← Κύπρος

Παπαπέτρου ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 630/14, 9/3/2022

Παπαπέτρου ν. Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 630/14, 9/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 630/14 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Παπαπέτρου και

  1. ΧΧΧΧ Χριστοδούλου
  2. Minerva Ασφαλιστική Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ημερομηνία: 9.3.22 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κκ Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση: κκ Λ. Γ. Γεωργίου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας στις 27.9.21 με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Θωμάς, από τώρα και στο εξής «η Θωμά», δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και πλήρως εξουσιοδοτημένης από αυτήν να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1-3, 7-9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι την υπό κρίση αίτηση διέπει η Διάταξη 25 ως είχε πριν την τροποποίηση της. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι άπτονται της πορείας της υγείας της Αιτήτριας όπως αυτή εξελίχθηκε μετά το επίδικο δυστύχημα και συνεπεία της ισχυριζόμενης αμέλειας του Εναγόμενου
  3. Στην ένορκο δήλωση της Θωμά που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι ο λόγος που δεν συμπεριλήφθηκαν ισχυρισμοί για χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη η Αιτήτρια είναι γιατί μόλις κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης προσκομίσθηκε σχετική ιατρική έκθεση. Η Αιτήτρια για πρώτη φορά κατά την συνάντηση για την προετοιμασία της ακρόασης προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο αναφέρεται στην κακή μετεγχειρητική της πορεία. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των διαδίκων. Τουναντίον είναι αναγκαία και θα βοηθήσει στο να αποδοθεί ορθά η δικαιοσύνη. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους προβάλλονται 9 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ΧΧΧΧ Κωνσταντινίδου, από τώρα και στο εξής «η Κωνσταντινίδου», υπεύθυνης του Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης 2, και δεόντως εξουσιοδοτημένης από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η Γεωργίου διαφωνεί και απορρίπτει πλήρως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υποστηρίζει δε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.3.14, η Έκθεση Απαίτησης στις 13.5.16 και η Υπεράσπιση στις 5.5.
  4. Στις 11.6.19 καταχωρήθηκε τροποποιημένη Υπεράσπιση και την 1.7.19 Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Περαιτέρω η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 28.9.21 και αναβλήθηκε εξαιτίας της καταχώρησης στις 27.9.21 της υπό κρίση αίτησης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια έχει σκοπό να παρακωλύσει την διεκπεραίωση της ακρόασης. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η αναδόμηση της υπόθεσης της Αιτήτριας για λάθη και/ή παραλείψεις της καθότι τα γεγονότα που επιδιώκει να προσθέσει ήταν εις γνώση της από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Η Αιτήτρια επιδιώκει να κατασκευάσει την αγωγή της με την προσθήκη γεγονότων τα οποία γνώριζε και/ή έπρεπε να γνωρίζει κατά την ετοιμασία της αγωγής. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι, αδικαιολόγητοι και ανεπαρκείς και σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης, αφού δεν προβάλλεται επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Οι ιατρικές εκθέσεις για τις οποίες αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση η Θωμά αφορούν σε χειρουργικές επεμβάσεις που η Αιτήτρια θα έπρεπε να είχε αναφέρει στον δικηγόρο της. Η υπό κρίση αίτηση είναι αντινομική καθότι αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αλλά και των ίδιων των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη και ενοχλητική και θα δημιουργήσει περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ήδη καθυστερημένη αγωγή γιατί με την αιτούμενη τροποποίηση παραβλάπτονται ουσιωδώς τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρθηκε. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η παλαιά Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Η τροποποίηση εγγράφων προτάσεων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή, κατά κανόνα επιτρέπεται όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 λέχθηκε στην σελίδα 716 ότι: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Νοουμένου ότι δίδεται κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση αίτηση για τροποποίηση δεν θα απορριφθεί ακόμα και αν η δικαιολογία δεν είναι «πλήρως αιτιολογηθείσα». O κρίσιμος παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ενδεικτικά είναι τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philippa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 λέχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 (στην σελίδα 716): «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης ............... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς, (β) η γνησιότητα του αιτήματος και (γ) ο τυχόν δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Η δικαιολογία δε που δόθηκε γι' αυτήν δεν είναι και η πλέον ικανοποιητική με δεδομένο συν τοις άλλοις και το αργοπορημένο στάδιο κατά το οποίο το αίτημα υποβάλλεται. H Αιτήτρια παρουσίασε στους δικηγόρους της το ιατρικό πιστοποιητικό επί του οποίου βασίζεται η αιτούμενη τροποποίηση λίγο πριν την τελευταία δικάσιμο. Δεν παύουν, όμως, τα πιο πάνω να αποτελούν μια δικαιολογία για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιέρωσε την διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και ότι έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της ήδη καθυστερημένης υπόθεσης. Με την υπό κρίση αίτηση, όμως, επιχειρείται να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμοί ουσιώδεις για την απαίτηση. Πράγμα που κατά την κρίση μου σημαίνει ότι τα όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν δεν θα πρέπει να επιτραπεί να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και την ίδια στιγμή αναιρεί εκ προοιμίου την οποιαδήποτε σκέψη για το ότι το αίτημα δεν είναι γνήσιο ή ότι διέπεται από κακοπιστία ή την θέση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση επειδή υποβλήθηκε μια μέρα πριν την ημερομηνία ακρόασης μοναδικό σκοπό έχει την παρακώλυση της διεκπεραίωσης της ακρόασης. Συναφώς ο ισχυρισμός της Θωμά αναφορικά με τον λόγο της καθυστέρησης δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση με κάποιο από τους τρόπους που επιτρέπουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Ό,τι αμφισβητεί η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση είναι την επάρκεια του λόγου, όχι την αλήθεια του. Επίσης δεν προβλήθηκε τεκμηριωμένη θέση ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ή θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματά τους. Οι ισχυρισμοί της Κωνσταντινίδου ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και ότι θα βλάψει και, μάλιστα, ουσιωδώς τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση παρέμεινε στην σφαίρα της αοριστίας και είναι εντελώς ατεκμηρίωτοι. Στην πραγματικότητα το αίτημα φαίνεται να είναι καλόπιστο και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης αφού με αυτό θα προβληθούν οι αληθινές θέσεις της Αιτήτριας και, επομένως, οι πραγματικές επίδικες διαφορές. Εν κατακλείδι πρόκειται περί αιτήματος το οποίο αν και υποβάλλεται καθυστερημένα είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης εφόσον και οποιαδήποτε δυσχέρεια που θα προκληθεί από την τροποποίηση στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση μπορεί, ως συνάγεται, να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ένας δε τελευταίος παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και το ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Φρονώ πως όλα τα πιο πάνω απαντούν δεόντως όλους τους λόγους ένστασης οι οποίοι δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), αυτά, για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Η πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας να ζητήσει σύνταξη του παρόντος διατάγματος το αργότερο μέχρι 11.3.22. Το παρόν διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι τις 16.3.22. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.