← Κύπρος

Παναγιώτης Γιουκκάς ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Παραπομπής: 59/2013, 6/6/2022

Παναγιώτης Γιουκκάς ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Παραπομπής: 59/2013, 6/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 59/2013 Μεταξύ: Παναγιώτης Γιουκκάς, από την Πάφο Απαιτητής και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσας Αρχής Αίτηση για απόσυρση δήλωσης που υπεβλήθηκε ως παραδεκτό γεγονός Ημερομηνία: 06.06.22 Εμφανίσεις: Για Αποζημιούσα Αρχή-Αιτήτρια: κος Στ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα Για Απαιτητή-Καθ' ου η αίτηση: κος Γ. Φ. Πίτρος μαζί με κα Μ. Σαββίδου για Δημητράκης Σαββίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά περίπτωση παραπομπής στην οποίαν η Κυπριακή Δημοκρατία απαλλοτρίωσε μέρος του ακινήτου με αρ. εγγραφής 02/[ ], τεμάχιο [ ], τμήμα 2, φύλλο/σχέδιο 51/20Ε2, έκτασης 5.042 τ.μ., χωράφι, τοποθεσία Λιζάτα, ενορία Κολώνη στο Δήμο Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, του οποίου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Απαιτητής. Μέσα από τα δικόγραφα που έχουν καταχωριστεί καθορίζονται ως επίδικα θέματα τα οποία χρήζουν εξέτασης, το ενδεχόμενο επιδίκασης αποζημίωσης και το ύψος αυτής σε τέτοια περίπτωση, για την: (α) αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης, (β) επιζήμια επίδραση στην έκταση του υπολοίπου ακινήτου, (γ) αξία περίφραξης που καταστράφηκε λόγω της απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Την ημέρα της ακρόασης (06.05.22) αλλά αμέσως πριν από την έναρξη της, οι διάδικοι μέσω των δικηγόρων τους συμφώνησαν στα επίδικα θέματα υπό τα σημεία (α) και (β) πιο πάνω. Η συμφωνία τους δηλώθηκε στο Δικαστήριο μέσω σχετικής δήλωσης τους, η οποία παραπέμπει σε παραδοχή των γεγονότων που αποτελούν την εν λόγω συμφωνία. Η δήλωση που έγινε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός, έχει ως εξής: «Η αποζημίωση στην αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης ανέρχεται στο ποσό των €52.000 και η αποζημίωση στην επιζήμια επίδραση στην έκταση του υπολοίπου ακινήτου ανέρχεται σε 10% σε έκταση 2.246 τετραγωνικών μέτρων, πλέον τόκο.» Δεδομένης της συμφωνίας, το επίδικο θέμα που παραμένει προς εκδίκαση είναι αυτό υπό το σημείο (γ) πιο πάνω, δηλαδή το ενδεχόμενο επιδίκασης αποζημίωσης και το ύψος αυτής σε τέτοια περίπτωση για την αξία περίφραξης που καταστράφηκε λόγω της απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε ενόρκως ήταν ο Απαιτητής, η μαρτυρία του οποίου περιορίστηκε στο πιο πάνω επίδικο θέμα που απέμεινε. Στις 13.05.22 και συγκεκριμένα πριν από την επόμενη (δεύτερη) δικάσιμο που ήταν ορισμένη στις 17.05.22, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση από την Αποζημιούσα Αρχή. Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι η πρόθεση της Αποζημιούσας Αρχής να ανακαλέσει την πιο πάνω δήλωση. Διαζευκτικά ζητείται η έκδοση διατάγματος που να τροποποιεί την επίμαχη δήλωση ως εξής: «Έχει συμφωνηθεί μεταξύ των εκτιμητών αμφοτέρων των πλευρών, το συνολικό ποσό των €52.000, με τόκο 9% από 4/2/2011 μέχρι 15/5/14 και 3% ετησίως από 16/5/2014 μέχρι εξόφλησης, συμπεριλαμβανομένου ποσοστού 10% επιζήμιας επίδρασης σε έκταση 2.246 τετρ. μέτρων. Πλέον €730,15 το εφάπαξ ποσό για την αξία των δέντρων όπως έχει υπολογιστεί από το Τμήμα Γεωργίας.» Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.30 Θ.2(ζ), Δ.21, Δ.24 & Δ.48 Θ.1-4 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 30 & 35 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αποζημιούσα Αρχή δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του κυρίου Παύλου Παναγιώτου, Κτηματολογικού Λειτουργού Β' στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, στην οποίαν επισυνάπτεται ένα έγγραφο προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Αιτήτριας στο σύνολο της. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο ίδιος ήταν αυτός που συμφώνησε προφορικά με τον εκτιμητή του Απαιτητή στο συνολικό ποσό των €52.000 πλέον νόμιμους τόκους από την ημερομηνία γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης 04.02.11 μέχρι εξόφλησης που καλύπτει την αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης και την επιζήμια επίδραση στην έκταση του υπολοίπου ακινήτου, πλέον εφάπαξ ποσό ύψους €730,15 για την αξία των δέντρων που έχουν καταστραφεί. Εις υποστήριξη της εν λόγω αναφοράς του παραπέμπει στην επισυνημμένη επιστολή του ημερ. 09.05.22 προς τον εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση αυτή, στην οποίαν του κοινοποιεί την πιο πάνω συμφωνία. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που στις 06.05.22 είχε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας με την εκτιμήτρια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Σοφία Φράγκου πριν από την έναρξη της ακρόασης, κατατέθηκε ως κοινά παραδεκτό γεγονός η επίμαχη δήλωση, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που ο ενόρκως δηλών είχε με τον εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα μετά το πέρας της δικασίμου στις 06.05.22, όπου τον ενημέρωσε για τη συμφωνία που είχε καταλήξει με τον εκτιμητή του Απαιτητή, διαπίστωσαν ότι η κοινά παραδεκτή δήλωση που είχε γίνει στο Δικαστήριο ήταν λανθασμένη αφού περιλαμβάνει ποσό €15.048 που ουδέποτε έχει συμφωνηθεί μεταξύ των εκτιμητών των διαδίκων. Ο ομνύοντας δηλώνει πως ουδέποτε συμφώνησε με τον εκτιμητή του Απαιτητή το περιεχόμενο της δήλωσης που υπεβλήθηκε στο Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός. Ο Απαιτητής στις 24.05.22 καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων, οι οποίοι καταγράφονται αυτούσια: «

  1. Η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, ασκείται καταχρηστικά και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικοί νόμοι.
  2. Η Αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και λανθασμένη.
  3. Η απόσυρση και/ή διαγραφή και/ή ανάκληση και/ή τροποποίηση της υπό εξέταση δήλωσης του Δικηγόρου της Αιτήτριας και/ή των παραστάσεων που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/2022, δεν επιτρέπεται και/ή δεν δικαιολογείται.
  4. Η Αιτήτρια και/ή ο Δικηγόρος της κωλύονται να εγείρουν ζήτημα απόσυρσης και/ή διαγραφής και/ή ανάκλησης και/ή τροποποίησης της υπό εξέταση δήλωσης και/ή των παραστάσεων που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/2022, καθότι ο Δικηγόρος της Αιτήτριας ενήργησε στα πλαίσια εξουσιοδότησης του από την Αιτήτρια και/ή προφανούς εξουσιοδότησης του από την Αιτήτρια και/ή σε πλήρη συνεννόηση με την Εκτιμήτρια της Αιτήτριας κα Σοφία Φράγκου, μετά από διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε μαζί της την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης, ήτοι την 06/05/
  5. Ο Απαιτητής εν όψει και της σύμφωνης γνώμης του με την υπό εξέταση δήλωση και/ή τις παραστάσεις που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/2022, περιόρισε την απαίτηση του στην εν λόγω υπόθεση και έδωσε μαρτυρία μόνο ως προς το θέμα της αποζημίωσης της φυσικής περίφραξης, η οποία μαρτυρία ολοκληρώθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση.
  6. Υπό τις περιστάσεις και/ή με βάση την εξέλιξη της υπόθεσης, η Αιτήτρια και/ή ο Δικηγόρος της κωλύονται (estopped) να ζητούν απόσυρση και/ή διαγραφή και/ή ανάκληση και/ή τροποποίηση της υπό εξέταση δήλωσης του Δικηγόρου της Αιτήτριας και/ή των παραστάσεων που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/
  7. Η Αιτήτρια και/ή ο Δικηγόρος της δεν μπορούν να βασίζουν το υπό εξέταση αίτημα τους στο γεγονός ότι, η εν λόγω δήλωση και/ή οι παραστάσεις που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/2022 ήταν λανθασμένες καθότι αυτές έγιναν κατόπιν συνεννόησης του Δικηγόρου της Αιτήτριας και της Εκτιμήτριας της Αιτήτριας, κας Σοφίας Φράγκου.
  8. Οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Μονομερή Αίτηση είναι αναληθείς.
  9. Η τυχόν έγκριση του αιτήματος για απόσυρση και/ή διαγραφή και/ή ανάκληση και/ή τροποποίηση της υπό εξέταση δήλωσης του Δικηγόρου της Αιτήτριας και/ή των παραστάσεων που καταγράφηκαν στα πρακτικά της υπόθεσης ημερομηνίας 06/05/2022, θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα και/ή δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και/ή θα επηρεάσει το δικαίωμα του για προώθηση της αξίωσης του.
  10. Εάν εγκριθεί το αίτημα της Αιτήτριας θα εκτροχιαστεί η προγραμματισμένη πορεία της υπόθεσης και η εκδίκαση της θα καθυστερήσει περαιτέρω και θα σπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος.» Νομική βάση της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης είναι η Δ.5, Δ.16, Δ.21, Δ.26, Δ.48 Θ.1-4, Θ.6 & Θ.7, Δ.51 & Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 29 του Ν.14/60, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Απαιτητή, στην οποίαν επισυνάπτεται ένα έγγραφο προς υποστήριξη της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή του Καθ' ου η αίτηση στην ολοκληρωμένη της μορφή. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, η όποια συμφωνία είχε γίνει μεταξύ των εκτιμητών των πλευρών τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισης του. Ο ίδιος δεν αποδέχτηκε την επικαλούμενη συμφωνία των εκτιμητών και τούτο ήταν γνωστό στην Αποζημιούσα Αρχή. Προς ενίσχυση της εν λόγω αναφοράς του, ο Καθ' ου η αίτηση παρέπεμψε στην επισυνημμένη επιστολή ημερ. 10.05.
  11. Είναι η θέση του Απαιτητή ότι αποδέχτηκε μία νέα πρόταση που του εισηγήθηκε η άλλη πλευρά, η οποία δεν είναι λανθασμένη επειδή διαμορφώθηκε μετά που ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εξήλθε τρεις φορές έξω και συνεννοήθηκε με την εκτιμήτρια του Κτηματολογίου κυρία Φράγκου. Όπως επίσης είπε, εξαιτίας της πρότασης που αποδέχτηκε έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο ως προς το θέμα της αποζημίωσης της φυσικής περίφραξης. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο ίδιος θα υποστεί ζημιά αφού ο επόμενος μάρτυρας στη δικαστική διαδικασία που θα είναι ο εκτιμητής του θα αναφερθεί μόνο στον υπολογισμό της αποζημίωσης για τη φυσική περίφραξη και όχι για τα υπόλοιπα ζητήματα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά. Κάτι τέτοιο δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού θα πληγούν τα συμφέροντα του ενώ ταυτόχρονα θα περιπλεχτεί η δικαστική διαδικασία και θα σπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Δεν θα προβώ σε πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων, αλλά θα περιοριστώ σε σύντομη σκιαγράφηση της ουσίας τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αποζημιούσας Αρχής υπέβαλε ότι δικαιολογείται η έγκριση της παρούσας αίτησης επειδή η επίμαχη δήλωση δεν συνιστά κακόπιστο λάθος από μέρους τους, δεν συνιστά καταφυγή στο ψεύδος, διότι η μαρτυρία του εκτιμητή του Απαιτητή ακόμη δεν έχει ξεκινήσει καθώς επίσης επειδή δεν θα πληγούν δικαιώματα του Απαιτητή αφού η Αποζημιούσα Αρχή δεν θα φέρει ένσταση σε περίπτωση που η πλευρά του Απαιτητή υποβάλει αίτημα επανακλήτευσης του. Αντίθετη ήταν η νομική προσέγγιση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Απαιτητή, ο οποίος είπε ότι έχει δημιουργηθεί εξ' υποσχέσεως κώλυμα αφού ο Απαιτητής βασιζόμενος στην επίμαχη δήλωση έδωσε περιορισμένη μαρτυρία, όπως θα πράξει και ο εκτιμητής του που θα είναι ο επόμενος μάρτυρας δίδοντας μαρτυρία μόνο στον υπολογισμό της αποζημίωσης για τη φυσική περίφραξη. Γι' αυτό και τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα του πελάτη του. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ο 1ος λόγος ένστασης είναι πολυσύνθετος και πολυεπίπεδος αφού περιλαμβάνει σωρεία αναφορών. Συγκεκριμένα ο Απαιτητής παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, ασκείται καταχρηστικά και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικοί νόμοι. Σε ότι αφορά τις αναφορές ότι είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και αδικαιολόγητη, θα πρέπει να λεχθεί ότι ουσιαστικά συνιστούν υποκειμενικά συμπεράσματα γενικής και αόριστης φύσεως και όχι λόγο ή επιχείρημα που χρήζει εξέτασης επί του κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πρόκειται για αναφορές χωρίς βαρύτητα, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, θα εξετάσει τις εκδοχές των μερών στη βάση όλων των ενώπιον του στοιχείων και δεδομένων μέσα από αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε, ακολούθως θα προβεί σε σχετικές διαπιστώσεις και τελικά θα καταλήξει σε αιτιολογημένο συμπέρασμα κατά πόσο η υπό κρίση αίτηση πάσχει είτε πραγματικά είτε νομικά ή αν από το περιεχόμενο της δικαιολογείται η έγκριση της. Σε σχέση με τις αναφορές ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, θα πρέπει να λεχθεί ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν περιέχει τέτοια γεγονότα και δεν αναφέρεται σε τέτοιες συνθήκες που να καταδεικνύουν τα πιο πάνω που ο Απαιτητής της αποδίδει. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος του Απαιτητή δεν ασχολήθηκε με τις εν λόγω αναφορές στη γραπτή αγόρευση του, εκτός απλά από να τον επαναδιατυπώσει ως λόγο ένστασης (σελίδα 2 γραπτή αγόρευση του). Σε ουδεμία νομική ανάλυση προέβηκε και καμία νομική εξήγηση έδωσε για τη θέση που ο ίδιος εγείρει. Κανένα νομικό επιχείρημα παρέθεσε και καμία προσπάθεια κατέβαλε για να υποστηρίξει νομικά τις εν λόγω τοποθετήσεις του. Εκλαμβάνω ότι οι εν λόγω αναφορές έχουν εγκαταλειφθεί, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση στερούνται θεμελίωσης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Απαιτητή ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικοί νόμοι, με κάθε σεβασμό δεν τους συμμερίζομαι. Η Αποζημιούσα Αρχή άσκησε το δικαίωμα που της παρέχουν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση. Παράλληλα δεν έχω εντοπίσει κανένα στοιχείο που να καθιστά την παρούσα αίτηση-έφεση κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Ούτε και ο Απαιτητής παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αναδεικνύει στοιχείο κατάχρησης και/ή κακοπιστίας, όπως όφειλε να πράξει ως η πλευρά που επικαλέστηκε το λόγο αυτό. Συνεπώς ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν αποδεικτοί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα του. Με τον 2ο λόγο ένστασης ο Απαιτητής επικαλείται ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και λανθασμένη. Θεωρώ ότι αυτά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καλύπτουν και το ζήτημα εδώ. Ειδικότερα αυτό που διατυπώνεται είναι ένα υποκειμενικό συμπέρασμα γενικής και αόριστης φύσεως και όχι λόγο ή επιχείρημα που χρήζει εξέτασης επειδή αφορά την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Σε κάθε περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν περιέχει τέτοια γεγονότα και δεν αναφέρεται σε τέτοιες συνθήκες που να καταδεικνύουν τα πιο πάνω που ο Απαιτητής της αποδίδει. Περαιτέρω κανένα νομικό επιχείρημα προβλήθηκε από τον συνήγορο του Απαιτητή στη γραπτή αγόρευση του που να εξηγεί γιατί θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση θεωρείται νομικά ανυπόστατη και εσφαλμένη. Εκλαμβάνω ότι οι εν λόγω αναφορές έχουν εγκαταλειφθεί, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση στερούνται θεμελίωσης. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον 8ο λόγο ένστασης ο Απαιτητής ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση είναι αναληθείς. Κατ' αρχή πρέπει να λεχθεί ότι η αναφορά πως η παρούσα αίτηση είναι μονομερής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αρκεί μία πρόχειρη ματιά στο σώμα της για να διαπιστώσει εύκολα κάποιος ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε και προωθήθηκε δια κλήσεως. Η δε θέση ότι οι αναφορές που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα δια κλήσεως αίτηση είναι αναληθείς, παρέμεινε μετέωρη και δίχως υποστηριχτικό υπόβαθρο. Η απουσία πειστικών στοιχείων που θα την στοιχειοθετούσαν, την παραπέμπει στη σφαίρα του ισχυρισμού. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Θα εξετάσω στη συνέχεια τους υπόλοιπους λόγους ένστασης μαζί, ήτοι τον 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο και 9ο λόγο ένστασης επειδή όλοι αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Η παραδοχή γεγονότων αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (Δ.21 Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας) και του περιορισμού τους προδικαστικά (Δ.24 Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας). Σχετική είναι η υπόθεση Cybarco Ltd και άλλος v. Rawnsello Trading Company Ltd

(1999)1 Α.Α.Δ. 726. Γενικά ισχύει η νομική αρχή ότι ο διάδικος δεσμεύεται έναντι των αντιδίκων του για δηλώσεις του στις οποίες προβαίνει ο διορισμένος δικηγόρος του για λογαριασμό του στη διαδικασία που τον εκπροσωπεί εφόσον η δήλωση αναφέρεται σε επίδικο θέμα της διαδικασίας (Καλαμαράς v. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 343). Τέτοιες παραδοχές που γίνονται από δικηγόρους στο Δικαστήριο δεσμεύουν τον πελάτη μέχρις ότου αποσυρθούν επειδή θεωρούνται ότι έγιναν με την εξουσιοδότηση του πελάτη (Χρίστου v. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874). Ωστόσο μία παραδοχή που γίνεται σε ενδιάμεσο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας δύναται να αποσυρθεί μεταγενέστερα νοουμένου ότι ο αντίδικος δεν έχει ήδη ενεργήσει με βάση την παραδοχή ώστε να μπορεί να προβληθεί ο κανόνας του κωλύματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές', Β' Έκδοση των Ηλιάδη & Σάντη, σελίδα 280). Εφόσον στο μεταξύ δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις λειτουργίας της αρχής του εξ' υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel) σε βάρος του αντιδίκου, η δήλωση παραδοχής δεν μπορεί να αποσυρθεί (H. Clark Ltd v. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934, Σοφοκλέους v. Λαϊκή Σπόρτιγκ Κλαπ
(1994)1 Α.Α.Δ. 69). Οι προϋποθέσεις που θεμελιώνουν την δημιουργία εξ' υποσχέσεως κωλύματος τέθηκαν στην αγγλική υπόθεση Langdale v. Danby [1982] 3 All E.R. 129, το σκεπτικό της οποίας έτυχε επιδοκιμασίας στην κυπριακή υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συμβαίνει όταν οι παραστάσεις: (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημιά που θα προκαλείτο στον αντίδικο εάν ο διάδικος που επιθυμεί απόσυρση της παράστασης του, καλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του. Αντίθετα, όπως αποφασίστηκε στην αγγλική υπόθεση H. Clark Ltd v. Wilkinson (πιο πάνω), εφόσον οι παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί διάδικος μέσω του δικηγόρου του δεν είχαν επιπτώσεις και άφησαν αμετάβλητη τη θέση του αντιδίκου, αυτές μπορεί να αποσυρθούν σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς συνέπειες. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι οι εκτιμητές των πλευρών (λειτουργοί του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την Αποζημιούσα Αρχή και ο ιδιώτης κύριος Στέφανος Φιντικλής για τον Απαιτητή) συζήτησαν την προοπτική εξώδικης διευθέτησης πριν από την ημερομηνία ακρόασης. Παράλληλα η θέση του Απαιτητή για προκαταρκτική συμφωνία που επήλθε μεταξύ των εκτιμητών των πλευρών για το συνολικό ποσό των €52.000 προς πλήρη διευθέτηση όλων των επιδίκων θεμάτων, άποψη η οποία υποστηρίζεται από σχετική επιστολή του εκτιμητή που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του, φαίνεται να ταυτίζεται με τη θέση του ενόρκως δηλών Παναγιώτου. Όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, οι εκτιμητές των μερών φαίνεται να κατέληξαν σε προκαταρκτικό συμβιβασμό επί όλων των επιδίκων θεμάτων της υπόθεση για το συνολικό ποσό των €52.
  2. Συνεπώς οι οδηγίες που λογικά θα έπρεπε να είχε ο εκπρόσωπος της Αποζημιούσας Αρχής, ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχε γίνει αποδεκτή η συμφωνία των εκτιμητών των πλευρών από τον Απαιτητή, θα ήταν αυτές του πλαισίου προκαταρκτικής διευθέτησης αφού στο μεσοδιάστημα δεν υπήρξε άλλη προσπάθεια. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης που υπεβλήθηκε στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της από μόνο του ενισχύει τη θέση του ενόρκως δηλών. Το γεγονός ότι η επίμαχη δήλωση προνοούσε την πληρωμή ποσού μεγαλύτερου από αυτού που διεκδικούσε ο Απαιτητής στην έκθεση απαίτησης του, ενισχύει ακόμη περισσότερο τη θέση του εκτιμητή Παναγιώτου. Συγκεκριμένα ενώ ο Απαιτητής στην έκθεση απαίτησης του αξίωνε αποζημιώσεις για την αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης το ποσό των €46.750, στα πλαίσια της δήλωσης που υπεβλήθηκε στο Δικαστήριο προσφερόταν ποσό €52.
  3. Εν πάση περιπτώσει είτε η εκτιμήτρια Φράγκου μετέφερε εσφαλμένες οδηγίες στον δικηγόρο της Αποζημιούσας Αρχής είτε ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε ορθά το τι του έλεγε η πρώτη, είναι άνευ σημασίας. Το σίγουρο είναι ότι το περιεχόμενο της δήλωσης διαφέρει ουσιωδώς από το περιεχόμενο της συμφωνίας των εκτιμητών των δύο πλευρών. Είναι επίσης άνευ σημασίας αν η επίμαχη δήλωση είναι προϊόν νέας πρότασης που έγινε αποδεκτή από τον Απαιτητή, ως είναι η θέση του. Αυτό που είναι ουσιαστικό είναι η πρόθεση της Αποζημιούσας Αρχής να ανακαλέσει τη συμφωνία της στην εν λόγω δήλωση. Είναι αυτή η πρόθεση της που τελεί υπό το μικροσκόπιο εξέτασης στη βάση των προαναφερόμενων νομικών αρχών. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το περιεχόμενο της δήλωσης συνιστά σαφή παράσταση. Αυτό που δηλώθηκε από κοινού στο Δικαστήριο είχε θετικό, ξεκάθαρο και χωρίς περιστροφές νόημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με τη δήλωση αυτή υπήρξε μείωση των επιδίκων θεμάτων ώστε παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο ένα ζήτημα, ήτοι το ενδεχόμενο επιδίκασης αποζημίωσης και το ύψος αυτής σε τέτοια περίπτωση για την αξία περίφραξης που καταστράφηκε λόγω της απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Είναι ακόμη γεγονός ότι ο Απαιτητής, βασιζόμενος στη δήλωση αυτή και στο τι προέκυπτε από αυτή, περιόρισε την ένορκη μαρτυρία του στο μοναδικό επίδικο θέμα που απέμεινε. Επομένως δέχομαι ότι προσάρμοσε την πορεία της υπόθεσης του λαμβάνοντας ως δεδομένο την επίμαχη δήλωση. Το ερώτημα που παραμένει και χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο αν επιτραπεί στην Αποζημιούσα Αρχή να αποσύρει τη δήλωση που έκανε και έτσι υπάρξει επιστροφή στην κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε πριν από την παράσταση, θα προκαλέσει ζημιά και κατ' επέκταση αδικία στον Απαιτητή. Στα πλαίσια εξέτασης του ερωτήματος που εγέρθηκε έλαβα υπόψη μου τα πιο κάτω δεδομένα: (α) Οι αξιώσεις του Απαιτητή δεν διαφοροποιούνται, (β) η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται στο πολύ αρχικό της στάδιο αφού ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενόρκως είναι ο Απαιτητής, (γ) δεν ακούστηκε μαρτυρία από εμπειρογνώμονα και ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία επί επιστημονικών και/ή τεχνικών και/ή οικονομικών θεμάτων ή άλλων εξειδικευμένων ζητημάτων, (δ) η Αποζημιούσα Αρχή δήλωσε δια του εκπροσώπου της ότι δεν ενίσταται στην επανακλήτευση του Απαιτητή για να δώσει ένορκη μαρτυρία επί των υπόλοιπων δύο επιδίκων θεμάτων που δεν έδωσε λόγω της δήλωσης που είχε γίνει, η οποία βέβαια μαρτυρία του δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε εξειδικευμένα επιστημονικά και/ή τεχνικά και/ή οικονομικά ζητήματα. (ε) Ο εμπειρογνώμονας του Απαιτητή θα δώσει για πρώτη φορά ένορκη μαρτυρία επί όλων των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Εκτιμώντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά και κατ' επέκταση αδικία στον Απαιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και κατόπιν συνεκτίμησης των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θεμελιώνουν τη δημιουργία εξ' υποσχέσεως κώλυμα, το οποίο αν θεμελιωνόταν θα σφράγιζε την τύχη της παρούσας αίτησης. Είναι κατάληξη μου ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα επηρεαστούν δικαιώματα και/ή συμφέροντα του Απαιτητή. Αντίθετα αν κάποια πλευρά θα υποστεί ζημιά και αδικία αυτή θα είναι η Αποζημιούσα Αρχή επειδή αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ανάκλησης της επίμαχης δήλωσης θα υποχρεωθεί να δηλώσει την πληρωμή ποσών που δεν ασπάζεται, χωρίς να μπορεί να ασκήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να προβάλει την εκδοχή της ενώπιον Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν σε αποτυχία τον 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο και 9ο λόγο ένστασης. Επειδή η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης βρίσκεται, ως έχει ήδη λεχθεί, στο πολύ αρχικό της στάδιο, σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν πρόκειται να εκτροχιαστεί η πορεία εκδίκασης της υπόθεσης. Ούτε περιπλέκεται η δικαστική διαδικασία. Αυτό βέβαια συμβαίνει επειδή η Αποζημιούσα Αρχή δεν επέδειξε ολιγωρία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, την οποίαν προώθησε χωρίς καθυστέρηση παρά τα στενά χρονικά πλαίσια που ήταν διαθέσιμα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με την οποίαν αποσύρεται η επίμαχη δήλωση, η οποία θεωρείται ως μη γενόμενη. Παρά την επιτυχία της αίτησης, θεωρώ ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από το γενικό κανόνα επιδίκαση τους επειδή ο Αιτητής δεν ευθύνεται για το θέμα που εγέρθηκε και αποτέλεσε το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Γι' αυτό ο Απαιτητής δικαιούται στην επιδίκαση των εξόδων που προέκυψαν από αυτήν την ενδιάμεση διαδικασία. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Απαιτητή και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.