← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MORGUNOV VIATCHESLAV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2157/2015, 28/6/2022

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MORGUNOV VIATCHESLAV κ.α., Αρ. Αγωγής: 2157/2015, 28/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2157/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. MORGUNOV VIATCHESLAV
  2. MORGUNOVA IRINA
  3. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.12.21 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 28.06.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Κ. Χοίρας για κ.κ. Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Α. Τυχώνοβ για κ.κ. ANDREY ST. TIKHONOV & CO LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 28.12.21 οι Ενάγοντες αιτούνται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την διαγραφή του περιεχομένου των παραγράφων 17, 19, 25(Α), 25(Β), 25(Β)(α) και 25(Β)(ε) και της αντικατάστασης του με άλλο σ' αυτές. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω πιο κάτω το αιτούμενο για προσθήκη νέο περιεχόμενο σε κάθε μία από τις επηρεαζόμενες παραγράφους που θα αντικαταστήσει το υφιστάμενο: Παράγραφος 17: «Προς πρόσθετη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεών τους προς τους Ενάγοντες οποιαδήποτε φύσης, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε κατέστησαν ή που πιθανόν θα καθίσταντο απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, είτε είναι άμεσες ή έμμεσες, οι Εναγόμενοι 1 και 2, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων ημερομηνίας 4/7/2007, εκχώρησαν πλήρως και ανέκκλητα προς όφελος των Εναγόντων άπαντα τα δικαιώματά τους επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/6/2007 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2, ως αγοραστών και της Εναγομένης 3, ως πωλήτριας σε σχέση με την αγορά από τους Εναγόμενους 1 και 2, μίας κατοικίας τριών υπνοδωματίων στο συγκρότημα "[ ]", επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο αρ. [ ], Φ/Σχ 45/9, στην Πέγια της Επαρχίας Πάφου, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 20/7/2007 με αριθμό ΠΩΕ 3380/07.» Παράγραφος 19: «Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων μεταξύ των Εναγόντων, των Εναγομένων 1 και 2 και της Εναγόμενης 3, σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποτύγχαναν να εκπληρώσουν οποιαδήποτε υποχρέωσή τους δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να προχωρήσουν με οποιαδήποτε πράξη, για να θεραπεύσουν την παράλειψη και οποιαδήποτε έξοδα πλέον τόκους. Σε περίπτωση που, υπό τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, η Εναγόμενη 3 όφειλε να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και/ή αμέσως μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου, αν οι εξασφαλισμένες υποχρεώσεις καθίσταντο πληρωτέες και απαιτητές, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν από την Εναγόμενη 3 την εγγραφή του ακινήτου στα όνομά τους και/ή την υποθήκευση του ακινήτου από την Εναγομένη 3 στο όνομά της και/ή να προχωρήσουν στην πώληση των δικαιωμάτων τους δυνάμει της ρηθείσας συμφωνίας εκχώρησης σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Για αυτό τον σκοπό, οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξουσιοδότησαν την Εναγόμενη 3 να υποθηκεύσει το ακίνητο προς όφελος των Εναγόντων.» Παράγραφος 25(Α)(α): «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 3 όπως οποιονδήποτε ποσό τυχόν θα οφείλει στους Εναγόμενους 1 και 2, ως αποτέλεσμα της τυχόν ακύρωσης του πωλητηρίου εγγράφου που επιτεύχθηκε είτε με συμφωνία είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και/ή ως αποτέλεσμα της τυχόν αδυναμίας εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου, να το καταβάλει δια της απευθείας κατάθεσής του έναντι των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1 και εξασφαλίζονταν με την συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 4/7/2007.» Παράγραφος 25(Β): «Εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως.» Παράγραφος 25(Β)(α): «Αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2, που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 13/6/2007, μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 ως αγοραστών και της Εναγομένης 3, ως πωλητή, με βάση το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από την Εναγομένη 3 το πιο κάτω ακίνητο: Μία κατοικία (villa) στο συγκρότημα "[ ]", επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχια αρ. [ ], Φ/Σχ 45/9, στην Πέγια της Επαρχίας Πάφου, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 20/7/2007 με αριθμό ΠΩΕ 3380/07.» Παράγραφος 25(Β)(ε): «Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται στους Ενάγοντες και/ή να αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Εναγόντων να λάβουν ή/και να αιτηθούν να λάβουν κενή και ελεύθερη κατοχή του πιο κάτω ακινήτου, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία που θα ζητηθεί από τους Ενάγοντες: Μία κατοικία (villa) στο συγκρότημα "[ ]", επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο αρ. [ ], Φ/Σχ 45/9, στην Πέγια της Επαρχίας Πάφου, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 20/7/2007 με αριθμό ΠΩΕ 3380/07.» Είναι η πρώτη φορά που οι Ενάγοντες επιχειρούν τροποποίηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης. Να σημειωθεί ακόμη ότι η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.2 Θ. 4(β), Δ.9 Θ.12, Δ.12, Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Έλλης Παναγιώτου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο επίδοσης του δικηγορικού οίκου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Στην οποίαν ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγόντων στο σύνολο της. Αυτό που ουσιαστικά καταγράφεται στην ένορκη δήλωση είναι ότι μετά από μελέτη των δικογράφων στα πλαίσια προετοιμασίας για την ακρόαση που ήταν ορισμένη την 01.11.21, προέκυψε η ανάγκη των αιτούμενων τροποποιήσεων. Όπως είπε, σε σχέση με τις παραγράφους 17 και 19 διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν είχε δικογραφηθεί η συμφωνία εκχώρησης ημερ. 04.07.07 και η σημασία αυτού του εγγράφου. Συνεπεία αυτής της παράλειψης, όπως είπε, δεν συμπεριλήφθηκαν στις αξιώσεις αναγνωριστικά διατάγματα που σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία εκχώρησης. Σε ότι αφορά την παράγραφο 25(Β)(ε), διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής στο αναγνωριστικό διάταγμα που αξιώνεται και σχετίζεται με την κενή και ελεύθερη κατοχή ακινήτου, δεν έχει καθοριστεί χρόνος συμμόρφωσης. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω είναι καλόπιστα σφάλματα που οφείλονται σε απροσεξία των δικηγόρων που συνέτασσαν την έκθεση απαίτησης. Παράλληλα είναι η θέση της ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την απρόσκοπτη προώθηση της ακροαματικής διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενώ δεν προκαλούν οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγομένους, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αντέδρασαν στις 25.02.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων, οι οποίοι καταγράφονται αυτούσια: «

(1)H παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
(2)H καταχώριση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας.
(3)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά προσθήκης προκλητικών και/ή ερεθιστικών κα/ή περιττών ισχυρισμών, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν τον χαρακτήρα και το κύρος των Καθ' ων η Αίτηση.
(4)Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης.
(5)Τυχόν έγκριση της παρούσας τροποποίησης θα οδηγήσει σε καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, ειδικότερα από την στιγμή που η αγωγή έχει καταχωρηθεί την 27/11/2015 και υπάρχουν πολυάριθμες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου έκτοτε.
(6)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως του Ενάγοντα-Αιτητή, πράγμα που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
(7)Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης, η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στη διόρθωση και την ορθή δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης.
(8)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
(9)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν μαρτυρία και δεν θα επιτραπούν.
(10)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση αγωγής και σε περίπτωση που εγκριθούν θα προκαλέσουν μεγάλη πολυπλοκότητα.» Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Δ.19 Θ.13-15 & Θ.26, Δ.20, Δ.25 Θ.1-6, Δ.21 Θ.15, Δ.26, Δ.64 & Δ.48 Θ.1-13 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Σταύρου Ηρακλέους, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί νομικά τους Εναγομένους 1 και 2 στην αγωγή αυτή. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων 1 και 2 στην ολοκληρωμένη της μορφή. Μέσα από την ένορκη δήλωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θεωρούνται αναγκαίες για σκοπούς δίκαιης αποπεράτωσης της παρούσας υπόθεσης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του ότι δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε που να δικαιολογεί την έγκριση τους. Αντίθετα θεωρούν ότι είναι αντινομικές και αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης και ότι μ' αυτές επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία αλλοιώνει και διαφοροποιεί το νόημα και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα επειδή δεν αποσκοπεί στη διόρθωση τυπικών ή τυπογραφικών λαθών αλλά διόρθωση ελλιπούς προεργασίας και έρευνας από μέρους των Εναγόντων, διορθώσεις τις οποίες θυμήθηκαν να πράξουν μετά από 7 χρόνια. Ακόμη ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και ότι μέσω αυτής οι Ενάγοντας καταβάλλουν προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τους Εναγομένους 1 και 2, τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα δημιουργήσει σύγχυση και θα καταστήσει την αγωγή περίπλοκη για εκδίκαση. Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 3, δεν καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους της. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 25.01.22 η πλευρά της Εναγομένης 3 δήλωσε την αποδοχή της στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ζητώντας τα έξοδα να επιδικαστούν προς όφελος της. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Ένας από τους λόγους ένστασης, ο οποίος εξηγείται νομικά μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2, προφανώς επειδή είναι νομικό ζήτημα, χωρίς ωστόσο να σχολιάζεται από την πλευρά των Εναγόντων, εγείρει θέμα νομιμότητας και κατ' επέκταση εγκυρότητας της υπό κρίση αίτησης. Πρόκειται για τον πρώτο λόγο ένστασης που λόγω της φύσεως του θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Με το λόγο αυτό ένστασης οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραπονιούνται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα νομικά επιχειρήματα του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με το θέμα αυτό κατευθύνονται προς δύο πτυχές. Η πρώτη πτυχή αφορά το παράπονο ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση γίνεται από δικηγόρο, η οποία εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και όχι από υπάλληλο των Εναγόντων και/ή από οποιονδήποτε κατάλληλα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο (βλέπε σελίδες 2 & 6 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2). Πράγματι το πρόσωπο που προβαίνει σε ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν είναι υπάλληλος των Εναγόντων. Δεν είναι όμως δικηγόρος, όπως λανθασμένα επικαλέστηκε ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2, αλλά, όπως ήδη λέχθηκε προηγουμένως, δικηγορική υπάλληλος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο επίδοσης του δικηγορικού οίκου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Μελετώντας την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η ομνύουσα εδώ αντιπροσωπεύει δικηγορικό γραφείο που δεν σχετίζεται με το νομικό χειρισμό της υπόθεσης των Εναγόντων. Τόσο ως άτομο όσο και ως μέλος δικηγορικού γραφείου ουδεμία σχέση έχουν με τη νομική εκπροσώπηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Επομένως το κομμάτι αυτό της θέσης των Εναγομένων 1 και 2 δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, ακόμη και αν για σκοπούς συζήτησης θεωρηθεί ότι η ομνύουσα εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί νομικά τους Ενάγοντες στην αγωγή αυτή, η νομολογία υποδεικνύει ότι όταν η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος δεν την καθιστά εκ προοιμίου αναρμόδιο άτομο για να προβαίνει σε ένορκη δήλωση. Μπορεί να είναι ανεπιθύμητη πρακτική ένας δικηγόρος να προβαίνει σε ένορκη δήλωση αλλά δεν απαγορεύεται όταν ο δικηγόρος δεν χειρίζεται την υπόθεση ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται το περιεχόμενο της (Ζωγράφος κ.α. v. Drosoneri Farm Limited Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012 ημερ. 21.05.15, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82). Ο περιορισμός αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης (Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013). Ωστόσο κανένα από τα πιο πάνω ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Από την πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης της η ομνύουσα ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση των Εναγόντων. Παράλληλα δηλώνει ότι η ίδια είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Το ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση είναι γεγονός που δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Συνεπώς κάτω και από αυτή την σκοπιά δεν έχει έρεισμα το μέρος αυτό της θέσης των Εναγομένων 1 και 2 και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η δεύτερη πτυχή του θέματος αφορά τον ισχυρισμό ότι ουδεμία αναφορά γίνεται από την ομνύουσα ως προς την πηγή των πληροφοριών της με αποτέλεσμα να θεωρείται ακατάλληλο άτομο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με το συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, η ομνύουσα έπρεπε να είχε δηλώσει ότι γνωρίζει τους ισχυρισμούς που πρέπει να εισαχθούν και να έχει δηλώσει την πηγή των πληροφοριών της (βλέπε σελίδα 6 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2). Δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται οι Εναγόμενοι 1 και
  1. Όλα τα ερωτήματα που εγείρονται τυγχάνουν απάντησης μέσα από την επίμαχη ένορκη δήλωση. Παραπέμπω πάλι στην πρώτη παράγραφο αυτής στην οποίαν η ομνύουσα δηλώνει ευθαρσώς και με σαφήνεια ότι η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και εργάζεται στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί νομικά τους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Μάλιστα ξεκαθαρίζει ότι για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή γνώσης της. Μάλιστα σε ότι αφορά θέματα που άπτονται της νομικής πτυχής της υπόθεσης, σημειώνει ότι έλαβε απευθείας συμβουλή και γνώμη της δικηγόρου των Εναγόντων. Τα πιο πάνω παρατηρούνται από το λεκτικό διατύπωσης που χρησιμοποιείται στο υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της. Συνεπώς ούτε αυτή πτυχή έχει έρεισμα για να μπορεί να γίνει δεκτή. Στη βάση αυτών που έχουν λεχθεί πιο πάνω, ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα του. Ένεκα της πιο πάνω απορριπτικής κατάληξης, προχωρώ στην ουσία της υπό κρίση αίτησης που είναι η εξέταση των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Δ.25 Θ.1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.
  2. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρίστηκαν από 01.01.15, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι 31.12.
  3. Εφόσον η παρούσα υπόθεση που είναι κλίμακας €100.000-€500.000, δηλαδή πέραν των €10.000, καταχωρίστηκε στις 27.11.15 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συγκεφαλαιώνονται πιο κάτω, όπως επίσης αναφέρονται στη γραπτή του αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608).
  1. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α. (πιο πάνω), Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11).
  2. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφ' εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (πιο πάνω) όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (πιο πάνω)). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
  1. Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, (πιο πάνω). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (πιο πάνω) η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
  2. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης (πιο πάνω)). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να σκιαγραφήσω το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων που υπάρχουν στο δικαστηριακό φάκελο της αγωγής προκειμένου να εξεταστεί η όποια τυχόν ύπαρξη αναγκαιότητας, χρησιμότητας και σχετικότητας των αιτουμένων τροποποιήσεων με τα δικόγραφα και ιδιαίτερα με την έκθεση απαίτησης των Εναγόντων για την οποίαν επιδιώκεται τροποποίηση της. Ενδείκνυται σύγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ώστε να διαφανεί ο βαθμός διαμόρφωσης του εν λόγω δικογράφου. Στην έκθεση απαίτησης σημειώνεται ότι οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στον Εναγόμενο 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης, μετά από αίτημα του τελευταίου που εγκρίθηκε. Το δάνειο θα χρησιμοποιείτο για την αγορά οικίας από την Εναγόμενη 3 σε συγκρότημα κατοικιών στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου. Ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, η Εναγόμενη 2 υπέγραψε σχετικό έγγραφο εγγύησης. Ομοίως έπραξε και η Εναγόμενη 3 δυνάμει ξεχωριστής σύμβασης. Ως πρόσθετη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε τα δικαιώματα του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο στους Ενάγοντες στη βάση σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων. Όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, στην παραχώρηση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο, συμφώνησε και η Εναγόμενη 3 δια υπογραφής της. Σύμφωνα ακόμη με τους Ενάγοντες, παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις στην πληρωμή δόσεων δανείου με αποτέλεσμα να τερματίσουν το λογαριασμό δανείου και να απαιτήσουν την εξόφληση όλου του ποσού από τους Εναγομένους 1, 2 και
  3. Επειδή, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, ουδείς από τους Εναγομένους συμμορφώθηκε, καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή όπου οι Ενάγοντες διεκδικούν: (α) εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό €180.735,36 πλέον τόκους, (β) εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα διάφορα διατάγματα που αφορούν κυριότητα, κατοχή και πώληση της επίδικης οικίας, (γ) εναντίον της Εναγομένης 3 διάταγμα για ποσό που τυχόν οφείλει στον Εναγόμενο 1, να καταβάλλεται απευθείας στους Ενάγοντες. Σε σχέση με τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνιούνται όλες τις θέσεις των Εναγόντων και απορρίπτουν όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες χρεώσεις και αδικαιολόγητο ανατοκισμό με βάση συμφωνία που θεωρούν ότι περιέχει ασαφείς και καταχρηστικούς όρους. Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 3, παραδέχεται την εμπλοκή της στη σύμβαση εγγύησης καθώς επίσης στη σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων από το επίδικο ακίνητο που πώλησαν αλλά υπό το νόημα, σημασία και ισχύ των όρων τους που οι ίδιοι αποδίδουν. Απορρίπτοντας τις υπόλοιπες θέσεις και ισχυρισμούς των Εναγόντων, η Εναγόμενη 3 επικαλείται πλάνη, απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις από μέρους των Εναγόντων για την εξασφάλιση της σύμβασης εγγύησης, λεπτομέρειες των οποίων εκθέτει στο δικόγραφο της. Περαιτέρω ισχυρίζεται αντισυμβατικές χρεώσεις, παράνομο ανατοκισμό τόκων και ότι η ύπαρξη του όρου υπερημερίας στο έγγραφο εγγύησης συνιστά ποινική ρήτρα με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην μπορούν να το διεκδικήσουν. Ακολούθως έχω αναγνώσει με προσοχή τις αιτούμενες τροποποιήσεις έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και γενικότερα το σύνολο της καταχωρημένης δικογραφίας. Αυτό που αβίαστα παρατηρώ είναι ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κινούνται ουσιαστικά προς την ίδια κατεύθυνση. Μία από τις αιτούμενες τροποποιήσεις αφορά την παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης. Μέσα από το υφιστάμενο περιεχόμενο της δικογραφείται ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 1, ως αγοραστής συγκεκριμένης κατοικίας δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου με την Εναγόμενη 3 ως πωλήτριας του εν λόγω ακινήτου, εκχώρησε στη βάση σχετικής συμφωνίας όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης προς όφελος των Εναγόντων. Με την σκοπούμενη τροποποίηση της εν λόγω παραγράφου οι Ενάγοντες επιθυμούν να δικογραφήσουν ισχυρισμό ότι αγοραστής της κατοικίας δεν ήταν μόνο ο Εναγόμενος 1 αλλά και η Εναγόμενη 2 και ότι και οι δύο εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που πηγάζουν από τη συμφωνία αγοράς ακινήτου με την Εναγόμενη 3, προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Συγκρίνοντας το υφιστάμενο περιεχόμενο της παραγράφου 17 με το σκοπούμενο προς προσθήκη, παρατηρώ ότι ήδη δικογραφείται τόσο η σύμβαση πώλησης ακινήτου με την Εναγόμενη 3 όσο και η σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 από αυτή προς όφελος των Εναγόντων. Επομένως δεν επιχειρείται να δικογραφηθεί οποιοδήποτε νέο ανεξάρτητο ή διαφορετικό γεγονός από το ήδη συνταγμένο περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου. Απλά αυτό που επιχειρείται είναι η σύνδεση και της Εναγομένης 2 με τη σύμβαση αγοράς του ακινήτου καθώς και με τη σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων από αυτή. Ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο περιεχόμενο αλλά με την προσθήκη και της Εναγομένης 2 ως εμπλεκόμενου προσώπου στην πιο πάνω εξιστόρηση των γεγονότων. Η συγκεκριμένη αιτούμενη τροποποίηση συνιστά ολοκληρωμένη δικογράφηση ισχυρισμών των Εναγόντων ώστε να συνάδει με το μαρτυρικό υλικό που σκοπεύουν να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Σε αντίθεση με τη θέση των Εναγομένων 1 και 2 δεν πρόκειται για νέα βάση αγωγής, αλλά για κατ' ισχυρισμό γεγονότα που βασικά αποτελούν προέκταση του ήδη υφιστάμενου περιεχόμενου, η δικογράφηση των οποίων απλά θα συμπληρώσει το πλαίσιο εκδοχής των Εναγόντων στο ζήτημα αυτό. Η θέση των Εναγομένων 1 και 2 για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής είναι γενική και αόριστη αφού δεν προσδιορίζει ποια είναι αυτή νέα βάση αγωγής που θα προστεθεί. Τόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 δεν καθορίζουν ποια είναι αυτή νέα βάση αγωγής που θα εισαχθεί σε περίπτωση που εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Η παράλειψη αυτή την αφήνει μετέωρη και δίχως υποστηρικτικό υπόβαθρο. Άρρηκτα συνδεδεμένη με την παράγραφο 17 είναι η παράγραφος 19 της έκθεσης απαίτησης, το υφιστάμενο καθεστώς της οποίας δικογραφεί το περιεχόμενο της σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων, όπως το αντιλαμβάνεται η πλευρά των Εναγόντων. Όπως και με την παράγραφο 17 έτσι και εδώ αυτό που απλά επιχειρείται είναι η προσθήκη της Εναγομένης 2 ως εμπλεκόμενο μέρος στη σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων. Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως που επεξηγούν την προσέγγιση του Δικαστηρίου ισχύουν απόλυτα και για την παράγραφο
  4. Στενά σχετιζόμενη με τις δύο πιο πάνω παραγράφους είναι η παράγραφος 25(Α)(α) της έκθεσης απαίτησης που αφορά τα συμβαλλόμενα μέρη του επίμαχου πωλητηρίου εγγράφου. Ο σκοπός της τροποποίησης είναι ο ίδιος ως πιο πάνω, ήτοι να δικογραφηθεί ακόμα μία συμβατική σχέση της Εναγομένης 2 που αφορά το πωλητήριο έγγραφο, ως προέκταση της υπόλοιπης συμβατικής συμπεριφοράς της που ήδη δικογραφείται (σύμβαση εγγύησης - παράγραφοι 14 & 15 της έκθεσης απαίτησης). Το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι ακριβώς το ίδιο όπως και προηγουμένως. Παραπέμπω στις πιο πάνω επεξηγήσεις χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει σύγχυση και θα καταστήσει την αγωγή περίπλοκη. Πρόκειται για θέση που χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αοριστία αφού δεν εξηγείται το σκεπτικό της. Τόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 δεν παρέχουν καμία εξήγηση γι' αυτό, η οποία παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Σε κάθε περίπτωση αδυνατώ να την αντιληφθώ. Πως είναι δυνατό να συμβούν αυτά που οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται, τη στιγμή που απλά θα προστεθεί το όνομα της Εναγομένης 2 στο ήδη δικογραφημένο νομικό και πραγματικό πλαίσιο ισχυρισμών των Εναγόντων. Ένα άλλο σκοπούμενο προς τροποποίηση μέρος της έκθεσης απαίτησης είναι η παράγραφος 25(Β). Η φιλοσοφία των Εναγόντων ως προς το λόγο που επιθυμούν να προβούν σε τροποποίηση είναι ακριβώς η ίδια. Η εν λόγω παράγραφος δικογραφεί διάφορες θεραπείες που οι Ενάγοντες αξιώνουν σε σχέση με δικαιώματα επί του ακινήτου που έχει αγοραστεί από την Εναγόμενη 3 δυνάμει του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι ένεκα των πιο πάνω ισχυρισμών τους με τους οποίους θεωρούν ότι η Εναγόμενη 2 εμπλέκεται στην αγορά του ακινήτου, τα δικαιώματα του οποίου, σύμφωνα με τους ιδίους, αποτελούν μέρος εξασφάλισης του επίμαχου δανείου που παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1, οι ίδιοι δικαιούνται να διεκδικήσουν τις ήδη δικογραφημένες θεραπείες και από την Εναγόμενη
  5. Για σκοπούς ομοιόμορφης δικογράφησης ισχυρισμών σε ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ως προέκταση του υφιστάμενου δικογραφημένου πλαισίου, το σύνολο των οποίων θα παρουσιάζει την εκδοχή των Εναγόντων στη ολοκληρωμένη της διάσταση ώστε να συνάδει με το μαρτυρικό υλικό που οι Ενάγοντες επιθυμούν να προσκομίσουν στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ισχύουν αυτά που έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται στην αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 25(Β)(α) της έκθεσης απαίτησης. Ουσιαστικά πρόκειται για υποπαράγραφο της παραγράφου 25(Β). Επομένως αποτελεί μέρος της παραγράφου 25(Β) και περιέχει μία από τις αξιούμενες θεραπείες Σκοπός των Εναγόντων με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να επεκταθεί η υφιστάμενη μορφή δικογράφησης της αξιούμενης θεραπεία τους ώστε να καλύπτει και την Εναγόμενη 2 που ήδη είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης δεν συνιστά νέα βάση αγωγής και ούτε διαπιστώνω να είναι αντινομική και προϊόν δεύτερης σκέψης, ως αβάσιμα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και
  6. Έχοντας υπόψη μου τη φύση και το λεκτικό της τροποποίησης, αδυνατώ να κατανοήσω τη θέση αυτή των Εναγομένων 1 και
  7. Πρόκειται για μία θέση των Εναγομένων 1 και 2 που παρέμεινε στη σφαίρα του ισχυρισμού αφού στερείται θεμελίωσης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδεμία εξήγηση παρέχουν γιατί θεωρούν τη συγκεκριμένη αιτούμενη τροποποίηση αντινομική και γιατί πιστεύουν ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους δεν πραγματεύεται το θέμα αυτό και κανένα σχόλιο περιέχει επί του σημείου αυτού. Σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση στην παράγραφο 25(Β)(ε) της έκθεσης απαίτησης, οι Ενάγοντες δικαιολογούν την αναγκαιότητα της. Όπως εξήγησαν τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση (βλέπε παράγραφο 4 στη σελίδα 2) όσο και στη γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου τους (βλέπε σημείο 8 στη σελίδα 7), επιθυμούν να δικογραφήσουν καθορισμένο χρόνο συμμόρφωσης στο ήδη δικογραφημένο αξιούμενο διάταγμα. Δεν πρόκειται για προσθήκη νέας βάσης αγωγής, όπως λανθασμένα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2, αλλά για συμπλήρωση ενός ατελούς δικογραφημένου κειμένου ώστε να αποδίδεται η έννοια και σημασία της θεραπείας που επιδιώκεται στην ολοκληρωμένη της μορφή. Εν πάση περιπτώσει, η θέση των Εναγομένων παρέμεινε μετέωρη ως ατεκμηρίωτη που είναι. Τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και στη γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση που να υποστηρίζει τη θέση τους αυτή. Σε τελευταία ανάλυση η Εναγόμενη 2 είναι ήδη διάδικος στην παρούσα αγωγή. Αυτό που επιχειρείται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι προέκταση του δικογραφημένου πραγματικού και νομικού πεδίου των κατ' ισχυρισμό συμβατικών υποχρεώσεων της απέναντι στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες προωθούν ως κοινή βάση αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων την κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης. Δικογράφηση τέτοιας νομικής βάσης παρατηρείται στις παραγράφους 2, 4-11, 14, 16, 17, 18, 19, 21, 23 και 26 της έκθεσης απαίτησης. Όπως φαίνεται, η δικογράφηση αυτής της βάσης αγωγής κυριαρχεί στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Συνεπώς οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν οδηγούν σε εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, όπως λανθασμένα εισηγούνται οι Εναγόμενοι 1 και
  8. Ακόμη όμως να θεωρηθεί, για χάριν συζήτησης, ότι σημειώνεται προσθήκη νέας βάσης αγωγής κρίνω ότι η προκειμένη περίπτωση, υπό το φάσμα όλων των δεδομένων που την περιβάλλουν, δεν είναι από αυτές όπου η εισαγωγή των νέων ισχυρισμών και/ή προσθήκη νέας βάσης αγωγής προκαλεί καταλυτικές συνέπειες στους Εναγομένους 1 και
  9. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί τέτοιο ενδεχόμενο. Ούτε στην αγόρευση της η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 παρουσίασε πειστικό λόγο που να συνηγορεί σ' ένα τέτοιο επιχείρημα. Αντίθετα θα έλεγα ότι ο πυρήνας του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης δεν έχει μεταβληθεί παρά την πρόθεση για τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Η κεντρική ουσία του εν λόγω δικογράφου, όπως αυτή δικογραφείται στις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που έχω αναφέρει προηγουμένως, παραμένει αναλλοίωτη. Στην έκθεση απαίτησης εξακολουθούν να υπάρχουν οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων για συνομολόγηση σύμβασης δανείου, σύμβασης εγγύησης, συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων από το πωλητήριο έγγραφο, όπως στο ίδιο δικόγραφο συνεχίζουν να αξιώνονται θεραπείες που αφορούν κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό από χορηγούμενο δάνειο, παράβαση συμφωνιών και διατάγματα που σχετίζονται με την κυριότητα και κατοχή του επίδικου ακινήτου του πωλητηρίου εγγράφου. Με την εισαγωγή νέων ισχυρισμών δίδεται μια ολοκληρωμένη και ακριβέστερη εικόνα της εκδοχής των Εναγόντων, η ουσία της οποίας είναι ήδη δικογραφημένη. Αυτά είναι στοιχεία που καταδεικνύουν τη χρησιμότητα και αναγκαιότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων παρά την περί του αντιθέτου θέση των Εναγομένων 1 και 2 (τέταρτος λόγος ένστασης). Έχω ακόμη εξετάσει τη θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν προκλητικούς και/ή ερεθιστικούς και/ή περιττούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν το χαρακτήρα και το κύρος τους (τρίτος λόγος ένστασης). Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους 1 και 2, τίποτα από αυτά ευσταθεί. Έχω προηγουμένως αναφερθεί στη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων, στο περιεχόμενο και στον σκοπό τους. Σε αντίθεση με την εισήγηση των Εναγομένων 1 και 2 (ένατος λόγος ένστασης), οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μαρτυρικό υλικό αλλά ισχυρισμούς και επικαλούμενα γεγονότα που αφορούν την Εναγόμενη 2 και χρήζουν δικογράφησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αντινομικές όπως περαιτέρω ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 (έκτος λόγος ένστασης). Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί τέτοιο ενδεχόμενο. Ούτε στην αγόρευση της η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 παρουσίασε πειστικό λόγο που να συνηγορεί σ' ένα τέτοιο επιχείρημα. Απλά συμπληρώνεται το πραγματικό και νομικό πλαίσιο ώστε να μπορούν οι Ενάγοντες να διεκδικήσουν τις θεραπείες που αξιώνουν στη βάση του μαρτυρικού υλικού που σκοπεύουν να παρουσιάσουν κατά την εκδίκαση της αγωγής προς απόδειξη της εκδοχής τους. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω ότι η ακρόαση της υπόθεσης αυτής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης σημειώνεται πως η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης κατά τη μελέτη των δικογράφων ενωρίτερα της 01.11.21 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Έχοντας κατά νου αυτό το στοιχείο και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η μελέτη των δικογράφων είχε γίνει και σε προγενέστερο χρόνο που η υπόθεση ήταν πάλι ορισμένη για ακρόαση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επικαλούμενο έγγραφο εκχώρησης δικαιωμάτων, κατ' επίκληση του οποίου ζητούνται οι εν λόγω τροποποιήσεις φέρει ημερομηνία 04.07.07 και προφανώς βρισκόταν ήδη στην κατοχή της δικηγόρου από τις 04.01.17 όταν αποκαλύφθηκε ενόρκως, προκύπτει ότι τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που η Αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει ήταν εις γνώση της από προηγουμένως ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαν να της ήταν γνωστά σε προγενέστερο στάδιο. Παρατηρείται όντως ολιγωρία που ομολογουμένως δεν δικαιολογείται πλήρως με απόλυτη πειστικότητα, αν ληφθούν υπόψη τα πιο πάνω όπως χρονολογικά σημειώνονται, ενώ η πρόθεση των Εναγόντων για τις θέσεις που επιθυμούν να δικογραφήσουν εκδηλώθηκε με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης στις 28.12.21, αφού προηγουμένως και συγκεκριμένα την 01.11.21 είχε ζητηθεί αναβολή για να διευθετηθεί η υπόθεση και στις 05.11.21 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για δήλωση συμβιβασμού ζητήθηκε να οριστεί εκ νέου για ακρόαση. Η αγωγή τότε ορίστηκε για ακρόαση στις 25.02.
  10. Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 28.11.21 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Ωστόσο θα πρέπει να λεχθεί ότι η καθυστέρηση δεν εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης. Η ύπαρξη αδικαιολόγητης αργοπορίας δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αίτησης τροποποίησης εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων και νοουμένου ότι οι Ενάγοντες δεν ενεργούν κακόπιστα. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν έχουν θέσει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να θεμελιώνει, ως όφειλαν, τον ισχυρισμό τους περί κακοπιστίας (έβδομος λόγος ένστασης). Ούτε όμως έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της εκδοχής ότι η υπό κρίση αίτηση διαπνέεται από στοιχείο κακοπιστίας. Ο ισχυρισμός τους ότι οι Ενάγοντες προσπαθούν να διορθώσουν και/ή περισώσουν έρευνες τους δεν καθιστούν αυτόματα την προώθηση της παρούσα αίτηση κακόπιστη. Ούτε η ολιγωρία από μόνη της σημαίνει κατ' ανάγκη κακοπιστία. Την ίδια στιγμή τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης προσφέρει τη δυνατότητα στους Ενάγοντες να παρουσιάσουν μέσα από την ίδια ακροαματική διαδικασία, που όπως λέχθηκε δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, την εκδοχή τους συμπληρωμένη και στην ολοκληρωμένη της μορφή στη βάση διασαφηνισμένων και αποκρυσταλλωμένων θέσεων και ισχυρισμών, συνοδευόμενα από λεπτομέρειες, προσπάθεια η οποία δεν διαπνέεται από κακοπιστία. Μ' αυτόν τον τρόπο προσδιορίζεται το σύνολο των επιδίκων θεμάτων, τα οποία θα δικαστούν μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία στην πραγματική και νομική διάσταση τους, χωρίς αυτή η διαδικασία να εκτροχιάζεται σε βαθμό τέτοιο που να παραβιάζονται οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων δεν θα οδηγήσει σε ουσιαστική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη ότι σε τέτοια περίπτωση η καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων δύναται να πραγματοποιηθεί κατά τις καλοκαιρινές διακοπές και η υπόθεση να οριστεί απευθείας για ακρόαση με την έναρξη του νέου δικαστικού έτους (πέμπτος και όγδοος λόγος ένστασης). Σε καμία περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις προκαλούν πολυπλοκότητα ή δυσκολία στην εκδίκαση της αγωγής, ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 (δέκατος λόγος ένστασης). Αντίθετα, όπως ήδη λέχθηκε, μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα στη βάση του μαρτυρικού υλικού που ήδη βρίσκεται στην κατοχή των διαδίκων και θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Επιπλέον δεν βλέπω πως η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας, ως είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 (δεύτερος λόγος ένστασης). Πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που στερείται θεμελίωσης. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Οι Ενάγοντες προωθούν την υπό κρίση αίτηση ασκώντας το δικαίωμα που τους παρέχουν οι διαδικαστικοί θεσμοί πολιτικής δικονομίας και έχει αναγνωριστεί μέσα από τη νομολογία. Παράλληλα η όποια ζημιά προκαλείται στους Εναγομένους 1 και 2 θεραπεύεται με την έκδοση σχετικής διαταγής για επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Κατόπιν συνεκτίμησης όλων των παραγόντων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι το συμφέρον της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας μου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν εξεταστεί και κρίνονται ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της και η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης για όλα τα σημεία της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και η Υπεράσπιση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεση Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση στην τροποποιηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεση Υπεράσπισης. Το πιο πάνω χρονοδιάγραμμα αφορά όλους τους διαδίκους. Πιστό αντίγραφο όλων των τροποποιημένων δικογράφων να επιδοθούν σε όλους τους διαδίκους. Ένεκα του στοιχείου του επείγοντος που υπάρχει, το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός 5 εργασίμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 & 3 και εναντίον των Εναγόντων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 04.11.22 και ώρα 10:00 π.μ. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.