KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LTD ν. ZIABARI κ.α., Αρ. Αγωγής: 2621/2012, 13/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2621/2012 Μεταξύ: KLEANTHIS SAVVA DEVELOPERS LTD (HE 132660), από την Πάφο Εναγόντων και
- ΧΧΧΧΧΧΧ ZIABARI (Iranian Passport Number ΧΧΧΧΧΧΧ), από το Ιράν και τώρα στην Πάφο
- ΧΧΧΧΧΧΧ MOHAMMADZADEHBALAJOORSARI (Iranian Passport Number ΧΧΧΧΧΧΧ), από το Ιράν και τώρα στην Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 13.05.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Στ. Κλεάνθους για κ.κ. Ιωάννης ΠαπαΖαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 & 2: κος Ν. Μπολώτος για κ.κ. Νικόλας Μπολώτος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για ζημιές που σύμφωνα μ' αυτούς υπέστηκαν, υφίστανται και θα συνεχίσουν να υφίστανται λόγω ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης πώλησης ακινήτου από τους Εναγομένους που τους οδήγησε σε τερματισμό της ισχύς της μεταξύ τους συμφωνίας, καθώς επίσης για παράνομη επέμβαση και εκμετάλλευση του ακινήτου που συνεχίζουν να κατέχουν. Περαιτέρω επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και παράδοσης σ' αυτούς της ελεύθερης κατοχής του επίμαχου ακινήτου. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της απαίτησης θεωρώντας ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες. Παράλληλα ανταπαιτητικά επιδιώκουν απόφαση ότι το συμφωνητικό έγγραφο που υπέγραψαν με τους Ενάγοντες είναι άκυρο και ζητούν επιστροφή ποσού ύψους €77,565 (στην πορεία με δήλωση του συνηγόρου τους περιορίστηκε σε €77,535) που έχουν πληρώσει στους Ενάγοντες σε σχέση με την αγορά του ακινήτου. Το επίδικο ακίνητο: Εντός των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, 0/ ΧΧΧΧ, 0/ ΧΧΧΧ, φ/σχ. ΧΧ/ΧΧ, μέρος 0, τεμάχια αρ. ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην ΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Πάφου, ανεγειρόταν, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, κτιριακό συγκρότημα. Η συμφωνία αγοράς αφορά διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων (αρ. CΧΧΧ) στο δεύτερο όροφο του εν λόγω συγκροτήματος (στο εξής το «ακίνητο» ή το «διαμέρισμα»). Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του επιδίκου ακινήτου θα πραγματοποιείτο σε δόσεις, το χρονικό διάστημα και το ύψος κάθε μίας από αυτές καθορίζεται μέσα από τη σύμβαση. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι, παρά τις προειδοποιήσεις που έλαβαν από την πλευρά τους, παρέλειψαν να καταβάλουν τη δόση ημερ. 17.03.12 ύψους €8,595 ζητώντας μείωση του ύψους της συμφωνημένης δόσης επικαλούμενοι οικονομικούς παράγοντες. Η παράλειψη αυτή εκλήφθηκε από τους Ενάγοντες ως παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης που τους έδιδε δικαίωμα να προβούν σε τερματισμό της ισχύς της σύμβασης, πράγμα που έπραξαν. Η δε έκκληση τους να τους παραδοθεί ελεύθερη και κενή η κατοχή του ακινήτου, δεν εισακούστηκε από τους Εναγομένους, οι οποίοι, σύμφωνα με τους Ενάγοντες εξακολουθούν να κατέχουν το ακίνητο ενώ η σύμβαση πώλησης βρίσκεται κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Γι' αυτό οι Ενάγοντες δια της απαιτήσεως τους αξιώνουν τις θεραπείες που σημειώνονται υπό τα σημεία (Α)-(ΙΔ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της παραγράφου 20 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης τους. Αντίθετα οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι ευθύνονται για παράβαση σύμβασης και θεωρούν ότι ένεκα της απουσίας τέτοιας αιτίας οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση πώλησης. Απορρίπτουν δε ότι κατέχουν παράνομα το επίδικο διαμέρισμα ενώ σε κάθε περίπτωση αρνιούνται ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή με την οποίαν τους γνωστοποιούσαν τερματισμό της ισχύς της σύμβασης καθώς επίσης να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του εν λόγω ακινήτου. Ακόμη οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά και/ή τις ζημιές που επικαλούνται και γι' αυτό θεωρούν ότι η απαίτηση πρέπει να απορριφθεί. Οι Εναγόμενοι αποδίδουν επιλήψιμη συμπεριφορά στους Ενάγοντες κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης πώλησης ισχυριζόμενοι ότι: (α) οι Ενάγοντες προέβηκαν σε ψευδής παράσταση όταν σε διαφημιστικό υλικό συνταγμένο στην ιρανική γλώσσα που τους δόθηκε υπήρχε υπόσχεση και διαβεβαίωση ότι με την αγορά ακινήτου από μέρους τους θα τους εξασφάλιζαν χαμηλότοκο δάνειο από εμπορική τράπεζα με χαμηλές μηνιαίες δόσεις, (β) εξαπατήθηκαν και παραπλανήθηκαν από την κυκλοφορία του πιο πάνω διαφημιστικού υλικού σε ιρανική γλώσσα, (γ) βασισμένοι στην πιο πάνω υπόσχεση και διαβεβαίωση υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο, (δ) δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο, (ε) δεν τους εξηγήθηκε το περιεχόμενο της σύμβασης πώλησης στη μητρική τους γλώσσα, (στ) κλήθηκαν να υπογράψουν το συμφωνητικό έγγραφο, το οποίο και υπέγραψαν χωρίς να έχουν αντιληφθεί την έννοια και το περιεχόμενο του, (ζ) δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να κάνουν έρευνα για να διαπιστώσουν εάν το επίδικο ακίνητο ήταν ελεύθερο από επιβαρύνσεις / εμπράγματα βάρη. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη και στερείται έννομου αποτελέσματος επειδή, όπως δικογραφείται, περιέχει παράνομους, παράτυπους και επαχθείς όρους καθώς επίσης λόγω της κατ' ισχυρισμό προαναφερόμενης επιλήψιμης συμπεριφοράς των Εναγόντων. Στη βάση αυτού ζητούν απόφαση του δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο είναι άκυρο, επιστροφή ποσού €77,535 (αρχικά ζητούσαν €77,565 αλλά στην πορεία με δήλωση του συνηγόρου τους το περιόρισαν) που είναι τα χρήματα που συνολικά έχουν πληρώσει στους Ενάγοντες έναντι του τιμήματος αγοράς και νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Σε σχέση με τα πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο του συμφωνητικού εγγράφου αντικατοπτρίζει τις θέσεις και τις απαιτήσεις των συμβαλλομένων μερών αφού προέκυψε μετά από διαπραγμάτευση και επίτευξη συμφωνίας των διαδίκων με τη χρήση της αγγλικής γλώσσας που είναι κατανοητή στους Εναγομένους. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, το περιεχόμενο της σύμβασης συντάχθηκε και επεξηγήθηκε στους Εναγομένους στην αγγλική γλώσσα, την οποίαν οι τελευταίοι αντιλαμβάνονταν. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη σύμβαση πώλησης χωρίς πίεση, με ελεύθερη βούληση και με δέσμευση του περιεχομένου της. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων για υπόσχεση/διαβεβαίωση που περιεχόταν σε διαφημιστικό έγγραφο, είναι η θέση των Εναγόντων ότι ήταν από την αρχή γνωστό ότι η δανειοδότηση δεν ήταν αποδεκτή γι' αυτό και συμφωνήθηκε σταδιακή εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν είχαν την ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είχαν την ευκαιρία να λάβουν νομική συμβουλή πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου εφόσον το επιθυμούσαν. Είναι επίσης η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν μέρος του τιμήματος πώλησης χωρίς ποτέ να εγείρουν ζήτημα περί παράνομης κατάρτισης της σύμβασης, παράνομων όρων, ότι δεν αντιλήφθηκαν τι υπέγραφαν και ότι δεν κατανόησαν το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν, γι' αυτό και κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους και/ή της σιωπής που τήρησαν να προωθούν ανταπαίτηση τέτοιας φύσεως αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλουν είναι κακόπιστοι και απλά συνιστούν εκ των υστέρων προσπάθεια να αποφύγουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Προσαχθείσα μαρτυρία: Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. Για την απόδειξη της απαίτησης τους και παράλληλα για την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, οι Ενάγοντες παρουσίασαν ένα μάρτυρα. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε προφορικά ή άλλης μορφής μαρτυρία. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 14 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Η κυρίως εξέταση του Μ.Ε. αποτελείται από γραπτή δήλωση του (Ένδειξη 'Α') και ακολούθησε η αντεξέταση του. Στην μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις των Εναγόντων που δικογραφούνται ως γεγονότα στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης στα πλαίσια προώθησης της απαίτησης τους και στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση εις αντίκρουση των ισχυρισμών των Εναγομένων. Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην σύνταξη συμφωνητικού εγγράφου πώλησης του επιδίκου ακινήτου από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους που καταγράφει τις επιδιώξεις των διαδίκων κατά την επίτευξη της συμφωνίας, το περιεχόμενο του οποίου επεξηγήθηκε στους Εναγομένους στην αγγλική γλώσσα που τους είναι κατανοητή. Μάλιστα είπε ότι κατά τις συζητήσεις υπήρχε πωλητής ιρανός στην υπηρεσία των Εναγόντων, ο οποίος έδωσε εξηγήσεις στους Εναγομένους στη μητρική τους γλώσσα. Εις υποστήριξη της θέσης του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 κατάσταση αποδοχών και εισφορών εργαζομένων των Εναγομένων για το μήνα Φεβρουάριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, χωρίς να τους ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση και έχοντας ευκαιρία να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή του εγγράφου, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη σύμβαση πώλησης με ελεύθερη βούληση τους. Αντίγραφο της σύμβασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την προηγούμενη της υπογραφής είχαν προκρατήσει το ακίνητο πληρώνοντας ποσό €3.000 και ενώ είχαν ένα μήνα περιθώριο για υπογραφή της σύμβασης επέστρεψαν την επόμενη ημέρα έτοιμοι για υπογραφή, πράγμα που έπραξαν. Έντυπο με τίτλο "Property Reservation Form" ημερ. 17.02.11 υπογραμμένη από τους διαδίκους παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Με αναφορά στους όρους της σύμβασης, ο μάρτυρας σημείωσε ότι στις 18.02.11 η σύμβαση πώλησης κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 13.05.11 οι Ενάγοντες παρέδωσαν κατοχή του επίδικου ακινήτου στους Εναγομένους μαζί με κατάσταση λογαριασμού, οι οποίοι προς τούτο υπέγραψαν σχετικά έντυπα παραλαβής τους (Τεκμήρια 5 & 6). Όπως ο μάρτυρας είπε, οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το συνολικό ποσό των €77,535 ως έναντι του τιμήματος αγοράς, το οποίο αφορούσε την καταβολή των καθορισμένων δόσεων μέχρι 17.12.
- Επειδή οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν τη δόση που κατέστη πληρωτέα στις 17.03.12, απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή ημερ. 28.03.12 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (μέρος του Τεκμηρίου 7). Ακολούθησε αλληλογραφία των διαδίκων προσωπική αλλά και μέσω των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 7, 8 & 9). Ανάμεσα στις επιστολές που ανταλλάχθηκαν ήταν αυτή του δικηγόρου των Εναγομένων ημερ. 02.05.12 με την οποίαν επικαλέστηκαν παράβαση συμβολαίου από τους Ενάγοντες καθώς επίσης υποβολή ψευδών παραστάσεων υπό τη μορφή υποσχέσεων / διαβεβαιώσεων πριν από την υπογραφή της σύμβασης που σύμφωνα με τους ιδίους τους ώθησαν στην αγορά του επιδίκου ακινήτου καθώς επίσης και για εξαπάτηση τους ως προς τους όρους του συμβολαίου σε συνάρτηση με το τι είχε προηγουμένως συμφωνηθεί. Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι ζήτησαν υλοποίηση των συμφωνηθέντων από τους Ενάγοντες εντός 14 ημερών, σε διαφορετική περίπτωση επιστροφή του ποσού των €77,535 που είχαν συνολικά πληρώσει στους Ενάγοντες πλέον τόκο προς 8,5% (Τεκμήριο 9). Τελικά με επιστολή τους ημερ. 03.05.12, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την ισχύ της σύμβαση πώλησης επικαλούμενοι ουσιώδης παράβαση της από μέρους των Εναγομένων. Αντίγραφο της επιστολής μαζί με έντυπο απόδειξης για συστημένη αποστολή της με ταχυδρομείο κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10Α και 10Β αντίστοιχα. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, στα πλαίσια της μαρτυρίας του Μ.Ε. παρουσιάστηκαν τα εξής έγγραφα που επίσης κατατέθηκαν ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 που βεβαιώνει ότι όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην παρούσα αγωγή αποτελούν μέρος του αρχείου που τηρείται από τους Ενάγοντες που αφορά το επίδικο ακίνητο Τεκμήριο 4 - Πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 18.02.11 των Εναγομένων στον Μ.Ε. Τεκμήριο 11 - Έντυπο ημερ. 03.05.12 απόσυρσης σύμβασης πώλησης από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου Τεκμήριο 12 - Επιστολή ημερ. 28.05.12 δικηγόρου των Εναγομένων με την οποίαν απορρίπτεται ο τερματισμός της ισχύς της σύμβασης πώλησης από τους Ενάγοντες ως παράνομος και αντικανονικός Τεκμήριο 13 - Έντυπο ημερ. 22.08.12 αρ. ΧΧΧΧΧΧ εκ νέου κατάθεσης σύμβασης πώλησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Π.Ω.Ε. ΧΧΧ/12) Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα στα οποία οι διάδικοι κατέληξαν ως παραδεκτά και που εγκρίθηκαν από το δικαστήριο καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
(1)Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την ισχύουσα κυπριακή νομοθεσία με έδρα την Πάφο, οι οποίοι επαγγελματικά ασχολούνται με την άσκηση εργασιών ανάπτυξης ακινήτων.
(2)Η Εναγόμενη 1 είναι η σύζυγος του Εναγομένου 2 και αμφότεροι είναι ιρανοί πολίτες.
(3)Οι Ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, 0/ΧΧΧΧ και 0/ΧΧΧΧ, φ/σχ. ΧΧ-ΧΧ, μέρος ), τεμάχια αρ. ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ που βρίσκονται στην ΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Πάφου, στα οποία, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, τελούσε υπό ανέγερση κτιριακό συγκρότημα με την επωνυμία "Eleni Gardens".
(4)Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να αγοράσουν ακίνητο εντός της επαρχίας Πάφου και για το σκοπό αυτό αποτάθηκαν στους Ενάγοντες για την ανεύρεση και αγορά ακίνητης περιουσίας.
(5)Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 18.02.11 που υπογράφηκε στην Πάφο από τους διαδίκους, οι Ενάγοντες πώλησαν και οι Εναγόμενοι αγόρασαν διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων υπ' αρ. ΧΧΧ στο δεύτερο όροφο του πιο πάνω κτιριακού συγκροτήματος.
(6)Η πιο πάνω σύμβαση πώλησης κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.
(7)Το τίμημα πώλησης ανερχόταν σε €150.000 πλέον Φ.Π.Α. ύψους €22.000.
(8)Το τίμημα πώλησης θα πληρωνόταν σε δόσεις και σε διάφορα καθορισμένα χρονικά διαστήματα με το ύψος έκαστης δόσης και το χρόνο πληρωμής τους να είναι αυτά που σημειώνονται στην παράγραφο 4Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(9)Η σύμβαση πώλησης περιείχε, ανάμεσα σ' άλλα, τους όρους που σημειώνονται στα σημεία (Δ) μέχρι (Θ) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της παραγράφου 4 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(10)Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το ποσό των €77,535 ως έναντι του τιμήματος αγοράς, χρήματα που αφορούν τις πληρωμές των δόσεων υπό τα σημεία (α) μέχρι (ε) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της παραγράφου 4Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(11)Περί τις 13.05.11 οι Ενάγοντες παρέδωσαν στους Εναγομένους κατοχή του επίδικου ακινήτου υπογράφοντας σχετικό έντυπο παραλαβής.
(12)Με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 28.03.12 οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγομένους να πληρώσουν τη δόση που κατέστη πληρωτέα, ήτοι αυτή υπό το σημείο (στ) της παραγράφου 4Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, προειδοποιώντας για τη λήψη νομικών μέτρων σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίνονταν.
(13)Με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 07.04.12 οι Εναγόμενοι ζήτησαν μείωση του ποσού των συμφωνημένων δόσεων επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες.
(14)Με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 11.04.12 οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημα των Εναγομένων και κάλεσαν τους τελευταίους όπως πληρώσουν την οφειλόμενη δόση εντός 7 ημερών αλλιώς θα προχωρούσαν με τερματισμό της σύμβασης.
(15)Με νέο ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 23.04.12 προς τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι καλούσαν για τελευταία φορά τους Εναγόμενους να πληρώσουν την καθυστερημένη δόση που είχε καταστεί πληρωτέα και ότι αν δεν το έπρατταν μέχρι τις 30.04.12 θα προχωρούσαν με ακύρωση της ισχύος της σύμβασης, απόσυρση της από το μητρώο του κτηματολογίου και εφαρμογή των οικονομικών όρων του συμφωνητικού εγγράφου.
(16)Οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τη δόση ύψους €8,595, ήτοι αυτή υπό το σημείο (στ) της παραγράφου 4Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
(17)Με τηλεομοιότυπο ημερ. 02.05.12 του δικηγόρου τους, οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τους Ενάγοντες επιστροφή του ποσού που τους είχαν πληρώσει.
(18)Με επιστολή ημερ. 28.05.12 του δικηγόρου τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν σε παράνομο και αντικανονικό τερματισμό της ισχύς της σύμβασης καθώς επίσης τους επιρρίπτουν ευθύνη για παραβίαση της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία, όπως επικαλούνται, περιέχει καταχρηστικούς και/ή παράνομους όρους.
(19)Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν το επίδικο ακίνητο μέχρι σήμερα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή το μοναδικό μάρτυρα που προσήλθε. Ενόσω αυτός κατέθετε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης του, το καλό ή κακό μνημονικό του, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τον μάρτυρα συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα εγκριθέντα από το δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της υπόθεσης διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο κομμάτι της αφορά αναφορές του που παρουσιάζει ως ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Σε ότι αφορά το μέρος αυτό, κρίνω ότι οι αναφορές του αυτές είναι ορθές και ειλικρινείς. Ο μάρτυρας εξιστόρησε σημαντικά γεγονότα όπως αυτά βρίσκονταν στη σφαίρα της γνώσης του, ως ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων που τα έχει βιώσει. Στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι γεγονότα που έχουν εγκριθεί από το δικαστήριο ως παραδεκτά αλλά και που αποτελούν κοινό έδαφος των μερών. Πέραν όμως αυτού, τα γεγονότα αυτά επαληθεύονται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Για παράδειγμα όταν αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ασχολούνται με την ανάπτυξη ακινήτων και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κατασκεύαζαν κτιριακό συγκρότημα διαμερισμάτων, είναι παραδεκτό γεγονός. Ομοίως παραδεκτό γεγονός είναι που ανάφερε ότι οι Εναγόμενοι επειδή επιθυμούσαν την αγορά ακινήτου προσέγγισαν τους Ενάγοντες. Το ότι για τον σκοπό αυτό οι Εναγόμενοι κράτησαν συγκεκριμένη περίπτωση που εντόπισαν μέσα από συζητήσεις που είχαν με τους Ενάγοντες επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Κατ' ανάλογο τρόπο το ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο στη βάση όρων συμφωνητικού εγγράφου που έχει υπογραφεί από τους διαδίκους επαληθεύεται από το Τεκμήριο
- Το ίδιο η αναφορά του ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν κατοχή από τους Ενάγοντες περί τις 13.05.11, υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 5 και
- Η δε αλληλογραφία στην οποίαν ο μάρτυρας επικαλείται, τεκμηριώνεται μέσα από την κατάθεση των Τεκμηρίων 7-9, 10Α, 10Β και
- Τα πιο πάνω, χωρίς αμφιβολία, αποδεικνύουν ότι οι αναφορές του μάρτυρα συνιστούν σε γεγονότα που έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Ως αληθείς που είναι, τις αποδέχομαι. Περαιτέρω υπάρχουν αναφορές του μάρτυρα, οι οποίες όχι μόνο συνάδουν με τη λογική αλλά δεν έχουν αντικρουστεί από άλλη μαρτυρία. Μια τέτοια αναφορά είναι όταν ο μάρτυρας είπε ότι εκπρόσωπος των Εναγόντων υπέδειξε το επίδικο ακίνητο στους Εναγόμενους, οι οποίοι αφού το επιθεώρησαν εξέφρασαν την επιθυμία τους να προχωρήσουν με την αγορά του. Η εν λόγω αναφορά δεν έχει διαψευστεί από μαρτυρία των Εναγομένων και ούτε ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε στο θέμα αυτό. Εξάλλου αν οι Εναγόμενοι δεν έβλεπαν το συγκεκριμένο ακίνητο και δεν το ήθελαν, δεν θα προχωρούσαν με υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου αγοράς του. Επίσης άλλη αναφορά είναι όταν ο μάρτυρας είχε πει ότι το διαφημιστικό υλικό που υπήρχε αφορούσε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα και όχι το επίδικο ακίνητο. Θεωρώ ότι θα ήταν εντελώς παράλογο να υπήρχε διαφημιστικό υλικό μόνο για το επίμαχο διαμέρισμα των Εναγομένων, ως ισχυρίζονται οι τελευταίοι δια του συνηγόρου τους. Ούτε θα εξυπηρετούσε κάποιο συγκεκριμένο σκοπό των Εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, τέτοιο διαφημιστικό υλικό του επιδίκου διαμερίσματος, όπως επικαλούνται οι Εναγόμενοι, δεν έχει παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Αν τώρα υπήρχε ένας τρόπος για τους Ενάγοντες να προσελκύσουν πελάτες ή επενδυτές στο έργο, τότε η δημιουργία διαφημιστικού υλικού για ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα που τελούσε υπό ανέγερση φαντάζει πιθανότερο και λογικότερο σενάριο. Ακόμη η αναφορά του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι ήλθαν στα γραφεία των Εναγόντων επιθυμώντας να προχωρήσουν. Είναι αυτονόητο και συνάμα λογικό ότι αν οι Εναγόμενοι δεν ενδιαφέρονταν δεν θα προσέγγιζαν εκ νέου τους Ενάγοντες. Από τις αναφορές αυτές δεν αποδέχομαι μόνο μία και συγκεκριμένα εκεί που ο μάρτυρας είπε ότι στην υπηρεσία των Εναγόντων υπήρχε ιρανός πωλητής που ομιλούσε τη μητρική γλώσσα των Εναγομένων και ήταν αυτός που τους έδωσε επεξηγήσεις που χρειάζονταν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων τους με τους Ενάγοντες. Η εν λόγω αναφορά έρχεται σε σύγκρουση με δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, η οποία πρεσβεύει ότι δόθηκαν εξηγήσεις στους Εναγόμενους σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτούς. Αν οι επεξηγήσεις δίδονταν στη μητρική τους γλώσσα, η δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων θα είχε διατυπωθεί διαφορετικά. Μάλιστα στην γραπτή δήλωση του, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Ένδειξη 'Α'), ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι οι συζητήσεις και οι συνεννοήσεις με τους Εναγόμενους έγιναν στην αγγλική γλώσσα που τους ήταν αντιληπτή. Ουδεμία αναφορά υπήρξε στην κυρίως εξέταση για παροχή επεξηγήσεων στους Εναγόμενους σε ιρανική γλώσσα. Ο δε μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ουδέποτε ανάφερε για παρουσία Ιρανού υπαλλήλου των Εναγόντων στις μεταξύ των διαδίκων συζητήσεις. Ούτε όμως παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο υπάλληλος που ο μάρτυρας κατονόμασε στην αντεξέταση του είναι ιρανικής καταγωγής. Πρόκειται για άστοχη τοποθέτηση του μάρτυρα σε ένα επουσιώδες ζήτημα. Ωστόσο αυτό δεν είναι ικανό από μόνο του να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο. Με εξαίρεση την εν λόγω αναφορά του μάρτυρα, οι υπόλοιπες αναφορές του καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις του και αντέχουν τη βάσανο της λογικής. Οι αναφορές αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες αφού όχι μόνο δεν αντικρούστηκαν από άλλη μαρτυρία αλλά επί της ουσίας τους ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Εναγομένων. Παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας (Πιριλλίδη v. Δήμου Λεμεσού Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015 ημερ. 11.12.17). Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177 σημειώνονται τα εξής: «A party's failure to cross-examine, however, has important consequences. It amounts to a tacit acceptance of the witness's evidence in-chief. A party who has failed to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict his evidence in-chief or impeach his credit by calling other witnesses, will not be permitted to invite the jury or tribunal of fact to disbelieve the witness's evidence on that matter». Εφαρμόζοντας την πιο πάνω αρχή, αποδέχομαι τις αναφορές αυτές. Ο δεύτερος πυλώνας της ένορκης μαρτυρίας του μάρτυρα ασχολείται με τη διατύπωση νομικών θέσεων και χαρακτηρισμών. Δεν χρήζουν αξιολόγησης αλλά το κατά πόσο δικαιώνουν ή όχι τους Ενάγοντες θα διαφανεί στη συνέχεια που θα εξεταστούν τα επίδικα νομικά θέματα της υπόθεσης. Σε τελευταία ανάλυση ο μάρτυρας, χωρίς να φλυαρεί, περιορίστηκε σε μαρτυρία που επαληθεύεται από γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς επίσης σε αναφορές του που παρέμειναν αναντίλεκτες. Σε κανένα στάδιο της ένορκης κατάθεσης του, μου έδωσε την εντύπωση ότι κατασκεύαζε απαντήσεις. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία της, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, αποδέχομαι ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του μάρτυρα των Εναγόντων, στο βαθμό και την έκταση που έχω αναφέρει, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1-3, 5, 6, 11, 13 και 14 που αποτελούν μέρος της. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 7-10 και 12, αποδέχομαι ότι αυτά αποτελούν γραπτή αλληλογραφία προερχόμενη από τους διαδίκους και τους δικηγόρους τους. Για τη νομική σημασία του περιεχομένου της, αναφέρομαι στη συνέχεια που εξετάζονται τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αντίθετα αποδίδω μηδενική βαρύτητα στα Τεκμήρια 4 και 14 επειδή δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην ουσία της υπόθεσης. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Στις 17.02.11, αφού ήδη είχαν προηγουμένως αποταθεί στους Ενάγοντες με σκοπό την αγορά ακίνητης περιουσίας, οι Εναγόμενοι εντόπισαν το επίδικο ακίνητο στην επαρχία Πάφου, το οποίο επιθεώρησαν και έπειτα διασφάλισαν την μη πώληση του πληρώνοντας στους Ενάγοντες το ποσό των €3,000 υπογράφοντας προς τούτο σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 2). Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 18.02.11, οι Εναγόμενοι συναντήθηκαν εκ νέου με εκπροσώπους των Εναγόντων όπου και υπέγραψαν σύμβαση αγοράς του επίμαχου ακινήτου (Τεκμήριο 3) στη βάση των όρων που περιέχονται στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο. Ακολούθως στις 13.05.11 που οι Εναγόμενοι παρέλαβαν από τους Ενάγοντες κατοχή του επίμαχου ακινήτου που αγόρασαν, εκτός από σχετικό έντυπο παραλαβής των κλειδιών του εν λόγω διαμερίσματος (Τεκμήριο 5), παρέλαβαν και προς τούτο υπέγραψαν κατάσταση λογαριασμού στην οποίαν αναφερόταν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό που εκκρεμούσε (Τεκμήριο 6). Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Νομιμότητα και εγκυρότητα σύμβασης πώλησης (Τεκμήριο 3): Προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ μία σύμβαση είναι το έγγραφο να είναι νόμιμο και έγκυρο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι κοινό έδαφος των μερών ότι οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο με το οποίο οι Εναγόμενοι αγόρασαν το επίδικο ακίνητο από τους Ενάγοντες στη βάση των όρων του Τεκμηρίου 3. Ωστόσο αποτελεί βασική θέση των Εναγομένων ότι η εν λόγω σύμβαση πώλησης είναι άκυρη και στερείται έννομου αποτελέσματος επειδή, όπως ισχυρίζονται, την υπέγραψαν χωρίς την ελεύθερη τους βούληση επικαλούμενοι λόγους που ουσιαστικά παραπέμπουν σε ψευδή παράσταση, εξαπάτηση και εξαναγκασμό τους. Μία από τις βασικές αρχές στο κυπριακό δίκαιο των συμβάσεων είναι η συμφωνία να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών (άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149)). Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 149, δύο ή περισσότερα μέρη συναινούν όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια. Η δε συναίνεση, με βάση το άρθρο 14 της ίδιας νομοθεσίας, θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, με εξαναγκασμό (άρθρο 15), απάτη (άρθρο 17) και ψευδή παράσταση (άρθρο 18). Με βάση δε το άρθρο 19 αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο βασισμένοι και συνάμα παρασυρόμενοι από ψευδή παράσταση που κατ' ισχυρισμό έγινε από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, η ψευδής παράσταση έγκειται στο ότι οι Ενάγοντες τους έδωσαν διαφημιστικό υλικό στην ιρανική γλώσσα με το οποίο τους υποσχέθηκαν και συνάμα τους διαβεβαίωσαν ότι με την αγορά ακινήτου θα τους εξασφάλιζαν χαμηλότοκο δάνειο από εμπορική τράπεζα, το οποίο θα αποπληρωνόταν με χαμηλές μηνιαίες δόσεις, κάτι το οποίο τελικά αντιλήφτηκαν ότι δεν ήταν αληθές. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό ο οποίος πέφτει στο κενό. Ουδείς από τους Εναγομένους ήλθε στο δικαστήριο για να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τους δόθηκε το κατ' ισχυρισμό διαφημιστικό υλικό καθώς επίσης να εξιστορήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν τον σκοπό και την ύπαρξη του υλικού αυτού. Ούτε όμως τέθηκε ένα τέτοιο έγγραφο στον μάρτυρα των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του προκειμένου αυτός να τοποθετηθεί. Το διαφημιστικό υλικό που οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν ότι τους δόθηκε δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου προς θεμελίωση της θέσης τους. Η μη κατάθεση ενός τέτοιου εγγράφου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αφήνει μετέωρο τον ισχυρισμό των Εναγομένων ως προς την ύπαρξη του. Περαιτέρω αν η θέση αυτή των Εναγομένων ίσχυε τότε στη σύμβαση πώλησης (Τεκμήριο 3) δεν θα υπήρχε ειδικός όρος αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης μέσω 17 τριμηνιαίων δόσεων καθορισμένου ύψους (όρος 4.1). Η ύπαρξη του όρου αυτού στο Τεκμήριο 3 καταδεικνύει ότι δεν αποτελούσε μέρος των συζητήσεων των συμβαλλομένων μερών που οδήγησαν στη σύναψη της εν λόγω σύμβασης πως το τίμημα πώλησης θα εξοφλείτο από την αρχή με την καταβολή ολόκληρου του ποσού από τραπεζικό οργανισμό στα πλαίσια παροχής δανείου ή πιστωτικής διευκόλυνσης αλλά ότι σταδιακά θα αποπληρωνόταν απευθείας από τα εισοδήματα των Εναγομένων. Στη βάση των πιο πάνω, ο ισχυρισμός των Εναγομένων για ψευδής παράσταση από τους Ενάγοντες δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Παράλληλα η μη κατάθεση του επικαλούμενου διαφημιστικού υλικού σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να προωθεί δικογραφημένες αναφορές τους, συμπαρασύρει σε αποτυχία και τον ισχυρισμό τους περί εξαπάτησης / παραπλάνησης τους ένεκα του διαφημιστικού υλικού που επικαλούνται. Επιπλέον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να συμβουλευτούν δικηγόρο. Ωστόσο οι Εναγόμενοι ήταν αυτοί που απευθύνθηκαν στους Ενάγοντες για αγορά ακινήτου. Θα μπορούσαν να είχαν εκπροσωπηθεί ή να συνοδεύονται από δικηγόρο στα πλαίσια των συζητήσεων τους με τους Ενάγοντες. Επέλεξαν να μην το πράξουν. Προτού υπογράψουν τα Τεκμήρια 2 και 3 θα μπορούσαν να είχαν αποταθεί σε δικηγόρο για συμβουλή. Πάλι δεν το έπραξαν. Εναλλακτικά οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να μην υπέγραφαν τα Τεκμήρια 2 και 3 χωρίς οποιαδήποτε νομική συμβουλή. Ούτε αυτό έπραξαν. Επρόκειτο για μορφωμένα άτομα, όπως είπε ο μάρτυρας και η αναφορά του δεν αμφισβητήθηκε. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι εκ των υστέρων εκπροσωπήθηκαν από διάφορους δικηγόρους, όπως αυτό διαπιστώνεται από την αλληλογραφία που αποστάληκε, τα δικόγραφα που συντάχτηκαν και την αντιπροσώπευση τους στη διαδικασία εκδίκασης, φανερώνει ότι η μη εκπροσώπηση τους στα αρχικά στάδια ήταν αποκλειστικά δική τους απόφαση. Αυτό που οι Εναγόμενοι επέλεξαν να πράξουν ήταν να συζητήσουν μόνοι τους με εκπροσώπους των Εναγόντων και αφού έμειναν ευχαριστημένοι από την έκβαση των συζητήσεων τους, υπέγραψαν τα Τεκμήρια 2 και 3 μελετώντας οι ίδιοι το περιεχόμενο τους που ήταν συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι κατά τη διάρκεια των συζητήσεων τους και υπογραφής των Τεκμηρίων 2 και 3 εκδήλωσαν επιθυμία να αποταθούν σε δικηγόρο και ότι οι Ενάγοντες τους στέρησαν τέτοια ευκαιρία. Αντίθετα οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην παρουσιάσουν μαρτυρία για προώθηση και απόδειξη του εν λόγω δικογραφημένου ισχυρισμού τους. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Τα όσα αναφέρθηκαν αμέσως προηγουμένως βρίσκουν, κατ' ανάλογο τρόπο, έρεισμα και στον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να προβούν σε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσουν αν το επίδικο ακίνητο ήταν ελεύθερο από εμπράγματα βάρη / επιβαρύνσεις. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν τους εξήγησαν το περιεχόμενο της σύμβασης πώλησης στη μητρική τους γλώσσα. Ως Ιρανοί πολίτες που είναι, η μητρική γλώσσα των Εναγομένων είναι προφανώς η ιρανική. Έχω προσέξει ότι η σύμβαση πώλησης (Τεκμήριο 3) είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα. Με γνώμονα ότι ανάμεσα στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που έχει κατατεθεί στο δικαστήριο, υπάρχει ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 07.04.12 στην αγγλική γλώσσα που έχει αποσταλεί από την Εναγόμενη 1 (μέρος του Τεκμηρίου 7), καταδεικνύεται ότι τουλάχιστο η Εναγόμενη 2 χρησιμοποιεί και αντιλαμβάνεται την αγγλική γλώσσα. Επομένως οι Ενάγοντες έχουν δίκαιο να λένε ότι η αγγλική γλώσσα είναι κατανοητή στους Εναγομένους. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν προώθησαν και δεν στοιχειοθέτησαν με προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας την εν λόγω δικογραφημένη τους θέση. Κατά συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων, ο οποίος παρέμεινε μετέωρος και δίχως θεμελίωση, απορρίπτεται ως αβάσιμος. Τα όσα ανάφερα αμέσως πιο πάνω ισχύουν απόλυτα και για τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες τους κάλεσαν να υπογράψουν τη σύμβαση πώλησης, την οποίαν και υπέγραψαν χωρίς να έχουν αντιληφθεί την έννοια και το περιεχόμενο της. Παραπέμπω σ' αυτά χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Επιπροσθέτως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο υπό το καθεστώς εμπορικής πίεσης. Πρόκειται όμως για ένα ισχυρισμό που δεν δικογραφείται. Η θέση αυτή των Εναγομένων εγείρεται εκ των υστέρων κατόπιν σχετικής υποβολής προς το μάρτυρα των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων. Είναι αναγνωρισμένο μέσα από την νομολογία ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων και μόνο θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία και δεν θα πρέπει να διευρύνει τα επίδικα ζητήματα εξ ιδίας πρωτοβουλίας (Inter - Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή και άλλου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το συγκεκριμένο ζήτημα δεν δικογραφείται αλλά προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, δεν εξετάζεται και ως εκ τούτου αγνοείται. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν το Τεκμήριο 3, όπως και τα Τεκμήριο 2, 5 και 6, με την ελεύθερη τους βούληση. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων ότι η σύμβαση πώλησης περιέχει παράνομους, παράτυπους και επαχθείς όρους. Σύμφωνα με τους Εναγομένους οι όροι της σύμβασης πώλησης, όπως αυτοί καταγράφονται στις παραγράφους 4Γ - 4Θ της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, είναι παράνομοι, παράτυποι και επαχθείς. Πρόκειται αντίστοιχα για τους όρους 4.1 (
- c)- (r), 4.2, 4.3 και 20(
- a)του Τεκμηρίου 3. Οι όροι αυτοί έχουν ως κοινό στοιχείο το ενδεχόμενο πληρωμής αποζημιώσεων στους Ενάγοντες στην περίπτωση που οι Εναγόμενοι ευθύνονται για διάρρηξη του Τεκμηρίου 3. Τα άρθρα 73-75 του Κεφ. 149 πραγματεύονται τις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπουν το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Το άρθρο 73
(1)της εν λόγω νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Εκεί που είναι αδύνατος ο υπολογισμός τους, επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις. Επομένως, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της εύλογης αποζημίωσης (Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1739). Η βάση των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, είναι η αποκατάσταση των ζημιών του αναίτιου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν συνέβαινε η παράβαση (Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Όρος 4.2 (παράγραφος 4Δ της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης): Ο όρος 4.2 του συμφωνητικού εγγράφου προνοεί ρητά τα πιο κάτω που σημειώνονται αυτολεξεί: «No interest is payable provided that all payments are received on their due dates. Otherwise interest at the rate of 5% per annum on any outstanding amounts, from the date the amount falls due until the date of final payment.» Με τον πιο πάνω όρο εισάγεται συμφωνημένος μηχανισμός χρέωσης τόκου επί καθυστερημένων ή μη πληρωμών που καθίστανται πληρωτέες με βάση το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα δόσεων που είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στα στους διαδίκους. Ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Θωμά ν. Μέζου
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359, Evelthon Developments Ltd και άλλος v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 2486). Εδώ η συμφωνία για χρέωση συμφωνημένου ύψος τόκου υπό τις προϋποθέσεις που ο όρος 4.2 περιλαμβάνει, δεν προσδίδει στον συγκεκριμένο όρο καθεστώς αυθαιρεσίας, παρατυπίας ή παρανομίας και ούτε τον καθιστά επαχθές όρο. Ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης του μάρτυρα των Εναγόντων από τον συνήγορο των Εναγομένων. Όρος 20(α) (παράγραφος 4Θ της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης): Ο όρος αυτός στο Τεκμήριο 3 περιέχει το ακόλουθο αυτολεξεί λεκτικό: «It is stipulated that all the above terms, conditions and clauses are of the essence of the present agreement and the Vendors and Purchasers hereby declare that themselves and their successors, executors', administrators, heirs and assigns are bound by this agreemet. a) Without prejudice to any other remedy, any party in breach of this agreement shall be liable to the payment to the other damages in respect thereof. .» Η έννοια του όρου παραπέμπει στο σκεπτικό ότι εκεί που προκαλείται ζημιά στο αθώο μέρος ένεκα παραβίασης της σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, προκύπτει δικαίωμα αποζημίωσης. Θεωρώ ότι αυτό συνάδει με τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων και ειδικότερα του άρθρου 73
(1)του Κεφ. 149. Συνεπώς πρόκειται για όρο που ούτε παράτυπος είναι, ούτε παράνομος αλλά ούτε και επαχθής. Εξάλλου το θέμα αυτό δεν προωθήθηκε από τους Εναγομένους με την προσκόμιση μαρτυρίας και ούτε ο μάρτυρας των Εναγόντων αντεξετάστηκε επ' αυτού από το συνήγορο των Εναγομένων. Σε ότι αφορά τον όρο 4.3 του Τεκμηρίου 3, καλύπτει τις παραγράφους 4Ε, 4ΣΤ, 4Ζ και 4Η της έκθεσης απαίτησης. Πραγματεύεται συμβατικά δικαιώματα τερματισμού της σύμβασης σε περίπτωση που δεν πληρωθεί οποιαδήποτε δόση πληρωμής καθώς και της επιδίκασης διαφόρων ειδών αποζημίωσης. Δεν πρόκειται για παράνομους, παράτυπους και επαχθείς όρους. Είναι όροι που έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη του Τεκμηρίου 3, η εφαρμογή των οποίων εξαρτάται από τις νομικές αρχές που διέπουν το περιεχόμενο τους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ανέρχεται στα €172,500 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Αυτό σημειώνεται στον όρο 1 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της σύμβασης αλλά και στον όρο 3 του Τεκμηρίου 3. Ωστόσο το άθροισμα των συμφωνημένων δόσεων δεν οδηγεί μαθηματικά στο πιο πάνω ποσό αλλά στο ποσό των €189,270. Ο μάρτυρας στην μαρτυρία του έδωσε εξήγηση, η οποία υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 3. Όπως είπε, συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να ενσωματωθεί στο τίμημα επιτόκιο ύψους €16,770. Προκύπτει ότι το ποσό του επιτοκίου ενσωματώθηκε και διαμοιράστηκε στις 16 συμφωνημένες τριμηνιαίες δόσεις υπό τα εδάφια (
- c)- (
- r)αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων του όρου 4.1 της σύμβασης (παράγραφος 4Β (γ) - (ιη) αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης), με τις οποίες η εξόφληση τους, πάντοτε στην περίπτωση έγκαιρης πληρωμής της κάθε δόσης, ολοκληρωνόταν σε χρονικό διάστημα 3 ετών και 9 μηνών. Από τη διατύπωση καθίσταται αντιληπτό ότι ο όρος 4.2 του Τεκμηρίου 3 αφορά επιπλέον χρέωση τόκου σε περίπτωση παράλειψης ή μη έγκαιρης πληρωμής οποιασδήποτε συμφωνημένης δόσης, ως αποτέλεσμα της οποίας αναπόφευκτα θα παρατεινόταν ο χρόνος αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας δεν αντικρούστηκε από μαρτυρία των Εναγομένων. Ούτε όμως ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Εναγομένων, πράγμα που όπως ήδη λέχθηκε σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι αποδέχονται την εν λόγω αναφορά. Την ίδια στιγμή η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας δικαιολογείται από το Τεκμήριο 3. Τα εδάφια (
- c)- (
- r)αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων του όρου 4.1 της σύμβασης που έχει υπογραφεί αποτυπώνουν την εξήγηση του μάρτυρα περί συμφωνημένου επιτοκίου. Ενώπιον του δικαστηρίου υπάρχει το Τεκμήριο 3 που είναι υπογραμμένο, το οποίο περιλαμβάνει εγγράφως αυτά που έχουν συμφωνηθεί και ικανοποιούν τα συμβαλλόμενα μέρη. Το πλαίσιο των συμφωνηθέντων των μερών έχει αποτυπωθεί εγγράφως, το κείμενο των οποίων συνιστά τη σύμβαση, δηλαδή το Τεκμήριο 3. Αν τα μέρη δεν συμφωνούσαν με τα πιο πάνω εδάφια και δεν ικανοποιούνταν από το περιεχόμενο τους δεν θα υπέγραφαν το συμφωνητικό έγγραφο. Προς ενίσχυση του σκεπτικού αυτού παραπέμπω στο Τεκμήριο 6 που φέρει υπογραφή των Εναγομένων κατά το χρόνο που λάμβαναν κατοχή του επιδίκου ακινήτου. Το περιεχόμενο του είναι επιβεβαιωτικό του Τεκμηρίου 3. Πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού στην οποίαν αναφέρεται το συμφωνημένο τίμημα πλέον ποσό επιτοκίου ύψους €16,770 μείον το σύνολο των μέχρι τότε πληρωμών, από τα οποία έτσι προκύπτει το υπόλοιπο ποσό που οφείλεται. Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 6, οι Εναγόμενοι δείχνουν ότι αναγνωρίζουν τη χρέωση του επιτοκίου ύψους €16,770, το οποίο διαμοιράστηκε στις 16 τριμηνιαίες δόσεις του Τεκμηρίου 3 που επίσης φέρει τις υπογραφές των Εναγομένων. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πάνω στο τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε επιτόκιο ύψους €16,770, με το τελικό ποσό να ανέρχεται πλέον συνολικά στα €189,270. Το Τεκμήριο 3 έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να τροποποιηθεί ή αλλοιωθεί (Πίγκος Εστέιτς v. Καλογήρου και Άλλων Πολιτική Έφεση 304/2009 ημερ. 28.09.15, Μουή v. Ιωάννου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1540). Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι τα πιο πάνω εδάφια δεν αποτελούν παράνομους, παράτυπους και επαχθείς όρους. Έπεται ότι το Τεκμήριο 3, όπως και τα Τεκμήρια 2, 5 και 6, είναι νόμιμο και συνάμα έγκυρο ως έγγραφο. Παράβαση σύμβασης πώλησης (Τεκμηρίου 3): Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τη δόση Μαρτίου
- Το εδάφιο (f) του όρου 4.1 προνοεί ότι το ύψος της δόσης ανέρχεται στα €8,595 και η πληρωμή της έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τις 17.03.
- Οι όροι πληρωμής είναι ουσιώδεις στο συγκεκριμένο συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 3). Αυτό καταδεικνύεται μέσα από τον όρο 4.3 του Τεκμηρίου 3 όπου οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις των τριμηνιαίων δόσεων. Ενισχυτικά αναφέρω και τον όρο 20 του Τεκμηρίου 3 όπου ρητά σημειώνεται ότι όλοι οι όροι της σύμβασης, επομένως και ο όρος πληρωμής, είναι ουσιώδης. Είναι ουσιώδης τόσο η πληρωμή του ύψους κάθε δόσης όσο και ο χρόνος πληρωμής των δόσεων, δηλαδή η έγκαιρη πληρωμή τους στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται για κάθε μία από αυτή. Είναι γνωστό ότι η παραβίαση ουσιώδης όρου συνιστά ουσιώδης παράβαση σύμβασης με ότι αυτό συνεπάγεται. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν οικονομικές δυσκολίες. Τελικά παραμένει ως γεγονός, αποτελώντας τούτο εύρημα του δικαστηρίου, η μη πληρωμή της δόσης ύψους €8,595 που ήταν πληρωτέα μέχρι 17.03.12 για λόγο που αφορά προσωπικά τους Εναγομένους, χωρίς έτσι να ευθύνονται οι Ενάγοντες. Με λίγα λόγια, ενώ οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη σύμβαση όπως είναι η τήρηση των οικονομικών όρων του Τεκμηρίου 3 (άρθρο 37
(1)Κεφ. 149), αρνήθηκαν να πληρώσουν την καθορισμένη δόση που κατέστη πληρωτέα, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μη πληρωμή της πιο πάνω δόσης από τους Εναγομένους αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου σύμβασης από μέρους τους, για την οποίαν ευθύνονται οι ίδιοι. Τερματισμός σύμβασης πώλησης (Τεκμηρίου 3): Ένα άλλο ζήτημα που καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει είναι αν οι Ενάγοντες έχουν τερματίσει νόμιμα την ισχύ του συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήριο 3). Πιο πάνω έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μη πληρωμή της δόσης Μαρτίου 2012 (όρος 4.1(f) του Τεκμηρίου 3) συνιστά ουσιώδης παράβαση σύμβασης από τους Εναγομένους. Με βάση τη σύμβαση πώλησης, σε τέτοια περίπτωση, όπως ήδη λέχθηκε, οι Ενάγοντες δικαιούνταν να τερματίσουν την ισχύ της (όρος 4.3 Τεκμηρίου 3). Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, οι Ενάγοντες προειδοποίησαν τους Εναγομένους όχι μία αλλά δύο φορές ότι αν δεν συμμορφώνονταν με τους όρους του Τεκμηρίου 3, καθορίζοντας χρονικό διάστημα συμμόρφωσης κάθε φορά καθιστώντας πάντοτε έτσι το χρόνο ουσιώδες, θα προχωρούσαν σε τερματισμό της σύμβασης, ως προνοούσαν οι όροι του συμβολαίου. Από τη στιγμή που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να δώσουν παράταση χρόνου στους Εναγομένους, ο νέος χρόνος εκπλήρωσης έπρεπε να είχε καθοριστεί ως ουσιώδης και ορθά τον προσδιόρισαν με τα Τεκμήρια 7 και 8. Η μη συμμόρφωση των Εναγομένων με ουσιώδη όρο της σύμβαση αγοράς εντός του νέου χρονικού διαστήματος που οι Ενάγοντες τους έχουν ρητά υποδείξει για το σκοπό αυτό, παρέχει δικαίωμα στους Ενάγοντες να αναζητήσουν τις συμβατικές θεραπείες, μία εκ των οποίων είναι ο τερματισμός της σύμβασης (όρος 4.3). Πέραν του συμβατικού δικαιώματος τους, οι Ενάγοντες έχουν και νομοθετικό δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης εφόσον οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν την εκπλήρωση ουσιώδους όρου της σύμβασης (C. & K. Κυριάκου και Αδ/φοί Λτδ v. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοχαρίδης v. Ιωάννου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311). Ειδικότερα το άρθρο 55
(1)του Κεφ. 149 προνοεί ρητά πως αν ένας από τους συμβαλλομένους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός καθορισμένου χρόνου και παραλείψει να την εκπληρώσει εντός του καθορισμένου αυτού χρόνου, τότε η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του αθώου μέρους, αν πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει, όπως προβλέπεται και από το κοινοδίκαιο, το αθώο μέρος δικαιούται να προχωρήσει σε τερματισμό ή ακύρωση της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη λέχθηκε, ο χρόνος πληρωμής της κάθε δόσης ξεχωριστά που ήταν υποχρέωση των Εναγομένων, ήταν ουσιώδης. Τέτοιος ουσιώδης χρόνος ήταν αυτός που οριζόταν στη σύμβαση και μετέπειτα αυτός που καθοριζόταν στις προειδοποιητικές επιστολές των Εναγόντων προς τους Εναγομένους. Η παραβίαση ουσιώδες όρου υπήρξε τελικά όταν μέχρι τις 30.04.12 οι Εναγόμενοι απέτυχαν να εξοφλήσουν τη δόση Μαρτίου 2012 (Τεκμήριο 8). Οι Εναγόμενοι επέδειξαν συμπεριφορά με την οποίαν απαρνήθηκαν έκδηλα και ανεπιφύλακτα τη σύμβαση πώλησης αφού απέτυχαν να εκτελέσουν ουσιώδη συμβατική υποχρέωση τους (Spettabile Consorzio v. Northumberland Ship-building Co
(1919)121 LT 628), Withers v. Reynolds
(1831)2 B & Ad 889). Οι Εναγόμενοι όχι μόνο αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των Εναγόντων αλλά ζήτησαν επιστροφή του ποσού που είχαν πληρώσει μέχρι τότε, ήτοι του ποσού των €77,535, διατηρώντας παράλληλα την κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του επίμαχου ακινήτου. Η ενέργεια αυτή των Εναγομένων στερείται ερείσματος. Οι Ενάγοντες δικαιωματικά επέλεξαν, ανάμεσα στις θεραπείες που επιδιώκουν, τον τερματισμό της ισχύς της σύμβασης. Το συμφωνητικό έγγραφο δεν προνοεί συγκεκριμένη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τον τερματισμό της ισχύς του. Ωστόσο ένας τερματισμός πρέπει να κοινοποιείται στο υπαίτιο μέρος. Εδώ οι Εναγόμενοι αρνιούνται ότι τους γνωστοποιήθηκε ο τερματισμός που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, διαπιστώνω ότι οι Ενάγοντες με συστημένη αποστολή στις 04.05.12 επιστολής του δικηγόρου τους ημερ. 03.05.12, πληροφόρησαν τους Εναγομένους δια του τότε δικηγόρου τους, για τον τερματισμό της ισχύς του Τεκμηρίου 3. Η επιστολή κατατέθηκε αυτούσια ως Τεκμήριο 10Α συνοδευόμενη από το έντυπο της συστημένης αποστολής με ταχυδρομείο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10Β. Η δε μαρτυρία του μάρτυρα που έγινε αποδεκτή επιβεβαιώνει αποστολή της πιο πάνω επιστολής με παραλήπτη τους Εναγομένους μέσω του δικηγόρου τους. Η ύπαρξη αυτών των δύο εγγράφων σε συνδυασμό με την μαρτυρία που ενισχύει την αποστολή της και ταυτόχρονα την απουσία άλλης περί του αντιθέτου μαρτυρίας, καταδεικνύει ότι το Τεκμηρίου 10Α περιήλθε στην κατοχή των Εναγομένων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου του. Κατ' επέκταση ο τερματισμός της ισχύς του Τεκμηρίου 3 κοινοποιήθηκε στους Εναγομένους. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της ισχύς της σύμβασης ήταν νόμιμος. Επίσης αποτελεί συμπέρασμα μου ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν σε γραπτή κοινοποίηση του τερματισμού του Τεκμηρίου 3 στους Εναγομένους, οι οποίοι και ευθύνονται γι' αυτό με ότι αυτό συνεπάγεται. Αξιούμενες θεραπείες: Στην υπόθεση Θεοχαρίδης v. Ιωάννου κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε πως είναι θεμελιωμένο ότι όταν υπάρχει αθέτηση μιας συμφωνίας (όπως εδώ έγινε αθέτηση από τους Εναγόμενους) το αθώο μέρος, δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, οι Ενάγοντες, έχουν δικαίωμα είτε να τερματίσουν τη συμφωνία και να αξιώσουν αποζημιώσεις, είτε να επιμείνουν στην τήρηση της συμφωνίας και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες, εκτός από τερματισμό της σύμβασης πώλησης, διεκδικούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις καθώς επίσης και άλλες θεραπείες, οι οποίες δικογραφούνται στην παράγραφο 20 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Με γνώμονα ότι ο τερματισμός του Τεκμηρίου 3 κρίθηκε ότι είναι νόμιμος και ότι πηγάζει μέσα από παράβαση του συμφωνητικού εγγράφου εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, οι διεκδικούμενες από τους Ενάγοντες στο πλαίσιο της απαίτησης τους θεραπείες που άπτονται του καθεστώτος της σύμβασης, αυτές που σχετίζονται με την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου και εκείνες που αφορούν ως προς το καθεστώς παραμονής των Εναγομένων στο επίμαχο ακίνητο, δικαιολογούνται. Σε ότι αφορά τις θεραπείες των αποζημιώσεων που επίσης επιδιώκονται από τους Ενάγοντες στη βάση της απαίτησης τους, έχω ήδη αναφερθεί στις νομικές αρχές επιδίκασης τους με παραπομπή σε νομολογία. Οι Ενάγοντες επιδιώκουν τα είδη συμβατικών αποζημιώσεων που περιέχονται στον όρο 4.3 του Τεκμηρίου, τα οποία θεωρούν ότι δικαιούνται αυτόματα τα πιο πάνω απλά και μόνο επειδή έχουν συμφωνηθεί και είναι: (α) κατ' αποκοπή ποσό €43,125 που αποτελεί 25% του τιμήματος ως τέλος για τον τερματισμό της σύμβασης, (β) ποσό €2,250 ως ενοίκια των μηνών Μαΐου - Ιουλίου 2012 (3 μήνες χ €750 ενοίκιο μηνιαίως), (γ) ποσό ενοικίου €750 μηνιαίως από 12.08.12 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης της κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τους Εναγομένους στους Ενάγοντες ως διαφυγόντα κέρδη, (δ) ποσό €3.000 ετησίως από 12.05.12 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης της κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τους Εναγομένους στους Ενάγοντες για φυσική φθορά και χρήση του. Επιπλέον οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, χρήση και εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεων, είτε ειδικές είτε γενικές, είναι η απόδειξη με μαρτυρία από το αθώο μέρος πρόκληση ζημιάς και/ή απώλειας σ' αυτό, η οποία είναι απόρροια της παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας του υπαίτιου μέρους. Εφόσον στοιχειοθετηθεί ζημιά και/ή απώλεια, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις ως θεραπεία (D. & G. Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400). Στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αλλά και οι Εναγόμενοι οφείλουν να αποδείξουν τις θεραπείες που έκαστος διεκδικεί μέσα από την απαίτηση και ανταπαίτηση αντίστοιχα. Σε σχέση με τους Ενάγοντες, αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου από μέρους τους που να αποδεικνύει ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά και/ή απώλεια ένεκα του τερματισμού της σύμβασης ως αποτέλεσμα της παράβασης της από τους Εναγομένους. Μέσα από τη μαρτυρία τους οι Ενάγοντες δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το κεφάλαιο ζημιών και/ή απωλειών, αποτυγχάνοντας έτσι να καταδείξουν οτιδήποτε που να αφορά οποιαδήποτε από τα πιο πάνω ζητήματα υπό τα σημεία (α) - (δ) που διεκδικούνται ως ειδικές αποζημιώσεις. Το γεγονός ότι τα προαναφερόμενα είδη αποζημιώσεων περιέχονται σε όρους του Τεκμηρίου 3 δεν εξασφαλίζει αυτόματα την επιδίκαση τους υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων αλλά χρειάζεται απόδειξη τους στη βάση σχετικής μαρτυρίας που θα έπρεπε να είχε προσκομιστεί από τους Ενάγοντες, ως ο διάδικος που τις διεκδικεί και έχει το βάρος τεκμηρίωσης τους. Ειδικότερα το προαναφερόμενο σημείο (α) παραπέμπει σε ποινική ρήτρα αφού έχει ως προφανή στόχο τον εκφοβισμό των Εναγομένων έτσι ώστε αυτοί να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις (Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited (πιο πάνω). Το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το άρθρο 74
(1)του Κεφ. 149, το περιεχόμενο της οποίας έτυχε ερμηνείας από τη νομολογία. Στην πιο πάνω υπόθεση Χαραλάμπους λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)* του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd. κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά. v. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (πιο πάνω)).» Εφόσον θεμελιωθεί ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιές και/ή απώλειες και εφόσον αποδειχτεί το ύψος αυτών, τότε δύναται να τους επιδικαστούν εύλογη αποζημίωση που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που σημειώνεται στον όρο της ποινικής ρήτρας (Michael Antoni Maltezou and Another v. Iosif Louka and Another 16 C.L.R. 88). Ωστόσο εδώ οι Ενάγοντες όχι απλά απέτυχαν να αποδείξουν ύψος ζημιάς και/ή απώλειας αλλά απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν ότι υπέστηκαν ζημιές και/ή απώλειες. Κατ' ανάλογο τρόπο δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το ότι η διατήρηση της κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου από τους Εναγόμενους προκάλεσε και θα συνεχίσει να προκαλεί απώλειες υπό τη μορφή διαφυγόντων κερδών. Επίσης ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου ως προς την ενοικιαστική αξία του επιδίκου ακινήτου ώστε να είναι δυνατός και συνάμα εφικτός ο καθορισμός του ύψους τέτοιων δικογραφημένων διαφυγόντων κερδών. Χρησιμοποιώντας το ίδιο σκεπτικό, ουδεμία μαρτυρία υπήρξε για την ύπαρξη φυσικής φθοράς στο επίμαχο ακίνητο. Όπως επίσης καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ως προς το ύψος τέτοιας δικογραφημένης φυσικής φθοράς για να είναι δυνατός και συνάμα εφικτός ο καθορισμός του ύψους επιδίκασης εύλογης αποζημίωσης στους Ενάγοντες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι θεραπείες που οι Ενάγοντες αξιώνουν και αφορούν την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων υπό τα σημεία (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, δεν δικαιολογούνται. Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν σε αποτυχία και τη θεραπεία που οι Ενάγοντες διεκδικούν και αφορούν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων (σημείο (ΙΑ) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης) αφού ούτε αυτή, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται επειδή επίσης δεν έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε ζημιά. Ομοίως συμπαρασύρεται σε αποτυχία η αξίωση τόκου 5,5% ετησίως και/ή για νόμιμο τόκο επί τυχόν επιδικαζόμενου ποσού, ως διεκδικείται υπό το σημείο (ΙΒ) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, αφού η μη επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως αποζημιώσεις καθιστά τη διεκδίκηση του άνευ αντικειμένου. Ένα ζήτημα που έχει προβληματίσει το δικαστήριο είναι κατά πόσο ενδείκνυται επιστροφή του ποσού που οι Εναγόμενοι έχουν πληρώσει μέχρι σήμερα στους Ενάγοντες αναφορικά με το επίδικο ακίνητο κατόπιν του τερματισμού της ισχύς της σύμβασης και της υποχρέωσης των Εναγομένων να παραδώσουν την κατοχή του εν λόγω ακινήτου στους Ενάγοντες. Το άρθρο 64 του Κεφ. 149 πραγματεύεται τις συνέπειες που προκύπτουν από έγκυρη σύμβαση, η οποία όμως υπόκειται σε ακύρωση από το αθώο συμβαλλόμενο μέρος. Καλύπτει τις ακυρώσιμες συμβάσεις, στις οποίες εμπίπτει και η δική μας περίπτωση κατ' επίκληση του άρθρου 55
(1)του Κεφ. 149. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο η σύμβαση δεν ισχύει πλέον και τα μέρη δεν έχουν υποχρέωση να προχωρήσουν με την εκπλήρωση των υποσχέσεων τους. Περαιτέρω το άρθρο 64 προνοεί ότι το αθώο μέρος που τερματίζει τη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από τα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό στο μέτρο του εφικτού στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Αυτό ισχύει στην περίπτωση που το αθώο μέρος είτε δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια είτε αποκαθίσταται στην κατάσταση στην οποίαν βρισκόταν πριν από τη συνομολόγηση της σύμβασης. Στην υπόθεση Airtec Airconditioning Ltd v. Παπακόκκινου Πολιτική Έφεση Αρ. 16/2010 ημερ. 07.07.15 η επιστροφή του τιμήματος αγοράς ήταν ένας από τους λόγους έφεσης που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο εξετάζοντας το ζήτημα αυτό ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Για να διατασσόταν η επιστροφή ολόκληρου του τιμήματος αγοράς, θα έπρεπε να υπήρχε ισχυρισμός για ολική αποτυχία της αντιπαροχής ή να καταγγελθεί η σύμβαση και να προσφερθεί η επιστροφή της συσκευής, κάτι που δεν έγινε.» Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες είναι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος που έχει προβεί σε τερματισμό της ισχύς της σύμβασης και διεκδικεί την κατοχή του επιδίκου ακινήτου, εξακολουθώντας να είναι ένας από τους ιδιοκτήτες του κτιριακού συγκροτήματος στο οποίο στεγάζεται το εν λόγω ακίνητο. Από την παράβαση της σύμβασης από τους Εναγομένους, οι Ενάγοντες δεν υπέστηκαν ζημιές και ούτε θα υποστούν αφού τίποτε σε σχέση μ' αυτά έχει θεμελιωθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Την ίδια στιγμή οι Εναγόμενοι έχουν ήδη πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €77,535 για ένα ακίνητο, η κυριότητα του οποίου δεν τους ανήκει και ούτε φαίνεται ότι θα την αποκτήσουν, όπου οι Ενάγοντες ουδεμία ζημιά ή απώλεια υπέστηκαν ή θα υποστούν. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να επιστρέψουν το μέρος του τιμήματος πώλησης που εισέπραξαν, χωρίς τελικά να φαίνεται ότι θα δώσουν αντάλλαγμα στους Εναγομένους, επιδιώκοντας να κρατήσουν την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου και δίχως να έχουν υποστεί ζημιές ή απώλειες. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν και εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα το επίδικο ακίνητο, ήτοι σχεδόν 11 χρόνια. Ωστόσο και οι Εναγόμενοι που επαναλαμβάνω ουδεμία ζημιά ή απώλεια έχουν υποστεί από αυτή τη χρήση και εκμετάλλευση, εκμεταλλεύτηκαν και επένδυσαν τα χρήματα που εισέπραξαν από τους Εναγομένους στην περίπου ίδια χρονική περίοδο, χωρίς να κληθούν να καταβάλουν τόκο. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να την προωθήσουν. Περιορίστηκαν σε ορισμένες επιλεκτικές υποβολές κατά την αντεξέταση του μοναδικού μάρτυρα των Εναγόντων, οι οποίες όμως δεν υποστηρίζονται από μαρτυρικό υλικό. Στην ποινική υπόθεση Hossain v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015 ημερ. 17.12.15 που ανάφερε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων λέχθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία απηχούν και σε αγωγή, όπως είναι η παρούσα περίπτωση: «Ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι οι υποβολές στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση ήταν αρκετές για να δημιουργήσουν αμφιβολία ως προς το κατά πόσο τα ποτά ήταν οινοπνευματώδη, δεν ευσταθεί. Η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.» Η μη προώθηση της ανταπαίτησης των Εναγομένων στη βάση μαρτυρίας, την αφήνει έκθετη σε απόρριψη αφού στερείται θεμελίωσης στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, σε σχέση με την απαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με δηλώσεις και διατάγματα ως τα σημεία (Α), (Γ), (Δ), (Ε) και (Στ) της παραγράφου 20 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, με τη διαφορά ότι στο σημείο (Στ) ο χρόνος παράδοσης της ελεύθερης κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τους Εναγομένους ανέρχεται σε 30 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτούς του εν λόγω διατάγματος. Ταυτόχρονα με την παραλαβή της ελεύθερης κατοχής του επιδίκου ακινήτου, οι Ενάγοντες θα επιστρέψουν στους Εναγομένους το ποσό των €77,535 που οι τελευταίοι τους έχουν πληρώσει ως έναντι του τιμήματος πώλησης. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, αυτή απορρίπτεται ως αβάσιμη λόγω μη προώθησης της. Σε σχέση με τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ήτοι απαίτησης και ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο