← Κύπρος

THWAITE ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2521/2013, 4/3/2022

THWAITE ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2521/2013, 4/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2521/2013 Μεταξύ: XXXXX XXXXX THWAITE Ενάγοντας και

  1. ALPHA BANK CYPRUS LTD
  2. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED
  3. XXXXX Καλαβάς Εναγόμενοι Ημερομηνία: 4η Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Κυπρίζογλου Για την εναγομένη 2: Η κα Φλωράκη -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η εξέλιξη της διαδικασίας αναδεικνύει την εξής ιδιορρυθμία. αντικείμενο της απόφασης δεν είναι η αξίωση του ενάγοντα, αλλά η ανταπαίτηση της εναγομένης
  4. Αυτό γιατί την 11/05/2021 η αξίωση του ενάγοντα απορρίφθηκε ένεκα αδυναμίας τούτου να την προωθήσει περαιτέρω και αυτό παρά τις αλλεπάλληλες αναβολές, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ήδη αποσυρθεί η αξίωσή του σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
  5. Συνεπώς το μόνο που τελικώς απέμεινε να αποφασιστεί είναι η διαφορά του ενάγοντα με την εναγομένη 2 (στη συνέχεια η εναγομένη), η οποία πρόβαλε ανταπαίτηση κατά του ενάγοντα. Ως εκ των ανωτέρω, μετά την απόρριψη της αξίωσης του ενάγοντα ζητούμενο κατέστη η τύχη της ανταπαίτησης της εναγομένης. Τα δικόγραφα των μερών και κυρίως αυτό του ενάγοντα, δεν εξυπηρετούν τη διαδικασία όπως έχει εξελιχθεί. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην πορεία που έλαβε η υπόθεση και συγκεκριμένα την εγκατάλειψη της αξίωσης σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 3, αλλά και την απόρριψή της σε σχέση με την εναγομένη που απέμεινε. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να υποδείξω πως η έκθεση απαιτήσεως, η οποία δεν καταρτίστηκε από το συνήγορο που τελικά προώθησε την υπόθεση, είναι μακροσκελής και απάδει των κανονισμών και της νομολογίας που διέπουν τον καταρτισμό δικογράφων και θέλουν το νομικό λόγο να είναι ευσύνοπτος και μεστός ώστε να επιτελεί τον σκοπό του, που δεν είναι άλλος από τη διαυγή αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω πως η διαδικασία εξυπηρετείται καλύτερα από παράθεση αυτού που τελικώς απέμεινε να αποφασιστεί, παρά του συνόλου των όσων αναφέρονται στα δικόγραφα των διαδίκων. Έχουμε και λέμε, η ανταπαίτηση της εναγομένης εδράζεται σε συμφωνία πώλησης ακινήτου την οποία ο ενάγων δεν τίμησε στην ολότητά της, δηλαδή αν και η εναγομένη αποπεράτωσε πλήρως το ακίνητο που συμφωνήθηκε από τα μέρη να κατασκευάσει και παραδώσει στον ενάγοντα, εντούτοις ο τελευταίος παρέλειψε να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό και αυτό παρ' ότι κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος τούτου. Περιπλέον, η αξίωση αφορά και ποσό επιπρόσθετων εργασιών που εκτελέστηκαν στο ακίνητο, καθώς επίσης τα κοινόχρηστα και τη συντήρηση τούτου για ολόκληρο το χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία που ο ενάγων κλήθηκε να παραλάβει το διαμέρισμα μέχρι και σήμερα. Στον αντίποδα είναι η θέση του ενάγοντα πως παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και υποστηρίζει πως δεν ήταν κατόπιν δικής του επιλογής που προέβη στη σύναψη της συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα. Ευθύς υποδεικνύεται πως η εν λόγω δικογραφημένη θέση, δηλαδή περί συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα, εγκαταλείφθηκε στην πορεία και ορθώς, εφόσον όπως θα διαφανεί δεν έχει να κάνει οτιδήποτε με την υπό κρίση υπόθεση. Επανερχόμενος στην υπερασπιστική εκδοχή του ενάγοντα, διαπιστώνεται ότι η βασική θέση τούτου είναι πως η εναγομένη ουδέποτε ολοκλήρωσε και ή αποπεράτωσε το διαμέρισμα που ήτο αντικείμενο της συμφωνίας των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται να ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας. Μαρτυρία κλήθηκε μόνο από πλευράς της εναγομένης. Καίτοι παρασχέθηκε ο χρόνος στην πλευρά του ενάγοντα, δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα. Από πλευράς της εναγομένης κλήθηκε ο XXXXX Ιωάννου (στη συνέχεια ΜΕ1) και ο XXXXX Εμφιετζής (στη συνέχεια ΜΕ2). Ο ΜΕ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο αριθμό τεκμηρίων, εν προκειμένω τα τεκμήρια 1 μέχρι και
  6. Υποστήριξε ότι είναι ένας εκ των διευθυνόντων συμβούλων της εναγομένης και υπό αυτή την ιδιότητα γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από προσωπική γνώση όσο και από προσωπικό χειρισμό διαφόρων ζητημάτων, αλλά και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Ήταν η θέση του πως η εναγομένη συνεργαζόταν με διάφορες εταιρείες ανεξάρτητων οικονομικών συμβούλων στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες παρείχαν επενδυτικές συμβουλές σε φυσικά πρόσωπα τα οποία ήθελαν να επενδύσουν στην Κύπρο. Η συνεργασία τους έγκειτο στο ότι η εναγομένη τους παρουσίαζε τα έργα της και τους εξηγούσε τα διάφορα χαρακτηριστικά τούτων, ώστε να ενημερώνουν τους πελάτες τους σε σχέση με την εικόνα των ακινήτων που διατείθεντο προς πώληση. Μια εξ αυτών των εταιρειών ήταν και η Roseberry Overseas Property United Kingdom (στη συνέχεια ROP UK) η οποία την 10/11/2006 απέστειλε στην εναγομένη επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. τεκμήριο 2) με την οποία την ενημέρωνε ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν για την αγορά του διαμερίσματος Α1 στο κτήριο με την επωνυμία XXXXX στο συγκρότημα XXXXX. Μαζί με το ηλεκτρονικό μήνυμα απέστειλε και έντυπο ειδοποίησης πώλησης (βλ. τεκμήριο 3), καθώς και αντίγραφο επιταγής του ενάγοντα για ποσό £STR2.
  7. Η σχετική απόδειξη που εξέδωσε η εναγομένη είναι το τεκμήριο 4 (η διαφορά στο ποσό έγκειται στη μετατροπή των στερλινών σε κυπριακές λίρες). Στο τεκμήριο 2 ανωτέρω, εμφαίνεται και η απάντηση της εναγομένης, η οποία ακολούθησε την 14/11/
  8. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, επήλθε την 29/11/2006 με την υπογραφή σχετικού πωλητηρίου εγγράφου, εν προκειμένω του τεκμηρίου
  9. Ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι ο ενάγων υπέγραψε το τεκμήριο 5 στο Ηνωμένο Βασίλειο και ακολούθως απέστειλε τρία αντίγραφα στην εναγομένη, τα οποία υπεγράφησαν από τον ΜΕ
  10. Αντικείμενο τούτου του πωλητηρίου εγγράφου κατέστη το διαμέρισμα Α1 στο XXXXX, το οποίο συμφωνήθηκε έναντι του ποσού των Λ.Κ.143.450 αντίστοιχο σε €245.098,88 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Μαζί με το πωλητήριο έγγραφο ο ενάγων απέστειλε και μια επιταγή για ποσό Λ.Κ.39.000 (£STR45.811,89) ως προκαταβολή, γεγονός που ξένισε την εναγομένη που ήτο με την εντύπωση πως η αγορά του διαμερίσματος επρόκειτο να ολοκληρωθεί μέσω δανειοδότησης. Αμέσως επικοινώνησε με την εταιρεία ROP UK και ζήτησε εξηγήσεις και πληροφορήθηκε πως η εν λόγω αγορά θα ήτο με ίδιαν χρηματοδότηση (cash purchase) (βλ. τεκμήριο 8). Ένεκα τούτου σε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ. τεκμήριο 9) η εναγομένη εισηγήθηκε την τροποποίηση της συμφωνίας, πράγμα που έγινε. Η υπογραφή της τροποποιημένης συμφωνίας έγινε όπως και το αρχικό πωλητήριο έγγραφο. Η τροποποιητική συμφωνία είναι το τεκμήριο 10, η δε επιταγή και απόδειξη σε σχέση με το ποσό της προκαταβολής, είναι τα τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Η συμφωνία των διαδίκων, ανέφερε ο ΜΕ1, δόθηκε στο δικηγόρο του ενάγοντα στην Κύπρο, δηλαδή τον εναγόμενο 3, ο οποίος την κατέθεσε στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ4601/
  11. Αντίγραφο του εν λόγω εντύπου είναι επισυνημμένο στο τεκμήριο
  12. Ακολούθως την 07/10/2008 η εναγομένη απαίτησε από τον ενάγοντα καταβολή επιπλέον ποσού, ήτοι το ποσό των €96.761,52 το οποίο κατέστη πληρωτέο ένεκα των εργασιών που εκτελέστηκαν. Εντούτοις ο ενάγων δεν απάντησε και γι' αυτό η εναγομένη απέστειλε νέα υπενθύμιση την 13/02/
  13. Τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα φαίνονται στο τεκμήριο
  14. Απάντηση λήφθηκε την 13/02/2009 από κάποιον Eccles εκ μέρους του ενάγοντα, ο οποίος ζήτησε περαιτέρω χρόνο ώστε να συγκεντρώσει τα χρήματα. Αυτή η αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη είναι το τεκμήριο 12 και σε αυτή περιλαμβάνεται και κατοπινό μήνυμα του Eccles ότι απέστειλε το ποσό και η απάντηση της εναγομένης ότι έλαβε τούτο, εν προκειμένω €62.772,40 και πως υπολείπετο ποσό €33.989,
  15. Η απόδειξη που εκδόθηκε για το εν λόγω ποσό είναι το τεκμήριο
  16. Ο ενάγων εξακολουθούσε να οφείλει το εναπομείναν ποσό και γι' αυτό τον Φεβρουάριο του 2010 η εναγομένη απέστειλε επιστολή μέσω συνηγόρου (βλ. τεκμήριο 14). Στην εν λόγω επιστολή ο ενάγων ανταποκρίθηκε αποστέλλοντας χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 15/03/2010 (βλ. τεκμήριο 15), καθώς και επιταγή για £STR20.000, δηλαδή €34.708,
  17. Για το εν λόγω ποσό η εναγομένη εξέδωσε δύο αποδείξεις, δηλαδή τα τεκμήρια 16 και
  18. Εν τω μεταξύ οι εργασίες στο διαμέρισμα προχωρούσαν και ως εκ τούτου τον Απρίλιο του 2010 η εναγομένη απαίτησε επιπλέον ποσό €62.
  19. Νέα αλληλογραφία που η εναγομένη αντάλλαξε με τον Eccles είναι τα τεκμήρια 18 μέχρι και
  20. Εντέλει την 22/07/2010 η εναγομένη έλαβε από τον ενάγοντα επιπλέον ποσό €17.387,80 και εξέδωσε σχετική απόδειξη (βλ. τεκμήριο 21). Εντέλει την 24/10/2011 η εναγομένη απέστειλε νέα επιστολή μέσω δικηγόρου στον ενάγοντα, με την οποία τον πληροφορούσε ότι το διαμέρισμα ήτο έτοιμο για παράδοση (βλ. τεκμήριο 22). Ακολούθησε νέα αλληλογραφία μεταξύ της εναγομένης και του Eccles η οποία μάλιστα οδήγησε σε μείωση των ποσών που η εναγομένη απαίτησε με την επιστολή των συνηγόρων της (βλ. τεκμήρια 23 και 24). Ο Eccles επανήλθε με ηλεκτρονικό μήνυμα την 29/05/2013 και ζήτησε πληροφορίες για το ακίνητο οι οποίες του δόθηκαν (βλ. τεκμήριο 25). Ακολούθησε νέα επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, με την οποία τον καλούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. τεκμήριο 26). Η εν λόγω επιστολή και πάλιν απαντήθηκε από τον Eccles, ο οποίος εξέφρασε διάφορα παράπονα σε σχέση με τις χρεώσεις και ισχυρίστηκε πως ο δικηγόρος στην Κύπρο αποδέσμευε χρήματα πριν την ολοκλήρωση του έργου. Η απάντηση του Eccles είναι το τεκμήριο
  21. Τέλος, ο ΜΕ1 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάσταση λογαριασμού των κοινοχρήστων, δηλαδή το τεκμήριο
  22. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι αρχιτέκτονας και υπό αυτή την ιδιότητα εργάζεται στην εναγομένη από το 2000 μέχρι και σήμερα. Ήταν από τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου και εξέδιδε πιστοποιητικά εκτέλεσης. Εξήγησε τη μεθοδολογία ανάπτυξης του έργου, ενώ σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ανέφερε ότι ήταν από τα πρώτα κτήρια που άρχισαν να κατασκευάζονται το
  23. Οι οικοδομικές εργασίες σε αυτό, ανέφερε ο ΜΕ2, ολοκληρώθηκαν τον Απρίλιο του 2010, ότε και οι μόνες εκκρεμότητες ήταν η ολοκλήρωση της κατασκευής του οδικού δικτύου, η τοποθέτηση υπογείων καλωδίων από την Α.ΤΗ.Κ. και την Α.Η.Κ. και η σύνδεσή τους με κάθε κτήριο και η τοποθέτηση οδικού φωτισμού και ο γενικός καθαρισμός των κτηρίων. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 το διαμέρισμα ήτο έτοιμο για παράδοση τον Οκτώβριο του
  24. Προς υποστήριξη όλων των ανωτέρω ο ΜΕ2 προσκόμισε στο Δικαστήριο δύο πιστοποιητικά ημερομηνίας 03/10/2008 και 04/04/2010 αντίστοιχα, καθώς επίσης βεβαίωση ολοκλήρωσης των εργασιών, ημερομηνίας 14/10/
  25. Τα εν λόγω έγγραφα είναι τα τεκμήρια 29, 30 και 31 αντίστοιχα. Εν κατακλείδι προσκόμισε και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης μη εξουσιοδοτημένων εργασιών (βλ. τεκμήριο 32). Οι αρχές αξιολόγησης είναι ευρέως γνωστές εφόσον πολλάκις απασχόλησαν τη νομολογία του Δικαστηρίου. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Ωσαύτως στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Επί του προκειμένου σχετικά είναι και τα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 όπου υποδείχθηκε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων. Το άλλο στοιχείο αξιολόγησης ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Εξου και στην υπόθεση Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62, υπεδείχθη ότι: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Δικαστηρίου στη δικαστική του αποστολή. ΄Εργο που χαρακτηρίστηκε πολυσύνθετο και δύσκολο, που επιτελείται υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει ο δικαστής καθώς και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης ώστε να διαγνώσει την αλήθεια. Το έργο αυτό ανήκει κατ΄εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή ακριβώς ο πρωτόδικος δικαστής βρίσκεται σε μοναδική θέση να παρακολουθήσει ένα μάρτυρα να καταθέτει μη περιοριζόμενος στο λόγο αλλά και στην εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο.». Στοχοπροσήλωση του Δικαστηρίου παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας, όπως βεβαίως αυτή διαμορφώνεται από τη δικογραφία και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Στην προκείμενη περίπτωση τη δική τους σημασία έχουν και τα λεχθέντα στην υπόθεση Barry Wynne v. Mavronikola
(2009)1B Α.Α.Δ. 1138, 1145, όπου αναφέρθηκε ότι: «Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.». Τώρα, οι δύο μάρτυρες της εναγομένης άφησαν θετικές εντυπώσεις. Η μαρτυρία τούτων έχει συνοχή και διέπεται από τη λογική, ενώ όπως θα φανεί και στη συνέχεια υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν. Η δε αντεξέταση που έτυχαν δεν στάθηκε ικανή, είτε να κλονίσει τις θέσεις τούτων είτε να αναδείξει αντιφάσεις ή άλλα ψεγάδια. Εν ολίγοις, δεν διαπιστώνονται εγγενείς αδυναμίες στη μαρτυρία τούτων. Αρκούμαι όμως σε αυτά ώστε η διερεύνηση να προχωρήσει πάραυτα στο επόμενο στάδιο, ήτοι αυτό της αιτιολόγησης των ανωτέρω, διαδικασία η οποία θα αναδείξει και του λόγου του ασφαλές. Πριν οτιδήποτε άλλο όμως προέχει να υποδειχθεί πως αυτή τούτη η σύμβαση των διαδίκων δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Και πως άλλωστε να ήτο αλλιώς όταν ο ενάγων είναι εκείνος που δικογράφησε τη σύμβαση (βλ. παράγραφο 8 στην έκθεση απαιτήσεως), ενώ ανάλογη δικογράφηση ακολούθησε και από την εναγόμενη (βλ. παραγράφους 7(α)(β) και (ε) στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως πως δικογραφικά ο ενάγων υποστήριξε πως η σύμβαση συνομολογήθηκε συνεπεία δόλου και ψευδών παραστάσεων. Εντούτοις αυτοί οι ισχυρισμοί εγκαταλείφθηκαν στην πορεία και εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκαν. Εκείνο όμως που παρέμεινε είναι η παραδοχή του ενάγοντα ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Αυτή λοιπόν η παραδοχή είναι εκείνη που λαμβάνεται υπόψη. Πέραν τούτου, απλή και μόνο ανάγνωση των πρακτικών της διαδικασίας δεν αφήνει αμφιβολία πως ο ενάγων δεν αμφισβήτησε τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας, εν προκειμένω των τεκμηρίων 5 και 10. Περιπλέον, βάσει των ανωτέρω δικογραφημένων ισχυρισμών, προκύπτει πως παραδεκτό είναι ότι σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των €184.513,87 (βλ. παράγραφο 8 στην έκθεση απαιτήσεως). Παρεμβάλλεται ακόμη ότι αναμφισβήτητο παρέμεινε το σύνολο των αποδείξεων είσπραξης των ποσών που καταβλήθηκαν, οι οποίες (αποδείξεις) προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο από την εναγομένη. Συνεπώς εκλαμβάνεται πως οι εν λόγω αποδείξεις και συγκεκριμένα η καταβολή των εκεί αναφερομένων ποσών, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1541). Ωσαύτως υποδεικνύεται πως η μαρτυρία της εναγομένης την θέλει να λαμβάνει από τον ενάγοντα το συνολικό ποσό των €184.513,86 (βλ. κατάσταση λογαριασμού τεκμηρίου 24), δηλαδή αυτό που ο ενάγων δικογράφησε. Με δεδομένα τα ανωτέρω και υπό το φως του δικογραφημένου ισχυρισμού του ενάγοντα ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε Λ.Κ.143.450 ή €245.098,88, συνάγεται πως ο ενάγων δέχεται ότι δεν κατέβαλε το ποσό της διαφοράς που προκύπτει από την αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού από το συμφωνηθέν τίμημα. Συνεπώς ο ισχυρισμός περί ανεξόφλητου υπολοίπου δεν τελεί υπό αμφισβήτηση, αλλά υπό την αίρεση απόδειξης της ολοκλήρωσης του διαμερίσματος, ισχυρισμός που βρίσκεται στον πυρήνα της υπεράσπισης του ενάγοντα στην ανταπαίτηση της εναγομένης. Τέλος, η παράγραφος 7 της έκθεσης απαιτήσεως του ενάγοντα, της οποίας το περιεχόμενο είναι παραδεχτό από την υπεράσπιση της εναγομένης, θέλει την τελευταία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, να ανήγειρε συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία XXXXX στο ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 45/43, τεμάχιο XXXXX στην τοποθεσία Ελεούδια και 0/5057, Φ/Σχ. 45/51 τεμάχιο XXXXX, τοποθεσία Μέλανος στην Τρεμιθούσα της επαρχίας Πάφου. Με την επισήμανση λοιπόν ότι ο ενάγων αμφισβητεί ότι οφείλει να καταβάλει οιοδήποτε ποσό καθ' ότι θέση του είναι πως η εναγομένη δεν αποπεράτωσε το διαμέρισμα και δεν παρέδωσε την κατοχή τούτου, όλα τα ανωτέρω καθίστανται διαπιστώσεις του Δικαστηρίου οι οποίες δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ελέγχονται οι ισχυρισμοί των μερών, με απώτερο σκοπό τη διαπίστωση του κατά πόσο το επίδικο διαμέρισμα ολοκληρώθηκε και πότε. Αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική, αντιλαμβάνεται κανείς πως η ανταπαίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Σε περίπτωση όμως θετικής απάντησης ανακύπτει νέο ερώτημα, εν προκειμένω ποιο το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο και κατά πόσο η υπεράσπιση απέδειξε την ανταπαίτησή της. Ο συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε πως τα τεκμήρια 2, 8, 9, 11, 12, 18-20, 23-25 και 27, συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία και ένεκα τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να μην τους αποδώσει καμία βαρύτητα, εφόσον αν και ήταν εύλογο και εφικτό να επιβεβαιωθεί η μαρτυρία από τα πρόσωπα που είχαν πρωτογενή γνώση, δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο και ούτε δόθηκε κάποιος λόγος δια αυτό. Περιπλέον, σε σχέση με τις επιστολές τεκμήρια 22 και 26, είναι η θέση του ότι δεν αποδείχθηκε πως γνωστοποιήθηκαν δεόντως στον ενάγοντα. Αρχίζω λέγοντας ότι αναμφίβολο είναι πως τα αναφερόμενα τεκμήρια περιέχουν δηλώσεις άλλων προσώπων και εφόσον αυτά τα πρόσωπα δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο ώστε να καταθέσουν σε σχέση με τα εκεί αναφερόμενα, η μεταφορά τούτων των δηλώσεων τις καθιστά εξ ακοής μαρτυρία. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν δικαιολογεί την εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα. Όπως υπεδείχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Assad ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 164/16, ημερ. 06/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B447: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331). Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, χωρίς οποιανδήποτε αναφορά σ' αυτήν, χωρίς οποιανδήποτε αξιολόγηση της βαρύτητας της, χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι προαναφερόμενοι παράγοντες που επηρεάζουν τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί, χωρίς να ληφθεί υπόψιν ότι στην προκείμενη περίπτωση ήταν μαρτυρία προερχόμενη από συγκατηγορούμενο και συνεργό του πρώτου Κατηγορούμενου - Εφεσείοντα με ίδιον συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, και χωρίς σχετική αυτοπροειδοποίηση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον κίνδυνο αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας, και με μόνο και καθοριστικό κριτήριο την καλή εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο η ΜΚ10, έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, σύμφωνα και με την Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δέστε Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012), 54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R. v. Tahery (No. 2)
(2013)EWCA Crim 1053). (Δέστε επίσης Τουμαζή v. Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερ. 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A302).». Στην προκείμενη περίπτωση το σύνολο των ανωτέρω τεκμηρίων είναι σε γραπτή μορφή, χαρακτήρας ο οποίος περιορίζει την αλλοίωση της δήλωσης. Πέραν όμως τούτου, πλείστα εκ των περί ων ο λόγος τεκμηρίων επιβεβαιώνονται από άλλα τεκμήρια και δη αναμφισβήτητα. Λόγου χάριν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, η πρώτη επικοινωνία μεταξύ της εναγομένης και του εκπροσώπου της ROP UK εκ μέρους του ενάγοντα, η οποία συνιστά το εναρκτήριο λάκτισμα της συνομολόγησης της συμφωνίας, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, δηλαδή το έντυπο ειδοποίησης πώλησης, αλλά ακόμη και από την απόδειξη είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.1.712,32 (τεκμήριο 4) και εντέλει από αυτή την ίδια τη σύμβαση που υπόγραψαν τα μέρη, δηλαδή το τεκμήριο 5. Κατά τον ίδιο τρόπο το περιεχόμενο των τεκμηρίων 8 και 9, το οποίο θέλει τα μέρη να συζητούν για το ύψος του ποσού που κατέβαλε ο ενάγων και ήτο μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, επιβεβαιώνεται και πάλιν από το αντίγραφο της επιταγής (τεκμήριο 6), την απόδειξη που ακολούθως εκδόθηκε (τεκμήριο 7) και τελικώς την τροποποίηση της συμφωνίας που επήλθε (τεκμήριο 10). Εν προκειμένω όλα τα τεκμήρια που αναφέρθηκαν επιβεβαιώνουν την αλήθεια των δηλώσεων της εξ ακοής μαρτυρίας, εξου και καταλήγουν στην τροποποίηση της συμφωνίας ώστε η προκαταβολή να συνάδει με τα ποσά που αναφέρονται στη συμφωνία. Από την άλλη τα τεκμήρια 11 και 12 αφορούν ποσό ύψους €96.761,52 το οποίο απαίτησε η εναγομένη. Η αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη θέλει τον εκπρόσωπο του ενάγοντα, ονόματι XXXXX Eccles, να αιτείται λίγο χρόνο ώστε να συγκεντρωθεί το ποσό (βλ. τεκμήριο 12, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25/02/2009). Παρ' ότι η εναγομένη απαίτησε εκ νέου το ποσό (βλ. τεκμήριο 12, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 07/05/2009), η απάντηση που έλαβε ήταν ότι είχε ήδη καταβληθεί. Και σε αυτή την περίπτωση αρωγός έρχονται οι αποδείξεις, εδώ το τεκμήριο 13, οι οποίες επιβεβαιώνουν το περιεχόμενο των εξ ακοής δηλώσεων. Προκύπτει από το τεκμήριο 13 ότι εν τω μεταξύ ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των €62.772,40 και παρέμενε το υπόλοιπο, δηλαδή €33.841,60, όπως αναφέρεται στο μήνυμα ημερομηνίας 21/09/2009 (βλ. τεκμήριο 12). Παρεμβάλλεται εδώ ακόμη ένα ζήτημα που ηγέρθη. εν προκειμένω η πρόσθετη εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα πως δεν έχει αποδειχθεί η παραλαβή των διαφόρων επιστολών των συνηγόρων της εναγομένης προς τον ενάγοντα. Εν πρώτοις υποδεικνύεται πως γνωστή είναι η νομολογιακή αρχή που θέλει επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, να συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο στάληκε (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648). Και εδώ οι επιστολές, τεκμήρια 14, 22 και 26 δεν επιστράφηκαν παρ' ότι ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση που στο τεκμήριο 3 δηλώθηκε από τον ενάγοντα ως διεύθυνση επικοινωνίας, γεγονός που δικαιολογεί συμπέρασμα ότι έχουν παραληφθεί. Πέραν τούτου όμως, όπως θα φανεί κατωτέρω οι ενέργειες που ακολουθούν χρονικά τις επιστολές, εδώ την επιστολή τεκμήριο 14, καταμαρτυρούν ότι παραλήφθηκαν. Και εξηγώ. το τεκμήριο 14 είναι ημερομηνίας 20/02/
  1. Μετά την αποστολή τούτης της επιστολής, η οποία καλούσε τον ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των €33.989,12, ως υπόλοιπο του ποσού των €96.761,52 που είχε απαιτηθεί, ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 15/03/
  2. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 15, η οποία δεν έτυχε της αμφισβήτησης του ενάγοντα, γεγονός που την καθιστά παραδεκτή (βλ. Frederickou, πιο πάνω). Εντούτοις το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής επιβεβαιώνει, έστω εμμέσως, ότι οφείλεται το ποσό που αναφέρεται στην προηγηθείσα επιστολή τεκμήριο 14, εφόσον ο ενάγων φέρεται να δηλώνει πως στην επιστολή εσωκλείεται το ποσό των £STR20.000 και πως το υπόλοιπο θα καταβληθεί εντός των επόμενων 10 ημερών. Συνάγεται λοιπόν η παραλαβή της επιστολής τεκμήριο 14, η οποία τον καλούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και προφανώς είναι ένεκα τούτης που προκλήθηκε η αντίδραση του ενάγοντα, δηλαδή το τεκμήριο
  3. Όσο δε για την παραλαβή του ποσού που εσωκλείετο στο τεκμήριο 15, επιβεβαίωση αποτελούν οι δύο αποδείξεις, τεκμήρια 16 και 17, για το ποσό των €22.408,84 και €12.299,46, αντίστοιχα. Κατά τον ίδιο τρόπο επιβεβαιώνεται και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 18 μέχρι και
  4. Αντικείμενο τούτων είναι το επόμενο ποσό που απαίτησε η εναγομένη, δηλαδή €62.
  5. Οι τοποθετήσεις του εκπροσώπου του ενάγοντα, XXXXX Eccles, θέλουν τον ενάγοντα να δυσκολεύεται οικονομικά λόγω της αλλαγής στην ισοτιμία της στερλίνας και του ευρώ. Εντούτοις αναφέρει πως ο ενάγων διατηρεί ένα ποσό της τάξης των £STR20.000, ζητά όμως πίστωση χρόνου ώστε να το αποδεσμεύσει. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και πάλι, αυτή τη φορά από το τεκμήριο 21, εφόσον την 22/07/2010, δηλαδή σε λιγότερο από ένα μήνα από την προηγηθείσα αλληλογραφία, ο ενάγων απέστειλε το ποσό των €17.387,80, δηλαδή όπως ο εκπρόσωπος του ανέφερε στο τεκμήριο
  6. Πέραν των ανωτέρω το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20 συνάδει με τα λεχθέντα του ΜΕ1 και επί ενός άλλου σημείου. Η συντάκτης του εν λόγω μηνύματος δήλωσε ότι θα μιλήσει με τον XXXXX (δηλαδή τον ΜΕ1) σε σχέση με το αίτημα του ενάγοντα για χρηματοδότηση του εναπομείναντος ποσού. Επιβεβαιώνεται συνεπώς αυτό που κατ' επανάληψη ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, δηλαδή ότι αν και δεν συνέταξε ο ίδιος τα εν λόγω μηνύματα είχε γνώση του περιεχομένου τούτων. Αυτή ήταν η θέση του ΜΕ1 και για το τεκμήριο 22, δηλαδή πως μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής από τους συνηγόρους της εναγομένης, ο ενάγων επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς. Μάλιστα ο ΜΕ1 πρόσθεσε πως ο ενάγων είναι αγρότης και δεν έχει ηλεκτρονική διεύθυνση και αυτός είναι και ο λόγος που η επικοινωνία τους ήτο μέσω τηλεφώνου. Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να επαναλάβω πως η αντεξέταση δεν έπληξε τη θετική εικόνα είτε του ΜΕ1 είτε του ΜΕ
  7. Ο αυθορμητισμός και η σταθερότητα ήτο στοιχεία εμφανή καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Και εδώ οι αυθόρμητες επεξηγήσεις του ΜΕ1, πλούσιες σε λεπτομέρειες και επιβεβαιωμένες σε μεγάλο βαθμό από το λοιπό μαρτυρικό υλικό, δεν καταρρίπτονται από υποβολές που τελικώς δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία. Είναι γι' αυτό το λόγο που ενωρίτερα ανέφερα πως η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν αποκαλύπτει εγγενείς αδυναμίες. Επανέρχομαι όμως υποδεικνύοντας πως το τεκμήριο 22 συνδέεται και με το τεκμήριο
  8. Το περιεχόμενο του πρώτου, το οποίο συνιστά νέα επιστολή των συνηγόρων της εναγομένης προς τον ενάγοντα, σχολιάζεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του τεκμηρίου 23, το οποίο απέστειλε στην εναγομένη ο εκπρόσωπος του ενάγοντα, γεγονός που υποδηλοί ότι η επιστολή παραλήφθηκε, άλλως πώς αδύνατο ήτο να σχολιαστεί. Το δε περιεχόμενο του τεκμηρίου 24 συνιστά απόρροια των δύο προηγηθέντων τεκμηρίων, εφόσον δεν είναι τίποτα άλλο παρά διόρθωση συγκεκριμένων σημείων που ο Eccles υπέδειξε στην κατάσταση λογαριασμού του τεκμηρίου
  9. Κατά τον ίδιο τρόπο και η επιστολή που απέστειλε η εναγομένη στον ενάγοντα προσωπικά (τεκμήριο 26), αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού από τον Eccles στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 27/06/2013 (τεκμήριο 27). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση συνάγεται πως η επιστολή της εναγομένης παραλήφθηκε από τον ενάγοντα. Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν αυτό που ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία. Ο γραπτός χαρακτήρας τούτης, το γεγονός ότι έλαβε αυτή τη μορφή (γραπτή) αμέσως με την αποστολή του μηνύματος και η επιβεβαίωση που τυγχάνει τόσο από τις αναμφισβήτητες αποδείξεις είσπραξης χρημάτων που εκδόθηκαν από την εναγομένη όσο και από την επιστολή του ενάγοντα (τεκμήριο 15) και εντέλει η αλληλουχία του περιεχομένου τούτης της μαρτυρίας με αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν επιτρέπουν απόδοση μηδενικής αξίας, ως η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Υπό τις περιστάσεις η αξιολογική αποτίμηση τούτης της μαρτυρίας τη φέρει να προσλαμβάνει θετικό πρόσημο και να είναι υψηλής αξίας. Παράλληλα η εν λόγω μαρτυρία επιβεβαιώνει και τη μαρτυρία του ενάγοντα εφόσον υποστηρίζει, έστω εμμέσως, τη θέση του για καθετί το οποίο διεμείφθη μεταξύ των διαδίκων. Θετική όμως ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ
  10. Το σύνολο της μαρτυρίας του φανερώνει ότι όπως ο ΜΕ1 έτσι και αυτός, δεν επιχείρησε να αποκρύψει οτιδήποτε, ούτε και να αποφύγει να απαντήσει. Ο ίδιος είναι που αποκάλυψε το τεκμήριο 32 και εξήγησε καθετί σχετικό με τις παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής. Παρεμβάλλεται εδώ πως και ο ΜΕ1 δήλωσε στη μαρτυρία του πως κατά τον χρόνο παράδοσης του διαμερίσματος, εκκρεμούσε το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Συνεπώς δεν επιχείρησαν να αποκρύψουν αυτό το γεγονός. Ο δε ΜΕ2 εξήγησε το τεκμήριο 32, δηλαδή ότι αρχικά το συγκρότημα δεν είχε συνδεθεί με την υδροδότηση, εφόσον δεν υπήρχε οδικό δίκτυο. Μερίμνησαν όμως με τον κοινοτάρχη Τρεμιθούσας και συνδέθηκε με ντεπόζιτο που βρίσκετο χαμηλότερα και οι γραμμές των σωλήνων ελέγχθηκαν από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Αυτή η θέση δεν αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα. Και ερωτώ. αν το ακίνητο δεν είχε ολοκληρωθεί και δεν ήτο ετοιμοπαράδοτο, γιατί οι ιθύνοντες να εμπλακούν στην εν λόγω διαδικασία; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ΜΕ2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ήτο απαλλαγμένος βαριδίων που θα τον καθήλωναν είτε προς τη μια είτε προς την άλλη πλευρά. Τα τεκμήρια 29 έως 31 που εξέδωσε και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του ενάγοντα και ως εκ τούτου εκλαμβάνονται ως παραδεχτά, δικαιολογούν τη μαρτυρία του και συνδράμουν την ειλικρίνεια του. Το δε τεκμήριο 32, το οποίο κατέστη ο ακρογωνιαίος λίθος των επιχειρημάτων της πλευράς του ενάγοντα, δεν δικαιολογεί τις αιτιάσεις τούτου και δεν αλλοιώνει τις εξηγήσεις του ΜΕ
  11. Αντιθέτως το εν λόγω έγγραφο αποκαλύπτει πως η εναγομένη προχώρησε τη διαδικασία έκδοσης του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, γεγονός που υποδηλοί ότι το ακίνητο ήταν ολοκληρωμένο. Οι όποιες παρατηρήσεις συμπεριλήφθηκαν στο τεκμήριο 32, δεν αλλοιώνουν αυτό το γεγονός. Τώρα, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας προκύπτει πως η απάντηση στο ερώτημα που έχει τεθεί (κατά πόσο ολοκληρώθηκε η κατασκευή του επίδικου ακινήτου), είναι θετική. Για σκοπούς της απόφασης σημειώνεται πως οι ημερομηνίες που ενδιαφέρουν είναι δύο. Η πρώτη ημερομηνία είναι αυτή που ολοκληρώθηκε η κατασκευή και είναι η 30/04/2010, ότε και ενημερώθηκε ο ενάγων σχετικά (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30/04/2010 στο τεκμήριο 18). Μάλιστα ο ενάγων κατέβαλε μέρος του ποσού που απαιτήθηκε από την εναγομένη. Συγκεκριμένα, από το ποσό των €62.171 που αξίωσε η εναγομένη, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των €17.387,80 (βλ. τεκμήριο 21), ενώ για το υπόλοιπο δήλωσε ότι αδυνατούσε να το καταβάλει. Η άλλη ημερομηνία που ενδιαφέρει είναι αυτή της παράδοσης της κατοχής του ακινήτου. Σε αυτή την περίπτωση ο κρίσιμος χρόνος είναι η ημερομηνία 24/10/2011, ότε και η εναγομένη ειδοποίησε τον ενάγοντα για την ετοιμότητα της να παραδώσει το ακίνητο (βλ. τεκμήριο 22). Από την αξιόπιστη μαρτυρία και βάσει των όσων ενωρίτερα αναφέρθηκαν, προκύπτει πως η εν λόγω επιστολή παρελήφθη από τον ενάγοντα, εφόσον. αφενός δεν επιστράφηκε και αφετέρου μετά την επιστολή αποτάθηκε στην εναγομένη ο εκπρόσωπος του ενάγοντα, Eccles, σχολιάζοντας το περιεχόμενο της επιστολής. Ίδιο είναι το εύρημά μου και για τις επιστολές τεκμήρια 14 και
  12. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποτελεί διαπίστωσή μου ότι τα πράγματα έχουν ακριβώς όπως εξηγήθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 και συγκεκριμένα ότι την 24/10/2011 το ακίνητο ήτο έτοιμο για παράδοση στον ενάγοντα, ο οποίος όμως παρέλειψε να παραλάβει την κατοχή τούτου, καθώς και να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις κατευθύνουν την όλη διεργασία στη συμφωνία των διαδίκων, δηλαδή τα τεκμήρια 5 και
  13. Δεν υπεισέρχεται εδώ ζήτημα ανάλυσης της συμφωνίας των διαδίκων, η οποία είναι απλή στη φύση της. Αν όμως χρειάζεται κάτι τέτοιο, σημειώνεται πως οι αρχές ερμηνείας σύμβασης θέλουν το Δικαστήριο να είναι ο κριτής και ο έλεγχος που διενεργείται είναι συμμετρικός και στοχοπροσηλωμένος στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407, 413). Εδώ η συμφωνία των διαδίκων θέλει την εναγομένη να αναλαμβάνει την ανέγερση ενός ακινήτου και τον ενάγοντα να αναλαμβάνει την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού τμηματικά και συγκεκριμένα στα στάδια που διαλαμβάνει το άρθρο 2 της συμφωνίας. Βάσει των ανωτέρω διαπιστώσεων είναι αντιληπτό ότι η αξίωση της εναγομένης πετυχαίνει και δεν είναι ικανή να ανακοπεί από τις αιτιάσεις του ενάγοντα. Όπως και αν εξετάσει κανείς το ζήτημα η υπεράσπιση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Και εξηγώ. με το τεκμήριο 18 η εναγομένη απαίτησε το ποσό των €62.171, λόγω ολοκλήρωσης του σταδίου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 2.4 του τεκμηρίου
  1. Σε αυτή την ενημέρωση η αντίδραση του ενάγοντα ήταν να ζητήσει χρόνο και εντέλει να καταβάλει το ποσό των €17.387,80 (βλ. τεκμήρια 20 και 21). Συνεπώς ο ενάγων όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την ολοκλήρωση του εν λόγω σταδίου, αντιθέτως κατέβαλε και μέρος του οφειλόμενου ποσού και όπως δήλωσε, η μη καταβολή του υπολοίπου οφείλετο σε έλλειψη ρευστότητας. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δεν μπορεί να μην επισημανθεί πως η αιφνίδια αλλαγή στάσης του ενάγοντα όταν πλέον καλείται να παραλάβει την κατοχή του ακινήτου και βεβαίως να καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος (άρθρο 2.5 του τεκμηρίου 10), δεν συνιστά τίποτα άλλο παρά πρόσθετη διάρρηξη της συμφωνίας των διαδίκων. Η πρώτη διάρρηξη ήταν η μη καταβολή ολόκληρου του ποσού των €62.
  2. Μάλιστα αυτό το στάδιο είναι ανεξάρτητο από την παράδοση της κατοικίας και ως εκ τούτου οι αιτιάσεις της υπεράσπισης ότι η εναγομένη δεν ολοκλήρωσε το ακίνητο, από την έννοια ότι δεν το κατέστησε κατοικίσιμο, δεν είναι ικανές να αναχαιτίσουν αυτό το πλαίσιο της απαίτησης. Παρ' όλα ταύτα, βάσει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εναγομένη προχώρησε και ολοκλήρωσε το ακίνητο. Άλλωστε παρά τη διάρρηξη της σύμβασης από τον ενάγοντα, ως αναίτιο μέρος η ίδια είχε δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να συνεχίσει με τη σύμβαση και το ίδιο να απαιτήσει και από το άλλο μέρος, όπως και έπραξε (βλ. Ποιηταρίδη ν. Anopa Investments Limited, Πολ. Εφ. 260/11, ημερ. 25/05/2018). Όταν δε με την ολοκλήρωση του ακινήτου ο ενάγων παρ' ότι ειδοποιήθηκε (τεκμήριο 22) παρέλειψε να παραστεί και να παραλάβει την κατοχή τούτου, καταβάλλοντας βεβαίως και κάθε οφειλόμενο ποσό, η συμφωνία διαρρήχθηκε τελεσίδικα. Αυτό δε έφερε την εναγομένη να δικαιούται αποζημιώσεις, οι οποίες συναρτώνται, όπως έχει νομολογηθεί, με το ποσό που θα χρειαζόταν το αναίτιο μέρος για να τεθεί στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά (βλ. Αρχιππέa Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Κακάβου
(2015)1Γ Α.Α.Δ. 2195, 2214). Στη δεδομένη περίπτωση αυτό το ποσό προκύπτει από την ίδια τη συμφωνία των διαδίκων και αναλύεται στην κατάσταση λογαριασμού που στάληκε στον ενάγοντα διορθωμένη με το τεκμήριο
  1. Είναι δηλαδή το ποσό των €60.585,02, το οποίο συνιστά το υπόλοιπο του τιμήματος. Το εν λόγω ποσό προκύπτει και από την αφαίρεση των εισπραχθέντων ποσών από το συμφωνηθέν τίμημα. Περιπλέον η ίδια κατάσταση λογαριασμού αναφέρει και το ποσό των €3.302,75, το οποίο η εναγόμενη περιόρισε σε €2.210,
  2. Για λόγους που εξηγούνται αμέσως πιο κάτω, κρίνω πως το κονδύλι για Annual Management Fees, δεν δικαιολογείται και ως εκ τούτου αποκόπτεται το σχετικό ποσό ήτοι €1.460,
  3. Το υπόλοιπο όμως, ήτοι €750,25, κρίνεται δικαιολογημένο βάσει των διατάξεων της σύμβασης (τεκμήριο 5) και ως εκ τούτου επιδικάζεται υπέρ της εναγομένης. Σε ό,τι αφορά την αξίωση της εναγομένης για Annual Management Fees, η οποία μερικώς προκύπτει από το τεκμήριο 24 και κυρίως από το τεκμήριο 28, κρίνω πως η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανή να αποδείξει το ζητούμενο. Το τεκμήριο 5 φέρει συνημμένο το έντυπο General Agreement. Σε αυτό διαλαμβάνονται διατάξεις δεσμευτικές για τους ιδιοκτήτες, οι οποίες έχουν να κάνουν και με τα έξοδα συντήρησης των κοινόχρηστων χώρων. Απλή ανάγνωση του τρίτου και τέταρτου σκέλους της συμφωνίας (The Third and Fourth Schedule) αποκαλύπτει ότι καθορίζει τη συγκέντρωση των ιδιοκτητών, τη σύσταση διαχειριστικής επιτροπής και περαιτέρω, την απόφαση για το ύψος του εν λόγου ποσού. Τα ανωτέρω υποδεικνύονται ώστε να διαφανεί η διεργασία που προβλέπεται βάσει της σύμβασης, ώστε να προκύψει το εν λόγω κονδύλι. Εδώ τίποτα δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο που να καταδεικνύει πώς προέκυψε το εν λόγω ποσό και πολύ περισσότερο πότε καταβλήθηκε και σε ποιον. Θα ανέμενε κανείς ότι η εναγομένη θα προσκόμιζε σχετικό τιμολόγιο ή απόδειξη πληρωμής του ποσού. Εντούτοις το τεκμήριο 28 πλην της καταγραφής των ποσών, δεν αποδεικνύει κάτι. Δεν πρέπει να λησμονείται βεβαίως ο μεστός λόγος της υπόθεσης Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243, με παραπομπή στην υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177, 178, όπου λέχθηκε ότι: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to wright down the particulars, and so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages'. They have to prove it». Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη απέτυχε να αποδείξει με τη δέουσα αυστηρότητα ότι υπέστη την εν λόγω ειδική ζημία και ως εκ τούτου αυτό το σκέλος της αξίωσης απορρίπτεται (βλ. Γρηγορίου ν. Sun Sea (ss) Developers Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 1/13, ημερομηνίας 30/01/2019). Ό,τι απομένει να αποφασιστεί είναι η αξίωση της εναγομένης για τόκο προς 9% επί του οφειλόμενου ποσού από την 07/12/2011. Είναι γεγονός ότι η σύμβαση των διαδίκων εμπεριέχει πρόνοιες που άπτονται αυτού του σκέλους της αξίωσης. Το άρθρο 19 της σύμβασης τεκμήριο 5, διαλαμβάνει ότι καθυστέρηση στην καταβολή οιουδήποτε ποσού θα φέρει τόκο προς 9%. Από την άλλη το άρθρο 2 της συμφωνίας, ως έχει τροποποιηθεί από το τεκμήριο 10, προβλέπει πως τα εκεί αναφερόμενα ποσά καθίστανται πληρωτέα εντός 10 ημερών από την ειδοποίηση του αγοραστή. Με δεδομένο λοιπόν ότι η επιστολή της εναγομένης, τεκμήριο 22, είναι ημερομηνίας 24/10/2011 και καλεί τον ενάγοντα να παραλάβει το ακίνητο εντός 30 ημερών, μπορεί κανείς να εισηγηθεί ότι δικαίως η εναγομένη αξιώνει τόκο από την 07/12/2011, τουλάχιστον για το τελικό ποσό, εφόσον το ποσό των €62.171 το οποίο αφορά το προηγούμενο στάδιο του έργου (άρθρο 2.4 τεκμηρίου 5 ως έχει τροποποιηθεί), γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα την 30/04/2010 (βλ. τεκμήριο 18) και εντούτοις δεν το εξόφλησε. Περαιτέρω, αναγνωρισμένο είναι ότι το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, παρέχει ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο σε σχέση με επιδίκαση τόκου. Η υπόθεση Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Εφ. 199/14, ημερομηνίας 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250, συνοψίζει καθετί σχετικό της άσκησης τούτης της εξουσίας. Όπως αναφέρθηκε: «Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 475, τέθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο επιδίκασης τόκου ως ακολούθως: «Τονίζεται πως τα πιο πάνω, ως καθοδήγηση σε σχέση με τον τρόπο άσκησης διακριτικής εξουσίας, όπως συμβαίνει σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, δεν αποτελούν ούτε κανόνα δικαίου ούτε κανόνα πρακτικής έτσι που να αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δεν θα κατάτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων του είδους, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση*. Συναφώς, σημειώνουμε πως σ' όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα. (Birkett v. Hayes and Another [1982] 2 All E.R. 710 και Spittole v. Bunney [1988] 3 All E.R. 1031.)» Στην υπόθεση Bettabilt Services Ltd κ.ά. v. Judy Dawes (Αρ.2), πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιδικάσει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, κάτι που κρίθηκε ορθό κατ΄ έφεση, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ένα περίπου μήνα πριν την έκδοση της απόφασης. Η ύπαρξη καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης αποτελεί λόγο αποστέρησης του τόκου από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και σύμφωνα με την προσέγγιση των Αγγλικών Δικαστηρίων. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Blackstone's Civil Practice 2015, σελίδα 1080, παρ. 64.28: «Where either part is guilty of unjustified delay, the court may increase or reduce the rate of interest, or alter the period over which interest is payable, to reflect this fact (Firkett v. Hayes
(1982)1 WLR 816; Spittle v. Bunney
(1988)1 WLR 847). In Beaham v. Stoneham
(2001)LTL 16/5/2001 it was held that the judge had been wrong not to reduce the interest awarded on the claim for damages as the claimant had been guilty of delay. It is unnecessary for the defendant to establish prejudice.» Στην υπόθεση Novichkova v. Βλάβη, πιο πάνω, που μας παρέπεμψε η εφεσίβλητη, εξετάστηκε ζήτημα επιδίκασης τόκου σε σχέση με την προκληθείσα καθυστέρηση που προέκυψε λόγω των τροποποιήσεων της έκθεσης απαίτησης. Το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε πως η εφεσείουσα δεν ευθύνεται αποκλειστικά για την καθυστέρηση καθώς σ΄ αυτήν συνέβαλε και ο εφεσίβλητος. Τονίστηκε σ΄ αυτή την υπόθεση πως οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε από τις τροποποιήσεις είχε εξισορροπηθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της εφεσίβλητης κάθε φορά που εγκρίνονταν τα αιτήματα τροποποίησης και δεν χρειαζόταν να επιβαρυνθεί η εφεσείουσα με την παρέκκλιση του κανόνα για την επιδίκαση του τόκου. Επρόκειτο για υπόθεση όπου η τροποποίηση αφορούσε προσθήκη λεπτομερειών σωματικών βλαβών που είχαν αποκρυσταλλωθεί μεταγενέστερα, καθώς και ειδικών ζημιών που προκλήθηκαν στη συνέχεια. Εξετάσαμε τις θέσεις των δύο πλευρών υπό το φως της νομολογίας που παρατίθεται πιο πάνω. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης λόγω του μεγάλου αριθμού των ενδιαμέσων αιτήσεων που καταχωρήθηκαν. Δεν πρόκειται να απαριθμήσουμε τις αιτήσεις αυτές, παρά μόνο περιοριζόμαστε να σημειώσουμε ότι και οι δύο πλευρές καταχώρησαν αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 9.2.2002 να αρχίσει το Δεκέμβριο του
  1. Η ίδια η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης υπήρξε ιδιαίτερα μακρά. Η φύση της υπόθεσης, το γεγονός ότι οι μάρτυρες έπρεπε να προσέλθουν από το εξωτερικό και ότι απαιτείτο μαρτυρία ξένων εμπειρογνωμόνων, ήταν ορισμένοι από τους παράγοντες που οδήγησαν σ΄ αυτή την καθυστέρηση. Ιδιαίτερο θα λέγαμε ρόλο στην καθυστέρηση είχε η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης έντεκα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και τρεις μήνες πριν την ολοκλήρωση της ακρόασης. Μετά από αυτή την τροποποίηση, καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες των αποζημιώσεων που αξιώνονταν από την εφεσίβλητη και που τελικά επιδικάστηκαν υπέρ της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση και επιτρέποντας την τροποποίηση, σημείωσε ότι επρόκειτο για είδος ζημιάς, στοιχεία της οποίας δικογραφούνται κατά τρόπο όμως γενικό λόγω, προφανώς, της λανθασμένης εντύπωσης που είχε η εφεσίβλητη ότι επρόκειτο περί γενικών αποζημιώσεων και δεν απαιτείτο λεπτομερής δικογράφησή τους. Παραμένει, όμως, ως στοιχείο σημαντικό για τον καθορισμό του χρόνου έναρξης καταβολής τόκου το γεγονός ότι μόλις στις 16.3.2013 κατέστη γνωστό στην εφεσείουσα ποιες ήταν οι λεπτομέρειες των αξιούμενων αποζημιώσεων. Σημειώνουμε ότι υπήρξαν και προηγουμένως τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης. Η όλη πορεία της υπόθεσης με τις αλλεπάλληλες αιτήσεις που καταχωρούντο και κυρίως με την τελευταία τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης η οποία, όπως ορθά τονίστηκε από την εφεσείουσα, επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο αιτητικό των αποζημιώσεων με την προσθήκη δύο και πλέον σελίδων λεπτομερειών, δεν αντικατοπτρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο ο οποίος, με βάση το σχετικό Νόμο, ξεκινά από την καταχώρηση της αγωγής. Το γεγονός ότι το ζήτημα δεν εγέρθηκε πρωτοδίκως δεν αλλοιώνει τα πράγματα. Τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θα έπρεπε να επηρέαζαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, έτσι ώστε η έναρξη καταβολής τόκου να αντικατοπτρίζει τα στοιχεία αυτά. Συνακόλουθα, ο λόγος έφεσης επιτυγχάνει και η απόφαση σε συνάρτηση με τον τόκο τροποποιείται έτσι ώστε το ποσό της απόφασης να φέρει τόκο από την ημερομηνία της απόφασης.» Στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση της εναγομένης προέκυψε δια ανταπαιτήσεως. Η εναγομένη δεν επιδίωξε την αξίωση της άλλως πως. Μάλιστα η εμφάνιση στην αγωγή καταχωρίστηκε την 30/10/2019 και μέχρι τότε δεν είχε κινηθεί η εναγομένη. Η δε υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρίστηκε την 15/10/
  2. Κρίνω πως αυτό και μόνο αποκαλύπτει υπέρμετρη καθυστέρηση από μέρους της εναγομένης στην αναζήτηση των δικαιωμάτων της, γεγονός που δεν επιτρέπει την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία που αξιώνει η εναγομένη, η οποία παραπέμπει στον χρόνο γνωστοποίησης στον ενάγοντα της ολοκλήρωσης του έργου. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω υπέρ της εναγομένης και σε βάρος του ενάγοντα εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €60.585,02 και €750,
  3. Τα δύο ποσά θα φέρουν τόκο προς 9% από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Περιπλέον, υπέρ της εναγομένης και σε βάρος του ενάγοντα εκδίδεται αναγνωριστικό διάταγμα ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 29/11/2006 το οποίο αφορά το διαμέρισμα αρ. Α1 στο κτίριο με την επωνυμία XXXXX στο οικοδομικό συγκρότημα με την ονομασία XXXXX στην Τρεμιθούσα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Τέλος υπέρ της εναγομένης και σε βάρος του ενάγοντα επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.