← Κύπρος

McCOY ν. ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1090/2019, 18/2/2022

McCOY ν. ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1090/2019, 18/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1090/2019 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ McCOY, από την Πάφο Ενάγουσας και

  1. ΔΡ. ΧΧΧΧΧ ΣΠΥΡΟΥ, από την Πάφο
  2. SAINT GERORGE & BLUE CROSS PRIVATE HOSPITAL LTD, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23.09.21 για χορήγηση παράτασης χρόνου καταχώρησης Κλήσης για Οδηγίες Ημερομηνία: 18.02.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Μ. Σιαηλής για κ.κ. Α. Φασαρία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση 1: κος Στ. Σοφοκλέους για κ.κ. Α. Γ. Φράγκος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και για κ.κ. Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2-Καθ' ης η αίτηση 2: κος Στ. Σοφοκλέους για κ.κ. Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ημερ. 23.09.21 η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης κλήσης για οδηγίες κατά εφτά ημέρες από την έκδοση του ή για οποιονδήποτε άλλο χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Να σημειωθεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά στις 13.10.21 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στους Εναγομένους. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη (νέα) Δ.30 Θ.1-4, στις Δ.48 Θ.2, 8 & 9, Δ.57 Θ.2 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧΧΧ Φασαρία, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην οποίαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ανατεθεί ο χειρισμός της υπόθεσης αυτής. Στην ένορκη δήλωση της η ομνύουσα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αιτούμενη παράταση χρόνου στην καταχώρηση κλήσης για οδηγίες. Θα αναφερθώ στη συνέχεια στους λόγους αυτούς, τους οποίους και θα σχολιάσω. Σύμφωνα με την ομνύουσα, τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν θα παραβιάσει το δικαίωμα των Εναγομένων να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους, ενώ αντίθετα αν απορριφθεί η αίτηση η Ενάγουσα θα στερηθεί του δικαιώματος της να ακουστεί αφού δεν θα μπορέσει να προβάλει τις θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 10.11.21 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί δώδεκα λόγων που καταγράφονται στο σώμα της. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Συνοψίζοντας τους πρόκειται για τους εξής:

(1)Η επιστολή και/ή ειδοποίηση που οι Εναγόμενοι απέστειλαν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αποτελεί κώλυμα (estoppel) για την προώθηση της υπό κρίση αίτηση ημερ. 23.09.21 (προφανώς η αναφορά σε 24.09.21 οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος).
(2)Δεν ικανοποιούνται οι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.
(3)Η αδράνεια και η απραξία που επέδειξε η Ενάγουσα δεν δικαιολογούνται και δεν δύναται να θεραπευτούν με τη Δ.64.
(4)Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά την καταχώρηση της επιστολής και/ή ειδοποίησης που οι Εναγόμενοι απέστειλαν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για να τεθεί ο φάκελος της υπόθεσης στο Δικαστήριο για σκοπούς απόρριψης της αγωγής.
(5)Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
(6)Η απόρριψη της αγωγής δεν παραβιάζει τα δικαιώματα της Ενάγουσας, σε αντίθεση με τα δικαιώματα των Εναγομένων τα οποία πλήττονται κατάφωρα. Η ένσταση στηρίζεται στις Δ.21, Δ.26, Δ.27, (νέα) Δ.30 Θ.1(α)-(ε), Θ.2(β), Δ.39, Δ.48 Θ.1-3, Θ.4
(1)-
(2)& Θ.8-13, Δ.57 και Δ.64 Θ.1-3 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 8, 11, 12, 23, 25, 28, 30.2 και 35 του Συντάγματος, επί των αρχών του νόμου, των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας, την εν γένει πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧΧ Ζωμενή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Α. Γ. Φράγκος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. που είναι ένα εκ των δύο δικηγορικών γραφείων που αντιπροσωπεύουν νομικά τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα αγωγή, στην οποίαν, αφού σχολιάζει τους λόγους που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Φασαρία, εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη της, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα σχολιάσω στη συνέχεια το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κυρίας Ζωμενή και γι' αυτό δεν χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε στο σημείο αυτό. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και δικονομικές διατάξεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Επίσης για σκοπούς ολοκληρωμένης ενημέρωσης έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Προτού ασχοληθώ με την εξέταση της αίτησης, θεωρώ ότι για να μπορέσουν να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των διαδίκων θα πρέπει να αναφερθώ σε γεγονότα κατά τη χρονολογική σειρά που αυτά συνέβησαν και περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Πρόκειται για γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών, όπως αυτά προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά και γεγονότα που εξόφθαλμα προκύπτουν από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και δεν έχουν αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Τα καταγράφω σε συντομία. Στις 10.10.19 η Ενάγουσα καταχώρησε αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 2 στις 15.10.
  1. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 29.10.19 και 13.02.20 αντίστοιχα. Στις 04.03.20 η Ενάγουσα καταχώρησε την έκθεση απαίτησης της. Η υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρίστηκε στις 12.02.21 και αφού προηγουμένως η Ενάγουσα προώθησε αίτηση ημερ. 15.06.20 για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων λόγω μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης από μέρους τους, η οποία επιδόθηκε στον δικηγόρο τους στις 17.06.
  2. Η απάντηση της Ενάγουσας στην υπεράσπιση των Εναγομένων υπεβλήθηκε στις 26.05.21 αφού πρώτα είχε εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των Εναγομένων για την εκπρόθεσμη καταχώρηση του εν λόγω δικογράφου. Ακολούθως οι Εναγόμενοι, με επιστολή τους στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που στις 09.09.21 καταχώρισαν στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, ζήτησαν όπως ο φάκελος της υπόθεσης τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό λόγω μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες προκειμένου η αγωγή να απορριφθεί ως εγκαταληφθείσα με έξοδα υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας. Στις 23.09.21 η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Έχοντας εκθέσει τα γεγονότα που σχετίζονται με το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης, θα παραθέσω ευθύς τη νομική πτυχή που αφορά την παρούσα περίπτωση. Η έκδοση κλήσης για οδηγίες διέπεται από τις πρόνοιες της νέας, όπως επικράτησε πλέον να λέγεται, Δ.
  3. Με την τροποποίηση της εν λόγω διαταγής (28.07.17), η πλήρης αυστηρότητα στην εφαρμογή καθορισμένων προθεσμιών που παρατηρείτο μέχρι τότε, έχει καμφθεί, γεγονός που όχι μόνο διαφαίνεται από το περιεχόμενο των διατάξεων αλλά έχει αναγνωριστεί από πρόσφατη νομολογία (Χαραλάμπους v. Γεωργίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2017 ημερ. 18.04.18, Αναφορικά με την αίτηση του Αντώνη Χουβαρτά, Πολιτική Αίτηση Αρ. 45/18 ημερ. 18.05.18). Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του σκεπτικού μου, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες ορισμένες πρόνοιες της Δ.30: «
  4. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. .
  5. (α) . (β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους. . » [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες ο Ενάγοντας έχει υποχρέωση να καταχωρίσει κλήση για οδηγίες αναφορικά με την εκδίκαση της απαίτησης του εντός 90 ημερών από τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Αν η περίοδος αυτή παρέλθει άπρακτη τότε η αγωγή θεωρείται εγκαταλειφθείσα. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, δικονομικά αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα από τους πιο κάτω τρόπους (Αναφορικά με την αίτηση του χχχ Χρυσοστόμου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 196/2019 ημερ. 20.11.19). Ο Πρωτοκολλητής θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς απόρριψης και το Δικαστήριο αναλόγως αποφασίζει (πρώτη επιφύλαξη του Θεσμού 1(γ)). Εναλλακτικά ο Εναγόμενος δύναται ο ίδιος να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής από το Δικαστήριο εντός 15 ημερών από την πάροδο της προθεσμίας των 90 ημερών, το οποίο σε τέτοια περίπτωση είτε απορρίπτει την αγωγή με τέτοιους όρους που κρίνει δίκαιο είτε θεωρεί την αίτηση του Εναγομένου ως κλήση για οδηγίες (Θεσμός 1(γ)). Συνεπώς καταχωρείται αίτηση από μέρους του Εναγομένου εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, η οποία εξετάζεται από το Δικαστήριο. Παράλληλα το λεκτικό του Θεσμού 2(β) καταδεικνύει ότι δικονομικά υπάρχει και τρίτη περίπτωση που είναι η εξέταση δυνατότητας χορήγησης παράτασης χρόνου που υποβάλλεται από τον Ενάγοντα, προφανώς με αίτηση για παράταση χρόνου από μέρους του. Εφόσον διαπιστωθεί αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης ή καλός λόγος που να δικαιολογεί την χορήγηση παράτασης, επιτρέπεται στον Ενάγοντα να συνεχίσει να προωθεί την απαίτηση του. Από το λεκτικό των προνοιών της Δ.30 καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο διαθέτει διακριτική εξουσία να παρατείνει, ανάμεσα σ' άλλα, την προθεσμία που προνοείται για την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες νοουμένου βέβαια ότι ικανοποιείται οποιοσδήποτε από τους παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Με τον πρώτο λόγο ένστασης τους οι Εναγόμενοι παραπονούνται ότι η επιστολή και/ή ειδοποίηση που απέστειλαν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αποτελεί κώλυμα (estoppel) για την προώθηση της υπό κρίση αίτηση. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν συμμερίζομαι τη θέση τους αυτή. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αίτηση των Εναγομένων για να χρήζει εξέτασης, όπως προνοεί ο Θεσμός 1(γ). Η επιστολή που οι Εναγόμενοι απέστειλαν στον Πρωτοκολλητή δεν συνιστά αίτηση έτσι ώστε να τύχει χειρισμού δυνάμει του πιο πάνω Κανονισμού (Αναφορικά με την αίτηση του χχχ Χρυσοστόμου (πιο πάνω)). Συνεπώς ο Κανονισμός αυτός δεν τυγχάνει οποιαδήποτε χρήσης. Έπεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και γι' αυτό απορρίπτεται. Το μόνο που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και χρήζει εξέτασης, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα, είναι η υπό κρίση αίτηση της Ενάγουσας. Η αίτηση αυτή τίθεται στην κρίση του Δικαστηρίου με βάση τον Κανονισμό 2(β). Η προσπάθεια αυτή αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης του δεύτερου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι δεν ικανοποιούνται οι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Με τη θέση αυτή διαφωνεί η Ενάγουσα. Προς υποστήριξη της αίτησης της για παράταση χρόνου η Ενάγουσα προέβαλε τη θέση ότι για την ετοιμασία της κλήσης για οδηγίες έπρεπε πρώτα να μελετηθεί μεγάλος όγκος εγγράφων από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Για το σκοπό αυτό ανάλωσε, όπως είπε, χρόνο τριών μηνών περίπου. Διαφωνώ πλήρως με την τοποθέτηση αυτή της Ενάγουσας, η οποία δεν έχει έρεισμα και ούτε αντέχει τη βάσανο της λογικής. Αντίθετα η θέση των Εναγομένων με βρίσκει σύμφωνο. Είναι γεγονός ότι τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση μελετούνται για τις ανάγκες της σύνταξης των δικογράφων και όχι για την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, η οποία γίνεται σε καθορισμένο τύπο μετά την καταχώρηση της δικογραφίας. Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται στο στάδιο που οι θέσεις των διαδίκων έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί και δικογραφηθεί στην ολοκληρωμένη τους διάσταση. Η κλήση για οδηγίες είναι ένα έγγραφο που δεν καταγράφει νέους ισχυρισμούς για να απαιτεί τη μελέτη εγγράφων και σαφώς ένα τέτοιο εγχείρημα δεν υποβοηθά τη σύνταξη της. Συνεπώς η εν λόγω θέση της Ενάγουσας δεν ευσταθεί. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση της δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη σύνταξη της κλήσης για οδηγίες επειδή χρειάστηκε να απουσιάσει από την εργασία της λόγω ασθένειας της μητέρας της και ότι λόγω του άγχους της για την κατάσταση της υγείας του εν λόγω οικογενειακού της προσώπου παρέλειψε να ενημερώσει τους συναδέλφους της για την εκκρεμότητα αυτή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της περί ασθένειας της μητέρας της δικηγόρου της στερείται θεμελίωσης με αποτέλεσμα να παραμείνει στη σφαίρα του ισχυρισμού. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να τεκμηριώνει την αναφορά αυτή της Ενάγουσας. Εφόσον ο ισχυρισμός της αυτός αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους, η Ενάγουσα όφειλε να τον στοιχειοθετήσει με έγγραφα και/ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες είτε από την αρχή ή με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν το έπραξε όμως. Παράλληλα η αναφορά της δικηγόρου της στην ένορκη δήλωση της ότι παρέλειψε να ενημερώσει τους συναδέλφους της δεν είναι πειστική. Η αναχώρηση της από το γραφείο, όσο ξαφνική και να δεχτώ ότι ήταν, δεν την εμπόδιζε να ενημερώσει έστω και πρόχειρα κάποιο συνάδελφο της για την εκκρεμότητα αυτή. Όπως επίσης αδυνατώ να κατανοήσω ότι ουδείς από το γραφείο της δεν επικοινώνησε μαζί της για να ενημερωθεί για τυχόν εκκρεμότητες από μέρους της. Ως εκ τούτου, η θέση της αυτή απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη και συνάμα μη πειστική. Στην γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας προέβαλε ένα επιπλέον λόγο που κατά την άποψη του δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Συγκεκριμένα επικαλέστηκε ότι το αστικό αδίκημα που δικογραφείται υπόκειται σε παραγραφή με αποτέλεσμα να είναι η θέση του πως αν απορριφθεί η αίτηση τα συμφέροντα της Ενάγουσας θα πληγούν ανεπανόρθωτα. Πέραν από αυτήν την φτωχή αναφορά, η πλευρά της Ενάγουσας, για σκοπούς ολοκληρωμένης παρουσίασης της θέσης της, ουδεμία λεπτομέρεια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τους Εναγομένους, αυτοί δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε σχόλιο σχετικά με τον προβαλλόμενο αυτό λόγο. Έχω εξετάσει με προσοχή τη θέση αυτή της Ενάγουσας. Όπως προκύπτει από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αλλά και την έκθεση απαίτησης, η βάση αγωγής που προσδιορίζεται είναι η ιατρική αμέλεια με τον ουσιώδη χρόνο συμπλήρωσης της που η Ενάγουσα δικογραφεί να είναι το χρονικό διάστημα Μαΐου - Ιουλίου
  6. Το άρθρο 6
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.61(Ι)/2012)προνοεί ότι αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, η παραγραφή της επέρχεται με την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποίαν συμπληρώθηκε η βάση αγωγής, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση με τη συμπλήρωση τριών ετών από τον Ιούλιο 2016. Με γνώμονα ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 10.10.19, κάτι που εύκολα διαπιστώνεται από τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, είναι προφανές ότι η θέση της Ενάγουσας δεν ευσταθεί αφού φαίνεται ότι όταν καταχωρίστηκε η υπόθεση αυτή είχε ήδη παρέλθει η περίοδος των τριών ετών. Παρόλα αυτά, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η καταχώρηση της αγωγής πραγματοποιήθηκε πριν από την πάροδο των τριών ετών, η πλευρά της Ενάγουσας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η ένεκα του χρόνου που διέρρευσε επήλθε παραγραφή του κατ' ισχυρισμό αστικού αδικήματος. Προς θεμελίωση της αναφοράς μου αυτής παραπέμπω στο άρθρο 17(γ) του Ν.61(Ι)/2012 όπου σημειώνονται ρητά τα εξής: «Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: . (γ) µε την έγερση αγωγής· αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δηµιουργεί δεδικασµένο ή απορριφθεί για λόγους µη ουσιαστικούς ή απορριφθεί δυνάµει διατάξεων διαδικαστικού κανονισµού που αφορά καταχώριση δικογράφων και κλήση για οδηγίες, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της εγέρσεως της αγωγής, θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσηµη αγωγή µέσα σε έξι µήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί µε την προηγούµενη αγωγή, .» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έγερση της αγωγής αυτής μέχρι σήμερα δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής αλλά θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής. Συνεπώς η προβαλλόμενη θέση της Ενάγουσας απορρίπτεται ως αβάσιμη αφού τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα της δεν πλήττονται ανεπανόρθωτα, ως λανθασμένα ισχυρίστηκε. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης αλλά ούτε και καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Συνεπώς καταλήγω ότι δεν ικανοποιούνται οι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για την έγκριση της αίτησης. Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης της αίτησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Από τη στιγμή που η υπό κρίση αίτηση απορρίφθηκε, η αγωγή θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και αναπόφευκτα απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 & 2 και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.