← Κύπρος

Αραούζου κ.α. ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 652/21, 10/3/2022

Αραούζου κ.α. ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 652/21, 10/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 652/21 Μεταξύ: 1.ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Αραούζου, από την Πάφο 2.ΧΧΧΧ Λοϊζίδης, από την Αγλαντζιά Ενάγουσα και ΧΧΧΧ Νικολάου, από την Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 10.3.22 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κκ Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Ζανούπας ------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 23.9.21 οι Ενάγοντες/Αιτητές εξαιτούνται εναντίον του Εναγόμενου/Καθ' ου η αίτηση συνοπτική απόφαση ως οι παράγραφοι 14(Α),(Β), (Γ), (ΣΤ) και (Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.48, θθ.1-4, 8-9, Δ.18, θθ.1(α), 2, 4, 7 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 1, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», και από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Χατζηνεοφύτου. Στην ένορκο δήλωση της Ενάγουσας αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα είναι από το έτος 2016 εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου, από τώρα και στο εξής «το τεμάχιο», κατά ½ μερίδιο. Προηγουμένως κατείχε μόνο το ¼ μερίδιο. Το υπόλοιπο ¼ της το μεταβίβασε ο ΧΧΧΧ Αραούζος το έτος

  1. Το υπόλοιπο ½ μερίδιο κατέχει ο Ενάγων 2 ο οποίος μαζί με τον ΧΧΧΧ Αραούζο ανέθεσαν στην Ενάγουσα κατά τον Ιανουάριο του 2014 την διαχείριση του τεμαχίου. Στις 10.2.14 η Ενάγουσα ενοικίασε στον Καθ' ου η αίτηση το τεμάχιο μαζί με αποθήκη δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 10.2.
  2. Η ενοικίαση ήταν για δύο έτη και το ενοίκιο συμφωνήθηκε στο ποσό των Ευρώ 130,00 σεντ τον μήνα. Στην λήξη της ενοικίασης υπογράφηκε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο για περίοδο 3 ετών, ήτοι από 10.2.16 μέχρι 9.2.19 με το ίδιο μηνιαίο ενοίκιο. Η ενοικίαση ανανεώθηκε για άλλα δύο χρόνια, ήτοι μέχρι 9.2.
  3. Στις 9.9.20 ο σύζυγος της Ενάγουσας εισέπραξε για λογαριασμό της Ενάγουσας το ποσό των Ευρώ 520,00 σεντ με το οποίο ξοφλούνταν ενοίκια προηγούμενων μηνών καθώς και το ενοίκιο μέχρι τον Νοέμβριο του
  4. Από τότε η Ενάγουσα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό για ενοίκιο από τον Καθ' ου η αίτηση. Τον Ιανουάριο του 2021 η Ενάγουσα ενημέρωσε τον Καθ' ου η αίτηση ότι δεν επιθυμούσε την συνέχιση της ενοικίασης του τεμαχίου και ότι με την λήξη της ενοικίασης ο Καθ' ου η αίτηση θα έπρεπε να παραδώσει την κατοχή του τεμαχίου και να ξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι από 10.12.19 μέχρι 9.2.
  5. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν παρέδωσε την κατοχή του τεμαχίου. Στις 13.4.21 απέστειλε στην Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου του επιστολή - Τεκμήριο 8 - με την οποία επικαλέστηκε την συνομολόγηση προφορικής συμφωνίας κατά την 16.7.20 για ανανέωση της ενοικίασης για περαιτέρω 3 χρόνια και συγκεκριμένα από 9.2.21 μέχρι και τις 8.2.
  6. Επίσης ζητείτο η αποστολή στον Καθ' ου η αίτηση τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο να κατατίθεται το ενοίκιο. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε στον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση επιστολή ημερομηνίας 27.4.21 - Τεκμήριο 9 - με την οποία απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο
  7. Και στις 5.5.21 δεύτερη επιστολή - Τεκμήριο 10 - με την οποία απέρριπτε τον ισχυρισμό περί ανανέωσης της ενοικίασης προφορικά για 3 χρόνια και τον καλούσε να πληρώσει όλα τα ενοίκια. Με την εν λόγω επιστολή τερματίζονταν, επίσης, η κατοχή την οποία επικαλούνταν ο Καθ' ου η αίτηση και καλούνταν ο Καθ' ου η αίτηση να παραδώσει την κατοχή του τεμαχίου εντός 2 ημερών. Ο Καθ' ου η αίτηση απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 6.5.21 - Τεκμήριο 11 - με την οποία απέρριπτε το περιεχόμενο των επιστολών του και τον καλούσε να παραλάβει τα οφειλόμενα ενοίκια από το γραφείο του στις 7.5.21 το πρωί. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση διευθέτησαν συνάντηση στο Δικαστήριο στις 7.5.
  8. Κατά την συνάντηση ο Καθ' ου η αίτηση είπε στον δικηγόρο της Ενάγουσας ότι δεν ήταν έτοιμος να πληρώσει τα ενοίκια και ότι θα συναντιόνταν με την Ενάγουσα για σκοπούς διευθέτησης. Η διευθέτηση ήταν όπως αυτός παραδώσει την κατοχή του τεμαχίου και της αποθήκης μέχρι το τέλος Μαΐου και η Ενάγουσα του χαρίσει τα ενοίκια. Στις 13.5.21 έλαβε χώρα η συνάντηση κατά την οποία η Ενάγουσα υποσχέθηκε στον Καθ' ου η αίτηση να του χαρίσει τα οφειλόμενα ενοίκια νοουμένου ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα παρέδιδε την κατοχή μέχρι τις 31.5.
  9. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν παρέδωσε την κατοχή και εξακολουθεί να κατέχει παράνομα το τεμάχιο και την αποθήκη και να οφείλει τα ενοίκια από 10.12.19 μέχρι 9.2.21, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.820,00 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 10.2.21 μέχρι εξόφλησης. Εντός του τεμαχίου ο Καθ' ου η αίτηση τοποθέτησε διάφορα κινητά αντικείμενα τα οποία αρνείται να απομακρύνει καθώς και πασσάλους για να περιφράξει το τεμάχιο και να κάνει στάβλο πτηνών και ζώων. Η ενοικίαση δεν αφορά σε κατάστημα ή κατοικία και δεν βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση και η εμφάνιση που καταχώρησε μέσω του δικηγόρου του αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την διαδικασία. Η απαίτηση είναι γνήσια και αληθής. Δεν θα πρέπει να δοθεί στον Καθ' ου η αίτηση άδεια για να υπερασπισθεί. Η Ενάγουσα ζητεί απόφαση ως οι παράγραφος 14(Α), (Β), (Γ), (ΣΤ) και (Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης. Στην ένορκό του δήλωση ο κύριος ΧΧΧΧ Χατζηνεοφύτου αναφέρει τα ακόλουθα. Στις 7.5.21 ο κύριος Χατζηνεοφύτου τηλεφώνησε στον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση λέγοντας του ότι θα επισκεπτόταν το γραφείο του για να εισπράξει τα οφειλόμενα ενοίκια όπως τον είχε καλέσει ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση με την επιστολή του ημερομηνίας 6.5.
  10. Ο κύριος Ζανούπας εισηγήθηκε στον κύριο Χατζηνεοφύτου να συναντηθούν στον χώρο του Δικαστηρίου όπου και βρισκόταν μαζί με τον πελάτη του για να του δώσουν τα χρήματα. Κατά την συνάντηση ο κύριος Ζανούπας είπε στον κύριο Χατζηνεοφύτου ότι δεν θα γινόταν η πληρωμή εκείνη την ώρα και ότι θα επιδίωκε συνάντηση ο πελάτης του με την Ενάγουσα και θα επιδιώξει να του χαριστούν τα ενοίκια και αυτός να παραδώσει την κατοχή με κάποια παράταση χρόνου. Στην δική του ένορκο δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η Ενάγουσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης καθότι οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις και συζητήσεις σε σχέση με το τεμάχιο γίνονταν με τον σύζυγό της, ΧΧΧΧ Χρυσάνθου, και όχι με την Ενάγουσα την ίδια αρνείται ότι η Ενάγουσα κατά τον Ιανουάριο του 2021 τον πληροφόρησε για την επιθυμία της να μην ανανεωθεί η ενοικίαση μετά την λήξη της καθώς και ότι έπρεπε να παραδώσει την κατοχή του τεμαχίου. Η Ενάγουσα ουδέποτε είχε συνάντηση με τον Καθ' ου η αίτηση και όλες οι επαφές γίνονταν με τον σύζυγό της. Τα πραγματικά δε γεγονότα έχουν ως περιγράφονται στην επιστολή του δικηγόρου του - Τεκμήριο
  11. Η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας - Τεκμήριο 10 - στην οποία η Ενάγουσα για πρώτη φορά εκφράζει πρόθεση τερματισμού της συμφωνίας την διαψεύδει. Οπότε και προκύπτει το ερώτημα υπό ποιο καθεστώς ο Καθ' ου η αίτηση κατέχει το τεμάχιο από τις 10.2.21 μέχρι τις 5.5.
  12. Η απάντηση είναι γιατί είχε ανανεωθεί η σύμβαση για 3 χρόνια ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται το περιεχόμενο των επιστολών - Τεκμήρια 9 και 10 ουδέποτε ο Καθ' ου η αίτηση εξέφρασε την πρόθεση να παραδώσει κατοχή του τεμαχίου παρά μόνο πρόθεση να καταβάλει τα ενοίκια. Αρνείται ότι είπε στον δικηγόρο της Ενάγουσας ότι θα είχε συνάντηση μαζί της για να του χαρίσει τα ενοίκια και να της παραδώσει την κατοχή του τεμαχίου. Αυτό που είπε στον δικηγόρο της ήταν ότι θα είχε συνάντηση με τον σύζυγό της Ενάγουσας για να του καταβάλει τα ενοίκια. Επίσης αρνείται ότι συναντήθηκε με την Ενάγουσα και ότι της υποσχέθηκε ότι θα παρέδιδε την κατοχή του τεμαχίου ο Καθ' ου η αίτηση ουδέν ενοίκιο οφείλει αφού στις 7.5.21 στην συνάντηση που είχε με την σύζυγο της Ενάγουσας προσφέρθηκε να πληρώσει όλα τα οφειλόμενα ενοίκια πλην όμως ο σύζυγος της Ενάγουσας αρνήθηκε να τα παραλάβει ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι ο δικηγόρος του με τον οποίο ήταν αδιαλείπτως μαζί εντός του χώρου του Δικαστηρίου στις 7.5.21 ανέφερε στον κύριο Χατζηνεοφύτου αυτά που ο τελευταίος αναφέρει στην ένορκό του δήλωση. Αυτό που ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση ανέφερε στον κύριο Χατζηνεοφύτου ήταν ότι θα είχε συνάντηση εντός της ημέρας με τον σύζυγο της Ενάγουσας για να του δώσει τα οφειλόμενα ενοίκια. Ο δικηγόρος του δεν ανέφερε οτιδήποτε εκ μέρους του στον κύριο Χατζηνεοφύτου. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της δικαστικής απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά δικαστικής απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Παρά το ότι δεν διατυπώνεται λόγος ένστασης στο σώμα της Ειδοποίησης ένστασης σε σχέση με το αν η Ενάγουσα είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης το ζήτημα αυτό θα το εξετάσω εν' όψει της σημασίας του ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας σύμφωνα με τον σχετικό θεσμό και την Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται. Πάντως θίγεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 αναφέρεται από τον Καθ' ου η αίτηση ότι η θέση της Ενάγουσας ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης είναι απορριπτέα καθότι οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις και συζητήσεις σε σχέση με το τεμάχιο γίνονταν με τον σύζυγό της και όχι με την ίδια. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . .................. . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . .................... . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι η Ενάγουσα. Είναι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου κατά το ½ μερίδιο και το πρόσωπο που υπέγραψε τα ενοικιαστήρια έγγραφα - Τεκμήρια 3-6 - με τον Καθ' ου η αίτηση με ισχύ, αρχικά, από 10.2.14 μέχρι 9.2.16 και στην συνέχεια από 10.2.16 μέχρι 9.2.19 και, τέλος, από 10.2.19 μέχρι 9.2.21. Είναι το πρόσωπο που έδωσε εντολή στον δικηγόρο της να αποστείλει επιστολή στον Καθ' ου η αίτηση με την οποία να τον ενημερώνει για την επιθυμία της να μην ανανεωθεί η ενοικίαση και να τον καλεί, αφενός, να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια, αφετέρου, να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του τεμαχίου. Είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή της τις επιστολές αυτές - Τεκμήρια 9 και 10 - τις οποίες και επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση. Τέλος είναι το πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση για την μη πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων - όπως και να' χει το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση - και για το ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του τεμαχίου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης η Ενάγουσα με την ένορκό της δήλωση περιλαμβανομένων των επισυναπτόμενων σε αυτήν τεκμηρίων επιβεβαίωσε την αιτία αγωγής, το αξιώμενο ποσό - όπως και να χει το ύψος των οφειλόμενων ενοικίων δεν αμφισβητείται - και το αξιώμενο διάταγμα. Με τα Τεκμήρια 9 και 10 ενημέρωσε τον Καθ' ου η αίτηση μέσω του δικηγόρου της ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ενοικίασης, τερμάτισε την ενοικίαση και καλούσε τον Καθ' ου η αίτηση να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του τεμαχίου εντός καθορισμένου χρόνου. Με το Τεκμήριο 1 κατέδειξε το ιδιοκτησιακό της συμφέρον επί του τεμαχίου και, κατ' επέκταση, ότι δικαιούται να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνει. Τέλος δήλωσε ότι σύμφωνα με την πεποίθησή της δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Ενάγουσα ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και βαρύνουν τον αιτητή με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας και το βάρος απόδειξης να εναποτίθεται στον Καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ο καθ' ου η αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή οφείλει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπιση που αποκαλύπτει δύναται να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. Η υπεράσπιση που προβάλλει ο Καθ' ου η αίτηση είναι η υπό αυτού ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία ανανέωσης της ενοικίασης για 3 χρόνια την οποία ως με ευκρίνεια συνάγεται από τους ισχυρισμούς του έκανε με τον σύζυγο της Ενάγουσας. Ο σύζυγος της Ενάγουσας δεν είναι, όμως, ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου. Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός από τον Καθ' ου η αίτηση προς την κατεύθυνση ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας είναι ο πληρεξούσιός της δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ή ο αντιπρόσωπός της (agent) ώστε να μπορεί να την δεσμεύει. Είναι ένα διαφορετικό πρόσωπο από την Ενάγουσα και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει την Ενάγουσα. Επομένως η υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενη συμφωνία ανανέωσης της ενοικίασης δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ισχύ και δεν μπορεί να είναι δεσμευτική για την Ενάγουσα. Επιπλέον το άρθρο 77
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Σύµβαση που αφορά τη µίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν— (α) είναι γραπτή· και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύµβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συµβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ µέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο µαρτύρων ικανών προς το συµβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύµβαση ως µάρτυρες». Η υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικίασης του τεμαχίου είναι για 3 χρόνια και έγινε προφορικά. Υπό το φως του άρθρου 77
(1)του Κεφ. 149, όπως τροποποιήθηκε, δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό για ενοίκια μνημονεύεται ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας δεν καταδείχθηκε να είναι πρόσωπο που δεσμεύει την Ενάγουσα. Αυτό και μόνο είναι αρκετό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο Καθ' ου η αίτηση απέτυχε να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Οι Ενάγοντες δικαιούνται, επομένως, σε απόφαση υπέρ τους και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου ως η παράγραφος 14(Α) της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου. Εκδίδεται δήλωση του Δικαστηρίου ως η παράγραφος 14(Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 14(Γ) της Έκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.