GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αίτηση/Έφεση: 262/20, 4/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 262/20 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, άρθρα 44ΙΣΤ-44ΚΖ και 51 και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εφεσείουσας-Αιτήτριας και
- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ SWAIN Ημερομηνία: 4.3.22 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κκ Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητη 1: κκ Mantis & Athinodorou LLC Για τον Καθ' ου η αίτηση/Εφεσίβλητο 2: Ε. Ερωτοκρίτου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς εκ μέρους της Εφεσείουσας στις 29.12.20 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος: με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς της Ειδοποίησης και/ή Απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου ημερομηνίας 1.12.20 με την οποία αποφασίσθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/4ΧΧΧ3, Φ/Σχ 0/2-Χ4Χ-Χ4Χ, Τμήμα Χ, τεμάχιο 1ΧΧ3, το οποίο βρίσκεται στον ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, στην Επαρχία Πάφου επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 2/Εφεσίβλητου 2 μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης/έφεσης με την οποία ζητείται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της εν λόγω απόφασης και/ή μέχρι το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις το οποίο να απαγορεύει στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου και/ή στους αντιπροσώπους και/ή άλλα εξουσιοδοτημένα άτομα και/ή υπαλλήλους τους να μεταβιβάσουν στο όνομα του Εφεσίβλητου 2 το προαναφερόμενο ακίνητο δυνάμει αγοραπωλητήριου εγγράφου που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αριθμό ΠΩΕΧΧΧ/200Χ μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην κυρίως αίτηση/έφεση και/ή μέχρι το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 29, 30 - 32 και 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 9, άρθρα 4 - 9, 86 - 91, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», στον Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 80 και 81, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμοί 3-12, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς 2015, Κανονισμοί 1 - 6, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.40, Δ.47, Δ.48, θθ 1 - 9, Δ.55, Δ.57 και Δ.64, στο Σύνταγμα, άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 144, 152 και το Μέρος 10, στην διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Τσαγγάρη, από τώρα και στο εξής «ο Τσαγγάρης», δεόντως εξουσιοδοτημένου από την Εφεσείουσα να προβεί εκ μέρους της στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ο Τσαγγάρης εργαζόταν από τον Οκτώβριο του 2013 ως λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από τις 18.1.20 εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εφεσείουσας. Στις 31.12.20 εκδόθηκαν μονομερώς και τα δύο αιτηθέντα διατάγματα. Εκ μέρους των Εφεσίβλητων καταχωρήθηκαν ενστάσεις με τις οποίες οι Εφεσίβλητοι ενίστανται στο να εξακολουθούν τα εν λόγω διατάγματα να παραμένουν σε ισχύ. Η εκδοχή της Εφεσείουσας όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται μέσα από την ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη έχει ως ακολούθως. Η Εφεσίβλητη 1 είναι εργοληπτική εταιρεία και το έτος 200Χ πώλησε το επίδικο διαμέρισμα, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα», στον Εφεσίβλητο 2 ο οποίος σήμερα απαιτεί την μεταβίβαση επ' ονόματί του ως «εγκλωβισμένος αγοραστής». Το διαμέρισμα βρίσκεται σε πολυκατοικία στον ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ της Πάφου. Η Εφεσίβλητη 1 είχε αποφασίσει να προχωρήσει στην ανέγερση, μεταξύ άλλων, πολυκατοικιών από το έτος 200Χ. Προς τούτο είχε αποταθεί στην Τράπεζα για χρηματοδότηση και παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Έτσι η Τράπεζα δυνάμει συμφωνιών συμφώνησε σε διάφορες ημερομηνίες να παρέχει ή συνεχίσει να παρέχει στην Εφεσίβλητη 1 δάνεια και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις με σκοπό την ανέγερση κτηρίων. Ως αποτέλεσμα η Τράπεζα εκταμίευσε και κατέβαλε προς όφελος της Εφεσίβλητης 1 χρηματικά ποσά εκπληρώνοντας την υποχρέωση που ανέλαβε προς αυτήν. Ως εξασφάλιση η Εφεσίβλητη 1, μεταξύ άλλων, υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το διαμέρισμα δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης και Εγγράφου Υποθήκης, από τώρα και στο εξής «η Υποθήκη». Η Υποθήκη έλαβε αριθμό Υ4ΧΧ3/200Χ και κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών και στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Με τις παραχωρηθείσες πιστώσεις η Εφεσίβλητη 1 ανήγειρε, μεταξύ άλλων, πολυκατοικίες, περιλαμβανομένης και της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα. Στις 20.12.06 ο Εφεσίβλητος 2 σύναψε πωλητήριο έγγραφο με την Εφεσίβλητη 1, το οποίο στις 26.1.07 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αριθμό ΠΩΕΧΧΧ/200Χ.
- Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος καθορίσθηκε στο ποσό των Λ.Κ.106.000,00 σεντ. Ο Εφεσίβλητος 2 γνώριζε ότι το διαμέρισμα επιβαρυνόταν με την Υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας. Συμφωνήθηκε, έτσι, με την Τράπεζα όπως σε περίπτωση που καταβληθεί στην Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ106.000,00 σεντ έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εφεσίβλητη 1 η Υποθήκη αρθεί από το διαμέρισμα. Ειδικότερα η Τράπεζα συμφώνησε με σχετική επιστολή, από τώρα και στο εξής «η επιστολή απαλλαγής, όπως αποδεσμεύσει το διαμέρισμα από την Υποθήκη ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 2 νοουμένου ότι (α) το ποσό των Λ.Κ.106.000,00 σεντ θα καταβάλλονταν ως οι όροι της συμφωνίας πώλησης στον λογαριασμό που διατηρούσε η Εφεσίβλητη 1 με την Τράπεζα ο οποίος φέρει αριθμό 0ΧΧ-1Χ-0ΧΧΧΧ4, από τώρα και στο εξής «ο λογαριασμός», και (β) εκδίδονταν ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. Η επιστολή απαλλαγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη. Η συμφωνία των Εφεσίβλητων 1-2 με τα πιο πάνω επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι μέρος του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος και δη το μεγαλύτερο καταβλήθηκε στον λογαριασμό. Η Εφεσίβλητη 1 εκπλήρωσε δεόντως όλους τους όρους της συμφωνίας πώλησης πλην όμως παράβηκε τον όρο που προνοεί για την μεταβίβαση του διαμερίσματος στον Εφεσίβλητο
- Ωστόσο παρέδωσε το διαμέρισμα στον Εφεσίβλητο
- Εξ όσων η Εφεσείουσα πληροφορήθηκε από αντιπροσώπους της Εφεσίβλητης 1 και από τις αποδείξεις πληρωμής τις οποίες κατέθεσε ο Εφεσίβλητος 2 στο Κτηματολόγιο ο Εφεσίβλητος 2 κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα πώλησης στην Εφεσίβλητη
- Μέρος, όμως, αυτού δεν κατατέθηκε στον λογαριασμό ως η επιστολή απαλλαγής. Σύμφωνα με την επιστολή απαλλαγής η Υποθήκη δεν θα αρθεί εκτός αν, μεταξύ άλλων, το τίμημα πώλησης καταβληθεί στην ολότητά του στην Τράπεζα. Σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη ως Τεκμήριο Κ, στην οποία εμφαίνονται οι χρεώσεις και πιστώσεις του λογαριασμού φαίνεται ότι η Τράπεζα δεν έλαβε το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ, το οποίο αντιστοιχεί σε Ευρώ 36.222,00 σεντ, παρά το γεγονός ότι για το ποσό αυτό εκδόθηκε απόδειξη από την Εφεσίβλητη
- Από τις αποδείξεις πληρωμής τις οποίες κατέθεσε ο Εφεσίβλητος 2 φαίνεται ότι εκδόθηκε απόδειξη για το ποσό των Λ.Κ.21.200 το οποίο δεν κατατέθηκε στον λογαριασμό. Είναι άδικο να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στον Εφεσίβλητο 2 χωρίς να εκπληρωθούν οι όροι της επιστολής απαλλαγής. Αν μεταβιβασθεί το διαμέρισμα στον Εφεσίβλητο 2 αυτός θα λάβει το διαμέρισμα χωρίς να έχει καταβάλει το τίμημα πώλησης στην Εφεσείουσα όπως συμφωνήθηκε. Εν πάση περιπτώσει η Εφεσίβλητη 1 οφείλει στην Εφεσείουσα τεράστια χρηματικά υπόλοιπα πλέον τόκους. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Τράπεζας και τώρα της Εφεσείουσας η Εφεσίβλητη 1 παρέλειψε να καταβάλει τα οφειλόμενα υπόλοιπα ως αυτά φαίνονται σε επιστολές τερματισμού. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου αφού εξέτασε την αίτηση του Εφεσίβλητου 2 απέστειλε στην Εφεσείουσα και η Εφεσείουσα έλαβε ειδοποίηση του Διευθυντή ημερομηνίας 10.11.20 με την οποία γνωστοποιήθηκε σε αυτήν η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 2 εκτός αν η Εφεσείουσα καταχωρούσε τεκμηριωμένη ένσταση εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Η ειδοποίηση επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη ως Τεκμήριο Μ. Στις 24.11.20 η Εφεσείουσα απέστειλε ένσταση - Τεκμήριο Ν - με την οποία εξηγούσε τους λόγους γιατί ο Εφεσίβλητος 2 δεν δικαιούνταν στην μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι του. Στις 4.12.20 κοινοποιήθηκε επιστολή του Διευθυντή ημερομηνίας 1.12.20 προς την Αιτήτρια με την οποία η τελευταία ενημερώνονταν ότι η ένστασή της είχε απορριφθεί. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη ως Τεκμήριο Ξ. Εν τέλει η Εφεσείουσα υπέβαλε την παρούσα αίτηση/έφεση. Η ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης 1 υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Γεωργίου, από τώρα και στο εξής «ο Γεωργίου», ενός εκ των διευθυντών της Εφεσίβλητης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένου από την Εφεσίβλητη 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Στην ένορκό του δήλωση ο Γεωργίου ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Εφεσείουσας, μεταξύ άλλων, για τους ακόλουθους λόγους. Όλες οι πληρωμές που αφορούσαν στην καταβολή του τιμήματος πώλησης γίνονταν από τον Εφεσίβλητο 2 στην Εφεσίβλητη
- Η Εφεσίβλητη 1 στην συνέχεια κατέθετε τις πληρωμές στον λογαριασμό με αριθμό 0ΧΧ-1Χ-0ΧΧΧΧ4 που είναι ο λογαριασμός στον οποίο ως η Εφεσίβλητη 1 συμφώνησε με την Τράπεζα θα γίνονταν οι πληρωμές. Πρόκειται για τον λογαριασμό. Συγκεκριμένα έγιναν οι πιο κάτω πληρωμές στον λογαριασμό꞉ Λ.Κ. 2.000,00 σεντ κατά την 19.12.06 Λ.Κ. 29.800,00 σεντ κατά την 23.1.07 Λ.Κ. 21.687,00 σεντ κατά την 3.4.07 Λ.Κ. 21.200,00 σεντ κατά την 2.7.07 Λ.Κ. 20.700,00 σεντ κατά την 5.9.07 Ευρώ 20.879,11 σεντ κατά την 8.1.
- Με βάση την συμφωνία πώλησης θα έπρεπε κατά την 2.7.07 να γίνει κατάθεση ποσού Λ.Κ.21.200,00 σεντ. Το εν λόγω ποσό κατατέθηκε κατά την 2.7.07 στον λογαριασμό ως μέρος του ποσού που κατατέθηκε την ίδια ημέρα ύψους Λ.Κ.62.370,00 σεντ. Η Εφεσίβλητη 1 έχει απόδειξη είσπραξης για το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ. Αυτή φέρει ημερομηνία 2.7.07 και αριθμό 2ΧΧ
- Η Εφεσείουσα δολίως παρέλειψε να αποκαλύψει με την ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη ότι στις 2.7.07 έγινε κατάθεση στον λογαριασμό του ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ. Και ότι οι Λ.Κ.21.200,00 σεντ από το ποσό των Λ.Κ.62.370,00 σεντ αφορούσε σε δόση του τιμήματος πώλησης. Επίσης δολίως ο Τσαγγάρης δεν επισύναψε στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο Κ - σχετική αναφορά. Η κατάσταση της Τράπεζας για τον μήνα Ιούλιο του 2007 και η απόδειξη ημερομηνίας 2.7.07 της Εφεσίβλητης 1 για το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ από τον Εφεσίβλητο 2 επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Γεωργίου. Το τίμημα έχει κατατεθεί πλήρως στον λογαριασμό ως συμφωνήθηκε με την Τράπεζα και ως εκ τούτου λανθασμένα και καταχρηστικά η Εφεσείουσα προωθεί την συγκεκριμένη διαδικασία εναντίον της Εφεσίβλητης
- Τα σχετικά άρθρα του Νόμου θεσπίσθηκαν για να απεγκλωβίζονται οι ανυποψίαστοι αγοραστές που έχουν καταβάλει πλήρως το τίμημα. Ο Διευθυντής εφάρμοσε τις Νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες του επιτρέπουν να μεταβιβάσει στο όνομα του Εφεσίβλητου 2 το διαμέρισμα το οποίο ο τελευταίος αγόρασε και του οποίου το τίμημα, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.106.000,00 σεντ, επίσης, ξόφλησε πλήρως. Υπό το φως των πιο πάνω δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δεν υπάρχει ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δεν μπορεί να εμποδίζεται το Κτηματολόγιο να μεταβιβάσει στο όνομα του αγοραστή ακίνητο για το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε εξ' ολοκλήρου το τίμημα και, κατ' επέκταση, να εμποδίζεται ο αγοραστής να απολαύσει το δικαίωμα του στην ιδιοκτησία. Ο Νόμος δίδει ξεκάθαρα το δικαίωμα στον Διευθυντή του Κτηματολογίου να αγνοήσει εμπόδια και υποθήκες και να προχωρήσει σε εγγραφή ακινήτου επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή. Δεν έχουν επηρεαστεί αρνητικά τα δικαιώματα της Εφεσείουσας αφού η τελευταία έλαβε το τίμημα πώλησης ως ήταν η συμφωνία που έγινε μεταξύ αυτής και της Εφεσίβλητης
- Κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας του Νόμου. Επίσης ο Νόμος προνοεί για εναλλακτική θεραπεία με την μεταβίβαση της υποθήκης σε άλλο ακίνητο. Ο τρόπος αυτός αποζημίωσης δεν αφήνει περιθώρια για να θεωρηθεί ο Νόμος αντισυνταγματικός. Ο Νόμος είναι εντός των πλαισίων του Συντάγματος και συμμορφώνεται πλήρως με τις διατάξεις αυτού. Η ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εφεσίβλητου 2 υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Τοχμακίδου, από τώρα και στο εξής «η Τοχμακίδου», δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Εφεσίβλητου 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον Εφεσίβλητο 2 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ο Εφεσίβλητος 2 είναι Βρεττανός υπήκοος και κάτοικος εξωτερικού. Από την ένορκο δήλωση της Τοχμακίδου σημειώνονται τα ακόλουθα. Η θέση του Εφεσίβλητου 2 αναφορικά με την πληρωμή του τιμήματος είναι πανομοιότυπη με αυτή της Εφεσίβλητης
- Το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ πληρώθηκε στις 2.7.07 και αποτελεί μέρος του ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ που κατατέθηκε την ίδια μέρα στον λογαριασμό. Επίσης ίδια είναι η θέση του Εφεσίβλητου 2 με την θέση της Εφεσίβλητης 1 αναφορικά με το ύψος των ποσών που κάθε φορά πληρώθηκαν προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης και τις ημερομηνίες που έγιναν οι εν λόγω πληρωμές. Η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.21.200,00 σεντ στις 2.7.07 έγινε από τον Εφεσίβλητο 2 προς την Εφεσίβλητη 1 με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 6ΧΧΧΧΧΧ
- Από την πληρωμή ο Εφεσίβλητος 2 έλαβε από την Εφεσίβλητη 1 την απόδειξη με αριθμό 2ΧΧ
- Το εν λόγω ποσό κατατέθηκε την ίδια μέρα από την Εφεσίβλητη 1 στον λογαριασμό ως μέρος του συνολικού ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού του Ιουλίου του 2007 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Γεωργίου. Καθίσταται, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι ολόκληρο το τίμημα πώλησης έχει κατατεθεί στον λογαριασμό ως προβλέπεται στην επιστολή απαλλαγής παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της Εφεσείουσας. Η επιστολή απαλλαγής δόθηκε από την Τράπεζα για σκοπούς εξασφάλισης του Εφεσίβλητου 2 αφού η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου θα ακολουθούσε σε σειρά προτεραιότητας την Υποθήκη. Για την έκδοσή της αποτάθηκαν στην Τράπεζα και οι δύο Εφεσίβλητοι. Θα είναι άδικο μετά από τόσα χρόνια σιωπής και απραξίας από την Εφεσείουσα να μην αποκτήσει τίτλο ο Εφεσίβλητος 2 ο οποίος συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ο Εφεσίβλητος 2 ως καλόπιστος αγοραστής και συνεπής με τις συμβατικές του υποχρεώσεις επικαλείται το δικαίωμα που του δίνει ο Νόμος να μεταβιβασθεί το διαμέρισμα στο όνομά του ως εγκλωβισμένος αγοραστής. Η Εφεσείουσα δεν έχει καλή υπόθεση, ούτε και αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα ή προοπτική να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή αφού με τις πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά της προέβη σε έγκριση και επικύρωση (ratification) των πράξεων που καταλογίζει στους Εφεσίβλητους. Ακόμα λόγω εγκατάλειψης (waiver) πιθανόν δικαιωμάτων ή συγκατάνευσης (acquiescence) ή λόγω κωλύματος (estoppel) ή λόγω μεγάλης καθυστέρησης. Δεν αποδείχθηκε ότι προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημία ή ζημία στην Εφεσείουσα που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων αφού η επίδικη διαφορά αφορά στο ποσό των Λ.Κ. 21.200,00 σεντ (Ευρώ 36.222,35 σεντ). Αντίθετα η ζημία που θα προκληθεί στον Εφεσίβλητο 2 από τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντων διαταγμάτων θα είναι ανεπανόρθωτη αφού ο Εφεσίβλητος 2 δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει τίτλο επί του διαμερίσματος. Ο Εφεσίβλητος 2 εξ' όσων η Τοχμακίδου καλύτερα πιστεύει και πληροφορείται είναι φερέγγυος και μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως οποιαδήποτε αξίωση της Εφεσείουσας σε περίπτωση επιτυχίας της. Άλλωστε δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη. Και αν ακόμα συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για οριστικοποίηση των αιτουμένων διαταγμάτων το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί να τα οριστικοποιήσει επειδή η Αιτήτρια δεν ενέργησε έγκαιρα και με την δέουσα δυνατή σπουδή. Επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή η αρχή της διατήρησης του status quo ευνοούν την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αρνηθεί στην Εφεσείουσα την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων ως ενδιάμεση θεραπεία πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση της. Τα εκδοθέντα διατάγματα ζητήθηκαν και εκδόθηκαν αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Η Εφεσείουσα είναι γνώστης της συμφωνίας πώλησης και των όρων της επιστολής απαλλαγής από δεκαετιών. Αν κάποιος όρος δεν εκπληρώνονταν ή το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ δεν κατατίθεντο στον λογαριασμό, αυτό, ήταν γνωστό ή θα έπρεπε να είναι γνωστό στην Εφεσείουσα 15 τουλάχιστον χρόνια περίπου προηγουμένως, οπότε και η Εφεσείουσα όφειλε από τότε να ενεργοποιηθεί. Δεκαπέντε χρόνια παράλειψης και απραξίας δεν δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζει η Νομολογία. Η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ουσιαστικά το αιτούμενο διάταγμα είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα και θεραπείες που επιδιώκονται με την αγωγή. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τον λόγο ένστασης που άπτεται της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Εφεσείουσας αφού σύμφωνα με την Νομολογία όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν προχωρεί σε εξέταση της αίτησης επί της ουσίας. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πική, όπως ήταν τότε, δίνοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στις σελίδες 601-602 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από τον Πρόεδρο Πική, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός διατηρηθεί σε ισχύ ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία διά της οποίας το Δικαστήριο διασφαλίζει την υποχρέωση αυτή είναι ότι αν το Δικαστήριο ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί ενώπιόν του πλήρως και με τρόπο δίκαιο το Δικαστήριο θα παραμερίσει οποιαδήποτε απόφαση έλαβε δίδοντας πίστη στην ανακριβή δήλωση». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Εφεσείουσας ηγέρθη από την πλευρά και των δύο Εφεσίβλητων. Από την πλευρά του Εφεσίβλητου 2 προβλήθηκε η θέση ότι η Τράπεζα και, κατ' επέκταση, η Εφεσείουσα με την επιστολή απαλλαγής ρητά, ξεκάθαρα και εκούσια παραιτήθηκε ή απεμπόλησε το δικαίωμα που αποκτούσε από την κατάθεση της υποθήκης η οποία χρονικά προηγούνταν του πωλητηρίου εγγράφου. Οπότε δεν είναι το αδικημένο μέρος στην υπόθεση ως προσπάθησε παραπλανητικά να την παρουσιάσει με την ένορκό του δήλωση ο Τσαγγάρης στην βάση του ότι αν επιτραπεί στον Εφεσίβλητο 2 να αποκτήσει τίτλο η Τράπεζα θα ζημιώσει κατά ανεπανόρθωτο τρόπο. Σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης της Τοχμακίδου. Η επιστολή απαλλαγής που είναι η βάση για την θέση της Τοχμακίδου αποκαλύφθηκε και με προθυμία, θα έλεγε κανείς, από τον Τσαγγάρη όπως και ο λόγος που η εν λόγω επιστολή δόθηκε. Δόθηκε για σκοπούς εξασφάλισης του Εφεσίβλητου 2 καθότι το διαμέρισμα βαρύνονταν με την Υποθήκη, κάτι που γνώριζε ο Εφεσίβλητος 2, η οποία είχε παραχωρηθεί προς όφελος της Τράπεζας και προηγούνταν από το πωλητήριο έγγραφο όταν αυτό θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο. Συν τοις άλλοις δεν θεωρώ ότι τα συμπεράσματα της Τοχμακίδου είναι εύλογα. Η παραχώρηση της επιστολής απαλλαγής από την Τράπεζα και ο λόγος που η εν λόγω επιστολή παραχωρήθηκε δεν αναιρεί ούτε και αποκλείει την πρόκληση ζημιάς στην Τράπεζα σε περίπτωση που δεν ακυρωθεί η απόφαση του Διευθυντή. Σύμφωνα με την επιστολή απαλλαγής η Υποθήκη θα αίρετο αν ο Εφεσίβλητος 2 ξοφλούσε την Τράπεζα, όχι τον Εφεσίβλητο 1. Στην περίπτωση που η Τράπεζα δεν ξοφληθεί η ζημία που θα προκληθεί στην Τράπεζα δεν αποκλείεται να είναι ανεπανόρθωτη όπως πιο κάτω υποδεικνύεται. Επομένως ουδεμία απόκρυψη ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσης του Γεωργίου αναφέρεται ότι ο Τσαγγάρης δολίως παρέλειψε να επισυνάψει στην δική του ένορκο δήλωση την απόδειξη είσπραξης με ημερομηνία 2.7.07 και αριθμό 2ΧΧ5 για το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ. Επίσης δολίως παρέλειψε να αποκαλύψει ότι το πιο πάνω ποσό πληρώθηκε ως μέρος του ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ που κατατέθηκε την ίδια ημέρα στον λογαριασμό. Αναφορικά με το πρώτο η θέση του Γεωργίου είναι εντελώς λανθασμένη. Η εν λόγω απόδειξη επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Τσαγγάρη ως μέρος του Τεκμηρίου Ι. Αναφορικά με το δεύτερο υποδεικνύεται ότι για να μπορεί να γίνεται λόγος για απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από μέρους της Εφεσείουσας θα πρέπει το Δικαστήριο να αποδεχθεί και να κάνει εύρημα αυτό που αποτελεί την θέση των Εφεσίβλητων, ότι, δηλαδή, το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ περιλαμβάνεται στην πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ και ότι αφορά σε δόση για το τίμημα. Για να γίνει, όμως, αυτό πρέπει προηγουμένως το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, κάτι που σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση δεν είναι επιτρεπτή, ούτε επιθυμητή. Από την άλλη η πληρωμή στον λογαριασμό του ποσού των Λ.Κ.62.370,00 σεντ δεν υποδηλοί βεβαίως από μόνη της ότι αυτή περιλαμβάνει πληρωμή δόσης έναντι του τιμήματος ύψους Λ.Κ.21.200,00 σεντ. Συνεπώς η θέση της πλευράς της Εφεσίβλητης 1 ότι η πλευρά της Εφεσείουσας απέκρυψε ουσιώδες γεγονός, επίσης, δεν είναι αποδεκτή. Η πλευρά του Εφεσίβλητου 2 υποστηρίζει ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Είναι η θέση της Τοχμακίδου ότι η Εφεσείουσα καθυστέρησε 15 χρόνια για να υποβάλει την υπό κρίση αίτηση. Καθότι ενώ γνωρίζει και, μάλιστα, από 15ετίας ότι οφείλεται το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ όλα αυτά τα χρόνια τίποτε δεν έπραξε. Τόσα χρόνια παράλειψης και απραξίας δεν δικαιολογούν το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Όπως παρετηρήθη από τον Πική, Π., στην υπόθεση Resola, ανωτέρω, στις σ. 604-605: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί». Φρονώ πως ο χρόνος δεν θα πρέπει να αρχίσει να μετρά από το χρονικό σημείο που εισηγείται η Τοχμακίδου, αλλά, όπως εισηγείται η πλευρά της Εφεσείουσας, από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης του Διευθυντή με την οποία η Εφεσείουσα ενημερώθηκε ότι η ένσταση της είχε απορριφθεί, ήτοι από τις 4.12.
- Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε για να αναχαιτιστεί η απόφαση του Διευθυντή ένεκα των δυσμενών επιπτώσεων που αυτή θα είχε στα συμφέροντα της Εφεσείουσας σε περίπτωση υλοποίησης της. Η απόφαση δε του Διευθυντή εκδόθηκε με αφορμή την αίτηση του Εφεσίβλητου 2 για μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματί του υπό την ιδιότητα του «εγκλωβισμένου αγοραστή» δυνάμει των σχετικών άρθρων του Νόμου τα οποία θεσπίσθηκαν πολύ μεταγενέστερα του χρόνου που υπέδειξε η πλευρά του Εφεσίβλητου
- Πριν την αίτηση αυτή η Εφεσείουσα δεν διέτρεχε τον πιο πάνω υποδειχθέντα κίνδυνο. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.12.20, ήτοι 25 μέρες μετά την παραλαβή της ειδοποίησης του Διευθυντή. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι μεγάλο με δεδομένα και τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 52-66 της ένορκης δήλωσης του Τσαγγάρη ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η Εφεσείουσα αδικαιολόγητα καθυστέρησε ή ολιγώρησε στην καταχώρησή της. Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραγράφους σπαταλήθηκε πολύς χρόνος για να προβεί το αρμόδιο τμήμα σε συλλογή των απαραίτητων στοιχείων και εγγράφων. Αυτό ήταν μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία, αφού, μεταξύ άλλων, έπρεπε να εξασφαλισθούν έγγραφα που χρονολογούνται από το 2005 από διάφορες αρχές και να μελετηθούν. Στην συνέχεια η υπόθεση προωθήθηκε στους νομικούς συμβούλους της Εφεσείουσας οι οποίοι πρώτα επιδίωξαν να πληροφορηθούν τους λόγους απόρριψης της ένστασης της Εφεσείουσας και στην συνέχεια να ετοιμάσουν τόσο την υπό κρίση αίτηση όσο και την κυρίως αίτηση για να καταχωρηθούν ταυτόχρονα. Υπό το φως των πιο πάνω φρονώ πως το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής της ειδοποίησης του Διευθυντή και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης αξιοποιήθηκε δεόντως ώστε να μην μπορεί να λεχθεί ότι παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία να αναιρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος που πρέπει να χαρακτηρίζει τις αιτήσεις χωρίς ειδοποίηση όπως είναι η υπό κρίση. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage.
(2)Any interlocutory order made under sub-section
(1)may be made under such terms and conditions as the Court thinks just, and the Court may at any time, on reasonable cause shown, discharge or vary any such order. ....................................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(2)Οιονδήποτε παρεπίμπτον διάταγμα εκδοθέν σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται να εκδοθεί υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει εύλογου αιτίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε τέτοιο διάταγμα». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση μονομερούς αιτήσεως (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Εφετείο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει μεν σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»), όχι, όμως, σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Το άρθρο 44Κ
(1)του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουµένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο ∆ιευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίµηµα πώλησης και (β) υπάρχει εγγεγραµµένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου». Έτσι νοουμένου ότι ο Διευθυντής ικανοποιηθεί ότι (α) το τίμημα πληρώθηκε στον πωλητή και (β) υπάρχει εγγεγραµµένος τίτλος ιδιοκτησίας για το ενυπόθηκο ακίνητο, τότε, έχει την εξουσία να το μεταβιβάσει στον αγοραστή και να τον απεγκλωβίσει. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Εφεσείουσα παραπονείται ότι δεν καταβλήθηκε σε αυτήν ολόκληρο το τίμημα σύμφωνα με την επιστολή απαλλαγής. Η μη καταβολή ολόκληρου του τιμήματος στην Τράπεζα δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τον Νόμο. Συνάγεται από το άρθρο 44Κ
(1)ότι η πληρωμή του τιμήματος στον πωλητή ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση. Έτσι αν η πλευρά της Εφεσείουσας περιόριζε την υπόθεσή της στην θέση ότι δεν της έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα η υπό κρίση αίτηση θα ήταν δίχως άλλο έκθετη σε απόρριψη. Από της θέσπισης του Νόμου ένας εγκλωβισμένος αγοραστής απεγκλωβίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και όχι σύμφωνα με τους όρους του ενυπόθηκου δανειστή έστω και αν αυτοί έχουν συμφωνηθεί με τον αγοραστή όπως στην υπό εξέταση περίπτωση. Νοουμένου ότι ο αγοραστής έχει καταβάλει το τίμημα στον πωλητή ο Διευθυντής έχει την εξουσία δυνάμει του Νόμου να τον απεγκλωβίσει. Η πλευρά, όμως, της Εφεσείουσας εγείρει και ένα άλλο θέμα. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου. Συνδυάζει, δηλαδή, την μη πληρωμή σε αυτήν ολόκληρου του τιμήματος πώλησης με την ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα των εν λόγω άρθρων. Τα πιο πάνω άρθρα είναι τα άρθρα που δίνουν στον Διευθυντή του Κτηματολογίου την εξουσία να μεταβιβάσει ενυπόθηκο ακίνητο στον αγοραστή ελεύθερο από την υποθήκη ανεξαρτήτως και κατά παραγνώριση του ότι ο ενυπόθηκος δανειστής θα στερηθεί της εξασφάλισης που του δίδεται μέσω της υποθήκης αυτής. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω άρθρων έχει νόημα να εγερθεί μόνο στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν έχει λάβει το ποσό που η υποθήκη συμφωνήθηκε να εξασφαλίσει και ο Διευθυντής προτίθεται να μεταβιβάσει το ενυπόθηκο ακίνητο στον αγοραστή επειδή κατ' ικανοποίηση του Διευθυντή το τίμημα πληρώθηκε στον πωλητή. Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου από την πλευρά της Εφεσείουσας αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρών πραγματικών και νομικών ζητημάτων για κρίση από το Δικαστήριο. Ο Τσαγγάρης ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα και, κατ' επέκταση, η Εφεσείουσα δεν πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ από το τίμημα. Αντίθετη είναι η θέση του Γεωργίου και της Τοχμακίδου σύμφωνα με τους οποίους το εν λόγω ποσό πληρώθηκε στην Τράπεζα στις 2.7.
- Η πλευρά της Εφεσείουσας εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου ισχυριζόμενη ότι αυτά δεν συνάδουν και παραβιάζουν τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Στην ένορκό του δήλωση ο Τσαγγάρης δίνει τους λόγους γιατί σύμφωνα με την πλευρά της Εφεσείουσας τα πιο πάνω άρθρα του Νόμου παραβιάζουν το Σύνταγμα. Οι λόγοι που δίδονται είναι τέτοιοι που καθιστούν συζητήσιμες τις ανάλογες θέσεις που διατυπώνονται επί του προκειμένου από τον Τσαγγάρη. Συναφώς το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για εξέταση των λόγων και απόφανση επί του εγερθέντος ζητήματος. Αυτό είναι θέμα που θα απασχολήσει κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε το Δικαστήριο σε αιτήσεις της φύσεως όπως η υπό κρίση δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εξ' ου και θα πρέπει να παραμείνει για απόφανση και το ζήτημα αν το ποσό των Λ.Κ.21.200,00 σεντ πληρώθηκε στον λογαριασμό ή όχι, ήτοι αν η Τράπεζα έχει να λαμβάνει από την Εφεσίβλητη
- Από την άλλη η Τοχμακίδου στην δική της ένορκο δήλωση δίνει τους δικούς της λόγους γιατί τα επίμαχα άρθρα δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα. Αν η Εφεσείουσα είναι ορθή και ως προς τα δυο πιο πάνω ζητήματα η απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να παραμερισθεί. Οι αντικρουόμενες θέσεις είναι τέτοιες που θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως αίτησης. Έχοντας δε κατά νου τους ισχυρισμούς και θέσεις που εκτέθηκαν ενόρκως από την πλευρά της Εφεσείουσας και αξιολογώντας την ισχύ και μόνο των ισχυρισμών αυτών λαμβάνοντας υπόψη και την ισχύ των ισχυρισμών και θέσεων που εκτέθηκαν ενόρκως από την πλευρά των Εφεσίβλητων ως προς το εγερθέν πραγματικό ζήτημα και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις που αναπτύχθηκαν από την πλευρά της Εφεσείουσας χωρίς να παραγνωρίζω αυτές που αναπτύχθηκαν από την πλευρά του Εφεσίβλητου 2 ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας κρίνω ότι η πλευρά της Εφεσείουσας ικανοποίησε το Δικαστήριο στον βαθμό που απαιτείται, που είναι, όπως πιο πάνω υποδείχθηκε, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ότι το ενδεχόμενο να πετύχει η κυρίως αίτηση για τους δύο πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να αποκλεισθεί και, κατ' επέκταση, ότι στην βάση των θέσεών της υπάρχει ενδεχόμενο επιτυχίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι η Εφεσείουσα απεκάλυψε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην κυρίως αίτηση. Επομένως οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση σημειώνεται ότι όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον υπό την έννοια ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία στην αγωγή (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Η Νομολογία κατέδειξε ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την στενή αντίληψη της υλικής ζημίας, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (Βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd και Άλλοι ν. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Αν δεν οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα ο Διευθυντής θα είναι ελεύθερος να προχωρήσει στην μεταβίβαση του διαμερίσματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η εξασφάλιση που έχει η Εφεσείουσα μέσω της Υποθήκης θα εξανεμισθεί. Επίσης σύμφωνα με τον Τσαγγάρη η οικονομική κατάσταση της Εφεσίβλητης 1, με την οποία η Εφεσείουσα έχει συμβατική σχέση, δεν είναι καλή. H Εφεσίβλητη 1 οφείλει στην Εφεσείουσα τεράστια χρηματικά ποσά, είναι υπό εκκαθάριση, δεν έχει ακίνητη περιουσία ελεύθερη από εμπράγματα βάρη και σε περίπτωση μεταβίβασης του διαμερίσματος η Εφεσείουσα θα μείνει ανεξασφάλιστη για όλα τα χρέη που η Εφεσίβλητη 1 οφείλει στην Εφεσείουσα. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς συνάγεται και, μάλιστα, με ευκρίνεια ότι η Εφεσίβλητη 1 είναι αφερέγγυα. Κάτι το οποίο δεν διαψεύδει ο Γεωργίου με την ένορκό του δήλωση όπως και κανένα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς ξεχωριστά. Επί του ζητήματος τούτου ο Γεωργίου παρέμεινε εντελώς σιωπηρός. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι αν δεν οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα η Εφεσείουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία και, επομένως, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Απομένει να αποφασισθεί αν είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το θέμα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πάντοτε ασκείται δικαστικά και με γνώμονα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η διαπίστωση αν είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο έχει να κάνει με την επίδραση του διατάγματος στα συμφέροντα των διαδίκων μέχρις ότου κριθεί οριστικά η διαφορά. Εξετάζεται, δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες από την έκδοση ή μη του διατάγματος με γνώμονα τα δεδομένα της υπόθεσης και κατά την εξέταση αυτή ισοζυγίζεται ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η απόφαση ήταν εσφαλμένη (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Οι συνέπειες από την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων στα συμφέροντα της Εφεσείουσας θα είναι μεγαλύτερες, δραστικότερες και δεινότερες από ότι στα συμφέροντα του Εφεσίβλητου 2 ή γενικά των Εφεσίβλητων. Επομένως το ορθό είναι να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση μέχρις ότου αποφασισθεί η επίδικη διαφορά στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Έτσι κι αλλιώς ο Εφεσίβλητος 2 είναι χωρίς τίτλο τόσα χρόνια. Με όλο τον σεβασμό λίγος ακόμα χρόνος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης δεν θα του προκαλέσει ιδιαίτερη δυσμένεια. Τα εκδοθέντα διατάγματα δεν είναι ταυτόσημα με τα διατάγματα που ζητούνται με την κυρίως αίτηση. Εκείνα είναι τελικά, διηνεκή διατάγματα, ενώ τα μονομερώς εκδοθέντα έχουν ισχύ μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Οπότε και δεν καθιστούν άνευ αντικειμένου την κυρίως αίτηση. Κρίνω ότι με τα όσα αναφέρθηκαν και υποδείχθηκαν ανωτέρω απαντήθηκαν όλοι οι λόγοι ένστασης των Εφεσίβλητων οι οποίοι και απορρίπτονται. Η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον των Εφεσίβλητων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης/έφεσης. (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο