Αίτηση από: ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. Αναφορικά με την ΟΧΑΡΥ, Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 99/2021, 9/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Διαχείρισης Κληρονομιών και Επικύρωσης Διαθηκών Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 99/2021 Αναφορικά με την ΧΧΧΧΧ ΟΧΑΡΥ (ΧΧΧΧΧΧΧ) τέως από την Πενταλιά, αποβιώσαντα, αρ. ταυτότητας/προσωπικού αριθμού εγγραφής ΧΧΧΧΧΧΧΧ Αίτηση από: ΧΧΧΧΧΧΧ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ από την Κισσόνεργα, Αιτητή Αίτηση ημερ. 30.09.21 για παύση και αντικατάσταση προσωπικού αντιπροσώπου Ημερομηνία: 09.03.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Η. Ευθυμίου για κ.κ. Ηλίας Γ. Ευθυμίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση (Διαχειριστή): κος Π. Χατζησάββας μαζί με κ. Α. Χρυσικό ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 16.02.21 απεβίωσε στην Πάφο ο ΧΧΧΧΧ ΟΧΑΡΥ (ΧΧΧΧΧΧΧ) [στο εξής ο 'αποβιώσας']. Κατά το χρόνο θανάτου του δεν υπήρχε διαθήκη. Με αίτηση ημερ. 26.031.21 στον Πρωτοκολλητή Διαχείρισης Κληρονομιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ζητήθηκε η χορήγηση εγγράφων διαχείρισης στον ΧΧΧΧΧΧΧ Δημητρίου, δικηγόρο από την Λευκωσία (στο εξής ο «Καθ' ου η αίτηση» ή ο «Διαχειριστής/Προσωπικός Αντιπρόσωπος»). Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση στην οποίαν αναφέρει ότι, εξ' όσον γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει, μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας είναι κάποιος ΧΧΧΧΧ Hallingstrom από τη Σουηδία, υιός του αποβιώσαντα που διαμένει στη χώρα αυτή. Επειδή δεν καταχωρήθηκε ένσταση από οποιονδήποτε (caveat) και αφού λήφθηκε υπόψη ότι ο Hallingstrom που είχε πιστοποιηθεί ως ο μοναδικός κληρονόμος είχε δηλώσει την συγκατάθεση του για το διορισμό του ΧΧΧΧΧΧΧ ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και ότι ο αποβιώσας είχε κατά το χρόνο θανάτου του τη μόνιμη κατοικία του στην Πάφο και κατ' επέκταση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ο Πρωτοκολλητής στις 23.06.21, δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189), προχώρησε στην χορήγηση εγγράφων διαχείρισης στο πιο πάνω πρόσωπο, το οποίο διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στα πλαίσια χορήγησης των εγγράφων διαχείρισης, δόθηκε εγγύηση ύψους €204.000. Στις 30.09.21 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δια κλήσεως με την οποίαν ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανακαλείται ο διορισμός του ΧΧΧΧΧΧΧ Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και παράλληλα η έκδοση διατάγματος που να διορίζει τον ΧΧΧΧΧΧΧ Ιορδάνους από την Κισσόνεργα (στο εξής ο «Αιτητής») ως νέο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ουσιαστικά επιδιώκεται η παύση του Καθ' ου η αίτηση από διαχειριστή και η αντικατάσταση του από τον Αιτητή. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 21 και 52
(1)(β) του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ.189) και οι περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1955 (1/1955). Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποίαν περιέχονται οι λόγοι που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν την έγκριση της. Παράλληλα προς υποστήριξη της επισυνάπτονται έγγραφα. Όπως δηλώνεται, ο μοναδικός κληρονόμος ζητεί την παύση και αντικατάσταση του Καθ' ου η αίτηση από τον Αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα επειδή έτσι θα περιοριστούν τα έξοδα διαχείρισης καθώς επίσης θα υπάρχει δυνατότητα άμεσης και τακτικής επαφής μεταξύ του Αιτητή και του δηλωμένου ως μοναδικού κληρονόμου αφού ο τελευταίος διαμένει εντός της επαρχίας που διέμενε και ο αποβιώσαντας πατέρας του και εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Με επιστολή του ο εν λόγω κληρονόμος έχει πληροφορήσει τον Καθ' ου η αίτηση ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω συνεργασία μαζί του παύοντας τον από διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η εν λόγω επιστολή που επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 21.09.21 και περιέχει δήλωση του Hallingstrom ότι είναι ο μοναδικός κληρονόμος και διορίζει τον Αιτητή προσωπικό αντιπρόσωπο της περιουσίας του αποβιώσαντα εις αντικατάσταση του Καθ' ου η αίτηση καθώς επίσης η χορήγηση εγγράφων διαχείρισης στον Καθ' ου η αίτηση από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου επισυνάπτονται ως τεκμήρια. Στις 05.1.21 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί 9 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Συνοψίζοντας τους πρόκειται για τους εξής:
(1)Η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και/ή η νομική βάση στην οποίαν η αίτηση στηρίζεται δεν μπορεί να εφαρμοστεί και/ή η αίτηση στηρίζεται σε ψευδή και/ή αναληθή γεγονότα και/ή ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες.
(2)Η απογραφή περιουσίας ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε έγκαιρα.
(3)Τα έξοδα και/ή οι δαπάνες της διαχείρισης δεν κρίνονται στο ενδιάμεσο στάδιο καθ' ότι είναι άμεσα συνυφασμένα με την τελική αξία της περιουσίας η οποία δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί.
(4)Οι ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος δεν παύθηκε, δεν απεβίωσε και δεν κατέστη ανίκανος να διενεργεί πράξεις διαχείρισης, καταδεικνύουν ότι είναι κατάλληλος και ότι μέχρι σήμερα διαχειρίστηκε νόμιμα, πιστά και/ή δεόντως την κληρονομιά του αποβιώσαντα, χωρίς να επιδείξει εσκεμμένη αμέλεια και/ή εσκεμμένη παράλειψη και/ή δόλιο παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση ώστε να έχουν επηρεαστεί και/ή δυνατό να επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα του κληρονόμου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η αίτησης εδράζεται νομικά στα άρθρα 31, 32, 33, 52 και 58 του Κεφ.189, στις Δ.48 Θ.1-4 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές του δικαίου επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, στην οποίαν περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ειδικότερα ο Καθ' ου η αίτηση προβαίνει σε χρονολογική αναδρομή όλων των ενεργειών στις οποίες ο ίδιος προέβηκε ή είχε σχέση με την πραγματοποίηση τους υπό την ιδιότητα του προσωπικού αντιπροσώπου της περιουσίας του αποβιώσαντα, τις οποίες περιγράφει προκειμένου να δείξει ότι είναι κατάλληλος για να διαχειρίζεται την κληρονομιά του αποβιώσαντα, την οποίαν μέχρι σήμερα, όπως ισχυρίζεται, διαχειρίστηκε νόμιμα, πιστά και δεόντως. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ανάφερε ότι αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα του κληρονόμου να επιλέγει, διορίζει και να παύει τους συνεργάτες του. Ο Καθ' ου η αίτηση παύθηκε των καθηκόντων του από το πρόσωπο που συγκατατέθηκε στο διορισμό του, το οποίο, κατά το δικηγόρο του Αιτητή, έχει τη διακριτική ευχέρεια να το πράττει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Με βάση το σκεπτικό που ανέπτυξε, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο για τη εφαρμογή του άρθρου 21 επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα αίτηση. Περαιτέρω είναι η θέση του συνηγόρου ότι δεν υπάρχουν τα δεδομένα εκείνα που θα οδηγούσαν σε επιτυχημένη επίκληση του άρθρου 52
(1)(β) του Κεφ.189, επί του οποίου επίσης εδράζεται η υπό κρίση αίτηση. Παράλληλα είναι η θέση του ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να είναι αιτητής σε αίτηση παύσης διαχειριστή επειδή ο ίδιος δεν είναι πρόσωπο που έχει συμφέρον στην κληρονομιά. Ούτε και έχει locus standi να παρουσιάσει την αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Με τον πρώτο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και/ή η νομική βάση στην οποίαν η αίτηση στηρίζεται δεν μπορεί να εφαρμοστεί και/ή η αίτηση στηρίζεται σε ψευδή και/ή αναληθή γεγονότα και/ή ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες. Ο Αιτητής δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Πρόκειται για ένα παράπονο που δεν αποτελεί λόγο που χρήζει εξέτασης αλλά ουσιαστικά συνιστά το αποτέλεσμα που θα έχει η αίτηση στη βάση σχετικού συμπεράσματος στο οποίο θα καταλήξω μετά από εκτίμηση των στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον μου. Συνεπώς δεν έχει κανένα έρεισμα για κρίση. Με το δεύτερο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απογραφή περιουσίας ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε έγκαιρα. Πρόκειται για μία θέση που δεν συνιστά λόγο που χρήζει εξέτασης αλλά αποτελεί αναφορά που θα εκτιμηθεί στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της παρούσας αίτησης. Στο σημείο δεν θα με απασχολήσει περισσότερο. Έπεται η εξέταση του τρίτου και τέταρτου λόγου ένστασης μαζί καθ' ότι αμφότεροι άπτονται της ουσίας της παρούσας αίτησης. Το καθήκον ενός προσωπικού αντιπροσώπου (διαχειριστή ή εκτελεστή διαθήκης) είναι να διαχειριστεί δεόντως και πιστά την περιουσία του αποβιώσαντα και να τη διαμοιράσει στους κληρονόμους σύμφωνα με τη νομοθεσία εκτός βέβαια αν οι κληρονόμοι συμφωνήσουν διαφορετικά μεταξύ τους. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο προσωπικός αντιπρόσωπος θεωρείται καταπιστευματοδόχος (trustee) της περιουσίας του αποβιώσαντα (Ioannou v. Demetriou and Others
(1983)1(B) C.L.R. 892) και οφείλει να ετοιμάσει απογραφή και τελικούς λογαριασμούς της περιουσίας (άρθρα 40 και 45 του Κεφ.189). Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούμενη παύση του υφιστάμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και η αντικατάσταση του από άλλο πρόσωπο επιδιώκεται κατ' επίκληση των άρθρων 21 και 52
(1)(β) του Κεφ.189. Το άρθρο 21 του Κεφ.189, το οποίο είναι ένα από τα δύο άρθρα επί του οποίου εδράζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να χορηγήσει ειδική διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα σε άτομο που είναι πιστωτής ή έχει συμφέρον στην κληρονομιά του αποβιώσαντα και υποβάλλει αίτηση για το σκοπό αυτό όταν ο προσωπικός αντιπρόσωπος διαμένει εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η αίτηση δυνάμει του άρθρου 21 υποβάλλεται από άτομο που είτε είναι πιστωτής είτε έχει συμφέρον στην κληρονομιά του αποβιώσαντα. Εδώ κανένα από αυτά υφίσταται ώστε να δημιουργούνται συνθήκες για την επιτυχημένη επίκληση του εν λόγω άρθρου. Ο Αιτητής, ο οποίος είναι ο προτιθέμενος νέος διαχειριστής, ούτε είναι πιστωτής ούτε είναι κληρονόμος και γενικότερα δεν έχει συμφέρον από την κληρονομιά του αποβιώσαντα. Το γεγονός ότι ο προτεινόμενος νέος διαχειριστής είναι από την Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου δεν είναι αρκετό επειδή το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου απαιτεί σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις του. Το άρθρο 52
(1)(β) του Κεφ.189 είναι το δεύτερο άρθρο πάνω στο οποίο βασίζεται η προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Το άρθρο 52 στο σύνολο του πραγματεύεται την παύση και την αντικατάσταση του προσωπικού αντιπρόσωπου από άλλο πρόσωπο. Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ρυθμίζουν το θέμα αυτό νομοθετικά παρέχοντας εξουσία στο Δικαστήριο να το επιλύει. Το εν λόγω άρθρο ρητά σημειώνει τα εξής: "52.—
(1)Το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα ή με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην κληρονομιά— (α) να παύσει οποιοδήποτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς· (β) να χορηγήσει έγγραφο διαχείρισης σε κάποιο πρόσωπο για να διεξαγάγει τη δέουσα διαχείριση της κληρονομιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή που παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη ανίκανος να ενεργεί.
(2)'Όταν χορηγείται το εν λόγω έγγραφο διαχείρισης, όλα τα δικαιώματα, καθήκοντα και εξουσίες εκτελεστή ή διαχειριστή επάγονται στο νέο διαχειριστή." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι το Δικαστήριο είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση ατόμου που έχει συμφέρον στην κληρονομιά να προχωρήσει στην παύση προσωπικού αντιπροσώπου και διορισμό άλλου προσώπου στη θέση του στην περίπτωση που ο προσωπικός αντιπρόσωπος: (α) επιδεικνύει εσκεμμένη παράλειψη σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς (εδάφιο
(1)(α)) ή (β) διαπράττει παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς (εδάφιο
(1)(α)) ή (γ) έχει αποβιώσει (εδάφιο
(1)(β)) ή (δ) κατέστη ανίκανος να ενεργεί (εκτελεί τα καθήκοντα του) (εδάφιο
(1)(α)). Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι το άρθρο 52 του Κεφ.189 παρέχει νομοθετικά εξουσία στο Δικαστήριο για τους λόγους που συγκεκριμένα εξειδικεύει και καθορίζει ρητά (Ευστρατίου v. Χ' Σάββα
(1997)1 Α.Α.Δ. 751, Μιχαηλίδη κ.α. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα και άλλου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2016 ημερ. 07.07.17). Παράλληλα το Δικαστήριο διαθέτει σύμφυτη εξουσία να παύσει προσωπικό αντιπρόσωπο και να διορίσει άλλο άτομο εις αντικατάσταση του όταν τα δεδομένα είναι τέτοια που συμπληρώνουν το όλο πλαίσιο χωρίς να έρχεται σε αντίθεση με την πρόνοια του νόμου με στόχο το συμφέρον της ορθής διαχείρισης και της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επ' αυτού παραπέμπω στην πιο πάνω υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα και άλλου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η νομολογία, όμως, έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας έχει σχετικά πρόσφατα υιοθετήσει τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob (βλ. The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23): «the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or by rule of court, so long as it can do so without contravening any statutory provision.» (Bλ. Al Rawi and Others v. Security Service [2011] UKSC 34, In re Corey [2013] UKSC 76)." Με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν ενώπιον μου ούτε η επίκληση του εδαφίου
(1)(β) του άρθρου 52 του Κεφ.189 έχει προοπτική επιτυχίας αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ο Καθ' ου η αίτηση, ο υφιστάμενος διαχειριστής που ζητείται η παύση και η αντικατάσταση του από τον Αιτητή, δεν έχει αποβιώσει και ούτε κατέστη σωματικά και/ή πνευματικά ανίκανος να ενεργεί, δηλαδή να εκτελεί τα καθήκοντα του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Ούτε ο Αιτητής ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, παρόλο ότι επικαλέστηκε το άρθρο 52
(1)(β) του Κεφ.189. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζει την αίτηση του ουδεμία σχέση έχουν με τις πρόνοιες του εν λόγω εδαφίου. Ο ισχυρισμός ότι έτσι θα περιοριστούν τα έξοδα διαχείρισης και ότι θα υπάρχει δυνατότητα άμεσης και τακτικής επαφής μεταξύ του Αιτητή και του δηλωμένου ως μοναδικού κληρονόμου είναι αναφορές που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις που ο Αιτητής επικαλείται προς νομική θεμελίωση της αίτησης του. Οι δε προϋποθέσεις του εν λόγω εδαφίου παραμένουν χωρίς ικανοποίηση. Σε ότι αφορά τους προβαλλόμενους λόγους, ανεξάρτητα αν δεν σχετίζονται με το επικαλούμενο άρθρο, παρατηρώ ότι παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας και της αοριστίας. Ειδικότερα δεν εξηγείται πως και γιατί ο Αιτητής θεωρεί ότι η παύση του Καθ' ου η αίτηση και ταυτόχρονα ο δικός του διορισμός θα οδηγήσει σε περιορισμό των εξόδων διαχείρισης. Κανένα στοιχείο έχει προσκομιστεί που να τεκμηριώνει την αναφορά αυτή. Επίσης ο λόγος επί του οποίου στηρίζεται η αναφορά του Αιτητή ότι ο διορισμός του θα δημιουργήσει δυνατότητα άμεσης και τακτικής επαφής μεταξύ του ιδίου και του δηλωμένου ως μοναδικού κληρονόμου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο κληρονόμος δεν διαμένει στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου αλλά στη Σουηδία, κάτι που όχι μόνο διαπιστώνεται από τα επισυνημμένα έγγραφα αλλά επίσης παραδέχεται ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του στη γραπτή αγόρευση του (βλέπε τρίτη παράγραφο πρώτης σελίδας όπου σημειώνονται τα εξής: «Ο κληρονόμος είναι κάτοικος Σουηδίας και δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την νομοθεσία στην Κύπρο .»). Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής μου ότι σ' αντίθεση με τη ρητή απαίτηση των προνοιών του άρθρου 53
(1)του Κεφ.189, ο Αιτητής δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην κληρονομιά του αποβιώσαντα. Πανομοιότυπη προϋπόθεση εντοπίζεται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Tristram and Coote's Probate Practice' J.E. N. Russell, W. J. Pickering and G.F. Dave, 23η έκδοση όπου στη σελίδα 457 σημειώνονται τα εξής: «BY WHOM REVOCATION IS OBTAINED An application for revocation of a grant should, if not made by the grantee, be made by a person having immediate right to the grant which is to take its place, with the consent of the grantee.» Η αναφορά της πλευράς του Αιτητή ότι ο κληρονόμος, την υποστήριξη του οποίου φαίνεται να έχει, τον έχει διορίσει δεν έχει έρεισμα. Ο κληρονόμος δεν διορίζει διαχειριστή και ούτε ένα τέτοιο πρόσωπο θεωρείται συνεργάτης του για να μπορεί να το πράττει. Ο κληρονόμος απλά δίδει τη συγκατάθεση του για το πρόσωπο που αιτείται να του χορηγηθούν τα έγγραφα διαχείρισης και ο Πρωτοκολλητής, αφού εξετάσει την αίτηση του, αποφασίζει αν θα την εγκρίνει ή όχι (ενδεικτικά αναφέρω τα άρθρα 13, 17 και 19 Κεφ.189 και τους κανονισμούς 9 και 10 των Διαδικαστικών Κανονισμών 1955). Είναι γι' αυτό που η απόφαση του Πρωτοκολλητή υπόκειται σε έφεση (άρθρο 24 Κεφ.189). Σε τελευταία ανάλυση είναι ο Πρωτοκολλητής που κρίνει αν θα διορίσει κάποιον διαχειριστή ή όχι και ακολούθως είναι το ίδιο το Δικαστήριο που θα κρίνει αν χρήζει ή όχι η παύση και η αντικατάσταση του προσωπικού αντιπροσώπου στην πορεία. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο άρθρο 52 είναι σαφές και δεν επιτρέπει οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από το ότι το Δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει για το θέμα αυτό είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης. Το γεγονός ότι ο Αιτητής εξασφάλισε τη συγκατάθεση του κληρονόμου για το διορισμό του (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της αίτησης), όπως την εξασφάλισε και ο Καθ' ου η αίτηση προηγουμένως, δεν διαγράφει και ούτε υποκαθιστά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει τις παραμέτρους που προσμετρούν στην κρίση του στη βάση των ενώπιων του δεδομένων και να αποφασίσει για την αίτηση που προωθείται επί του θέματος αυτού. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προωθήθηκαν για να στηρίξουν την αίτηση δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης, θα εξετάσω αυτεπάγγελτα κατά πόσο ενδείκνυται η παύση του Καθ' ου η αίτηση ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και η αντικατάσταση του από τον Αιτητή. Η εξέταση γίνεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52
(1)του Κεφ.189 που παρέχει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο στη βάση του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιον μου καθώς επίσης των δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση. Με γνώμονα ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει αποβιώσει αλλά και ούτε κατέστη πνευματικά και/ή σωματικά ανίκανος να ενεργεί (υπό την έννοια να εκτελεί τα καθήκοντα του), η υποπαράγραφος (β) του άρθρου 52
(1)που περιέχει τους λόγους αυτούς δεν έχει έρεισμα για να εφαρμοστεί. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Προχωρώ τώρα να εξετάσω αν ο Καθ' ου η αίτηση, υπό την ιδιότητα του προσωπικού αντιπροσώπου, επέδειξε εσκεμμένη παράλειψη σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς ή διέπραξε παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς που είναι οι λόγοι παύσης ενός προσωπικού αντιπροσώπου που αναγνωρίζονται από την υποπαράγραφο (β) του άρθρου 52
(1)του Κεφ.189. Οι αντίστοιχες αγγλικές φράσεις που περιέχονται στο αρχικό αγγλικό κείμενο της νομοθεσίας πριν από την μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα είναι οι 'wilful neglect' και 'misconduct'. Ωστόσο με βάση την αγγλική υπόθεση In the Goods of Galbraith [1951] 2 All E.R. 470 μπορεί να λεχθεί ότι η περίπτωση φυσικής αδυναμίας του προσωπικού αντιπροσώπου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ως αποτέλεσμα ασθένειας ή προχωρημένης ηλικίας δεν αποτελεί είτε 'εσκεμμένη παράλειψη' είτε διάπραξη 'παραπτώματος'. Το Κεφ.189 δεν ερμηνεύει τις φράσεις 'wilful neglect' και 'misconduct'. Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd Ed., Vol. 5, σελ., 338 & 339, οι πιο πάνω φράσεις ερμηνεύονται ως εξής σε ελεύθερη μετάφραση: (α) 'εσκεμμένη παράλειψη' ('wilful neglect'), σημαίνει την εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο το οποίο είναι επιφορτισμένο με κάποιο καθήκον και το οποίο γνωρίζει ή όφειλε αν δεν είναι απερίσκεπτα αδιάφορος να γνωρίζει, ότι η πράξη ή παράλειψη θα εξισώνεται με παράβαση αυτού του καθήκοντος, (β) 'εσκεμμένο παράπτωμα' ('wilful misconduct'), σημαίνει την συνειδητή εκ προθέσεως και όχι τυχαία εσφαλμένη ή με απερίσκεπτη αδιαφορία πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο χωρίς το πρόσωπο αυτό να νοιάζεται για τα αποτελέσματα της πράξης ή παράλειψης του. Υπάρχει όμως και νομολογία που ερμηνεύει νομικά την έννοια της 'εσκεμμένης παράλειψης' ή του 'εσκεμμένου παραπτώματος'. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα και άλλου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομίας, κυρίαρχο προαπαιτούμενο που θέτει το άρθρο 52
(1)(α), προϋποθέτει γνώση και αντίληψη του εσφαλμένου της συμπεριφοράς και, παρά ταύτα, εκ προθέσεως διενέργεια της πράξης ή τέλεση της παράλειψης, με αδιαφορία για τις συνέπειες. Η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης σε σχέση με τη διαχείριση καταπιστεύματος έχει εξηγηθεί από τον Warrington L.J. στην υπόθεση In re Trusts of Leeds City Brewery [1925] 1 Ch. 532, 544, ως εξής: ". then it becomes important to consider what is meant by a wilful breach of trust r wilful negligence or wilful failure to perform his duty. I think it means this. I think it means deliberately and purposely doing something which he knows, when he does it, is a breach of trust, consisting in a failure to perform his duty as trustee". Τέτοιες προϋποθέσεις δεν έχουν στοιχειοθετηθεί σε σχέση με την επιλογή του διαχειριστή να μην υπερασπιστεί την αγωγή.» Με βάση δε το άρθρο 36 του Κεφ.189 προσωπικός αντιπρόσωπος που ενεργεί καλόπιστα προστατεύεται από οποιοδήποτε ελάττωμα στο οποίο υπέπεσε ή από περίσταση που επηρεάζει το κύρος της αντιπροσώπευσης. Στα πλαίσια άσκησης της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς τα βαθμό καταλληλότητας του προσωπικού αντιπροσώπου το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη στοιχεία που περιλαμβάνονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαχείρισης (Θεμιστοκλέους v. Λεωνίδου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 417 - παρόλο ότι αναφέρεται στον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος του 1996 (Ν.23(Ι)/1996) εντούτοις βρίσκει έρεισμα και στο Κεφ.189). Κατά την εξέταση μιας αίτησης για παύση του προσωπικού αντιπροσώπου με βάση το άρθρο 52 του Κεφ.189, το Δικαστήριο φροντίζει να διασφαλίσει τη διαχείριση της περιουσίας και τα συμφέροντα των κληρονόμων (In the Goods of Galbraith (πιο πάνω)). Εάν το μοναδικό παράπονο στην αίτηση είναι η μη έγκαιρη καταχώρηση απογραφής και λογαριασμών το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε παύση και αντικατάσταση του προσωπικού αντιπροσώπου (In the Estate of Cope [1954] 1 All E.R. 698). Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό αλλά και από τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να δικαιολογεί επίκληση των προνοιών της υποπαραγράφου (β) του άρθρου 52
(1)του Κεφ.189. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση επέδειξε εσκεμμένη παράλειψη σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς ή ότι διέπραξε παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιά. Όπως φαίνεται από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, στο χρονικό διάστημα που είχε στη διάθεση του ο Καθ' ου η αίτηση προέβηκε σε μια σειρά από ενέργειες που αφορούν τη διεκπεραίωση της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα, οι οποίες περιγράφονται με λεπτομέρεια και κατά χρονολογική σειρά. Ειδικότερα από τις 23.06.21 που του παραχωρήθηκαν τα έγγραφα διαχείρισης μέχρι τις 30.09.21 που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση, ο Καθ' ου η αίτηση εμπλάκηκε στα γεγονότα και στις ενέργειες που καταγράφονται στις σελίδες 1-6 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση. Δεν χρειάζεται να τις καταγράψω εκ νέου. Όπως προκύπτει στο χρονικό διάστημα των τριών μηνών ο Καθ' ου η αίτηση προέβηκε σε διάφορες πράξεις που κάθε άλλο τον καθιστούν αδιάφορο υπό την έννοια ότι επέδειξε εσκεμμένη παράλειψη. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν έχει ετοιμαστεί απογραφή της περιουσίας (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση) που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ο Καθ' ου η αίτηση προέβηκε σε απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα καταχωρώντας σχετικό έγγραφο στο Δικαστήριο στις 02.09.21, παρόλο ότι αν δεν το έπραττε το γεγονός αυτό από μόνο του, όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω, δεν θα δικαιολογούσε την παύση του. Βέβαια η συνολική αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει επειδή εκκρεμεί η εκτίμηση ενός ακινήτου στην Κέρκυρα. Ως εκ τούτου το επιχείρημα του Καθ' ου η αίτηση σχετικά με τον τρίτο λόγο ένστασης ευσταθεί. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι οι ενέργειες που λήφθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση δικαιολογούν το χρόνο των τριών μηνών που διέρρευσε από την ημερομηνία που του παραχωρήθηκαν τα έγγραφα διαχείρισης μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω δεν εντόπισα οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά ή οποιαδήποτε μεμπτή πράξη και/ή παράλειψη από μέρους του Καθ' ου η αίτηση, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως διάπραξη εσκεμμένου παραπτώματος από αυτόν. Ωστόσο με έχει προβληματίσει το γεγονός της γραπτής συγκατάθεσης του κληρονόμου για διορισμό του Αιτητή ως προτεινόμενου νέου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα εις αντικατάσταση του Καθ' ου η αίτηση (Τεκμήριο 3 της παρούσας αίτησης), έχοντας πάντοτε κατά νου το ζητούμενο που είναι η άσκηση της διαχείρισης με το δέοντα τρόπο και το συμφέρον της περιουσίας του αποβιώσαντα και του κληρονόμου. Σχετικά με το θέμα αυτό χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα και άλλου (πιο πάνω), το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Από την άλλη, από όσα έχουν τεθεί ενώπιον τόσο του πρωτοδίκου Δικαστηρίου όσο και, ιδιαιτέρως ενώπιον μας με ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 1, που κατέθεσε στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον μας, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα (βλ. Letterstedt v. Broers and Another [1881-85] All E.R. 882, Jones v. Firkin-Flood [2008] EWHC 2417), οι σχέσεις του διαχειριστή και μερίδας των κληρονόμων (εφεσιβλήτων) έχουν, πλέον, καταστεί εχθρικές σε βαθμό που να τίθεται σε κίνδυνο η άσκηση της διαχείρισης κατά δέοντα τρόπο και το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, που αποτελεί το κύριο ζητούμενο κάθε φορά (Letterstedt, ανωτ.). Διότι, μπορεί μεν οι προστριβές ή και η εχθρότητα μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων, κατ΄αρχάς, να μην αποτελούν λόγο παύσης του διαχειριστή, όμως, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται πλέον κατάρρευση της σχέσης διαχειριστή και κληρονόμων έτσι ώστε να εμποδίζεται η άσκηση της διαχείρισης και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων, η εχθρότητα μπορεί να αποκτήσει βαρύνουσα έως καθοριστική σημασία (Letterstedt (ανωτέρω), Re Wrightson [1908] 1 Ch. 789 και Kershaw v. Micklethwaite [2010] EWHC 506).» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Μελετώντας με προσοχή το περιεχόμενο της επιστολής στην οποίαν εκφράζεται η υποστήριξη του κληρονόμου προς το πρόσωπο του Αιτητή, δεν διατυπώνεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος λόγος που να εξηγεί τη διαφορετική πλέον επιθυμία του. Από το περιεχόμενο της δεν έχω διαπιστώσει οι σχέσεις του Καθ' ου η αίτηση και του κληρονόμου να έχουν καταρρεύσει ή να έχουν καταστεί εχθρικές ή έστω να έχουν δυσμενώς επηρεαστεί για κάποιο συγκεκριμένο λόγο ώστε πλέον να εμποδίζεται η δέουσα άσκηση της διαχείρισης και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας του αποβιώσαντα και του κληρονόμου. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν δικαιολογείται παύση και αντικατάσταση του Καθ' ου η αίτηση. Ο δε τέταρτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Ένεκα της πιο πάνω κατάληξης δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα. Ως εκ τούτου, ουδεμία διαταγή εξόδων εκδίδεται. (Υπ.) ............................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο