθος κατά την δακτυλογράφηση. Παραλείφθηκε, έτσι, να αναφερθεί στην πρώτη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ότι από τις 20.12.06 η Alpha Bank Ltd μετονομάσθηκε σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1-3/Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους προβάλλονται επτά λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Γεωργίου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, και εξουσιοδοτημένης από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η Γεωργίου υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για τροποποίηση δικογράφων. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση περιέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης του Βρυώνη είναι γενικοί και αόριστοι και παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σε αρκετά καθυστερημένο στάδιο, πέραν των 6 ετών μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε επαρκής αιτιολογία και/ή δικαιολογία για την καθυστέρηση. Παρόλο που και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών αυτοί γνώριζαν για την αλλαγή των γεγονότων από τις 20.12.06, εντούτοις, δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ενωρίτερα. Επέλεξαν να αποταθούν σε καθυστερημένο στάδιο δίχως να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση. Η σκοπούμενη τροποποίηση αναφέρεται σε θέματα τα οποία δεν καλύπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η γενική αναφορά περί «μετονομασίας» των Αιτητών σε συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είναι επαρκής και δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε έγγραφο ή τεκμήριο. Τα γεγονότα τα οποία προσπαθούν να εισαγάγουν οι Αιτητές δεν προέκυψαν εκ των υστέρων αλλά πρόκειται για γεγονότα που ήταν σε γνώση των Αιτητών πολύ πριν καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Όπως και οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν τα σχετικά γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτούς από τις 20.12.06 και δεν αποτελούν νέα γεγονότα. Οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις σε περίπτωση που εγκριθεί η σκοπούμενη τροποποίηση αφού θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα η εκδίκαση της υπόθεσης με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τείνουν να προκαλέσουν περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η παλαιά Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Η τροποποίηση εγγράφων προτάσεων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή, κατά κανόνα επιτρέπεται όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
- «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε - στην σελίδα 716 - πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.12.20, ήτοι 6 χρόνια μετά την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος - 4.2.15 - και 5 χρόνια μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος - Δεκέμβριο του 2015. Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν υποδειχθεί η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι νοουμένου ότι δίδεται κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση αίτηση για τροποποίηση δεν θα απορριφθεί ακόμα και αν η δικαιολογία αυτή δεν είναι «πλήρως αιτιολογηθείσα». Ενδεικτικά επί του προκειμένου είναι τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των Αιτητών δεν ικανοποίησε ούτε αυτό το ελάχιστο κριτήριο αφού ο Βρυώνης δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Η μόνη αναφορά που γίνεται από τον Βρυώνη στην ένορκό του δήλωση είναι σε σχέση με τον λόγο που οι ισχυρισμοί που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκονται να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης δεν συμπεριλήφθηκαν από την αρχή στο δικόγραφο. Δικαιολογία γιατί η υπό κρίση αίτηση δεν υποβλήθηκε ενωρίτερα παρά μόνο σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο δεν δόθηκε. Επομένως ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Εις απάντηση δε της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών η οποία διατυπώνεται στην γραπτή του αγόρευση ότι η θέση των Καθ' ων η αίτηση για καθυστέρηση «είναι άνευ αντικειμένου και εκτός πραγματικότητας» καθότι το αίτημα υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τονίζεται ότι η υποχρέωση για δικαιολόγηση της καθυστέρησης ουδόλως ατονεί όταν η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σημειώνονται τα εξής. Οι δηλώσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών στην γραπτή του αγόρευση ότι η παράλειψη έγινε αντιληπτή κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας, ότι η τροποποίηση είναι ουσιώδης και ότι η πλευρά των Αιτητών προέβη στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης χωρίς καθυστέρηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρου στα πλαίσια αγόρευσης δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Πάντως ο Βρυώνης στην ένορκό του δήλωση παρέλειψε να αναφέρει πότε έγινε αντιληπτή η ανάγκη για τροποποίηση ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν κατά πόσο οι Αιτητές έδρασαν με σπουδή αφότου την αντιλήφθηκαν (Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 607 και Andreas Evripidou and Another v. Panayiota M. Kannaourou 91085) 1 CLR 24). Τα πιο πάνω συνηγορούν με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αφού συν τοις άλλοις η πλευρά των Αιτητών δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα της τροποποίησης. Η πλευρά των Αιτητών παρέλειψε να αιτιολογήσει το αίτημα. Ο Βρυώνης ουδεμία αναφορά κάνει στην ένορκό του δήλωση για τον λόγο που επιζητείται η τροποποίηση και για το τι είναι αυτό που με την τροποποίηση θα εξυπηρετηθεί. Σύμφωνα με την παρατεθείσα Νομολογία το ουσιώδες κριτήριο σε αίτημα για τροποποίηση είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων και των πραγματικών μεταξύ των διαδίκων διαφορών. Στην προκειμένη περίπτωση δεν καταδείχθηκε η αναγκαιότητα της τροποποίησης. Υπό το φως των πιο πάνω η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1-3/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο