CAC CORAL LTD ως αντικαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1512/2013, 27/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1512/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LTD ως αντικαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα και
- XXXXX Νεοφύτου Δημητρίου
- XXXXX Χρίστου Σωκράτους
- XXXXX Κώστα Όθωνος Εναγόμενοι ------------------- 27 Μάϊου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Α. Κακογιάννη για Χρύσης Δημητριαδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2: Μ. Π. Κούμας για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ο Εναγόμενος 3 εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση και δικογραφημένες θέσεις Η ενάγουσα (αντικαταστάτρια για σκοπούς της παρούσας αγωγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ - εφεξής η τράπεζα) διεκδικεί από τους εναγομένους 1, 2 και 3 το ποσό των €402.750,51 σεντ πλέον τόκους προς 11% από 28.2.2013 κεφαλαιοποιούμενοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Ως προκύπτει από την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 13.6.2013, το υπό διεκδίκηση ποσό είναι οφειλόμενο δυνάμει της Επιστολής Προσφοράς ημερ. 18.9.2006 (εφεξής η Επιστολή Προσφοράς) και της Βασικής Συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας (εφεξής η Συμφωνία) - που από κοινού αποτέλεσαν τη Σύμβαση - με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στους εναγομένους 1, 2 και 3 δάνειο ύψους £200.000 (€341,720) σε τρεχούμενο λογαριασμό για την αγορά τεμαχίου γης με σκοπό την πώληση του. Η αποπληρωμή του δανείου, των τόκων και των εξόδων θα γινόταν με την καταβολή ενός εφάπαξ ποσού 18 μήνες από την εκταμίευση του δανείου και με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο (4.50% στις 18.9.2006) πλέον πρόσθετο τόκο 1.75% - σύνολο επιτοκίου 6.25%. Τα έξοδα ανοίγματος λογαριασμού και τα έξοδα μελέτης συμφωνήθηκαν σε £1.080 (€1.845,29). Το παραχωρηθέν δάνειο εξασφαλίστηκε μέχρι ποσού £105.000 (€179.403,15) πλέον τόκους από (α) την Υποθήκη XXXXX/2006 που παραχώρησε ο εναγόμενος 1 και αφορούσε το όλο μερίδιο του στο οικόπεδο επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ.Φ.LI. Σχ.3 στον Άγιο Θεόδωρο της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 23.6.1990 και (β) την Υποθήκη XXXXX/2006 που παραχώρησε ο εναγόμενος 3 και αφορούσε το όλο μερίδιο του στο χωράφι επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ. XLV. Σχ.43 στην Τρεμιθούσα της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 25.7.
- Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2012, ο λογαριασμός των εναγομένων παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €449.736,65 πλέον τόκους από 1.7.2012 πλέον έξοδα. Ως εκ τούτου η ενάγουσα απέστειλε στους εναγομένους 1, 2 και 3 προειδοποιητική επιστολή ημερ. 20.8.2012 για τακτοποίηση του εν λόγω χρέους. Δεν υπήρξε συμμόρφωση, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να τους αποστείλει νέα επιστολή ημερ. 28.2.2013, τερματίζοντας τη λειτουργία του λογαριασμού και καλώντας συνάμα τους εναγόμενους να αποπληρώσουν το χρέος. Με την ίδια επιστολή τους πληροφόρησε ότι το χρέος θα επιβαρύνετο με αυξημένο επιτόκιο, δηλαδή με βασικό επιτόκιο 6.25% και πρόσθετο επιτόκιο 4.75%, σύνολο δηλαδή 11%, κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Δεν υπήρξε και πάλι συμμόρφωση. Για τους προαναφερθέντες λόγους, η ενάγουσα διεκδικεί το ποσό που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης καθώς και διατάγματα για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην πιο πάνω απαίτηση, όλοι οι εναγόμενοι αντέδρασαν, ο καθένας καταχωρώντας τη δική του ξεχωριστή Υπεράσπιση. Η Υπεράσπιση του εναγομένου 1 ημερ. 6.5.2014 είναι σύντομη. Ως επί το πλείστον υπάρχει άρνηση των κύριων και ουσιαστικών ισχυρισμών της ενάγουσας. Κάποιοι θετικοί, εναλλακτικοί ισχυρισμοί που τίθενται είναι (α) οι όροι του δανείου και της υποθήκης που φέρεται να παραχώρησε, είναι παράνομοι, καταχρηστικοί, παραβιάζουν βασικά δικαιώματα του εναγομένου 1 και συνιστούν ποινικές ρήτρες (β) δεν του δόθηκαν προηγουμένως οι νόμιμες προειδοποιήσεις και συμβουλές (γ) δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός του επίδικου λογαριασμού και (δ) υπήρξαν παράνομες χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις και η αύξηση του επιτοκίου αποτελεί ποινική ρήτρα. Η Υπεράσπιση του εναγόμενου 3 ημερ. 12.5.2014 είναι ακόμα πιο σύντομη. Προβάλλεται μια γενική άρνηση, με μόνους ουσιαστικούς, θετικούς ισχυρισμούς ότι (α) δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός και (β) ότι το διεκδικούμενο ποσό είναι υπερβολικό και/ή διογκωμένο λόγω παράνομων χρεώσεων. Η αρχική Υπεράσπιση του εναγομένου 2 ημερ. 13.5.2014 ακολούθησε το ίδιο μοτίβο της γενικής άρνησης. Η εικόνα όμως άλλαξε άρδην, πέντε και πλέον χρόνια μετά και συγκεκριμένα στις 5.9.2019, όταν επετράπη η καταχώρηση τροποποιημένης ή καλύτερα καινούργιας Υπεράσπισης από μέρους του εναγομένου
- Σ' αυτή, ο εναγόμενος 2 προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς. Παραδέχεται την υπογραφή της Σύμβασης δανείου ημερ. 18.9.2006 αλλά ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι όροι της Σύμβασης είναι καταχρηστικοί και/ή ετεροβαρείς και/ή ασαφείς και/ή αόριστοι και/ή απολήγουν σε χρέωση παράνομων τόκων και παράνομων τόκων υπερημερίας και/ή άλλων χρεώσεων. Συναφώς, ότι η Σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και ότι οι τόκοι υπολογίστηκαν με βάση το εμπορικό έτος των 360 ημερών αντί το ημερολογιακό έτος των 365 ημερών με αποτέλεσμα να υπάρξουν παράνομες χρεώσεις. Παράλληλα και μολονότι οι υποθήκες αφορούν τους άλλους δύο εναγόμενους, ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες υποθήκευσης είναι τυποποιημένα έγγραφα, οι όροι των οποίων δεν αποτέλεσαν το προϊόν διαπραγμάτευσης και/ή ελεύθερης βούλησης και/ή συναίνεσης του εναγομένου. Περαιτέρω αρνείται την αποστολή κα/ή παραλαβή της επιστολής ημερ. 20.8.2012, ισχυριζόμενος ότι η τράπεζα ενήργησε καταχρηστικά και/ή δεν έπραξε ότι όφειλε για να προστατεύσει τα δικαιώματα του εναγόμενου ως καταναλωτή. Συναφώς, αρνείται το ύψος του οφειλόμενου ποσού, χαρακτηρίζοντας το ως διογκωμένο. Περιλαμβάνει, κατά τον ισχυρισμό, παράνομους τόκους και χρεώσεις. Παραδέχεται την παραλαβή της επιστολής ημερ. 28.2.2013 αλλά ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλει το ποσό των €200.350,00 έναντι της οφειλής και/ή προς εξόφληση του δανείου και/ή για πλήρη απαλλαγή του. Τέλος, θεωρεί ορθό - αν και αυτό δεν ενδείκνυται από τους κανόνες δικογράφησης - να απαντήσει και στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέροντας ότι απορρίπτει τις αξιώσεις της ενάγουσας πλην των αξιώσεων υπό στοιχεία (Γ) και (Δ), τα διατάγματα δηλαδή για την πώληση των υποθηκών, τις οποίες και παραδέχεται. Η ενάγουσα καταχώρησε ξεχωριστές Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις των εναγομένων, απορρίπτοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και εμμένοντας ουσιαστικά στους δικούς της. Η ακροαματική διαδικασία Με αυτές τις δικογραφημένες θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Από πλευράς ενάγουσας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, οι XXXXX Χατζή Ιωάννου (ΜΕ1), XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΕ2) και XXXXX Καφάς (ΜΕ3). Από πλευράς εναγομένου 2 κατάθεσε ο XXXXX Μιχαηλίδης (MY1), ενώ από πλευράς εναγόμενων 1 και 3 δεν κλήθηκαν μάρτυρες. Όλοι οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν στην ακροαματική διαδικασία από δικηγόρο πλην του εναγομένου 3 που εμφανίστηκε και χειρίστηκε την υπόθεση μόνος του - με την ενδεικνυόμενη καθοδήγηση του Δικαστηρίου βέβαια. Κατά τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1Α, Β - Δημοσιεύματα ημερομηνίας 26.10.2018 και 28.12.2018 στην επίσημη εφημερίδα. Τεκμήριο 2Α, Β, Γ - Τρεις επιστολές ημερ. 14.01.
- Τεκμήριο 3 - Το Διάταγμα στη Γενική Αίτηση 947/2018 στο οποίο είναι συνημμένο και το Σχέδιο Διακανονισμού. Τεκμήριο 4 - Πιστοποιητικό σύστασης, ημερομηνίας 29.10.1993 μαζί με άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών, ημερομηνίας 14.02.
- Τεκμήριο 5 - Πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας ημερομηνίας 30.07.2018 και άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων ημερομηνίας 25.09.
- Τεκμήριο 6 - Συμφωνία ημερομηνίας 18.09.
- Τεκμήριο 7 - Επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 18.09.
- Τεκμήριο 8 - Τρία γραμμάτια είσπραξης και ένα ένταλμα πληρωμής. Τεκμήριο 9 - Σύμβαση, δήλωση και έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 18.09.2006, XXXXX/
- Τεκμήριο 10 - Σύμβαση, δήλωση και έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 18.09.2006, XXXXX/
- Τεκμήριο 11 - Επιστολή κατάθεσης, ημερομηνίας 07.03.
- Τεκμήριο 12 - Επιστολή κατάθεσης από οφειλέτη, ημερομηνίας 16.10.
- Τεκμήριο 13 - Επιστολή ημερομηνίας 11.01.2010 με συνημμένο έγγραφο κατάστασης φακέλων αλληλογραφίας της τράπεζας. Τεκμήριο 14 - Επιστολή ημερομηνίας 07.06.2012 με συνημμένο έγγραφο κατάστασης φακέλων αλληλογραφίας της τράπεζας. Τεκμήριο 15 - Αντίγραφο έγκρισης αιτήματος, ημερομηνίας 28.06.
- Τεκμήριο 16 - Επιστολή ημερομηνίας 20.08.2012 στην οποία είναι επισυνημμένα διάφορα άλλα έγγραφα. Τεκμήριο 17 - Επιστολή ημερομηνίας 28.02.
- Τεκμήριο 18 - Ανακοινώσεις και επιστολές που αφορούν τη διαμόρφωση και επιπρόσθετο επιτόκιο. Τεκμήριο 19Α - Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9 μαζί με κατάσταση λογαριασμού XXXXX666‑
- Τεκμήριο 19Β - Κατάσταση λογαριασμού 545518521‑
- Τεκμήριο 20 - Πίνακας καταθέσεων μαζί με γραμμάτια είσπραξης και εντάλματα πληρωμής, ημερομηνίας 21.08.2008, 24.11.2010, 23.12.2010 και 06.05.2011, 25.05.2011, 28.02.
- Τεκμήριο 21 - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που φέρει αριθμό
- Τεκμήριο 22 - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που φέρει αριθμό
- Τεκμήριο 23 - Κατάσταση με σύνολο εξόδων. Τεκμήριο 24 - Τιμολόγιο βασικών εργασιών Ιούνιος
- Τεκμήριο 25 - Τιμολόγιο βασικών εργασιών Δεκέμβριος
- Τεκμήριο 26 - Τιμολόγιο βασικών εργασιών Απρίλιος
- Τεκμήριο 27Α - Ε - Πέντε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Τεκμήριο 28 - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Τεκμήριο 29Α - Τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Τεκμήριο 29Β - Τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΜΕ1, επικεφαλής, ως ανέφερε, της «υποδιεύθυνσης οριστικών καθυστερήσεων» της τράπεζας υιοθέτησε πολυσέλιδη γραπτή δήλωση (έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως της εξέτασης, καταθέτοντας συνάμα τα τεκμήρια 1-20 ανωτέρω. Στη δήλωση αναφέρεται τόσο στο θέμα της διαδοχής και αντικατάστασης της τράπεζας από την ενάγουσα, καταθέτοντας παράλληλα και όλα τα σχετικά έγγραφα, όσο και στο χρονικό της συναλλαγής μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένων, επίσης καταθέτοντας τα σημαντικά έγγραφα που την αφορούν. Η μάρτυρας προέβαλε και τους εξής δύο βασικούς ισχυρισμούς κατά την κυρίως εξέταση:
- Στις 6.6.2008, εγκρίθηκε προφορικό αίτημα των εναγομένων για ανανέωση του δανείου μέχρι 1.5.2009 υπό την προϋπόθεση ότι (α) το επιτόκιο θα τροποποιείτο σε βασικό 4% συν πρόσθετο 2.25%, (β) θα καταβαλλόταν ποσό €60.000 έναντι του δανείου και (γ) θα καταβάλλονταν οι τόκοι κατά τον λογισμό τους στις 30.6.2008 και 31.12.
- Το αίτημα υλοποιήθηκε στις 21.8.2008, το επιτόκιο διαμορφώθηκε ως πιο πάνω και καταβλήθηκε το ποσό των €60.000, όχι όμως οι καταλογισθέντες τόκοι.
- Στις 28.6.2011, εγκρίθηκε νέο προφορικό αίτημα των εναγομένων για ανανέωση του δανείου μέχρι 1.11.2012 υπό την προϋπόθεση ότι (α) θα αποπληρώνονταν οι τόκοι ώστε το υπόλοιπο να περιοριστεί στο αρχικό ποσό των €341.720,28, (β) οι τόκοι της περιόδου χάριτος στις 30/6 και 31/12 καταβάλλονταν κατά τον λογισμό τους, (γ) το δάνειο να θεωρείτο ενήμερο από την ημερομηνία υλοποίησης της έγκρισης και (δ) να κατατίθεντο έναντι των ληξιπρόθεσμων δόσεων του δανείου στο όνομα του εναγομένου 1 τουλάχιστον €4.000 και να λαμβάνετο γραπτή δέσμευση του για πλήρη τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων δόσεων εντός 3 μηνών. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1 κ. Κορακίδη, επιβεβαίωσε ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο και απαιτητό σε 18 μήνες από την χορήγηση του, δηλαδή στις 18.3.
- Ομοίως συμφώνησε ότι το επιτόκιο κατ' εκείνη την ημερομηνία ήταν 5.75%. Αρνήθηκε όμως υποβολή ότι η αξίωση πέραν του επιτοκίου αυτού είναι λανθασμένη και παράνομη. Σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου του εναγομένου 2, κ. Κούμα ανέφερε ότι μέχρι να υλοποιηθεί το πρώτο προφορικό αίτημα και να εγκριθεί, το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 4.25% εξ ου και ο λογαριασμός χρεώθηκε με 4.25%. Χρεώθηκε και με 2.25% περιθώριο, βάσει ακριβώς αυτής της προφορικής συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει η αύξηση του περιθωρίου και η κάθε μεταβολή του επιτοκίου ήταν στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Επί του προκειμένου αρνήθηκε υποβολή ότι η αύξηση του περιθωρίου ήταν αντισυμβατική και παράνομη. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 19Α) το βασικό επιτόκιο στις 15.10.2008 μειώθηκε από 4.25% σε 3.75% για να συνάδει με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και στις 12.11.2008 μειώθηκε σε 3.25%. Παράλληλα αναγνώρισε ότι το περιθώριο στις 17.10.2008 αυξήθηκε από 2.25% σε 4.25% και στις 12.11.2008 σε 4.75%. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολές ότι το δάνειο λανθασμένα το κατέταξε η τράπεζα ως «καταναλωτικό» και πως κατ' επέκταση οι αυξήσεις του περιθωρίου ήταν παράνομες. Ομοίως αρνήθηκε υποβολή ότι δεν απεστάλησαν ειδοποιήσεις προς τους εναγομένους για τις αυξήσεις αυτές. Στη συνέχεια δέχτηκε ότι στις 21.1.2009 μειώθηκε το βασικό επιτόκιο από 3.25% σε 2.75% και αυξήθηκε το περιθώριο από 4.75% σε 6.50% επί του τεκμηρίου 19Α, αλλά αρνήθηκε ότι τούτο έγινε παράνομα και πως δεν απεστάλησαν ενημερωτικές επιστολές. Το ίδιο ισχυρίστηκε και για τις επόμενες διαφοροποιήσεις. Έπειτα επέμενε ότι οι επιστολές - τεκμήρια 13, 14 και 16 στάλθηκαν στους εναγόμενους. Ειδικά για την επιστολή (τεκμήριο 16) που επεστράφη ως αζήτητη, ανέφερε ότι εστάλη και με απλό ταχυδρομείο. Σε σχέση με την επιστολή ημερ. 28.2.2013 (τεκμήριο 17) και την αναφορά σε βασικό επιτόκιο 6.25% δέχτηκε ότι αυτό δεν συνάδει με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση, συμπλήρωσε. Ο λογαριασμός τερματίστηκε και έτσι η βάση υπολογισμού άλλαξε - ήταν κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας να αλλάζει το βασικό επιτόκιο, τη βάση προσδιορισμού. Ανέφερε στη συνέχεια ότι ως διαιρέτης στο τεκμήριο 19Α χρησιμοποιήθηκε το εμπορικό έτος των 360 ημερών. Για τα €35 με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός από 31.10.2008, ανέφερε ότι επρόκειτο για έξοδα, τα οποία μπορούσαν να χρεωθούν δυνάμει των τεκμηρίων 6 και
- Τα έξοδα ήταν αναρτημένα σε περίοπτη θέση στην τράπεζα και ενημερωνόταν ο πελάτης. Η ΜΕ2, η οποία, ως ανέφερε, είναι τοποθετημένη από το 2006 στη «διεύθυνση οριστικών καθυστερήσεων» της τράπεζας επίσης κατάθεσε γραπτή δήλωση (έγγραφο Β) ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Η μάρτυρας κλήθηκε κυρίως για να αναφερθεί και να καταθέσει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, κάποιες εκ των οποίων ως επίσης και η σχετική περιγραφή που γινόταν στη δήλωση της, δεν επετράπη. Τούτο διότι οι αναφορές κρίθηκαν ως εκτός δικογράφων κατόπιν επιτυχούς ένστασης των συνηγόρων Υπεράσπισης. Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση περιορίστηκε τελικά στην κατάθεση των τεκμηρίων 21-
- Αντεξεταζόμενη από τον κ. Κορακίδη ανέφερε ότι δεν ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με συνολικό επιτόκιο 5.75%. Στη συνέχεια ανέφερε ότι βάσει των τεκμηρίων 6 και 7, η τράπεζα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει τόσο το βασικό όσο και το περιθώριο μετά τον τερματισμό. Συμπλήρωσε λέγοντας ότι δεν υπήρχε περιορισμός (όριο/οροφή) σ΄ αυτό της το δικαίωμα. Τέλος ξεκαθάρισε ότι η ενάγουσα αξιώνει επιτόκιο 11% από την ημερομηνία τερματισμού του δανείου (28.3.2013) μέχρι εξόφλησης. Κατά την αντεξέταση από τον κ. Κούμα ανέφερε ότι οι διάφορες επιστολές απεστάλησαν προς τους εναγομένους. Διευκρίνισε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις χρησιμοποίησε ως διαιρέτη το ημερολογιακό έτος των 365 ημερών, ενώ επέμενε ότι βάσει γενικού όρου στα τεκμήρια 6 και 7, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει έξοδα. Επίσης διευκρίνισε ότι το ποσό που η ενάγουσα επιθυμεί να της αποδοθεί είναι αυτό που αναφέρεται στο τεκμήριο 19Α. Οι αναδομημένες καταστάσεις που έγιναν είναι εναλλακτικά σενάρια προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Ο τρίτος και τελευταίος μάρτυρας της ενάγουσας (ΜΕ3) ανήκει στο ίδιο τμήμα της τράπεζας όπως και η ΜΕ
- Υιοθέτησε και αυτός γραπτή δήλωση (έγγραφο 3) με την οποία αναφέρεται σε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού διαφόρων σεναρίων που ετοίμασε και κατέθεσε ως τεκμήρια 27Α-Ε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη ανέφερε ότι η αξίωση της ενάγουσας είναι ως αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα και απέρριψε ότι την ευθύνη για οποιοδήποτε ποσό πέραν αυτού που καλύπτουν οι εξασφαλίσεις τη φέρει η τράπεζα και η ενάγουσα, λόγω των υπερχρεώσεων. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κούμα ισχυρίστηκε και αυτός ότι βάσει των τεκμηρίων 6 και 7, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να αυξάνει το βασικό και πρόσθετο επιτόκιο. Συναφώς αρνήθηκε ότι η αύξηση του περιθωρίου αλλά και η χρέωση εξόδων ήταν παράνομη. Ο ΜΥ1 εγγεγραμμένος λογιστής μέσω γραπτής δήλωσης (έγγραφο 4), παρουσίασε και ανάλυσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 28), χρησιμοποιώντας τα επιτόκια με τα οποία θεωρεί ότι θα έπρεπε να χρεώνεται ο λογαριασμός και αφαιρώντας συνάμα τις χρεώσεις που θεωρεί ότι δεν θα έπρεπε να χρεωθούν στον λογαριασμό. Σχετικά κατέθεσε και τα τεκμήρια 29Α και Β. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού (28.2.2013) θα έπρεπε να ήταν €227.242,54 σεντ και απ' εκείνη την ημερομηνία και έπειτα θα έπρεπε να χρεώνεται με τόκο 2.50% (βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ 0.75% και περιθώριο 1.75%). Διευκρίνισε βέβαια, ότι με την κατάληξη αυτή δεν αποφαίνεται ότι η ενάγουσα δικαιούται στην απόδοση του ποσού αυτού. Αντεξεταζόμενος από την κα Κακογιάννη ανέφερε [ως πραγματογνώμονας] ότι για την οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου θα έπρεπε να ενημερωθεί ο δανειολήπτης, να του αναλυθούν οι νέοι παράμετροι και να αποδεχτεί γραπτώς τους καινούργιους όρους, κάτι που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση εξ' όσων γνωρίζει. Όπως προανέφερα οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν κάλεσαν μάρτυρες. Έτσι, μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΥ1 δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους των διαδίκων για να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Οι συνήγοροι ενάγουσας και εναγομένων 1 και 2 ετοίμασαν και υπέβαλαν ηλεκτρονικά, γραπτές αγορεύσεις ενώ ο εναγόμενος 3 επέλεξε να μην υποβάλει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στη δική της αγόρευση υποστηρίζει βεβαίως το βάσιμο και το ύψος της απαίτησης μέσα από τη δική της ανάλυση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (γραπτής και προφορικής) και των νομικών αρχών που θεωρεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 2, στη δική του πολυσέλιδη αγόρευση, ζητά την απόρριψη της αγωγής για πλειάδα νομικών και πραγματικών λόγων που αναπτύσσει με λεπτομέρεια και σχολαστικότητα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 1 από την άλλη, ακολουθεί μια πιο πραγματιστική προσέγγιση στη δική του αγόρευση, αναγνωρίζοντας μεν την ύπαρξη οφειλής, αλλά αμφισβητώντας το ύψος της υποβληθείσας απαίτησης, εξηγώντας με συγκρότηση και στόχευση τους λόγους αυτής της αμφισβήτησης. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με κάθε προσοχή τις αγορεύσεις όλων των συνηγόρων και εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση των επιδίκων θεμάτων, θα αναφερθεί σε επιμέρους επιχειρήματα που έχουν αναπτυχθεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Προτού ασχοληθώ με την ουσία και επίλυση της διαφοράς, να υπενθυμίσω ότι δόθηκε μαρτυρία από τέσσερεις μάρτυρες - τριών από πλευράς ενάγουσας και ενός από πλευράς εναγόμενου
- Η όποια αντίθεση ή διαφορά ανακύπτει μεταξύ της μαρτυρίας των μαρτύρων της ενάγουσας αφενός και της μαρτυρίας του μάρτυρα του εναγομένου 2 αφετέρου αφορά στο ύψος του υπό διεκδίκηση ποσού και όχι στην προβολή αντίθετων, πραγματικών θέσεων σε ότι αφορά τα γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει κρίνω, ότι, από πλευράς ειλικρίνειας, όλοι οι μάρτυρες μου προξένησαν καλή εντύπωση και συνακόλουθα κρίνονται αξιόπιστοι, χωρίς όμως τούτο να οδηγεί σε αποδοχή είτε της υποκειμενικής ερμηνείας τους των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, είτε της εν γένει προσέγγισης τους για το ύψος του οφειλόμενου ποσού, των τόκων, των εξόδων και γενικά του προσδιορισμού της οφειλής. Το ύψος της οφειλής, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, προκύπτει από την ίδια τη Σύμβαση των μερών επί ενός πραγματικού υποβάθρου γεγονότων που είναι αδιαμφισβήτητο και με την εφαρμογή του αρχών του Νόμου, όπως θα εξηγηθούν από το Δικαστήριο. Συμπεράσματα/Νομική Πτυχή Προχωρώ με την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, και στην παράθεση και εφαρμογή των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η τράπεζα και οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 συνομολόγησαν μεταξύ τους Σύμβαση, η οποία συναποτελείται αφενός από την Επιστολή Προσφοράς ημερ. 18.9.2006 (τεκμήριο 7) και αφετέρου από τη Βασική Συμφωνία (τεκμήριο 6). Βάσει της Συμβάσης, η τράπεζα παραχώρησε δάνειο ύψους £200.000 (€341,720) στους εναγόμενους 1, 2 και 3 σε τρεχούμενο λογαριασμό για την αγορά τεμαχίου γης με σκοπό την πώληση του. Η αποπληρωμή του δανείου, των τόκων και των εξόδων θα γινόταν με την καταβολή ενός εφάπαξ ποσού 18 μήνες από την εκταμίευση του δανείου στις 18.9.2006 - δηλαδή στις 18.3.
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο (4.50% στις 18.9.2006) πλέον πρόσθετο τόκο 1.75%. Το σύνολο του επιτοκίου κατά την εκταμίευση του δανείου ήταν 6.25%. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 αλλά και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 21, 22 και 27Α-Ε) το επιτόκιο του δανείου στις 21.12.2007 μειώθηκε από 6.25% σε 5.75%. Αυτό ήταν και το επιτόκιο κατά την συμβατική ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου στις 18.3.
- Ομοίως, συμφώνως των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμών αλλά και ως ανέφερε η ΜΕ1, οι εναγόμενοι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €200,350 (βλ. τεκμήριο 20). Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η Σύμβαση είχε και αρχή και τέλος. Συνεπώς, όπως σωστά επεσήμανε ο κ. Κορακίδης, δεν χρειαζόταν τερματισμός της Σύμβασης για να καταστεί πληρωτέο το οφειλόμενο ποσό. Κατά συνάφεια, η συζήτηση και η διαφωνία που αναπτύχθηκε κατά την ακρόαση για το κατά πόσο στάλθηκε και/ή παραλήφθηκε η επιστολή τερματισμού ημερ. 28.2.2013 (τεκμήριο 17) ήταν αχρείαστη. Έτσι κι αλλιώς η ενάγουσα είχε αποστείλει από πριν την επιστολή ημερ. 20.8.2012 (τεκμήριο 16) υπενθυμίζοντας την προ πολλού ληξιπρόθεσμη υποχρέωση των εναγομένων. Ακόμα όμως και αν το συνακόλουθα της Σύμβασης, άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, προϋπέθετε τερματισμό, η ίδια η καταχώρηση της παρούσας αγωγής λογίζεται ως νόμιμος τερματισμός για σκοπούς διεκδίκησης δικαιωμάτων (βλ. Κυριάκου v. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ.1322, ΕΤΑΙΡΕΙΑ JK VAVLITES (HOTELS & LEISURE) LTD v. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Πολιτική Έφεση 31/2013, ημερ. 30.1.2019 και Έλληνας κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 87/2013, ημερ. 3.12.2019). Το παραχωρηθέν δάνειο εξασφαλίστηκε μέχρι ποσού £105.000 (€179.403,15) πλέον τόκους από (α) την Υποθήκη XXXXX/2006 που παραχώρησε ο εναγόμενος 1 και αφορούσε το όλο μερίδιο του στο οικόπεδο επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ.Φ.LI. Σχ.3 στον Άγιο Θεόδωρο της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 23.6.1990 και (β) την Υποθήκη XXXXX/2006 που παραχώρησε ο εναγόμενος 3 και αφορούσε το όλο μερίδιο του στο χωράφι επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ. XLV. Σχ.43 στην Τρεμιθούσα της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 25.7.
- Επισημαίνεται ότι οι μόνοι δικογραφημένοι όροι της Σύμβασης είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 6 και
- Η εμφιλοχωρηθείσα μαρτυρία που εμπεριέχεται κυρίως στη γραπτή δήλωση της ΜΕ1 (έγγραφο Α) και αφορά είτε σε επέκταση της περιόδου αποπληρωμής του δανείου μέχρι την 1.5.2009 (υπό όρους που φέρονται να εκπληρώθηκαν) είτε μέχρι τις 28.6.2011 (υπό όρους που φέρονται να μην εκπληρώθηκαν) είναι σαφέστατα εκτός δικογράφων και θα αγνοηθεί. Μετά τη λήξη του δανείου, η τράπεζα συνέχισε να χρεώνει τον λογαριασμό με τόκους. Ο τόκος αυτός κατά καιρούς, μεταβαλλόταν. Τούτο γινόταν με την αλλαγή του βασικού επιτοκίου και/ή του πρόσθετου επιτοκίου (περιθώριο). Το σύνολο των χρώσεων για τόκους φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 19Α), ενώ η διακύμανση του επιτοκίου ως σύνολο, φαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις (τεκμήριο 21, 22 και 27Α-Ε). Η ΜΕ1 στη μαρτυρία της διευκρίνισε ποιες αλλαγές επήλθαν στο βασικό και ποιες στο πρόσθετο επιτόκιο (περιθώριο). Ερωτηθείς σχετικά οι μάρτυρες της ενάγουσας ανέφεραν ότι βάσει των όρων της Σύμβασης και διαρκούσης της ισχύος της, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να διαφοροποιεί το επιτόκιο με δημοσίευση ή ειδοποίηση του πελάτη, ενώ μετά τον τερματισμό της Σύμβασης με την επιστολή ημερ. 28.2.2013 (τεκμήριο 17), είχε το δικαίωμα να διαφοροποιεί τα επιτόκια κατά την απόλυτη της κρίση. Ας δούμε λοιπόν με περισσότερη λεπτομέρεια τους σχετικούς όρους της Σύμβασης ως διατυπώνονται στα τεκμήρια 6 και
- Στο τεκμήριο 7 (Επιστολή Προσφοράς) αφού προσδιορίζεται το επιτόκιο σε 4.50% βασικό και 1.75% πρόσθετο (σύνολο 6.25%), αναφέρονται στο σημείο Γ υπό τον τίτλο «ΤΟΚΟΣ» τα εξής: Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούτο να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της προς εσάς ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή στη Συμφωνία αυτή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως δια του ημερήσιου τύπου ή της προς εσάς ειδοποιήσεως. Το τεκμήριο 6, το οποίο είναι ένα έγγραφο γενικής εφαρμογής που τιτλοφορείται «ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ» καλύπτει μια ευρύτητα πιστωτικών παραχωρήσεων σε πελάτες, με διάφορες αναφορές σε επιτόκιο, κάποιες εκ των οποίων είναι εντελώς άσχετες με την παρούσα υπόθεση. Οι πρόνοιες στις οποίες στηρίζει τις ενέργειες της η τράπεζα είναι η επιφύλαξη του όρου 2 και ο όρος
- Έχουν ως ακολούθως: 2 ................................... Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή στη Συμφωνία αυτή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως διά του ημερήσιου τύπου ή της προς τον πελάτη ειδοποιήσεως. Για υπολογισμό οποιουδήποτε τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσες ημέρες έχει ο καθένας αλλά ως διαιρέτης θα χρησιμοποιείται ο αριθμός 360 ο οποίος είναι ο αριθμός των ημερών σ΄ ένα
(1)εμπορικό έτος.
- Ευθύς ως τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, ο πελάτης θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που θα οφείλει στην Τράπεζα περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και παράλειψη του πελάτη να το πράξει αμέσως, θα έχει ως συνέπεια τη χρέωση του/των λογαριασμού/ων του με τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις όπως η Τράπεζα θα αποφασίζει κατά καιρούς και κατά την απόλυτη κρίση της ή άλλως πως από την ημερομηνία που τα εν λόγω ποσά και υποχρεώσεις έπρεπε να πληρωθούν και η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την πληρωμή κάθε οφειλής του πελάτη πλέον των δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων οποιουδήποτε είδους μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση. (η υπογράμμιση είναι δική μου) Με άλλα λόγια, με τους εν λόγω όρους - οι οποίοι κατά το μείζον, περιλαμβάνονται σε μια γενικής και αδιάκριτου εφαρμογής Συμφωνία (τεκμήριο 6) - η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα διαρκούσης της [όποιας] Σύμβασης να διαφοροποιεί το επιτόκιο, με μόνη υποχρέωση την ειδοποίηση του πελάτη ή τη δημοσίευση ενώ μετά τον τερματισμό της Σύμβασης ή το ληξιπρόθεσμο του δανείου, δίδει στον εαυτό της το απόλυτο δικαίωμα να αυξάνει κατά το δοκούν το επιτόκιο, χωρίς περιορισμό, χωρίς έλεγχο και χωρίς οροφή. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον τερματισμό της Σύμβασης αύξησε το επιτόκιο σε 11%. Και οι τρεις μάρτυρες της ενάγουσας, σε επίμονες ερωτήσεις και υποβολές της Υπεράσπισης επί των αυξήσεων των επιτοκίων, κατέφευγαν στο θέσφατο «ήταν στην απόλυτη κρίση της τράπεζας» ή σε άλλη ανάλογη αναφορά. (Καταχρηστικότητα ρητρών) Το ότι το επίδικο δάνειο ήταν καταναλωτικό το δήλωσε ρητά ενώπιον του Δικαστηρίου η ΜΕ
- Εν πάση περιπτώσει, κρίνοντας από τη φύση της Σύμβασης, η οποία ήταν η δανειοδότηση με σκοπό την βραχυπρόθεσμη επένδυση, είναι πρόδηλο ότι η Σύμβαση εμπίπτει στις παραμέτρους εφαρμογής του τότε ισχύοντος περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93/
- Ο εν λόγω Νόμος ήταν εναρμονιστικός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, η οποία εκδόθηκε με βασικό σκοπό την άρση των έντονων διαφορών που παρουσίαζαν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές με την υιοθέτηση από τα κράτη μέλη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών (βλ. Μιχαηλίδη κ.ά. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, ημερ. 27.6.2018). Επισημαίνεται ότι ο Νόμος 93
(1)/1996 έχει καταργηθεί με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο 112(Ι)/2021 (ημερ. 12.5.2021), ο οποίος συμφώνα με το προοίμιο του, ενοποίησε, εκσυγχρόνισε και κωδικοποίησε διάφορους νόμους που ρύθμιζαν θέματα προστασίας του καταναλωτή. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Νόμου «οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται αναφορικά με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν την έναρξη της ισχύους του παρόντος Νόμου..». Η εν λόγω πρόνοια προσδίδει κατ' ουσία αναδρομική ισχύ σε ουσιώδη μέρη του Νόμου. Η επίδικη δανειακή σύμβαση συνήφθηκε (και τερματίστηκε) μετά τη θέσπιση του καταργηθέντος Νόμου 93(Ι)/1996, αλλά πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου με αποτέλεσμα ο Νόμος αυτός να τυγχάνει εφαρμογής. Επί της ουσίας δεν έχει αλλάξει το νομικό καθεστώς σε ότι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή ως ίσχυαν με βάση τον Νόμο 93(Ι)/1996, ο οποίος ούτως ή άλλως ήταν το νομοθέτημα που ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς η αναφορά θα γίνεται στις πρόνοιες του Νόμου 93(Ι)/1996. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του εν λόγω Νόμου, αυτός τύγχανε εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συναπτόταν μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για τον σκοπό αυτό. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης το φέρει αυτός που επικαλείται κάτι τέτοιο (βλ. εδάφιο 5). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η εδώ επίδικη Σύμβαση, ειδικά το μέρος που αποτελείται από τη «ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ» -τεκμήριο 7, δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Νόμου, καταχρηστική θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση. Στην υπόθεση Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, ημερ. 16.6.2016, αποφασίστηκε κατ' ουσία, ότι, προς κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 3
(1)της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ στο αγγλικό κείμενο της οποίας ο αντίστοιχος όρος συναντάται ως «contrary to the requirement of good faith". Κρίθηκε κατ' επέκταση ότι για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι ο όρος κάποιας συμφωνίας αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των εναγόντων (βλ. Paget's Law of Banking Malek & Odgers [14η έκδοση] σελ. 101). Βάσει του άρθρου 7 είναι περαιτέρω υποχρέωση του πωλητή σε γραπτές συμβάσεις να διασφαλίζει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Επιστρέφοντας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι η Σύμβαση έληξε/ωρίμασε όταν το δάνειο κατέστη πληρωτέο στις 18.3.2008. Διαρκούσης της Σύμβασης, υπήρξε μια και μόνο διαφοροποίηση του επιτοκίου και μάλιστα προς τα κάτω. Έγινε στις 21.12.2007 με το επιτόκιο να μειώνεται από 6.25% σε 5.75%, ποσοστό στο οποίο παρέμεινε μέχρι τη λήξη της Σύμβασης. Συνεπώς δεν επηρέασε με οποιονδήποτε αρνητικό τρόπο τους εναγόμενους, το εδώ δικαίωμα της τράπεζας να διαφοροποιεί το επιτόκιο διαρκούσης της Σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει το ότι το δικαίωμα συναρτάται με δημοσίευση ή ειδοποίηση του πελάτη, αφαιρεί από το όποιο στοιχείο αυθαιρεσίας και κατάχρησης, ειδικά δε αν κατά τη διαφοροποίηση, παρέχονται στον πελάτη που ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί, στοιχεία που εξηγούν τη φιλοσοφία και το σκεπτικό της διαφοροποίησης. Εκείνο που εδώ έχει σημασία και έκανε και την τεράστια διαφορά στο «οφειλόμενο ποσό» είναι το δικαίωμα της τράπεζας μετά τον τερματισμό, να αυξάνει κατά την απόλυτη της κρίση το επιτόκιο. Ο όρος αυτός κατ' αρχάς είναι σε αντιδιαστολή με τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 7 αφού δεν είναι σαφής και κατανοητός. Καμία προσδιοριστική διασαφήνιση ή εξήγηση δεν δίνεται στον πελάτη (καταναλωτή) για το πώς και γιατί, δυνητικά, θα λάβει χώρα αυτή η διαφοροποίηση. Τα στοιχεία αυτά κρίνονται απαραίτητα για να μπορούσε ο πελάτης με ορθολογισμό να αναλογισθεί το πραγματικό κόστος της συναλλαγής, έστω και σε περίπτωση διάρρηξης της Σύμβασης. Στην υπόθεση Kasler and another v. OTP Jelzalogbank Zrt [2014] 2 All ER (Comm) 443, (Case C-26/13) στην οποία εύστοχα παρέπεμψε ο κ. Κορακίδης αναφέρονται - σε άλλο πλαίσιο βέβαια αλλά απολύτως σχετικά - τα εξής: "
(2)Article 4
(2)of Directive 93/13 must be interpreted as meaning that, as regards a contractual term such as that at issue in main proceedings, the requirement that a contractual term must be drafted in plain intelligible language is to be understood as requiring not only that the relevant term should be grammatically intelligible to the consumer, but also that the contract should set out transparently the specific functioning of the mechanism of conversion for the foreign currency to which the relevant term refers and the relationship between that mechanism and that provided for by other contractual terms relating to the advance of the loan, so that that consumer is in a position to evaluate, on the basis of clear, intelligible criteria, the economic consequences for him which derive from it." (η υπογράμμιση είναι δική μου) Ακόμα πιο έντονη είναι η καταχρηστικότητα του εν λόγω όρου συμφώνως του άρθρου 5 του Νόμου. Το δικαίωμα που παρέχει στην τράπεζα να αυξάνει κατά τρόπο αχαλίνωτο και ετεροβαρή την οικονομική υποχρέωση του πελάτη, δημιουργεί «σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών..». Η απόλυτη διαπραγματευτική δύναμη της τράπεζας [βλ. άρθρο 5
(3)(α)] ήταν διάχυτη από τη στερεότυπη καταφυγή των μαρτύρων της ενάγουσας στη φράση «ήταν στην απόλυτη κρίση της τράπεζας». Το ίδιο καταδεικνύεται από την αναφορά της ΜΕ1 σε ερώτηση του κ. Κούμα στο κατά πόσο το βασικό επιτόκιο 6.25% που επέβαλε η τράπεζα μετά τον τερματισμό συνήδε με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η μάρτυρας απάντησε «Όχι, ήταν το βασικό επιτόκιο της τράπεζας. Όταν τερματίστηκε η οφειλή άλλαξε η βάση προσδιορισμού του επιτοκίου ως αναφέρεται στα τεκμήρια 6 και 7, ήταν κατά την απόλυτη κρίση της να αλλάζει τόσο το βασικό επιτόκιο [όσο και] τη βάση προσδιορισμού». Το ίδιο προκύπτει και από την αναφορά της ΜΕ2, σε ερώτηση του κ. Κορακίδη αυτή τη φορά, στο κατά πόσο η τράπεζα θα μπορούσε να αυξήσει το επιτόκιο ακόμα και σε 20% αν ήθελε. Αποκρίθηκε η μάρτυρας «θα μπορούσε, δεν το έκαμε όμως». Ωσάν δηλαδή να επρόκειτο για χειρονομία μεγαλοψυχίας ή ύψιστης παραχώρησης. Στην πραγματικότητα η απάντηση αναδεικνύει το μέγεθος της ανισότητας των μερών και την απόλυτη κυριαρχία της τράπεζας επί της συναλλαγής εν γένει. Τα προαναφερθέντα καταρρίπτουν την «απαίτηση καλής πίστης» αναδεικνύοντας συνάμα την καταχρηστικότητα της ρήτρας. Αν μια ρήτρα κριθεί ως καταχρηστική δεν δεσμεύει τον καταναλωτή (βλ. άρθρο 6). Η καταχρηστικότητα μιας ρήτρας παρέχει δικαίωμα είτε τερματισμού της σύμβασης είτε σε απαίτηση για μη εφαρμογή της. Η σύμβαση κατά τα λοιπά συνεχίζει να ισχύει και να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς τη συγκεκριμένη ρήτρα (βλ. Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 513). Παρενθετικά να σημειώσω ότι ο όρος Δ (γ) του τεκμηρίου 7 παρέχει δικαίωμα στην τράπεζα να χρεώνει τον λογαριασμό με τόκο υπερημερίας 5%. Παρά το γεγονός ότι τέτοια αξίωση δεν περιλήφθηκε στην αγωγή, επιχειρήθηκε να προσκομιστεί μαρτυρία από τη ΜΕ2 που αφορούσε σε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού όπου περιλαμβανόταν τόκος υπερημερίας 5% και άλλες όπου περιλαμβανόταν τόκος υπερημερίας 2%. Η μαρτυρία κρίθηκε ως εκτός δικογράφων και αποκλείστηκε. Συνεπώς η εξέταση του κατά πόσο μια τέτοια αξίωση συνιστά «ποινική ρήτρα» κρίνεται αχρείαστη. Αν είναι όμως κάτι που προκύπτει από τον εν λόγω όρο, σε επίταση των όσων ανέφερα και προηγουμένως, είναι η κατακλυσμιαία δυνατότητα της τράπεζας να χρεώνει τον λογαριασμό κατά το δοκούν, σε σημείο που τελικώς, υπήρξε σύγχυση με το τι θα έπρεπε να χρεωθεί ο λογαριασμός και με τι, όχι. Πέραν του ζητήματος των τόκων, υπάρχουν ρήτρες της Σύμβασης που παρέχουν στην τράπεζα το δικαίωμα να προβαίνει σε άλλες χρεώσεις. Ανάμεσα σε αυτές είναι οι όροι 2, 5, 6 και 9 του τεκμηρίου 7. Ο όρος 9(ι) προβλέπει τα εξής: «Σε περίπτωση καθυστερήσεως στην πληρωμή από τον πελάτη οποιουδήποτε ποσού δόσεως ή οποιουδήποτε ποσού κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών, δαπανών κάθε φύσεως ή εξόδων οποιασδήποτε χορήγησης, οποιοδήποτε πιο πάνω καθυστερημένο ποσό θα χρεώνεται κατά την κρίση της τράπεζας με επιβάρυνση καθυστέρησης» Στηριζόμενη κατά μείζονα λόγο στον όρο αυτό, χρέωσε τον λογαριασμό με το συνολικό ποσό των €2.145 (βλ. τεκμήριο 23). Το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 19Α) και στις αναδομημένες καταστάσεις (τεκμήρια 21 και 27Α και Β) και ενσωματώνονται στο τελικό ποσό που αξιώνει η ενάγουσα. Παράλληλα και επιπρόσθετα της καταχρηστικότητας που προκύπτει από την ασάφεια του όρου (άρθρο 7) και της έκδηλης ανισότητας - «κατά την κρίση της τράπεζας» (άρθρο 5), οι χρεώσεις αυτές δεν είναι τίποτε άλλο από ένας επιπλέον συγκεκαλυμμένος και παράνομος τόκος. Καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει ότι η τράπεζα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ή έξοδα που να αντιστοιχούν σε ένα τέτοιο ποσό έτσι ώστε να δικαιολογείτο η χρέωση του στον λογαριασμό των εναγομένων (βλ. Τράπεζα Κύπρου κ.α. v. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε
(2005)1 Α.Α.Δ. 38). Συνεπώς ούτε αυτό το ποσό είναι ανακτήσιμο. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι το θέμα της καταχρηστικότητας, στο πλαίσιο τουλάχιστον που έχει προσδιοριστεί ανωτέρω, δεν αναδεικνύεται με λεπτομέρεια και στόχευση στα δικόγραφα όλων των εναγομένων (ειδικά του εναγομένου 3) ούτε, ενδεχομένως, αναλύεται με απόλυτη στόχευση το ζήτημα της υπερχρέωσης τόκων και εξόδων. Κάποιες λεπτομέρειες δίδονται βέβαια στο δικόγραφο του εναγομένου 2. Εν πάση όμως περιπτώσει, τούτο δεν απαλλάσσει την ενάγουσα από τη γενικότερη υποχρέωση να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τονίστηκε ότι σε περιπτώσεις που αφορούν τραπεζικά χρέη - ανεξαρτήτως ή όχι αμφισβήτησης της απαίτησης - θα πρέπει να αποδειχθούν από πλευράς τράπεζας τρία στοιχεία:
- Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της.
- Η παράβαση όρου της σύμβασης.
- Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στο πλαίσιο λοιπόν της προαναφερθείσας υποχρέωσης και ειδικά της απόδειξης του «οφειλόμενου ποσού», το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει τυχόν καταχρηστικότητα ρητρών που αποτέλεσαν το υπόβαθρο διαφόρων χρεώσεων από πλευράς τράπεζας. Θα πρέπει εξάλλου να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα εφάμιλλο «δημόσιας τάξεως» και νοουμένου ότι υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία - εδώ υπάρχουν - θα πρέπει να εξετάζεται αυτεπάγγελτα (βλ. Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus, C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 42, Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Guti?rrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 59 και Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, MA κατά Ibercaja Banco SA παρισταμένου του PO, C‑600/19, ECLI:EU:C:2022:394, σκέψη 37). Με δεδομένο ότι ο επιβληθείς τόκος από τη λήξη της Σύμβασης στις 18.3.2008, στηρίχθηκε σε καταχρηστικό και ανεφάρμοστο όρο, τίθεται το ερώτημα αν θα πρέπει το χρέος να φέρει τόκο και, αν ναι, από ποια ημερομηνία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάρρηξη της Σύμβασης έγινε από τους εναγόμενους με τη μη αποπληρωμή του δανείου κατά την ημερομηνία ωρίμανσης. Το δάνειο προέβλεπε την επιβολή τόκου, ο οποίος κατά τη συνομολόγηση ήταν 6.25% και κατά τη λήξη 5.75%. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι ορθό και δίκαιο το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο, όπως διαμορφώθηκε στην πορεία του χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των εκάστοτε πληρωμών, να είναι τοκοφόρο με το Συμβατικό επιτόκιο που ίσχυε κατά τη λήξη της Σύμβασης μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στην κρίση μου αυτή έλαβα υπόψη και τις πρόνοιες του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο στον βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: 33.-
(1)Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως διά νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως διά νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, διά την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ΄ ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: ........... Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου. .........
(3)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω περιλαμβανομένων θα παρέχη εξουσίαν προς παροχήν τόκου επί τόκου. Κατάληξη Εν όψει λοιπόν όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των €141.370, πλέον τόκο 6.25% (4.50% βασικό επιτόκιο συν 1.75% πρόσθετο επιτόκιο) επί του ποσού των €341,720 από 18.9.2006 μέχρι 20.12.2007 και με τόκο 5.75% από 21.12.2007 μέχρι 18.3.2008, με κεφαλοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου. Ακολούθως με τόκο 5.75% ετησίως, -επί ποσού €341,720 από 18.3.2008 μέχρι 21.8.2008. -επί ποσού €321,720 από 22.8.2008 μέχρι 24.8.2008 (έγινε πληρωμή €20.000 στις 22.8.2008 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €281,720 από 25.8.2008 μέχρι 25.11.2010 (έγινε πληρωμή €40.000 στις 25.8.2008 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €261,720 από 26.11.2010 μέχρι 23.12.2010 (έγινε πληρωμή €20.000 στις 26.11.2020 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €251,720 από 24.12.2010 μέχρι 8.5.2011 (έγινε πληρωμή €10.000 στις 24.12.2020 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €231,720 από 9.5.2011 μέχρι 25.5.2011 (έγινε πληρωμή €20.000 στις 9.5.2011 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €221,720 από 26.5.2011 μέχρι 27.2.2013 (έγινε πληρωμή €10.000 στις 26.5.2011 ως το τεκμήριο 20) -επί ποσού €141.370 από 28.2.2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης (έγινε πληρωμή €80.350 στις 28.2.2013 ως το τεκμήριο 20) Περαιτέρω, εκδίδεται, α) εναντίον του εναγομένου 1, διάταγμα πώλησης του οικοπέδου επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ.Φ.LI. Σχ.3 στον Άγιο Θεόδωρο της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 23.6.1990 με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην υποθήκη XXXXX/2006, ημερ. 18.9.2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και όπως το προϊόν της τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας μέχρι ποσού €179,403.15 πλέον τόκους. β) εναντίον του εναγομένου 3, διάταγμα πώλησης του χωραφιού επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ. XLV. Σχ.43 στην Τρεμιθούσα της Επαρχίας Πάφου που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής XXXXX, ημερ. 25.7.1996 με δημόσιο πλειστηριασμό, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη με αρ. XXXXX/2006 ημερ. 18.9.2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και όπως το προϊόν της τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας μέχρι ποσού €179,403.15 πλέον τόκους. Σε ότι αφορά τα έξοδα, όπως προανέφερα, γενεσιουργός αιτία της αγωγής αποτέλεσε η μη εξόφληση του δανείου κατά τη συμβατική ημερομηνία ωρίμανσης. Απ' εκεί και πέρα όμως, σχεδόν όλος ο δικαστικός χρόνος που αναλώθηκε κατά την ακρόαση, ήταν για να πεισθεί το Δικαστήριο να επιδικάσει στην ενάγουσα το υπέρογκο ποσό που διεκδικεί με την απαίτηση της, το οποίο, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν δικαιούται. Από πλευράς Υπεράσπισης κλήθηκε ένας και μόνο μάρτυρας από τον εναγόμενο 2 και αυτός για να αντικρούσει ουσιαστικά την προαναφερθείσα υπέρογκη απαίτηση της ενάγουσας. Τα έξοδα που προέκυψαν διαρκούσης της ακρόασης είναι βέβαια λιγότερα απ' εκείνα που προέκυψαν στην υπόλοιπη, μακρά εκκρεμοδικία της υπόθεσης. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη εξομοίωση των δύο. Ως εκ τούτου - ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται δυνάμει της Διαταγής 59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - κρίνω ότι το δικαιότερο υπό τις περιστάσεις, είναι όπως οι εναγόμενοι 1-3 καταβάλουν τα 2/3 των εξόδων της ενάγουσας, στην κλίμακα επιτυχίας, με εξαίρεση τα έξοδα όπου υπήρξε προηγούμενη, ειδική, διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με κάποια επιμέρους διαδικασία, η οποία διαταγή παραμένει ως έχει. Αυτή συνεπώς είναι η διαταγή του Δικαστηρίου για τα έξοδα. (Υπ) .................................... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο