← Κύπρος

KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΌΡΟΥ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αίτηση Αρ.: 248/2021, 31/5/2022

KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΌΡΟΥ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αίτηση Αρ.: 248/2021, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 248/2021 Μεταξύ: KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΌΡΟΥ Αιτητή και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31.05.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Σ. Ζαννούπας Για Καθ' ης η αίτηση 2: κα Α. Κορακίδου-Μακρίδου για Aristi Korakidou- Makridou LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση - Εκδοχή του Αιτητή: Με την παρούσα αίτηση που καταχωρίστηκε στις 21.10.21 ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η απόφαση που εκδόθηκε στις 17.10.07 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην αγωγή αρ. 2652/2007 εξέπνευσε στις 08.04.20 με αποτέλεσμα τέσσερα εμπράγματα βάρη (memo) και μία υποθήκη που εγγράφηκαν προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης 1 και προέκυψαν στα πλαίσια της εν λόγω δικαστικής απόφασης, να χρήζουν εξάλειψης. Γι' αυτό ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται τα πιο πάνω memo (ΕΒ 417/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ΕΒ 674/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ΕΒ 1315/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ΕΒ 496/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου) και η προαναφερόμενη υποθήκη (Υ2105/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου) με τα οποία επιβαρύνεται το ακίνητο του με αρ. εγγραφής 0/[ ], φ/σχ. 45/6121V01/1, τεμάχιο [ ] που βρίσκεται στην κοινότητα Κοίλης της επαρχίας Πάφου (στο εξής το «ακίνητο»). Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 35 & 36 του Ν.9/1965, η Δ.48 Θ.1-9 & η Δ.55 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 14

(1)(β) & 71 του Κεφ.6, τα άρθρα 31, 41 και 42 του Ν.14/60, τα άρθρα 5, 11
(1), 18 & 19 του Ν.169(Ι)/2015, το άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς τεκμηρίωση του περιεχομένου της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Αιτητών στο σύνολο της. Σύμφωνα με τον Αιτητή, περί το έτος 2002, στα πλαίσια εξασφάλισης δανείου, ο ίδιος υποθήκευσε το προαναφερόμενο ακίνητο του με την εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ2105/2002 προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης
  1. Το έτος 2007 η Καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρησε εναντίον του Αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή αρ. 2652/
  2. Στις 17.10.07 εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ της Καθ' ης η αίτησης 1 και εναντίον του Αιτητή με την οποίαν, μεταξύ άλλων, διατάχτηκε η πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό (Τεκμήριο 1). Ακολούθως, κατόπιν μονομερών αιτήσεων της Καθ' ης η αίτησης 1, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε στις πιο κάτω ημερομηνίες διατάγματα για παράταση χρόνου εγγραφής των εξής εμπράγματων βαρών (memo): (α) 02.02.16 σε σχέση με το ΕΒ 417/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι τις 13.03.26 (Τεκμήριο 2), (β) 05.04.16 σε σχέση με το ΕΒ 674/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι τις 20.05.26 (Τεκμήριο 3), (γ) 10.05.16 σε σχέση με το ΕΒ 496/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι τις 08.07.29 (Τεκμήριο 6), (δ) 17.05.16 σε σχέση με το ΕΒ 1315/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι τις 02.07.26 (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια στις 08.04.19, μετά από σχετική αίτηση της Καθ' ης η αίτησης 1, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου έδωσε άδεια για παράταση χρόνου ενός έτους στην εκτέλεση της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης (Τεκμήριο 5). Είναι η θέση του Αιτητή ότι το δικαίωμα εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης εξέπνευσε στις 07.04.20 τόσο για την Καθ' ης η αίτηση 1 όσο και για οποιονδήποτε άλλο οργανισμό που ενδεχομένως να τη διαδέχτηκε. Σύμφωνα ακόμη με τον Αιτητή, η επίμαχη υποθήκη είναι μέρος της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης και τα εμπράγματα βάρη (memo) αποτέλεσμα αυτής, η οποία πλέον όμως δεν βρίσκεται σε ισχύ. Γι' αυτό ο Αιτητής διεκδικεί την εξάλειψη της υποθήκης και των memo με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Σε σχέση με το δάνειο του, προς εξασφάλιση του οποίου υποθηκεύτηκε το προαναφερόμενο ακίνητο, ο Αιτητής υποθέτει ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 το πώλησε στην Καθ' ης η αίτηση 2, για το οποίο δεν έχει πληροφορηθεί. Εικάζει να έγινε κάτι τέτοιο μεταξύ 19.02.21 και 21.07.21 επειδή στις 18.02.21 η Καθ' ης η αίτηση 1 του επέδωσε Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» ενώ στις 21.07.21 η Καθ' ης η αίτηση 2 του επέδωσε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης - Εκδοχή της Καθ' ης η αίτησης 2: Η Καθ' ης η αίτηση 2 επικαλείται ότι από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ισχυρίζεται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η προώθηση της παρούσας αίτησης συνιστά αδικαιολόγητη ανάλωση πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει το λαβείν της. Γι' αυτό ζητεί απόρριψη της υπόθεσης με έξοδα υπέρ της και εναντίον του Αιτητή. Οι αντίθετες θέσεις της Καθ' ης η αίτησης 2 σημειώνονται με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε στις 22.11.21 επί 28 λόγων. Δεν θα προβώ σε καταγραφή τους επειδή θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι χρήσιμο στο στάδιο αυτό αφού αναφορά σ' αυτούς γίνεται στη συνέχεια που εξετάζονται κατά ομάδες. Η ένσταση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 1, 2, 5, 23-27, 34-36 & 44 του Ν.9/1965, στα άρθρα 2, 14, 53-60 & 71 του Κεφ.6, στα άρθρα 29, 31, 41 & 42 του Ν.14/60, στη Δ.48 Θ.1-4, στη Δ.39 & Δ.40 Θ.1 & Θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1-19 & 23 του Ν.169(Ι)/2015, στα άρθρα 23, 26, 28 & 30 του Συντάγματος, στο διάταγμα αρ. 320/21 ημερ. 04.06.21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Άντρης Κανάρη, πρώην λειτουργού της Καθ' ης η αίτησης 1 (από τον Μάιο 2000) και από 08.06.21 λειτουργού για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Καθ' ης η αίτησης 2, τοποθετημένης στο τμήμα προβληματικών χρεών και εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών, ανάμεσα στους οποίους και του λογαριασμού της παρούσας υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση της επισυνάπτονται έγγραφα προς στοιχειοθέτηση τους. Η ένορκη δήλωση της κυρίας Κανάρη ουσιαστικά εκθέτει τους λόγους ένστασης της Καθ' ης η αίτησης 2, τους οποίους και υποστηρίζει με την επισύναψη εγγράφων. Από την διατύπωση των λόγων ένστασης καθίσταται αντιληπτή η εκδοχή της Καθ' ης η αίτησης 2 στην ολοκληρωμένη της μορφή. Καθ' ης η αίτηση 1: Η Καθ' ης η αίτηση 1 δεν καταχώρησε ένσταση στην Γενική Αίτηση του Αιτητή. Ακροαματική διαδικασία: Στα πλαίσια εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης οι διάδικοι παρουσίασαν ένορκες δηλώσεις προς απόδειξη των εκδοχών τους. Ουδείς από τα μέρη παρουσίασε ένορκη (προφορική) μαρτυρία και κανένας εξέφρασε την επιθυμία να αντεξετάσει οποιοδήποτε ομνύοντα. Συνεπώς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή εστιάστηκε από τη μία στο πως πρέπει να κριθεί το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης του Αιτητή δεδομένου της μη καταχώρησης ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης 1 και από την άλλη προβάλλοντας ζήτημα εγκυρότητας της προώθησης της ένστασης της Καθ' ης η αίτησης 2 για το λόγο που εξηγεί. Ειδικότερα, όπως ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε, η μη καταχώρηση ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτησης 1 καθιστά τη μαρτυρία του Αιτητή αναντίλεκτη. Σε ότι αφορά την Καθ' ης η αίτηση 2, ο συνήγορος του Αιτητή, με παραπομπή στην Κώστας Χατζηγαβριήλ και Άλλη v. Ξενοφώντος Ξενοφώντος και Άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 57, ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η ένσταση της και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη επειδή καταχωρίστηκαν κατά παράβαση της Δ.48 Θ.4
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον κύριο Ζαννούπα, ενώ η υπόθεση είχε οριστεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23.11.21, η ένσταση καταχωρίστηκε στις 22.11.21, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα, χωρίς έτσι να τηρηθεί ο χρόνος που οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας προνοούν για την καταχώρηση ένστασης. Είναι η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι ουδέποτε η Καθ' ης η αίτηση 2 έλαβε μέτρα για θεραπεία της παράβασης, δηλαδή να ζητήσει παράταση χρόνου για την καταχώρηση της ένστασης ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης της. Ο δε πελάτης του, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, ουδέποτε με οποιαδήποτε ενέργεια του συγκατατέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πιο πάνω παράβαση. Σύμφωνα με τον κύριο Ζαννούπα, ο Αιτητής απλά ζήτησε να οριστεί η υπόθεση του για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Καταλήγοντας, ο κύριος Ζαννούπας ανάφερε ότι οι θέσεις του πελάτη του παρέμειναν αναντίλεκτες και γι' αυτό η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με το περιεχόμενο της και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Στη βάση του σκεπτικού που ανέπτυξε, ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Στην αντίπερα όχθη η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτησης 2 ανέλυσε νομικά τις αντίθετες θέσεις της, όπως σκιαγραφήθηκαν από τους λόγους ένστασης, με αναφορά σε μαρτυρικό υλικό. Με παραπομπή σε άρθρα νομοθεσιών και νομολογία, η εν λόγω συνήγορος κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται η αίτηση, η οποία, κατά τη γνώμη της θα πρέπει να απορριφθεί. Εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης, θα αναφερθώ και θα σχολιάσω νομικά επιχειρήματα της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης 2. Αρμοδιότητα Δικαστηρίου και εγκυρότητα διαδικασίας: Με τον 4ο λόγο ένστασης της η Καθ' ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο καθ' ύλη να εξετάσει τα εμπράγματα βάρη (memo) ΕΒ 1315/2008 του Κτηματολογίου Λευκωσίας και ΕΒ496/2009 του Κτηματολογίου Αμμοχώστου με αποτέλεσμα να καθίσταται η διαδικασία άκυρη. Προς υποστήριξη της θέσης της η Καθ' ης η αίτησης 2, μέσω της συνηγόρου της, παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 21
(2)του Ν.14/60, το οποίο, όπως η ευπαίδευτη συνήγορος αναφέρει στη γραπτή αγόρευση της, εκ παραδρομής δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της ένστασης αλλά θα μπορούσε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα να το προσθέσει, θεωρώντας ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία. Για χάριν συζήτησης θα θεωρήσω ότι το άρθρο 21
(2)συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της παρούσας γενικής αίτησης. Το άρθρο 21
(2)του Ν.14/60 προνοεί τα εξής: «
(2)Οσάκις η αγωγή αφορά εις διανομήν ή πώλησιν οιασδήποτε ακινήτου ιδιοκτησίας ή οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν αύτη θα εισάγεται εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εντός της οποίας κείται η τοιαύτη ιδιοκτησία.» Ωστόσο σημαντική για το εγειρόμενο θέμα της παρούσας περίπτωσης είναι η επιφύλαξη που ακολουθεί, η οποία εισάχθηκε στο Ν.14/60 με το άρθρο 2 του Τροποποιητικού Νόμου 102(Ι)/92 και αναφέρει τα εξής: «Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ειδικού Νόμου, απαίτηση για απόδοση καθυστερημένων μισθωμάτων που προκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακινήτου ή απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεως ένεκα αθέτησης πωλητηρίου ή ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλης σύμβασης που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να εισαχθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου.» Στις υποθέσεις Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1031 και Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768 κρίθηκε ότι, με βάση την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου, το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία σχετικά με ακίνητα, έστω και αν αυτά δεν βρίσκονταν εντός της επαρχίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Μάλιστα στη δεύτερη υπόθεση το ερώτημα που έχρηζε απάντησης ήταν κατά πόσο δικαιοδοσία είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που είχε εκδώσει διάταγμα πώλησης ενυπόθηκων κτημάτων ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, εντός στην επαρχία του οποίου βρίσκονταν τα υποθηκευμένα ακίνητα. Αυτό που αποφασίστηκε ήταν ότι η προαναφερόμενη επιφύλαξη παρείχε δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να χειριστεί το ζήτημα με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του Ν.14/60 εκδίδοντας διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων. Το σκεπτικό της απόφασης αυτής εφαρμόστηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση N.S.K. Leather Plast Ltd κ.ά v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 145 που αντιμετώπισε το ίδιο ακριβώς θέμα. Το Εφετείο έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα πώλησης των ακινήτων που βρίσκονταν στην επαρχία Λάρνακας. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από το σκεπτικό της πιο πάνω νομολογίας. Η προαναφερόμενη επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 εφαρμόζεται εδώ σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του Ν.14/
  1. Ο πυρήνας όλων των εμπράγματων βαρών περιλαμβανομένων των δύο επίμαχων που αφορούν ακίνητα τα οποία βρίσκονται στις επαρχίες Λευκωσίας και Αμμοχώστου αντίστοιχα, ήταν η μη τήρηση οικονομικών υποχρεώσεων δυνάμει σύμβασης δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων που η Καθ' ης η αίτηση 1 παρείχε στον Αιτητή αλλά και από τη σύμβαση και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου που υπογράφηκε από τον Αιτητή προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης
  2. Η παράβαση υποχρεώσεων και δεσμεύσεων του Αιτητή που απορρέουν από τις πιο πάνω συμβάσεις οδήγησαν στην καταχώρηση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από την Καθ' ης η αίτησης 1, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού και διάταγμα εκποίησης υποθηκευμένου ακινήτου. Είναι στα πλαίσια λήψης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που εγγράφηκαν και παρατάθηκε η εγγραφή εμπράγματων βαρών σε ακίνητη ιδιοκτησία του Αιτητή, περιλαμβανομένων των δύο επίμαχων. Την ίδια στιγμή είναι στη βάση αυτή που ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα γενική αίτηση ζητώντας διατάγματα ακύρωσης των εμπράγματων βαρών και επιβαρύνσεων της ακίνητης περιουσίας του. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η θέση της Καθ' ης η αίτησης 2 δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνακόλουθα καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα γενική αίτηση στην ολότητα της χωρίς η εγκυρότητα της παρούσας διαδικασίας να έχει επηρεαστεί. Ο Διευθυντής Κτηματολογίου ως αναγκαίος διάδικος: Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτησης 2 ότι στην παρούσα αίτηση ο Διευθυντής Κτηματολογίου έπρεπε να είναι διάδικος, αλλά δεν είναι (3ος λόγος ένστασης). Θα πρέπει να λεχθεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτησης 2 δεν ασχολήθηκε με τον εν λόγω ισχυρισμό στη γραπτή αγόρευση της, εκτός απλά από να τον επαναδιατυπώσει (σελίδα 2 γραπτή αγόρευση της). Σε ουδεμία νομική ανάλυση προέβηκε και καμία νομική εξήγηση έδωσε για τη θέση που η ίδια έγειρε. Κανένα νομικό επιχείρημα παρέθεσε και καμία προσπάθεια κατέβαλε για να υποστηρίξει νομικά τον εν λόγω ισχυρισμό. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, το άρθρο 36 του Ν.9/1965, στη βάση των προνοιών του οποίου προωθείται η παρούσα υπόθεση, δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση για την επιτυχή ενεργοποίηση του. Αν σκοπός του νομοθέτη ήταν ο Διευθυντής του Κτηματολογίου να ήταν αναγκαίος διάδικος σε τέτοιες περιπτώσεις όπως την προκειμένη, θα υπήρχε συγκεκριμένη ρητή διατύπωση. Τέτοια διάταξη όμως δεν υπάρχει. Σκοπός του νομοθέτη ήταν μόνο να καταστήσει το Διευθυντή Κτηματολογίου υπεύθυνο να γνωστοποιεί το γεγονός ακύρωσης μιας υποθήκης δυνάμει του άρθρου 36 σε κάθε ενυπόθηκο δανειστή μόλις του διαβιβαστεί σχετικό δικαστικό διάταγμα. Η εν λόγω πρόθεση του νομοθέτη αποτυπώνεται μέσα από ρητή πρόνοια που υπάρχει στο συγκεκριμένο άρθρο. Πρόκειται για το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Περαιτέρω δεσμευτικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται και η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτησης 2 στη γραπτή της αγόρευση, όπου πραγματεύονται περιπτώσεις ακύρωσης υποθήκης δυνάμει του άρθρου 36 του Ν.9/1965, δεν περιλαμβάνουν ως διάδικο τον Διευθυντή Κτηματολογίου. Στις εν λόγω αποφάσεις παρέχεται το σκεπτικό τους χωρίς να υποστηρίζεται η εν λόγω θέση της Καθ' ης η αίτησης
  1. Κατά συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτησης 2 απορρίπτεται ως αβάσιμος. Εγκυρότητα Ένστασης: Ο Αιτητής εγείρει ζήτημα εγκυρότητας της ένστασης για τους λόγους που εξηγούνται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του και έχουν σημειωθεί προηγουμένως. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν χρονική προθεσμία εντός της οποίας δύναται να καταχωριστεί ένσταση. Συγκεκριμένα η Δ.48 Θ.4 προνοεί τέτοια καταχώριση να γίνεται τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία που είναι ορισμένη η αίτηση για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η γενική αίτηση καταχωρίστηκε στις 21.10.21 και η πρώτη εμφάνιση στο Δικαστήριο ορίστηκε στις 23.11.
  2. Από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι η γενική αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση 2 στις 03.11.21 και η ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 2 καταχωρίστηκε στις 22.11.21, δηλαδή την προηγούμενη της ημερομηνίας που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου. Δεν διαφωνώ ότι ο χρόνος καταχώρισης της ένστασης δεν ευθυγραμμίζεται με το χρονικό πλαίσιο που προνοεί η Δ.48 Θ.
  3. Σαφώς η εκπρόθεσμη καταχώριση της συνιστά παρατυπία. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτή η παρατυπία, για την οποίαν δεν λήφθηκαν μέτρα για θεραπεία της, επηρεάζει το καθεστώς εγκυρότητας της ένστασης της Καθ' ης η αίτησης
  4. Έχω μελετήσει με προσοχή την υπόθεση στην οποίαν ο κύριος Ζαννούπας είχε την ευγένεια να με παραπέμψει Πρόκειται για την Κώστας Χατζηγαβριήλ και Άλλη v. Ξενοφώντος Ξενοφώντος και Άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 57, την οποίαν έχω μελετήσει με προσοχή. Εκεί από την αρχή εγέρθηκε ζήτημα εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης και το Δικαστήριο αφού άκουσε τις απόψεις αμφοτέρων πλευρών και απέρριψε αίτημα για αναβολή με σκοπό να καταχωρηθεί γραπτό αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισης της ένστασης, με ενδιάμεση απόφαση του αποφάσισε ότι η ένσταση είχε καταχωριστεί εκπρόθεσμα και γι' αυτό το περιεχόμενο της θα πρέπει να αγνοηθεί. Ωστόσο, παραγνωρίζοντας την ενδιάμεση απόφαση του, έλαβε υπόψη του την ένσταση. Η ενέργεια αυτή κρίθηκε από το Εφετείο εσφαλμένη, εκτός από το ότι το ίδιο το δικαστήριο αγνόησε την δική του ενδιάμεση απόφαση του, με αποτέλεσμα η πρωτόδικη απόφαση να παραμεριστεί. Έκτοτε μέσα από τη νομολογία έχουν διαφοροποιηθεί οι αρχές που διέπουν το ζήτημα. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας στην προσέγγιση του θέματος αυτού αντικατοπτρίζεται στην πρόσφατη υπόθεση Αίτηση του χχχ Sergueyevich Πολιτική Έφεση 55/20 ημερ. 05.04.21. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, η οποία αναφέρεται σε κυπριακή και αγγλική νομολογία: "Στην David και Άλλης v Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ΠΕ 208/12, ημ. 24.11.17, το Ανώτατο Δικαστήριο είπε και τούτα: «Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειόντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία». Εν προκειμένω, αμφότεροι οι διάδικοι προχώρησαν στην προώθηση των θέσεων τους εκλαμβάνοντας προφανώς ως δεδομένο - και ορθώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Έκδοση της Bondareva, ΠΕ 7/18, ημ. 18.12.19 - ότι τα πράγματα διέπονται εδώ από το άρθρο 25
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, δίχως ποτέ να προτάσσεται και οιαδήποτε σχετική εναντίωση στην ένσταση εκ πλευράς καθ' ης η αίτηση. Τούτων δοθέντων - και υπό τις περιστάσεις πάντα - θεωρούμε την παρατυπία ως θεραπευθείσα και κατ' ακολουθίαν μη αποτρέπουσα εξέταση της ουσίας τής παρούσας αίτησης (βλ. κατ' αναλογίαν, CMA Holdings Ltd v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 265/14, ημ. 21.12.18). Το πράττουμε αυτό αμέσως." Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης υιοθετήθηκε στην επίσης πρόσφατη υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου και άλλη v. Makaza Constraction Limited Πολιτική Έφεση Αρ. 27/14 ημερ. 22.07.21. Στην παρούσα περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση 2 είναι η πλευρά που επηρεάζεται δυσμενώς από μη διόρθωση της παρατυπίας αφού η ένσταση της δεν θα μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αντίθετα τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα του Αιτητή δεν επηρεάζονται αφού η αίτηση έτσι και αλλιώς θα εξεταστεί. Το εγειρόμενο ζήτημα είναι αμιγώς μη συμμόρφωση με τους διαδικαστικούς θεσμούς πολιτικής δικονομίας, κάτι εξάλλου που αναγνωρίζει και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή μέσα από τη γραπτή του αγόρευση. Ωστόσο ο Αιτητής δεν ζήτησε την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος. Τη δε ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτησε όπως αυτή οριστεί για ακρόαση, συμμετέχοντας έτσι στην προώθηση και ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας με την εκδίκασης της υπόθεσης. Η δε γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του δεν ήταν αγόρευση επί προδικαστικού ζητήματος αλλά τελική αγόρευση. Δεν έχει σημασία αν εντέχνως η τελική αγόρευση του Αιτητή περιορίστηκε στο ζήτημα της παρατυπίας. Το Δικαστήριο δεν είχε ορίσει την υπόθεση για να ακούσει απόψεις επί τέτοιου ζητήματος αλλά των επιδίκων θεμάτων που αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης. Αυτή η εντύπωση δόθηκε στο Δικαστήριο με τη στάση και συμπεριφορά του Αιτητή. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Αιτητής παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα που του παρέχεται λόγω της παρατυπίας. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η προβαλλόμενη θέση του Αιτητή δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Συνακόλουθα ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής της παρατυπίας, την οποία εκλαμβάνω θεραπευμένη και μη ικανή να αποτρέψει την περαιτέρω εξέταση της ένστασης. Η ένσταση της Καθ' ης η αίτησης 2 θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή δεν έχουν αμφισβητηθεί: Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε, να αναφέρω επιγραμματικά γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπως αυτά εξόφθαλμα προκύπτουν από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Αυτά είναι:
(1)Ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ], φ/σχ. 45/6121V01/1, τεμάχιο [ ] που βρίσκεται στην κοινότητα Κοίλης της επαρχίας Πάφου.
(2)Περί το έτος 2002 η Καθ' ης η αίτηση 1 παραχώρησε δάνειο στον Αιτητή, για την εξασφάλιση του οποίου ο ίδιος υποθήκευσε το προαναφερόμενο ακίνητο του με την εγγραφή της υποθήκης αρ. Υ2105/2002 προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης 1.
(3)Το έτος 2007 η Καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρησε εναντίον του Αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή αρ. 2652/2007.
(4)Στις 17.10.07 εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ της Καθ' ης η αίτησης 1 και εναντίον του Αιτητή με την οποίαν, μεταξύ άλλων, διατάχτηκε η πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό.
(5)Στις 02.02.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα για παράταση χρόνου εγγραφής του εμπράγματου βάρους (memo) ΕΒ 417/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι τις 13.03.26
(6)Στις 05.04.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα για παράταση χρόνου εγγραφής του εμπράγματου βάρους (memo) ΕΒ 674/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι τις 20.05.26.
(7)Στις 10.05.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα για παράταση χρόνου εγγραφής του εμπράγματου βάρους (memo) ΕΒ 496/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι τις 08.07.29,
(8)Στις 17.05.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα για παράταση χρόνου εγγραφής του εμπράγματου βάρους (memo) ΕΒ 1315/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας μέχρι τις 02.07.26.
(9)Στις 08.04.19 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου έδωσε άδεια για παράταση χρόνου ενός έτους στην εκτέλεση της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Εξέταση εκδοχών - Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα - Συμπεράσματα: Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Στρέφομαι ευθύς να κρίνω τις εκδοχές των μερών υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών, καταλήγοντας σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί, το οποίο και αξιολόγησα. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον 1ο λόγο ένστασης, με τον οποίον η Καθ' ης η αίτηση 2 παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Η αναφορά αυτή δεν αποτελεί επιχείρημα που χρήζει εξέτασης αλλά πρόκειται ουσιαστικά για ένα γενικό και αόριστο συμπέρασμα χωρίς βαρύτητα, το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη. Με τον 2ο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση 2 παραπονιέται ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη. Επικαλείται παρερμηνεία διατάγματος, προνοιών του Κεφ. 6 και θεσμών πολιτικής δικονομίας από μέρους του Αιτητή. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η νομική διάσταση απόψεων ή έστω τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία νομοθεσίας και δικονομικών κανονισμών, επί των οποίων εδράζεται η αίτηση δεν την καθιστά κακόπιστη. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να επαναλάβω ότι ο Αιτητής αξιώνει ακύρωση της υποθήκης με αρ. Υ2105/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και των τεσσάρων συγκεκριμένων εμπράγματων βαρών (memo) που επικαλείται στην υπό κρίση γενική αίτηση. Η παρούσα αίτηση προωθείται, ανάμεσα σ' άλλα, δυνάμει του άρθρου 36 του Ν.9/1965. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσια τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου: «
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι— (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά τούτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη· ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι' ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης· ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιονδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε η διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστηριού άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τίνος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.
(2)Άμα ως προσκομισθή τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον ακυρωτικού υποθήκης διατάγματος, εκδοθέντος ως εν εδαφίω
(1), ούτος οφείλει να εκτελέση τούτο και να γνωστοποιήση το γεγονός εις πάντα ενυπόθηκον δανειστήν μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής του ποσού του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης εις ην αφορά το ακυρωτικόν διάταγμα, ως εάν η τοιαύτη υποθήκη είχεν εξαλειφθή υπό του ενυποθήκου δανειστού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35.» Μελετώντας κάποιος τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, εύκολα διαπιστώνει ότι προβλέπονται περιοριστικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενυπόθηκος οφειλέτης μπορεί με αίτηση να αξιώσει ακύρωση υποθήκης που συστάθηκε νόμιμα. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι να δικαιολογείται η εξάλειψη της υποθήκης και ο ενυπόθηκος δανειστής να αρνείται ή να αμελεί να το πράξει (εδάφιο 1(α) του άρθρου 36). Όπως εξηγείται στις πρόνοιες του εδαφίου 1(α) του άρθρου 36, για να δικαιολογείται εξάλειψη πρέπει είτε η εξασφαλιζόμενη υποχρέωση να έχει εξοφληθεί είτε να έπαυσε να υπάρχει. Το άρθρο 35
(1)του Ν.9/1965 επιβεβαιώνει το πότε ικανοποιείται εξάλειψη και επεκτείνεται στο θέμα αυτό. Ειδικότερα σημειώνονται τα εξής: «35.—
(1)Οσάκις η υποχρέωσις εις ην αφορά η διά της υποθήκης παρασχεθείσα ασφάλεια εξοφλείται ή παύει υφισταμένη, ο ενυπόθηκος δανειστής υπέχει καθήκον όπως μεριμνήση διά την εξάλειψην της υποθήκης, εμφανιζόμενος ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος και προσάγων άπαντα τα αφορώντα εις την υποθήκην έγγραφα τα παρασχεθέντα αυτώ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του άρθρου 32, ομού μετά εγγράφου εν τω τύπω Ε ως εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι δι' ου ζητείται η εξάλειψις της υποθήκης· άμα τη προσαγωγή και καταθέσει του άνω εγγράφου και των λοιπών τοιούτων, εάν ο Διευθυντής πεισθή ότι το πρόσωπον όπερ υπέγραψε και προσήγαγε τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι το άνω έγγραφον είναι το εμφαινόμενον ως ενυπόθηκος δανειστής πρόσωπον, ούτος διενεργεί την εξάλειψιν διαγράφων την αφορώσαν εις την υποθήκην σημείωσιν την γενομένην έναντι της εγγραφής του ακινήτου του βαρυνομένου διά της πληρωμής του ενυποθήκου χρέους και επί του πιστοποιητικού εγγραφής ου ως είρηται ακινήτου και επιστρέφων το τοιούτο πιστοποιητικόν εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην. .» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Το δικαίωμα υποβολής αίτησης για ακύρωση υποθήκης δυνάμει των προνοιών του άρθρου 36 αναγνωρίστηκε μέσα από τη νομολογία. Σχετική είναι η υπόθεση Αγγελίδης v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1771 στην οποίαν παραπέμπω. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση αυτή, οι περιπτώσεις που δικαιολογούν εξάλειψη της υποθήκης είναι είτε επειδή ο σκοπός της εκπληρώθηκε, δηλαδή η εξασφαλιζόμενη από την υποθήκη υποχρέωση εξοφλήθηκε είτε διότι έπαυσε να υφίσταται, δηλαδή ο σκοπός της κατέστη ανέφικτος. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Σαλλούμη και άλλου
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2476 λέχθηκε ότι θεμέλιο της υποθήκης είναι η σύμβαση δανείου που μόνο όταν εξοφλείται ή παύει να ισχύει / υφίσταται, νομιμοποιεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη να ζητήσει με αίτηση τη θεραπεία του άρθρου 36 του Ν.9/
  1. Όπως επίσης τονίστηκε στην ίδια υπόθεση, το άρθρο 36 δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης αμφισβητεί αυτή καθ' εαυτή τη σύμβαση υποθήκης. Συνεπώς η δυνατότητα αποπληρωμής οφειλομένου χρέους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υποθήκη ενός ακινήτου. Η έννοια της 'υποθήκης', όπως αυτή παρέχεται στο άρθρο 2 του Ν.9/1965 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, συνιστά επιβάρυνση που δημιουργείται στο ακίνητο προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση χρηματικού χρέους. Εξ' όσον εδώ μπορεί να γίνει αντιληπτό, ο Αιτητής περιόρισε το αίτημα του για ακύρωση της επίμαχης υποθήκης στο ότι δικαιολογείται η εξάλειψη της για το λόγο ότι έπαυσε να υφίσταται. Τόσο από την εκδοθείσα δικαστική απόφαση ημερ. 17.10.07 στην αγωγή αρ. 2652/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όσο και από την υπό κρίση αίτηση του αλλά και από την ένορκη δήλωση του που τη συνοδεύει, ο Αιτητής δεν αμφισβητεί την νόμιμη σύσταση και κατ' επέκταση την εγκυρότητα του δανείου / των πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση
  2. Το χρέος του Αιτητή απέναντι στην Καθ' ης η αίτηση 1 και μετέπειτα Καθ' ης η αίτηση 2 που κατέστη απαιτητό και πληρωτέο, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Είναι υπαρκτό και δεδομένο. Παραμένει οφειλόμενο αφού δεν έχει εξοφληθεί. Ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε το εξ' αποφάσεως χρέος του και δεν διαφωνεί ότι εξακολουθεί να το οφείλει. Ούτε επικαλέστηκε ότι πρόσφερε πληρωμή εξόφλησης στους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αρνήθηκαν να την παραλάβουν. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι οργανισμοί γνωστοί στην κυπριακή κοινωνία για τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους. Γνωστοί επίσης στο κοινό είναι οι χώροι διεξαγωγής των εργασιών τους. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η δικαστική απόφαση εξέπνευσε από τις 08.04.20 όταν, όπως ισχυρίστηκε, έληξε η άδεια που δόθηκε για εκτέλεση της, χωρίς έτσι πλέον να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Αυτό κατά τη γνώμη του διαγράφει την ύπαρξη των επιδίκων εμπράγματων βαρών και της υποθήκης με αποτέλεσμα να χρήζουν εξάλειψης. Το δικαίωμα ενός εξ' αποφάσεως πιστωτή για εκτέλεση εκδοθείσας δικαστικής απόφασης δεν εκπνέει υπό την έννοια να διαγράφεται μόνιμα ή να τερματίζεται όταν παρέλθει η περίοδος εκτέλεσης της. Αυτό που γενικά μπορεί να λεχθεί είναι ότι μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια στον εξ' αποφάσεως πιστωτή για συνέχιση των προσπαθειών του για εκτέλεση της. Η Δ.40 Θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας πραγματεύεται ειδικά το θέμα αυτό. Η πιο πάνω τοποθέτηση υποστηρίζεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, εκτός από τις 08.04.19, στις 22.11.21 δόθηκε εκ νέου άδεια από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην Καθ' ης η αίτηση 2 να συνεχίσει τις προσπάθειες για εκτέλεση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Το Τεκμήριο 1 που είναι η σύνταξη της εν λόγω δικαστικής απόφασης, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης, πιστοποιεί την αλήθεια του γεγονότος αυτού. Την ίδια στιγμή το γεγονός αυτό αφήνει εκτεθειμένη την πάνω θέση του Αιτητή. Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, είναι γνωστό ότι η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 αποτελεί ξεχωριστό και ανεξάρτητο θέμα από την εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης υποθήκης ακινήτου μέσω εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 44Α του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ξεκαθαρίζει ρητά ότι η εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια αγωγής που έχει καταχωριστεί, δεν επηρεάζει και κατ' επέκταση δεν εμποδίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Καθ' ων η αίτηση) να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ιδίου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/
  3. Συνεπώς η εξασφάλιση δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκποίηση του ακινήτου δυνάμει της πιο πάνω διαδικασίας. Δεν αποτελεί στόχο του ενυπόθηκου δανειστή και ούτε είναι απαραίτητο για σκοπούς πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία του Ν.9/
  4. Ευθυγραμμισμένο με το πνεύμα των προνοιών του Ν.9/1965 βρίσκεται η σύμβαση υποθήκης, έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Παραπέμπω στον όρο 4 του Τεκμηρίου
  5. Μελετώντας το περιεχόμενο του όρου αυτού καθίσταται αντιληπτό ότι η εν λόγω σύμβαση παρέχει δικαίωμα στους Καθ' ων η αίτηση να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο της επίδικης υποθήκης απευθείας, δηλαδή χωρίς την ανάγκη εξασφάλισης δικαστικού διατάγματος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η επίδικη υποθήκη δεν έπαυσε να υφίσταται. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που θα δικαιολογούσε αντίθετο συμπέρασμα. Η εγκυρότητα της υποθήκης δεν έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, το καθεστώς της οποίας συνεχίζει να υφίσταται. Σε κάθε περίπτωση ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής ζήτησε είτε από την Καθ' ης η αίτηση 1 είτε από την Καθ' ης η αίτηση 2, ως ενυπόθηκος δανειστής που είναι, να προβεί σε ενέργειες με σκοπό την εξάλειψη της επίμαχης υποθήκης και ότι υπήρξε άρνηση ή αμέλεια από μέρους τους. Στη βάση αυτών των δεδομένων ουδεμία περίπτωση από τις εξαντλητικά καταγεγραμμένες στο άρθρο 36 δικαιολογούν ακύρωση της επίμαχης υποθήκης στα πλαίσια της παρούσας γενικής αίτησης. Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η εγγραφή των τεσσάρων εμπράγματων βαρών (memo) έπαυσε να υφίσταται για τον ίδιο λόγο που επικαλέστηκε για την υποθήκη, δηλαδή επειδή, όπως είπε, η δικαστική απόφαση εξέπνευσε για το λόγο που προέβαλε . Τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως σε σχέση με την ισχύ της δικαστικής απόφασης ισχύουν απόλυτα και εδώ. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Ο εξ' αποφάσεως πιστωτής (εδώ πλέον η Καθ' ης η αίτηση 2) έχει δικαίωμα να εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εξ' αποφάσεως οφειλέτη (εδώ ο Αιτητής) εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους (άρθρο 53 Κεφ. 6). Τέτοια εγγραφή λειτουργεί ως εμπράγματο βάρος για την ακίνητη περιουσία του εξ' αποφάσεως οφειλέτη. Συνεπώς το δικαίωμα εγγραφής που παρέχεται από το Κεφ. 6 της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας για να εξυπηρετήσει το σκοπό του νομοθέτη σχετίζεται άμεσα με την ύπαρξη χρέους. Η εγγραφή εμπράγματου βάρους δύναται, από καιρό σε καιρό, να παρατείνεται με διάταγμα του Δικαστηρίου για χρονικό διάστημα ή διαστήματα που δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τα δέκα χρόνια εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 56 του Κεφ.
  6. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το εξ' αποφάσεως χρέος να μην έχει εξοφληθεί. Αυτό επιβεβαιώνει την άμεση σύνδεση που υπάρχει μεταξύ της εγγραφής και κατ' επέκτασης παράτασης εγγραφής εμπράγματου βάρους σε ακίνητη περιουσία και της ύπαρξης εξ' αποφάσεως χρέους. Ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής εμπράγματου βάρους που διενεργήθηκε επί ακινήτου, το οποίο και επιβαρύνει. Πρόκειται για δικαίωμα που δεν είναι όμως προσωποπαγές αλλά in rem. Συνυπάρχει με το ακίνητο (Αναφορικά με την Αίτηση του Στέλιου Στυλιανίδη
(2014)1Α Α.Α.Δ. 185, Προκόπης Μελανθίου υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Γεώργιου Μελανθίου ν. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2342). Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται νομοθετικά μέσα από το άρθρο 71 του Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια έχουν ως εξής: «
  1. Κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους αυτού.» Σε αντίθεση με την περίπτωση υποθήκης (άρθρο 36 Ν.9/1965), ο νομοθέτης εδώ δεν καταγράφει τους λόγους για τους οποίους ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί με αίτηση να αξιώσει ακύρωση εμπράγματου βάρους (memo). Συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο της Καθ' ης η αίτησης 2 ότι η επιτυχία μίας τέτοιας αίτησης εδράζεται την προβολή ενός δικαιολογημένου λόγου που να πείθει. Κυρίαρχος, αν όχι μοναδικός, λόγος είναι η εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους, το οποίο να σημειωθεί ότι συνεχίζει να υφίσταται ακόμη και όταν δεν εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης λόγω παρέλευσης 12 ετών δυνάμει των προνοιών της Δ.40 Θ.
  2. Εξ' ου και το άρθρο 59 του Κεφ.6 προνοεί τα εξής: «
  3. Όταν εγγεγραμμένη δικαστική απόφαση ικανοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής, ο πιστωτής υποχρεούται να δώσει γραπτή γνωστοποίηση γι αυτό στο γραφείο όπου είναι εγγεγραμμένη η απόφαση.» Στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε το εξ' αποφάσεως χρέος του. Ο μοναδικός λόγος που προβλήθηκε από τον Αιτητή και σχετίζεται με την ισχύ της δικαστικής απόφασης δεν ευσταθεί και απορρίφθηκε για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί. Κατά συνέπεια, ενώπιον μου δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να δικαιολογούσε την επιτυχημένη επίκληση των προνοιών του άρθρου 71 του Κεφ.
  4. Επιπλέον ο Αιτητής παραπονιέται ότι ουδείς τον πληροφόρησε για το ότι η υπόθεση δανείου του μεταφέρθηκε από την Καθ' ης η αίτηση 1 στην Καθ' ης η αίτηση
  5. Δυνάμει διατάγματος ημερ. 04.06.21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επικυρώθηκε σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της Καθ' ης η αίτησης 1 και της Καθ' ης η αίτησης 2 με το οποίο μεταβιβάστηκε το επίδικο δάνειο / η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, η εξασφάλιση αυτής καθώς και τα εμπράγματα βάρη από την πρώτη στη δεύτερη, από την οποίαν πλέον συνεχίζονται οι προβλεπόμενες νομικές διαδικασίες, χωρίς οποιαδήποτε συγκατάθεση ή έγκριση τρίτου προσώπου. Η επισύναψη του εν λόγω δικαστικού διατάγματος ως Τεκμηρίου 6 στην ένορκη δήλωση της ένστασης επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Το παρόν Δικαστήριο δεν σχολιάζει διάταγμα που εκδόθηκε από ομοβάθμιο Δικαστήριο και ούτε επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Αν ο Αιτητής διαφωνούσε, είχε κάθε δικαίωμα να το προσβάλει. Ωστόσο ο Αιτητής δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται ότι δεν πληροφορήθηκε για την εξέλιξη αυτή, δηλαδή της μεταβίβασης της υπόθεσης του δανείου του / πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με όλα τα σχετικά. Με βάση επιστολές τους ημερ. 16.10.20 και 14.06.21 (Τεκμήρια 8 στην ένορκη δήλωση της ένστασης) που αποστάληκαν με ταχυδρομείο στη διεύθυνση που ήταν γνωστή, η Καθ' ης η αίτηση 1 φαίνεται να ενημερώνει τον Αιτητή για την πρόθεση της να μεταφέρει την περίπτωση του όπως επίσης τον πληροφορεί μεταγενέστερα ότι το έπραξε, ικανοποιώντας έτσι τις πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 του Ν.169(Ι)/
  6. Το ότι αποστάληκαν τέτοιες επιστολές με ταχυδρομείο δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή. Ούτε ο τελευταίος αμφισβήτησε ότι αποστάληκαν στη διεύθυνση που αυτός διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παράλληλα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι εν λόγω επιστολές επιστράφηκαν στο ταχυδρομείο χωρίς να έχουν διαβιβαστεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν, ήτοι τον Αιτητή. Τα πιο πάνω δεδομένα σε συνδυασμό με την προσκόμιση των επιστολών καθιστούν την εν λόγω θέση του Αιτητή έκθετη σε απόρριψη. Υπό το φως των προαναφερομένων και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν δικαιολογείται η ακύρωση της υποθήκης και των εμπράγματων βαρών. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα εμποδίσει την Καθ' ης η αίτηση 2 να εισπράξει το εξ' αποφάσεως οφειλόμενο ποσό, προκαλώντας της έτσι ανεπανόρθωτη ζημιά. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν έχει ικανοποιηθεί για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων που αφορούν την ουσία της παρούσας γενικής αίτησης, παρέλκει η εξέταση των λόγων ένστασης αρ. 10 και 25-28 που άπτονται παρεμφερών ζητημάτων. Συνακόλουθα η γενική αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της ως αβάσιμη. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας γενικής αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτησης 2 και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.