Εν Πτωχεύσει: Ιωαννίδης, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 7/2021, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 7/2021 Εν Πτωχεύσει: ΧΧΧΧΧΧΧ Ιωαννίδης, Α.Τ. ΧΧΧΧΧΧΧ, εκ Πάφου, Λεωφόρος ΧΧΧΧΧΧΧ, Χλώρακα, ΧΧΧΧ Πάφος Παράκληση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης υπό Alpha Bank Cyprus Ltd δυνάμει των πτωχευτικών κανονισμών και του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 Αίτηση ημερομηνίας 15.09.21 για παραμερισμό και/ή ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης Ημερομηνία: 28.02.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Μ. Μενελάου για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση: κος Ν. Καλλένος για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.08.21 η Alpha Bank Cyprus Ltd (στα πλαίσια της παρούσας αίτησης η «Καθ' ης η αίτηση») ως πιστωτές, μετά από σχετική παράκληση, εξασφάλισε την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, την οποία στις 09.09.21 επέδωσε προσωπικά στον ΧΧΧΧΧΧ Ιωαννίδη (στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ο «Αιτητής») ζητώντας την πληρωμή των ποσών, τόκων και εξόδων που σημειώνονται στο σώμα του εγγράφου ως οφειλόμενα, δυνάμει απόφασης που εκδόθηκε στις 23.05.12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην αγωγή υπ' αριθμό ΧΧΧΧ/2011. Στις 15.09.21 ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος που θα παραμερίζει και/ή ακυρώνει την προαναφερόμενη ειδοποίηση πτώχευσης. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στα άρθρα 2-5, 87, 90 και 93 του Κεφ.5, στους Κανονισμούς 2-4, 5
(2), 6-9, 16-18, 27, 38-43, 187 και 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, στις Δ.48 Θ.1-3, Θ.5, Θ.7, Θ.11 & Θ.12 και Δ.57 Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 9 του Κεφ.6, στο Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις αρχές επιείκειας και του κοινοδικαίου. Στο σώμα της αίτησης καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της ειδοποίησης πτώχευσης, οι οποίοι είναι:
(1)Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη.
(2)Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή εκδικητική, αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα και προωθείται κατά παράβαση των δικαστικών διαδικασιών, εφόσον αποσκοπεί στον εκβιασμό του Αιτητή να πληρώσει.
(3)Η ειδοποίηση πτώχευσης έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία δεν αιτιολογείται και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
(4)Ο εξ' αποφάσεως πιστωτής είναι και/ή ήταν εξασφαλισμένος πιστωτής με τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ/2001 και ΥΧΧΧΧ /2003.
(5)Ο Αιτητής προστατεύεται από τις πρόνοιες του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, τις πρόνοιες του οποίου η παρούσα αίτηση καταστρατηγεί και/ή παραβιάζει.
(6)Τα ισχυριζόμενα ποσά που απαιτούνται είναι λανθασμένα και/ή παραφουσκωμένα και/ή αντίθετα με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
(7)Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκη δήλωση του. Μέσα από το περιεχόμενο της παρέχονται οι θέσεις του Αιτητή, οι οποίες, κατά τον ίδιο, υποστηρίζουν τους λόγους που εκτίθενται στο σώμα της αίτησης. Σύμφωνα με τον Αιτητή, στην ειδοποίηση πτώχευσης δεν αναγράφονται οι Κανονισμοί 39 και 40 που αποτελούν τη δικαιοδοτική βάση για την έκδοση της, πράγμα που συνιστά θεμελιώδης παράλειψη η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη. Επίσης ο Αιτητής σημειώνει ότι το ποσό που αναγράφεται ως οφειλόμενο στην εν λόγω ειδοποίηση είναι εσφαλμένο επειδή, ως ισχυρίζεται, υπερβαίνει το πραγματικά οφειλόμενο. Είναι ακόμη η θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εξασφαλισμένος πιστωτής ένεκα της ύπαρξης των υποθηκών με αρ. ΥΧΧΧΧ/2001 και ΥΧΧΧΧ /2003 αλλά και από την εγγραφή εμπράγματου βάρους επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του. Ωστόσο, όπως ο Αιτητής επισημαίνει, η Καθ' ης η αίτηση δεν έπραξε οτιδήποτε μέχρι σήμερα για να εκποιήσει τι πιο πάνω υποθήκες. Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση κωλύεται να προωθεί την ειδοποίηση πτώχευσης επειδή ο πρωτοφειλέτης (εναγόμενη 1 στη δικαστική απόφαση) έχει επαρκή περιουσία αλλά και οικονομική δυνατότητα για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή. Παράλληλα ο ίδιος δηλώνει ότι διαθέτει τη δυνατότητα να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις που το Δικαστήριο θα καθορίσει. Επιπλέον είναι η θέση του Αιτητή ότι θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η διαδικασία πτώχευσης που εκκρεμεί εναντίον του πρωτοφειλέτη και μετά να προωθήσει τη διαδικασία πτώχευση εναντίον του, ως εγγυητής που είναι. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική, εκδικητική και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς επειδή στοχεύει μόνο την άσκηση πίεσης στο πρόσωπο του για να πληρώσει την εξ' αποφάσεως οφειλή. Στις 10.11.21 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί διαφόρων λόγων, οι οποίοι όταν ταξινομηθούν είναι οι εξής:
(1)Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη, ελλιπή και ανεπαρκή νομική βάση και/ή σε λανθασμένους και άσχετους διαδικαστικούς κανονισμούς και νομοθεσία.
(2)Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς, με τη νομοθεσία και με τη νομολογία.
(3)Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά επειδή αποσκοπεί στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και στον εκτροχιασμό της πτωχευτικής διαδικασίας.
(4)Δεν καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή εντός της προβλεπομένης περιόδου που να καταδεικνύει ότι διατηρεί ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος.
(5)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ένσταση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε διάφορα άρθρα του Κεφ.5, σε διάφορους πτωχευτικούς διαδικαστικούς κανονισμούς, στις Δ.48 Θ.1-9, Θ.11 & Θ.12, Δ.57 και Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Συντάγματος, στους κανόνες επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου ΧΧΧΧΧΧ Θεοδώρου, λειτουργού στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτησης, ο οποίος, αφού αναφέρει τα γεγονότα της υπόθεσης, εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη του, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν νομικών συμβουλών που έχει λάβει, σχολιάζει τους λόγους που ο Αιτητής σημειώνει στην παρούσα αίτηση και παρουσιάζει τις δικές του θέσεις που θεωρεί ότι τους αντικρούουν και αποδεικνύουν ότι είναι αβάσιμοι. Δεν χρειάζεται να καταγράψω τις θέσεις του ομνύοντα Θεοδώρου επειδή θα ασχοληθώ μ' αυτές κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης αυτής. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, πρόνοιες νομοθεσίας και δικονομικές διατάξεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Επίσης για σκοπούς ολοκληρωμένης ενημέρωσης έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Προτού ασχοληθώ με την υπό κρίση αίτηση, θεωρώ ορθό να αναφέρω επιγραμματικά ουσιώδη γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπως αυτά εξόφθαλμα προκύπτουν από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου καθώς επίσης από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Αυτά είναι:
(1)Στις 23.05.12 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, του Αιτητή ως εγγυητή και άλλων προσώπων για τα ποσά, τόκους, κεφαλαιοποίηση και έξοδα που αναφέρονται στο κείμενο της από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. ΧΧΧΧ/2011.
(2)Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκαν διατάγματα ενυπόθηκων ακινήτων που αφορούν τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ /2001 και ΥΧΧΧΧ /2003 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερ. 27.09.01 και 19.09.03 αντίστοιχα.
(3)Η πιο πάνω δικαστική απόφαση δεν τελεί υπό αναστολή.
(4)Στις 19.08.21 η Καθ' ης η αίτηση», ως εξ' αποφάσεως πιστωτής, μετά από σχετική παράκληση, εξασφάλισε την έκδοση της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά τον Αιτητή που είναι εξ' αποφάσεως οφειλέτης.
(5)Η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 09.09.21.
(6)Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης καταχωρίστηκε στις 15.09.21 και επιδόθηκε στην πλευρά της Καθ' ης η αίτησης στις 16.09.21. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τους λόγους ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης της η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη, ελλιπή και ανεπαρκή νομική βάση και/ή σε λανθασμένους και άσχετους διαδικαστικούς κανονισμούς και νομοθεσία. Θα πρέπει να λεχθεί ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όπως και μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης κανένας σχολιασμός γίνεται ως προς το γιατί και που η πλευρά της Καθ' ης η αίτησης θεωρεί ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης πάσχει νομικά ή είναι εσφαλμένη. Ακόμη ουδεμία εξήγηση δίδεται ως προς το λόγο που θεωρεί το νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης ανεπαρκή και που δηλαδή αυτή υστερεί κατά τη γνώμη του νομικά. Ούτε αναφορά υπάρχει από το περιεχόμενο της νομικής βάσης που τουλάχιστο να υποδεικνύει συγκεκριμένα ποιοι, σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, διαδικαστικοί κανονισμοί και νομοθεσία είναι άσχετοι. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στη σφαίρα του ισχυρισμού, ο οποίος τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται θεμελίωσης. Εκλαμβάνω ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία, ως ατεκμηρίωτη που έμεινε, απορρίπτεται. Παρόλα αυτά και ανεξαρτήτως αυτών που έχουν ήδη λεχθεί, η συμπερίληψη στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης άρθρων του περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5) και κανονισμών από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, όπως ενδεικτικά αναφέρω τα άρθρα 87, 90 και 93 και τους Κανονισμούς 16, 38-43, 178 και 188, αφήνουν τη θέση αυτή της Καθ' ης η αίτησης εκτεθειμένη αφού διαπιστώνεται ότι στο νομικό καθεστώς της αίτησης περιέχεται η δικαιοδοτική βάση μαζί με το ουσιαστικό δίκαιο και το δικονομικό πλαίσιο που διέπουν τη διαδικασία αυτή. Αυτό καθιστά τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης ορθή και επαρκώς συμπληρωμένη. Τα όσα ανέφερα αμέσως προηγουμένως ισχύουν, κατ' ανάλογο τρόπο, σχετικά με το δεύτερο λόγο ένστασης όπου η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς, με τη νομοθεσία και με τη νομολογία. Τόσο μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης όχι μόνο δεν εξηγείται αλλά ούτε καν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να επισημαίνει ποια είναι η παρατυπία και η αντίθεση που εντοπίζεται με τους συναφείς διαδικαστικούς κανονισμούς, νομοθεσία και νομολογία που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση χαρακτηρίζουν την υπό κρίση αίτηση. Πρόκειται για άλλη μία θέση που εκλαμβάνω ότι εγκαταλείφθηκε αφού τελικά δεν προωθήθηκε. Εφόσον στερείται θεμελίωσης, αναπόφευκτα απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά επειδή αποσκοπεί στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και στον εκτροχιασμό της πτωχευτικής διαδικασίας. Με κάθε σεβασμό στην Καθ' ης η αίτηση δεν συμμερίζομαι τη θέση της αυτή. Κατ' αρχήν η Καθ' ης η αίτηση, ως η πλευρά που επικαλέστηκε την κατάχρηση για τους λόγους που αναφέρει, όφειλε να παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνει την εν λόγω θέση της. Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει πρόθεση του Αιτητή για πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της ειδοποίησης πτώχευσης και γενικότερα δεν έχω παρατηρήσει την εκδήλωση πράξης για σκόπιμο εκτροχιασμό της πτωχευτικής διαδικασίας. Αντίθετα, πρόκειται για μία αίτηση με συγκεκριμένο αντικείμενο προς εκδίκαση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με σαφή περιεχόμενο. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια άσκησης δικαιώματος που πηγάζει ουσιαστικά από τις πρόνοιες του Κεφ.5 και των Πτωχευτικών Κανονισμών με συγκεκριμένο σκοπό τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης που καταχωρίστηκε από την Καθ' ης η αίτηση, η οποία παρούσα αίτηση, κατά τη γνώμη του Αιτητή, δικαιολογείται από τις αναφορές που εκθέτει. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν έχει καταχωρήσει ένορκη δήλωση εντός της προβλεπομένης περιόδου που να καταδεικνύει ότι διατηρεί ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος. Είναι σαφές ότι η προσπάθεια του Αιτητή εδώ αποσκοπεί στον παραμερισμό της εκδοθείσας ειδοποίησης πτώχευσης προκειμένου να τερματιστεί ο χρόνος διάπραξης πράξης πτώχευσης από μέρους του και έτσι να αποφύγει το ενδεχόμενο να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα πτώχευσης με ότι αυτό συνεπάγεται. Η αντιμετώπιση του θέματος της προσπάθειας αυτής ρυθμίζεται νομοθετικά και επιβεβαιώνεται μέσα από τη νομολογία. Με βάση το άρθρο 3
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους του άρθρου αυτού. Μία από αυτές τις περιπτώσεις καθορίζεται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 όπου πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον χρεώστη τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό και ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος επέδωσε σ' αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σ' αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το εν λόγω άρθρο παρέχει δύο επιλογές στο χρεώστη, οι οποίες του υποδεικνύονται και επεξηγούνται κατά τρόπο σαφή. Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38 μέχρι 43. Ο οφειλέτης έχει δυνατότητα παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης ακολουθώντας την δεύτερη επιλογή που του παρέχεται, δηλαδή να ικανοποιήσει ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Αυτό γίνεται με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, ως προνοείται από τον Κανονισμό 40
(2)και
(3), η οποία δυνάμει του Κανονισμού 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών λειτουργεί ως αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης (Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1B Α.Α.Δ. 788). Για καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω, παραθέτω αυτούσιες τις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του Κανονισμού 40 καθώς επίσης τις πρόνοιες του Κανονισμού 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών: «40. -
(1).
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar.
(3)In the case of a notice served in Cyprus the time shall be three days after service. In the case of a notice served elsewhere the Registrar shall fix the time when issuing the notice.
- The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the creditor at the addresses given by them under rule
- If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου]. Με την πιο πάνω ένορκο δήλωση, ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών (Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 425). Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5, το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη (Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταγωγή δεν αρκούν (In Re Debtor
(1958)2 Ch. 81). Τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ότι το ποσό που σημειώνεται δεν είναι το ορθό, κατάχρηση διαδικασίας, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης προωθείται εκδικητικά, καθώς επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να εγερθούν, όχι όμως με την ένορκη δήλωση δυνάμει του Κανονισμού 41. Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 425 υποδείχτηκε πως σε τέτοια περίπτωση η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Τέτοια αίτηση γίνεται κάτω από τον μανδύα του Κανονισμού 16 των Πτωχευτικών Κανονισμών, οι πρόνοιες του οποίου παρέχονται επίσης αυτούσιες για καλύτερη αντίληψη του σκεπτικού του Δικαστηρίου: «16. Every application to the Court shall set out the law or rules on which it is based, and be supported by affidavit verifying the facts relied upon. Save where other provision is made, an affidavit shall not be necessary in the case of applications by the Official Receiver. The application shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the applicant may be left.» Στην πιο πάνω περίπτωση, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40 που ενεργεί ως μέτρο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In Re Costas Luca (πιο πάνω), Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd (πιο πάνω), Αλωνεύτης v. Alpha Bank Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 475, Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και άλλος Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 5/2012 & 62/2012 ημερ. 15.01.16 καθώς επίσης και το αγγλικό νομικό σύγγραμμα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδοση, σελ. 14-15. Οι πιο πάνω αναφορές υιοθετούνται από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Williams and Muir Hunter: The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, όπου στις σελίδες 37-38 σημειώνονται χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Setting aside bankruptcy notice (
- a)On grounds of set-off, counterclaim or cross-demand The debtor must within the time prescribed by B.R.138 . file in court an affidavit showing within a reasonable degree of particularity the nature and amount of the set-off etc, so as to satisfy the registrar that 'sufficient cause is shown' under B.R.139. (
- b)On grounds other than set-off, etc. The debtor may apply by motion (i.e. not by summary affidavit procedure of B.R.139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.; the time limit of seven days now fixed by B.R.138 does not apply to such applications. But the court cannot on such an application go behind the judgmemt and inquire into the validity of the debt, as it can in case of a petition.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με τη διαδικασία του Δικαστηρίου για την εξέταση αίτησης για την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να εξετάσει τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της δικαστικής απόφασης επί της οποίας βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης (Αναφορικά με την χχχ Οδυσσέως v. Αίτηση υπό Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 61/2013 ημερ. 23.05.19). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής, στην προσπάθεια του να παραμερίσει την εκδοθείσα ειδοποίηση πτώχευση, εγείρει θέματα παρατυπίας, κατάχρησης/καταπίεσης/εκδίκησης, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εξασφαλισμένος πιστωτής με τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ/2001 και ΥΧΧΧΧ/2003, ότι τα ισχυριζόμενα ποσά που απαιτεί η Καθ' ης η αίτηση είναι λανθασμένα/παραφουσκωμένα/αντίθετα με την απόφαση του Ε.Δ. Πάφου στην αγωγή υπ' αρ. ΥΧΧΧΧ/2011 ημερ. 23.05.12, το ότι ο Αιτητής (εξ' αποφάσεως οφειλέτης) προστατεύεται από τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003) με την ειδοποίηση πτώχευσης να καταστρατηγεί/παραβιάζει τις πρόνοιες του Κεφ.5 και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και συνάμα αναιτιολόγητη καθυστέρηση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Εφόσον οι προβαλλόμενοι λόγοι εξόφθαλμα δεν σχετίζονται με ζητήματα ανταπαίτησης και δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής, κρίνω ότι ορθά, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, ο Αιτητής δεν καταχώρησε ένορκη δήλωση δυνάμει των Κανονισμών 40 και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Επίσης κρίνω ότι ο Αιτητής ορθά προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης με σκοπό να εξεταστούν τα θέματα που εγείρει. Έπεται ότι ο τέταρτος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Σε σχέση με τον πέμπτο λόγο ένστασης και συγκεκριμένα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, είναι θέμα που αφορά την ουσία της υπό κρίση αίτησης, η οποία θα κριθεί στη συνέχεια κατόπιν εξέτασης των λόγων που σημειώνονται στο σώμα της. Προχωρώ με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα θα εξεταστούν οι λόγοι που προβάλλονται από τον Αιτητή ότι δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, δηλαδή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της αίτησης πτώχευσης, όπως αυτοί εκτίθενται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, οι οποίοι συνδέονται άρρηκτα με τον πέμπτο λόγο ένστασης με τον οποίον η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης αυτής. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται η θέση ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη επειδή στη νομική βάση της δεν αναγράφονται λεκτικά/ονομαστικά οι Κανονισμοί 39 και 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών, οι οποίοι σύμφωνα με τον Αιτητή αποτελούν τη δικαιοδοτική βάση για την έκδοση της. Όπως υποδείχτηκε από την πλευρά του Αιτητή, πρόκειται για θεμελιώδης παράλειψη που δεν δύναται να θεραπευτεί. Επίσης τη θεωρούν παράτυπη επειδή στον τίτλο του εντύπου 4 των πτωχευτικών κανονισμών δεν σημειώνεται, ως λένε ότι έπρεπε, ο Κανονισμός 40 με αποτέλεσμα να προκαλείται στον Αιτητή ουσιαστική αδικία. Αντίθετη είναι η εισήγηση της πλευράς της Καθ' ης η αίτησης, η οποία υποστήριξε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης καταχωρίστηκε σε πλήρη συνάρτηση και/ή συμμόρφωση με τους Κανονισμούς 39 και 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών και τα έντυπα 3 και 4 του Παρατήματος 'Α' αυτών. Είναι η θέση τους ότι ουδεμία αναγκαιότητα υφίσταται και/ή απαιτείται να καταγράφεται νομική βάση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Ακόμη όμως και αν διαπιστωθεί ότι υφίσταται τέτοια ανάγκη, θεωρούν ότι πρόκειται για απλή παρατυπία που θεραπεύεται δυνάμει των άρθρων 2 και 102
(1)του Κεφ.5. Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι μέρος της πτωχευτικής διαδικασίας. Δεν είναι διαδικασία ενδιάμεσου χαρακτήρα αλλά πρόκειται για suis generis διαδικασία πρωτογενούς μορφής προσδιοριστικής των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση, η οποία δεν απαιτεί την ύπαρξη νομικής βάσης στο σώμα της για να προωθηθεί (Τρύφωνος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 706). Συνεπώς θα έλεγα ότι η μη ρητή αναφορά σε Κανονισμούς 39 και 40 ως μέρος νομικής βάσης δεν επηρεάζει την εγκυρότητα και νομιμότητα της επίμαχης ειδοποίησης πτώχευσης. Ως εκ τούτου, το εν λόγω επιχείρημα του Αιτητή είναι ανεδαφικό και έκθετο σε απόρριψη. Πέραν και ανεξαρτήτως της πιο πάνω αναφοράς, έχω αναγνώσει προσεκτικά το έγγραφο της παράκλησης και το έγγραφο της γνωστοποίησης που αφορούν την επίμαχη ειδοποίηση πτώχευσης, αμφότερα τα οποία έγγραφα ετοιμάστηκαν από την πλευρά της Καθ' ης η αίτησης και τα έχω συγκρίνει με το πρότυπο των εντύπων που παρέχεται στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Μέσα από την εν λόγω σύγκριση τους δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη παρατυπία στο πλαίσιο που επικαλέστηκε η πλευρά του Αιτητή. Προς τεκμηρίωση της κατάληξης αυτής αναφέρω ότι στον τίτλο και των δύο εγγράφων υπάρχει ρητή παραπομπή τόσο στους πτωχευτικούς κανονισμούς όσο και στο Κεφ.5. Ο τύπος, η μορφή και ο σκοπός των εν λόγω εγγράφων καθίστανται έκδηλα γνωστά από το περιεχόμενο τους. Αυτά σε συνδυασμό με την πιο πάνω ρητή παραπομπή καθιστά αντιληπτό ότι δεν μπορεί παρά η σημείωση που παρατηρείται στα έγγραφα αυτά να αφορά μόνο τους Κανονισμούς 39 και 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών, οι οποίοι είναι οι μόνοι που σχετίζονται άμεσα με τα συγκεκριμένα έγγραφα. Είναι σαφές ότι τα έγγραφα αυτά υποβάλλονται με βάση τους εν λόγω πτωχευτικούς κανονισμούς και αφορούν συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι τον Αιτητή. Το γεγονός ότι στα εν λόγω έντυπα δεν αναγράφονται αυτούσια οι λέξεις «Κανονισμός 39» και «Κανονισμός 40» σε παρένθεση, όπως επ' ακριβώς προδιαγράφεται στα σχετικά έντυπα, ουδεμία σημασία έχει από τη στιγμή που το σύνολο της διατύπωσης στον τίτλο τους φωτογραφίζει τους εν λόγω πτωχευτικούς κανονισμούς. Και ελάττωμα πάντως να χαρακτηρίσει κάποιος την απουσία της πιο πάνω αυτούσιας αναφοράς, είναι τυπικής φύσεως χωρίς να προκαλείται οποιαδήποτε αδικία και/ή ζημιά στον Αιτητή που ούτε καν χρήζει θεραπείας. Η νομοθεσία και οι σχετικοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν εύκολα ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας παρά μόνο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που ρητά αναφέρουν. Εις επίρρωση της αναφοράς μου αυτής παραπέμπω στο άρθρο 102
(1)του Κεφ.5 και στον Κανονισμό 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου 102
(1)του Κεφ.5 και των διατάξεων του Κανονισμού 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών: «102.—
(1)Καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου.» «2. Non-compliance with any of these rules, or with any rule of practice for the time being in force, shall not render any proceeding void unless the court shall so direct, but such proceeding may be set aside, either wholly or in part, as irregular, or amended or otherwise dealt with in such manner and upon such terms as the court may think fit.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων καθιστά αντιληπτό ότι δεν επιτρέπουν ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας για λόγους τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας όπως και για μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά και συγκεκριμένα διαπιστώσει ότι προκαλείται ουσιαστική αδικία ή αδικία που δεν θεραπεύεται. Εδώ δεν συμβαίνει οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Δεν έχω διαπιστώσει να έχει προκληθεί οποιαδήποτε αδικία ή βλάβη στον Αιτητή ένεκα της μη ρητής ονομαστικής αναγραφής των συγκεκριμένων κανονισμών. Ούτε έχω διαπιστώσει να έχει προκληθεί παραπλάνηση σ' αυτόν εξαιτίας της πιο πάνω τυπικής παράλειψης. Εξ' ου και η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του Κανονισμού 16 καταδεικνύει ότι αντιλήφθηκε πλήρως τι είχε να αντιμετωπίσει. Η μη παροχή εξήγησης από μέρους του Αιτητή τι είδους βλάβη ή αδικία ή παραπλάνηση τυχόν του προκαλείται, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει και ως εκ τούτου η περί του αντιθέτου λεκτική διατύπωση στερείται θεμελίωσης, σε αντίθεση με την υποχρέωση για στοιχειοθέτηση από την πλευρά που το επικαλέστηκε. Παράλληλα η πλευρά της Καθ' ης η αίτησης έχει δίκαιο που αναφέρει ότι δεν απαιτείται η καταγραφή νομικής βάσης στα εν λόγω δύο έγγραφα. Αν κάποιος εξετάσει το περιεχόμενο των εντύπων που υπάρχει στο Παράρτημα 'Α' των Πτωχευτικών Κανονισμών εύκολα θα διαπιστώσει την ορθότητα της πιο πάνω θέσης. Θα έλεγα ότι υπό την έννοια που το έθεσε η πλευρά του Αιτητή δεν υπάρχει δικονομικό και δικαιοδοτικό ζήτημα που δημιουργεί αμφιβολία στην εγκυρότητα και νομιμότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας στην ειδοποίηση πτώχευσης. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος του Αιτητή απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Θα εξετάσω μαζί τον δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης επειδή ο Αιτητής τους εντάσσει στο κεφάλαιο της κατάχρησης. Η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή εκδικητική, αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα και προωθείται κατά παράβαση των δικαστικών διαδικασιών αφού αποσκοπεί στον εκβιασμό του Αιτητή να πληρώσει. Προς υποστήριξη της θέσης του ο Αιτητής επικαλέστηκε το ότι προωθήθηκε η παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης προτού ολοκληρωθεί η αίτηση εκκαθάρισης υπ' αρ. ΧΧ/2020 που έχει καταχωριστεί εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία δεν αιτιολογείται και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι η θέση του ότι η παρέλευση χρονικού διαστήματος 10 ετών περίπου χωρίς να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης είναι ενδεικτικό της εκδικητικότητας και καταχρηστικότητας που χαρακτηρίζουν την παρούσα πτωχευτική διαδικασία. Με τις πιο πάνω τοποθετήσεις διαφωνεί η Καθ' ης η αίτηση. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και ούτε προϋποθέτει τη λήψη μέτρων εκτέλεσης πριν την κινητοποίηση της. Επίσης η πτωχευτική διαδικασία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης και εκβιασμού για είσπραξη επιδικασθέντων ποσών. Τέτοια διαδικασία θεωρείται καταχρηστική και το Δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να την τερματίσει αλλά και να τη στιγματίσει (London Clubs v. Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699 και Θεμιστοκλέους κ.α. v. Σιαμμά
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 2114). Όπως τονίστηκε στην Οικονομίδης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1Γ 1255, οι μέθοδοι εκτέλεσης δικαστικής απόφασης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Στην παρούσα υπόθεση ο πιο πάνω ισχυρισμός του Αιτητή δεν έχει επί της ουσίας του αποδειχτεί. Πως και γιατί η επίμαχη ειδοποίηση πτώχευσης χαρακτηρίζεται καταχρηστική, με πιο τρόπο θεωρείται καταπιεστική και εκδικητική, πως αποσκοπεί σε εκβιασμό του Αιτητή να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του και ποια είναι τα γεγονότα που είναι ουσιώδη και αποκρύβονται από την πλευρά της Καθ' ης η αίτησης, είναι ερωτήματα που τελικά παρέμειναν αναπάντητα. Το βάρος απόδειξης της αίτησης για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης έχει ο χρεώστης (εδώ ο Αιτητής), ο οποίος οφείλει να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του (Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πιο πάνω), Αναφορικά με την Αίτηση για έκδοση πτωχευτικής ειδοποίησης και την πτωχευτική ειδοποίηση ημερ. 30/04/2009 από την Alpha Bank Cyprus Ltd πρώην Alpha Bank Ltd v. Αναφορικά με τον Κώστα Αριστείδη και άλλης Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 199/2010 & 200/2010 ημερ. 20.05.15). Εδώ ουδεμία τεκμηρίωση υπήρξε με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός να είναι έκθετος σε απόρριψη. Η αναφορά του Αιτητή ότι θεωρεί την παρούσα διαδικασία καταχρηστική επειδή η Καθ' ης η αίτηση την έχει προωθήσει προτού ολοκληρωθεί η αίτηση εκκαθάρισης υπ' αρ. ΧΧ/2020 εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, είναι, με κάθε σεβασμό, άσχετη με τον σκοπό της ειδοποίησης πτώχευσης. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω το σκεπτικό του Αιτητή ότι το αποτέλεσμα εξέτασης αίτησης εκκαθάρισης νομικού προσώπου, όπως είναι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, προκαλεί κώλυμα στην έγερση διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης φυσικού προσώπου, όπως είναι ο Αιτητής και να την καθιστά εκδικητική και εκβιαστική ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της. Παράλληλα η μη λήψη μέτρων για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για το χρονικό διάστημα που ο Αιτητής ισχυρίζεται δεν διαγράφει το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης να προωθήσει πτωχευτική διαδικασία εναντίον του Αιτητή. Η αδράνεια και /ή παράλειψη του Αιτητή να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εις βάρος του ευθύνονται ουσιαστικά για την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας. Δεν διαπιστώνω οτιδήποτε το καταχρηστικό και/ή εκδικητικό από μέρους του Αιτητή στην προώθηση της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης. Κατάχρηση ενδεχομένως να υπήρχε αν η παρούσα πτωχευτική διαδικασία προωθείτο ταυτόχρονα με τη λήψη μέτρων στα πλαίσια εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει λεχθεί ότι συμβαίνει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση προωθεί την παρούσα διαδικασία με βάση το δικαίωμα της που πηγάζει μέσα από το Κεφ.5 και τους πτωχευτικούς κανονισμούς. Οποιαδήποτε κατάληξη που αυτή θα έχει, είναι διαφορετικό θέμα που δεν σχετίζεται με τον ισχυρισμό του Αιτητή. Συνεπώς οι λόγοι αυτοί ένστασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτησης, εξ' αποφάσεως πιστωτής, είναι και/ή ήταν εξασφαλισμένος πιστωτής με τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ/2001 και ΥΧΧΧΧ/2003. Τη θέση αυτή απορρίπτει κατηγορηματικά η Καθ' ης η αίτηση αναφέροντας παράλληλα ότι πρόκειται για παράμετρο που δεν είναι σχετική στο στάδιο αυτό. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση, ως εξ' αποφάσεως πιστωτής που είναι με την υπέρ της έκδοσης των αποφάσεων ημερ. 23.05.12 και 17.09.20 του Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. ΧΧΧΧ/11, δεν είναι υποχρεωμένη στο στάδιο της ειδοποίησης πτώχευσης να αποκαλύψει τυχόν εξασφάλιση που έχει επί της περιουσίας του Αιτητή, ως εξ' αποφάσεως χρεώστης που είναι με την εναντίον έκδοσης δικαστικής απόφασης ημερ. 23.05.12 στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, με τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ/2001 και ΥΧΧΧΧ/2003. Με βάση το άρθρο 5
(2)του Κεφ.5, αν η Καθ' ης η αίτηση θεωρείται ότι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει όταν θα προωθήσει την αίτηση πτώχευσης, δηλαδή στο στάδιο μετά την ειδοποίηση πτώχευσης, είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση της προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο Αιτητής κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης της. Επομένως η ένορκη δήλωση που θα υποστηρίξει την αίτηση πτώχευσης θα εκθέσει κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση είναι ή δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Κατ' ανάλογο τρόπο ισχύουν τα πιο πάνω σε ότι αφορά την αναφορά του Αιτητή πως η Καθ' ης η αίτηση έχει εγγράψει την δικαστική απόφαση ημερ. 23.05.12 στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. ΧΧΧΧ/11 στο Ε.Δ. Πάφου ως εμπράγματο βάρος με αριθμό ΧΧ/ΕΒ/ΧΧΧΧ/2013 (memo) σε ακίνητη περιουσία του. Η Καθ' ης η αίτηση οφείλει να αποκαλύψει τέτοια αναφορά στο στάδιο προώθησης της αίτησης πτώχευσης και όχι τώρα στην ειδοποίηση πτώχευσης. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι προστατεύεται από τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003), τις πρόνοιες του οποίου η παρούσα αίτηση καταστρατηγεί και/ή παραβιάζει. Με τη θέση αυτή η Καθ' ης η αίτηση διαφωνεί προβάλλοντας ζήτημα κωλύματος λόγω δεδικασμένου αφού, όπως επικαλείται, θα μπορούσε να είχε εγερθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής υπ' αρ. ΧΧΧΧ/2011. Όπως ήδη λέχθηκε, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας είναι πολύ περιορισμένη. Τα ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης είναι συγκεκριμένα και περιορισμένα. Αναφορά σ' αυτά έγινε προηγουμένως. Ο Αιτητής εδώ εγείρει ένα θέμα που δεν εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία επειδή εκπίπτει του πεδίου εφαρμογής της. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν σχετίζεται με τη διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης αφού οι σκοποί τους διαφέρουν. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης είναι ανεδαφικός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον έκτο λόγο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα ισχυριζόμενα ποσά που απαιτούνται είναι λανθασμένα και/ή παραφουσκωμένα και/ή αντίθετα με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η αίτηση θεωρεί ότι η θέση αυτή δεν συνιστά σχετικό παράγοντα που χρήζει εξέτασης. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στο άρθρο 3
(3)του Κεφ.5, τις πρόνοιες του οποίου παραθέτω αυτούσιες: «3. -
(1).
(3)Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο. Νοείται ότι ειδοποίηση πτώχευσης — (α) μπορεί να ορίζει αντιπρόσωπο που θα ενεργεί εκ μέρους του πιστωτή σχετικά με οποιαδήποτε πληρωμή ή για οτιδήποτε άλλο που απαιτείται από την ειδοποίηση να γίνει προς τον πιστωτή ή να τελεστεί με τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή· (β) δεν θα ακυρώνεται εξαιτίας μόνο ότι το ποσό που ορίζεται στην ειδοποίηση ως το οφειλόμενο υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά οφείλεται, εκτός αν ο οφειλέτης μέσα στην προθεσμία που δόθηκε για πληρωμή δώσει ειδοποίηση στον πιστωτή ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση την ανακρίβεια αυτή, αλλά, αν ο οφειλέτης δεν δώσει τέτοια ειδοποίηση θα θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αν μέσα στην προθεσμία που δόθηκε λαμβάνει τέτοια μέτρα τα οποία θα συνιστούσαν συμμόρφωση προς την ειδοποίηση αν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό οριζόταν ορθά σε αυτή.» [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού φέρει ο Αιτητής που τον προέβαλε. Το ότι το ποσό που αναγράφεται στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι αριθμητικά μεγαλύτερο από αυτό που σημειώνεται στην δικαστική απόφαση δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είναι και λανθασμένο και ότι έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης. Δεν αποκλείεται η αριθμητική διαφορά να οφείλεται στο ενδεχόμενο στο ποσό που καταγράφεται στην ειδοποίηση πτώχευσης να έχουν προστεθεί τόκοι και κεφαλαιοποιήσεις από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (23.05.12) μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης (19.08.21). Ο Αιτητής δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία που να θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό του, ο οποίος περιορίστηκε σε λεκτικό επίπεδο. Με γνώμονα ότι στερείται τεκμηρίωσης, ο λόγος αυτός ένστασης είναι έκθετος σε απόρριψη. Σε σχέση με τον έβδομο λόγο ένστασης, αυτός είναι γενικός, αόριστος και ασαφής. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει προοπτική επιτυχίας και γι' αυτό απορρίπτεται. Ολοκληρώνω με την εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να ισχύουν σε ειδοποίηση πτώχευσης, υπό το φως του πέμπτου λόγου ένστασης της Καθ' ης η αίτησης. Παρατηρώ ότι στις 23.05.12 έχει εκδοθεί απόφαση του Ε.Δ. Πάφου υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον του Αιτητή στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. ΧΧΧΧ/11. Η απόφαση που εκδόθηκε θεωρείται τελεσίδικη υπό την έννοια που της αποδίδει το Κεφ.5 και η οποία δεν τελεί υπό αναστολή (Θεμιστοκλέους, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Μαραθοβουνιώτη και άλλης v. Σιαμμά
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 2114). Η Καθ' ης η αίτηση έχει την ιδιότητα του εξ' αποφάσεως πιστωτή υπό την έννοια που επίσης αποδίδει το Κεφ.5 (άρθρο 3
(1)(ζ) Κεφ.5). Στην ειδοποίηση πτώχευσης η οποία αφορά τον Αιτητή και καταγράφονται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες του, επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ημερ. 23.05.12 που αφορά τον Αιτητή. Η ειδοποίηση πτώχευσης έχει επιδοθεί στις 09.09.21 στον Αιτητή προσωπικά και περιέχει την παράκληση και τη σχετική οπισθογράφηση ειδοποιήσεως στα ορθά έντυπα αναφέροντας με σαφήνεια το εξ' αποφάσεως οφειλόμενο ποσό εξηγώντας συνέπειες που τυχόν θα υπάρξουν σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της, δίδοντας παράλληλα τον χρόνο που προνοείται, ως απαιτείται από τα εδάφια
(2)και
(3)του Κανονισμού
- Οπισθογραφείται και υπογράφεται από εκπρόσωπο της επωνυμίας του δικηγορικού οίκου εκ μέρους και για λογαριασμό της Καθ' ης η αίτησης που εκπροσωπεί, με δηλωμένη διεύθυνση γραφείου αντιπροσώπευσης στην Πάφο, πόλη στην οποίαν βρίσκεται το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Σχετική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη μαζί με πιστό αντίγραφο επίδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Στη βάση αυτών των δεδομένων και σε συνδυασμό με τις προηγούμενες αναφορές και παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγκυρη και νόμιμη έκδοση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης. Έπεται ότι ο πέμπτος λόγος ένστασης της Καθ' ης η αίτησης επιτυγχάνει. Συνακόλουθα η αίτηση παραμερισμού του Αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμη για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον του Αιτητή. Η προθεσμία για συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτώχευσης η οποία αναστάληκε μέχρι να ακουστεί η παρούσα αίτηση αρχίζει να μετρά από αύριο, δηλαδή από την 01.03.
- (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο