← Κύπρος

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. GRAHAM PAUL EYRE κ.α., Συνενωμένες Αγωγές: 2392/201

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. GRAHAM PAUL EYRE κ.α., Συνενωμένες Αγωγές: 2392/2013, 2393/2013, 2394/2013, 2396/2013, 2397/2013, 3704/2013, 3705/2013, 17/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Συνενωμένες Αγωγές: 2392/2013, 2393/2013, 2394/2013, 2396/2013, 2397/2013, 3704/2013, 3705/2013 2392/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -ν-

  1. GRAHAM PAUL EYRE
  2. KERRY LEANNE EYRE
  3. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 2393/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων ν.
  4. BRENDAN WYER
  5. CATHERINE MARY WYER
  6. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 2394/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων ν.
  7. GUY PAKENHAM-WALSH
  8. JULIA ANN PAKENHAM-WALSH
  9. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 2396/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων v.
  10. GERARD WILLIAM KEOGH
  11. DIANE KATHLEEN KEOGH
  12. PAFILIA PROPERTY DEVELPERS LTD Εναγομένων 2397/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων v.
  13. KENNETH CHARLES HOCKADAY
  14. CRAIG PAUL CHARLES HOCKADAY
  15. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 3704/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων v.
  16. GARY WILLIAM MEECHAN
  17. SAMUEL JAMES MEECHAN
  18. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 3705/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκατάστατης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων v.
  19. CHERYL SENIOR
  20. EDWARD PHILIP SENIOR
  21. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων 17 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κος Χ. Βελάρης με κα Χ. Μιχαήλ Για την εναγομένη 3: κα Ε. Νικολαΐδου και κ. Α. Βαρνάβα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά επτά διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες όμως συνενώθηκαν (η διαταγή εκδόθηκε από άλλη σύνθεση του Δικαστηρίου) λόγω της ταύτισης των διαδίκων, εν προκειμένω των εναγόντων και της εναγομένης 3 και κατ' επέκταση των επιδίκων θεμάτων. Με δεδομένο λοιπόν ότι η δικογράφηση είναι πανομοιότυπη για όλες τις υποθέσεις και περαιτέρω, η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι κοινή, με τη διαφορά ότι απλώς αλλάζουν τα πραγματικά δεδομένα, φερ' ειπείν ημερομηνίες και ποσά, κρίνω πως εξυπηρετεί τους σκοπούς της υπόθεσης όπως η παράθεση, είτε των δικογράφων είτε της μαρτυρίας, διενεργηθεί ενιαία, με την επισήμανση ότι όπου κάποια εκ των υποθέσεων διαφοροποιείται, αυτό θα αναφέρεται ρητά και ταυτοχρόνως θα παρατίθεται η σχετική διαφοροποίηση. Από την έκθεση απαίτησης των εναγόντων προκύπτει ότι είναι εταιρεία που διενεργεί τραπεζικές εργασίες, η οποία συμφώνησε με τους εναγομένους 1 και 2 να τους παρέχει δάνειο. Εξαίρεση αποτελεί η αγωγή 2392/13 στην οποία η δικογράφηση θέλει τη συμφωνία να έχει συνομολογηθεί με τον εναγόμενο 1 μόνο. Σκοπός της δανειοδότησης, όπως εξηγείται στο εκάστοτε δικόγραφο των εναγόντων, ήτο η αγορά του ακινήτου που εκεί αναφέρεται, το οποίο θα κατασκευάζετο από την εναγομένη 3 και είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγομένων, εναγομένων 1 και 2 από τη μια πλευρά και εναγομένης 3 από την άλλη, ότι η τελευταία θα το πωλούσε στους πρώτους. Το σύνολο των συμφωνιών που συνομολόγησαν οι ενάγοντες με τους εναγομένους 1 και 2 (πλην της αγωγής 2392/13 που ήτο μόνο με τον εναγόμενο 1), ήτο σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα σε ελβετικά φράγκα. Επ' αυτού εξαίρεση συνιστά η υπόθεση 2396/13, όπου η συμφωνία των εναγομένων 1 και 2 με τους ενάγοντες αφορούσε δάνειο σε ευρώ και όχι σε φράγκα. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ότι η εμπλοκή της εναγομένης 3 συνίσταται στο ότι ένας εκ των όρων της συμφωνίας δανείου ήταν και η υποθήκευση του ακινήτου που ήτο αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων, καθώς και η παροχή εγγύησης από την εναγομένη
  22. Ως εκ τούτου σε κάθε μια από τις επτά αγωγές υποστηρίζεται ότι η εναγομένη 3 είναι εγγυητής των εναγομένων 1 και
  23. Στην υπόθεση 2392/13 εγγυήτρια είναι και η εναγομένη
  24. Όταν δε προϊόντος του χρόνου οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν τις οφειλόμενες δόσεις βάσει της συμφωνίας δανείου, οι ενάγοντες τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και περαιτέρω, κοινοποίησαν τούτη την απόφαση στην εναγομένη 3 που ήτο εγγυήτρια και σε κάθε άλλο εγγυητή (αυτό το τελευταίο σε σχέση με την αγωγή 2392/13). Συνεπώς η απαίτηση των εναγόντων αφορά αυτό τούτο το υπόλοιπο των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν. Στον αντίποδα στέκεται και απασχολεί μόνο η υπεράσπιση της εναγομένης 3, εφόσον όπως θα εξηγηθεί οσονούπω για τους λοιπούς εναγόμενους η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί δια της έκδοσης απόφασης στην απουσία τους. Αυτό όμως εξηγείται πιο κάτω. Για την ώρα υποδεικνύεται πως η εναγομένη 3 δέχεται την ιδιότητα των εναγόντων, δηλαδή ότι πρόκειται για τραπεζικό οργανισμό και περαιτέρω, παραδέχεται την ύπαρξη (αυτή είναι η φράση που χρησιμοποιείται στο δικόγραφο) της συμφωνίας εκχώρησης και/ή την ύπαρξη της υποθήκης και/ή συμφωνίας εγγυήσεως. Παρ' όλα ταύτα, διατείνεται ότι το αξιούμενο ποσό αποτελεί προϊόν παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων και/ή παράνομου ανατοκισμού. Επίσης υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται σε τόκο υπερημερίας εφόσον συνιστά ποινική ρήτρα. Περαιτέρω, είναι η θέση της υπεράσπισης πως η αύξηση του επιτοκίου, ο υπολογισμός των τόκων και η κεφαλαιοποίηση των τόκων, αντίκεινται των διατάξεων του περί Τόκου Νόμου και των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου. Ακόμη, αρνείται ότι έλαβε οιανδήποτε επιστολή τερματισμού και ένεκα τούτου υποστηρίζει ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος και τέλος, είναι η θέση της πως η αγωγή δεν ήταν λογικά αναγκαία για την εξόφληση των επιδίκων δανείων. Τώρα, σημειώνεται ότι από πλευράς των εναγόντων κλήθηκαν δύο μάρτυρες. Τούτες είναι η Αντωνία Χατζή Ιωάννου (ΜΕ1) και η Τούλια Θεμιστοκλέους (ΜΕ2). Από την άλλη η υπεράσπιση της εναγομένης 3 κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον Αντρέα Νικόλα Θεοδοσίου (στη συνέχεια ο διευθυντής πωλήσεων), τον Ιωάννη Παπαζαχαρία (στη συνέχεια ο συνήγορος) και τον Νεόφυτο Παρέα (ΜΥ3). Για την ώρα δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης η σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Αυτό γιατί διαπιστώνεται ότι μεγάλο μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας παρέμεινε αναντίλεκτο και αναμφισβήτητο και με γνώμονα την πάγια αρχή δικαίου που θέλει τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητείται να είναι παραδεχτή, συμπεραίνεται ότι αυτή η πτυχή της μαρτυρίας εμπίπτει σε τούτη την κατηγορία. Προέχει λοιπόν πριν οτιδήποτε άλλο να συνοψισθεί η πτυχή του μαρτυρικού υλικού που δεν αμφισβητείται, διεργασία η οποία θα περιορίσει και εντέλει θα αναδείξει τα βασικά επίδικα ζητήματα. Έχουμε και λέμε. αποτελεί κοινό τόπο πως οι αρχικοί ενάγοντες κατά τον επίδικο χρόνο διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες και περαιτέρω, ότι υπό αυτή την ιδιότητα συνεβλήθησαν με τους εναγόμενους 1 και 2, ως εξειδικεύεται στη συνέχεια. Εντούτοις στην πορεία οι αρχικοί ενάγοντες μεταβίβασαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχαν στους εναγόμενους 1 και 2, στην εταιρεία CAC Coral Limited, εξου και οι τελευταίοι εμφαίνονται σήμερα στον τίτλο της αγωγής ως ενάγοντες. Η μεταβίβαση αυτή επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου και σχετικό είναι το τεκμήριο
  25. Τέλος, την 13/02/2019 καταχωρίστηκε στο φάκελο καθεμίας των υποθέσεων, η νενομισμένη ειδοποίηση. Διευκρινίζεται ότι στη συνέχεια κάθε αναφορά σε ενάγοντες ή τράπεζα, θα εννοεί τους αρχικούς ενάγοντες και μόνο εξειδικευμένη αναφορά στους νυν ενάγοντες θα εννοεί τούτους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι σε όλες τις αγωγές εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 και
  26. Τούτες οι αποφάσεις είναι το τεκμήριο
  27. Διαπιστώνεται από το περιεχόμενο τούτου ότι: α) για την αγωγή 2392/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 14/01/15 και είναι για ποσό €254.691,93 πλέον τόκο 14% ετησίως από 17/05/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. β) για την αγωγή 2393/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 04/12/14 και είναι για ποσό €140.893,06 πλέον τόκο 14% ετησίως από 16/05/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. γ) για την αγωγή 2394/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 14/01/15 και είναι για ποσό €129.480,70 πλέον τόκο 14% ετησίως από 06/06/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. δ) για την αγωγή 2396/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 14/01/15 και είναι για ποσό €133.036,97 πλέον τόκο 14% ετησίως από 10/06/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ε) για την αγωγή 2397/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 4/12/14 και είναι για ποσό €171.840,50 πλέον τόκο 14% ετησίως από 12/06/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. στ) για την αγωγή 3704/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 11/12/17 και είναι για ποσό €250.585,97 πλέον τόκο 14% ετησίως από 05/07/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ζ) για την αγωγή 3705/13 η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 δόθηκε στις 04/12/14 και είναι για ποσό €214.855, 65 πλέον τόκο 14% ετησίως από 04/07/12 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Πέραν των ανωτέρω αναμφισβήτητη είναι και η διαδικασία που τα μέρη ακολουθούσαν μέχρις ότου καταλήξουν στη συνομολόγηση των επίδικων συμβάσεων. Αποτελεί κοινό τόπο ότι σε όλες τις υποθέσεις οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι κάτοικοι εξωτερικού. Όταν επιδείκνυαν ενδιαφέρον να αγοράσουν ακίνητο από την εναγομένη 3, έρχονταν στην Κύπρο. Ενόσω βρίσκονταν στην Κύπρο επισκέπτονταν την τράπεζα και ενημερώνονταν σε σχέση με τη δανειοδότηση. Η ακριβής έκταση της ενημέρωσης που τύγχαναν, δεν βρίσκει τα μέρη σύμφωνα και ως εκ τούτου διερευνάται πιο κάτω. Κατά την εν λόγω επίσκεψη συνοδεύονταν από υπάλληλο της εναγομένης
  28. Ενόσω βρίσκονταν στην Κύπρο συμφωνούσαν με την εναγομένη 3 το ακίνητο που επιθυμούσαν να αγοράσουν, προέβαιναν στη σύναψη σχετικής συμφωνίας, πλην της αγωγής 3704/13 ως πιο κάτω εξηγείται και τότε αναχωρούσαν από την Κύπρο. Προτού όμως αναχωρήσουν παραχωρούσαν πληρεξούσιο σε τρίτο πρόσωπο ώστε να τους εκπροσωπήσει σε σχέση με την ολοκλήρωση των τραπεζικών και άλλων διαδικασιών. Όπως εξηγείται πιο κάτω, σε δύο περιπτώσεις, εν προκειμένω στις αγωγές 2397/13 και 3704/13, ακόμη και αυτό το πληρεξούσιο προς το δικηγόρο, διαφορετικό σε καθεμία από τις δύο υποθέσεις, υπογράφηκε στην αλλοδαπή και όχι στην Κύπρο. Σε όλες τις περιπτώσεις πλην μιας, πληρεξούσιος διορίζετο ο συνήγορος, δηλαδή ο ΜΥ
  29. Μοναδική εξαίρεση αφορά η αγωγή 3704/13, στην οποία πληρεξούσιος διορίστηκε άλλος δικηγόρος, ο οποίος δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Εντέλει ο πληρεξούσιος ήταν εκείνος ο οποίος υπέγραφε τις διάφορες συμφωνίες με την τράπεζα, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο επιβαλλόταν, φερ' ειπείν την εκχώρηση των δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και πάλιν προς την τράπεζα. Περαιτέρω, πέραν του πληρεξουσίου η συμφωνία υπογράφετο και από την εναγομένη 3 ως εγγυήτρια. Η έκταση τούτης της εγγύησης και η εγκυρότητα της, δεν αποτελούν παραδεκτό γεγονός και ως εκ τούτου σχολιάζονται πιο κάτω. Πέραν της ανωτέρω διαδικασίας αναμφισβήτητη παρέμεινε και η αμιγώς τραπεζική διαδικασία που ακολουθείτο από την τράπεζα. Εν προκειμένω η τράπεζα προέβαινε στο άνοιγμα δύο λογαριασμών. Ο ένας λογαριασμός ήταν ο λογαριασμός δανείου και ο δεύτερος, ο οποίος χαρακτηρίζετο και ως ο ενδιάμεσος και ένεκα τούτου στη συνέχεια με αυτό τον τρόπο θα καλείται, ήτο ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του πρώτου. Είναι αντιληπτό ότι καθ' ον χρόνο υφίσταντο οι τραπεζικές διευκολύνσεις, η μηνιαία δόση αποκόπτετο σταθερά από τον ενδιάμεσο λογαριασμό και καταβάλλετο στο λογαριασμό δανείου. Κατ' αυτό τον τρόπο ο λογαριασμός δανείου παρουσιάζετο ενήμερος, δηλαδή ως εάν οι οφειλόμενες δόσεις να είχαν καταβληθεί δεόντως, ενώ ο ενδιάμεσος λογαριασμός παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο τυχόν ληξηπρόθεσμων δόσεων. Στην περίπτωση που οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά ο ενδιάμεσος λογαριασμός δείκνυε μηδενικό υπόλοιπο. Αν όμως παραλείπονταν δόσεις, τότε ο ενδιάμεσος λογαριασμός παρουσιαζόταν χρεωστικός. Ο δε συμψηφισμός των υπολοίπων των δύο λογαριασμών, παρουσίαζε και το πραγματικό υπόλοιπο της δανειακής οφειλής. Όταν δε το δάνειο τερματίζετο και μεταφέρετο στις οριστικές καθυστερήσεις, τότε το πραγματικό υπόλοιπο προέκυπτε μετά τον συμψηφισμό των δύο λογαριασμών και μεταφερόταν σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων, ο οποίος λάμβανε νέο αριθμό. Ειδικά για κάθε αγωγή τα ακόλουθα προκύπτουν ως παραδεκτά και ή αναμφισβήτητα γεγονότα. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 από τη μια πλευρά και των εναγομένων 3 από την άλλη, λαμβάνει σε κάθε περίπτωση τον χαρακτηρισμό Α. Και εξηγώ. Για την αγωγή 2392/13 είναι ημερομηνίας 12/07/2007 και είναι το τεκμήριο 3Α. Για την αγωγή 2393/13 είναι ημερομηνίας 04/01/2006 και είναι το τεκμήριο 5Α. Για την αγωγή 2394/13 είναι ημερομηνίας 19/10/2006 και είναι το τεκμήριο 7Α. Για την αγωγή 2396/13 είναι ημερομηνίας 01/03/2006 και είναι το τεκμήριο 9Α. Για την αγωγή 2397/13 είναι ημερομηνίας 24/10/2007 και είναι το τεκμήριο 11Α. Για την αγωγή 3704/13 είναι ημερομηνίας 10/05/2007 και είναι το τεκμήριο 13Α. Για την αγωγή 3705/13 είναι ημερομηνίας 20/12/2006 και είναι το τεκμήριο 15Α. Το σύνολο των αγοραπωλητηρίων εγγράφων πλην του τεκμηρίου 13Α στην αγωγή 3704/13, φαίνεται να έχουν υπογραφεί απευθείας από τους εναγόμενους 1 και
  30. Το τεκμήριο 13Α φέρεται να έχει υπογραφεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, εν προκειμένω τον έτερο δικηγόρο που δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Το πληρεξούσιο που έκαστος των δυο εναγομένων παραχώρησε στον συνήγορο, λαμβάνει σε κάθε περίπτωση τον χαρακτηρισμό Γ. Για την αγωγή 2392/13 φέρει ημερομηνία 13/04/2007 και είναι το τεκμήριο 3Γ. Για την αγωγή 2393/13 φέρει ημερομηνία 10/08/2005 και είναι το τεκμήριο 5Γ. Για την αγωγή 2394/13 φέρει ημερομηνία 20/06/2006 και είναι το τεκμήριο 7Γ. Για την αγωγή 2396/13 φέρει ημερομηνία 16/11/2005 και είναι το τεκμήριο 9Γ. Για την αγωγή 2397/13 φέρει ημερομηνία 07/11/2007 και είναι το τεκμήριο 11Γ. Για την αγωγή 3704/13 φέρει ημερομηνία 12/12/2007 και είναι το τεκμήριο 13Γ. Για την αγωγή 3705/13 φέρει ημερομηνία 16/02/2007 και είναι το τεκμήριο 15Γ. Όλα τα πληρεξούσια έγγραφα πλην των τεκμηρίων 11Γ και 13Γ, φαίνεται να έχουν υπογραφεί στην Κύπρο ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου. Τα τεκμήρια 11Γ και 13Γ προκύπτει από τη σφραγίδα που φέρουν ότι έχουν υπογραφεί στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώπιον του High Commissioner. Η συμφωνία των εναγομένων 1 και 2 με την τράπεζα αποτελείται από δύο έγγραφα. Το πρώτο καλείται το έγγραφο της βασικής συμφωνίας και σε κάθε περίπτωση λαμβάνει το χαρακτηρισμό Β και το άλλο καλείται ως επιστολή προσφοράς και σε κάθε περίπτωση λαμβάνει τον χαρακτηρισμό Δ. Για την αγωγή 2392/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 3Β και 3Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 10/08/
  31. Για την αγωγή 2393/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 5Β και 5Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 12/01/
  32. Για την αγωγή 2394/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 7Β και 7Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 07/11/
  33. Για την αγωγή 2396/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 9Β και 9Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 13/07/
  34. Για την αγωγή 2397/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 11Β και 11Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 30/11/
  35. Για την αγωγή 3704/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 13Β και 13Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 09/04/
  36. Για την αγωγή 3705/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 15Β και 15Δ και φέρουν και τα δύο ημερομηνία 10/08/
  37. Η συμφωνία εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του ακινήτου που αγοράστηκε προς όφελος της τράπεζας, φέρει σε κάθε περίπτωση την ίδια ημερομηνία που φέρουν και τα έγγραφα που απαρτίζουν τη συμφωνία με την τράπεζα, δηλαδή τα τεκμήρια Β και Δ ανά περίπτωση. Η συμφωνία εκχωρήσεως είναι το τεκμήριο 3Θ για την αγωγή 2392/13, το τεκμήριο 5Θ για την αγωγή 2393/13, το τεκμήριο 7Θ για την αγωγή 2394/13, το τεκμήριο 9Θ για την αγωγή 2396/13, το τεκμήριο 11Θ για την αγωγή 2397/13, το τεκμήριο 13Θ για την αγωγή 3704/13 και το τεκμήριο 15Θ για την αγωγή 3705/
  38. Η εγγύηση της εναγομένης 3 σε κάθε περίπτωση λαμβάνει τον χαρακτηρισμό Στ και φέρει την ίδια ημερομηνία που φέρουν τα τεκμήρια Β, Δ και Θ. Στην περίπτωση της αγωγής 2392/13 είναι το τεκμήριο 3Στ. Για την αγωγή 2393/13 είναι το τεκμήριο 5Στ. Για την αγωγή 2394/13 είναι το τεκμήριο 7Στ. Για την αγωγή 2396/13 είναι το τεκμήριο 9Στ. Για την αγωγή 2397/13 είναι το τεκμήριο 11Στ. Για την αγωγή 3704/13 είναι το τεκμήριο 13Στ. Για την αγωγή 3705/13 είναι το τεκμήριο 15Στ. Σχετικό της εγγύησης είναι και το έγγραφο που λαμβάνει τον χαρακτηρισμό Ζ. Πρόκειται για την υποθήκη που δηλώθηκε επί ακινήτου της εναγομένης 3 και είναι τούτη τα τεκμήρια 3Ζ, 5Ζ, 7Ζ, 9Ζ, 11Ζ, 13Ζ και 15Ζ αντίστοιχα για κάθε μια εκ των αγωγών. Η διαδικασία αποκαλύπτει ότι κοινό τόπο συνιστά πως σε σχέση με τα επίδικα δάνεια που δόθηκαν στους εναγόμενους 1 και 2, η εναγομένη 3 ετοίμασε πρακτικά συνεδριάσεων του διοικητικού της συμβουλίου, με τα οποία εκδήλωσε την πρόθεσή της και τη σύμφωνη γνώμη της για παραχώρηση τόσο εγγύησης όσο και υποθήκης. Σε κάθε περίπτωση τούτα τα πρακτικά φέρουν τον χαρακτηρισμό Η και πλην της αγωγής 2397/13, σε κάθε περίπτωση φέρουν την ίδια ημερομηνία που φέρουν τα τεκμήρια Β, Δ, Θ και Στ. Για την αγωγή 2397/13 διαπιστώνεται ότι η ημερομηνία είναι τρεις μέρες προηγουμένως, δηλαδή 27/11/
  39. Για το σύνολο των υποθέσεων, τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 3Η, 5Η, 7Η, 9Η, 11Η, 13Η και 15Η. Περαιτέρω, σχετικό είναι και το έγγραφο που σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζεται ως Ε, δηλαδή η επιστολή της τράπεζας προς την εναγομένη 3 δια γνωστοποίηση των βασικών πληροφοριών των συμφωνιών μεταξύ της τράπεζας και των εναγομένων 1 και
  40. Τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 3Ε, 5Ε, 7Ε, 9Ε, 11Ε, 13Ε και 15Ε και επίσης φέρουν την ίδια ημερομηνία με τη βασική συμφωνία και την επιστολή προσφοράς από την τράπεζα προς τους εναγόμενους 1 και
  41. Εν κατακλείδι, το έγγραφο που χαρακτηρίζεται ως Ι είναι δέσμη επιστολών που στέλλοντο από την τράπεζα στους εναγόμενους 1 και 2 και τους ενημέρωναν για καθυστερήσεις. Σε κάθε περίπτωση, πλην των αγωγών 3704/13 και 3705/13, τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 3Ι, 5Ι, 7Ι, 9Ι και 11Ι. Για τις αγωγές 3704/13 και 3705/13, οι επιστολές αυτές συμπεριλήφθηκαν μαζί με την επιστολή τερματισμού και είναι τα τεκμήρια 13Ι και 15Ι αντίστοιχα. Σημειώνεται περαιτέρω πως για τις δυο αυτές αγωγές η επιστολή τερματισμού φέρει ημερομηνία 06/07/2012 και 05/07/2012 αντίστοιχα. Για τις λοιπές αγωγές η επιστολή τερματισμού είναι τα τεκμήρια ΙΑ. Όπως προκύπτει από το σύνολο των επιστολών τερματισμού, η τράπεζα πληροφόρησε τους εναγόμενους 1 και 2 για τον τερματισμό της συμφωνίας και την αύξηση του επιτοκίου σε 14% επί του συνόλου πλέον του δανείου, το οποίο κατέστη απαιτητό. Για την αγωγή 2392/13 η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 3ΙΑ και είναι ημερομηνίας 18/05/
  42. Για την αγωγή 2393/13 η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 5ΙΑ και είναι ημερομηνίας 16/05/
  43. Για την αγωγή 2394/13 η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 7ΙΑ και είναι ημερομηνίας 07/06/
  44. Για την αγωγή 2396/13 η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 9ΙΑ και είναι ημερομηνίας 11/06/
  45. Για την αγωγή 2397/13 η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 11ΙΑ και είναι ημερομηνίας 13/06/
  46. Οι επιστολές τεκμήρια Ι και ΙΑ, κοινοποιήθηκαν και στην εναγομένη
  47. Περιπλέον, το έγγραφο που χαρακτηρίζεται ως ΙΑ στις αγωγές 3704/13 και 3705/13 και ΙΒ στις υπόλοιπες αγωγές, παρουσιάζει τις διάφορες μεταβολές του επιτοκίου καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου μέχρι και τον τερματισμό τούτου. Είναι τούτα τα έγγραφα τα τεκμήρια 13ΙΑ και 15ΙΑ και 3ΙΒ, 5ΙΒ, 7ΙΒ, 9ΙΒ και 11ΙΒ αντίστοιχα. Τέλος, τα τεκμήρια 4, 6, 8, 10, 12, 14 και 16 είναι οι αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμού ανά περίπτωση, σε σχέση με το δάνειο, τον ενδιάμεσο και εντέλει τον λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων. Δυο αναδομημένες καταστάσεις που σχετίζονται με τις αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμού, είναι τα τεκμήρια 19, 20, 21, 22, 23, 24 και 25 αντίστοιχα. Εις επίμετρον αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι επιστολές τεκμήρια 17 και 18 στάλθηκαν από την εναγομένη 3 προς την τράπεζα, με το περιεχόμενο που εκεί αναφέρεται. Δηλαδή, με τις εν λόγω επιστολές η εναγομένη 3 καλούσε την τράπεζα, την 15/04/2005 και 10/06/2005 αντίστοιχα, να προσφέρει στους πελάτες της την ευκαιρία δανειοδότησης σε ελβετικά φράγκα, όπως κάνουν και άλλες τράπεζες. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από αναμφισβήτητη και ή παραδεκτή μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1, δηλαδή αυτό που αφορά τη διαδικασία που ακολουθείτο, έχει ήδη ενσωματωθεί στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Η ιδιαίτερη τώρα πτυχή της μαρτυρίας της συνίσταται στο ότι η ίδια δεν είχε εμπλοκή στην όλη υπόθεση και η πληροφόρησή της προκύπτει από τους φακέλους που έχει στην κατοχή της και τους συναδέλφους της που χειρίστηκαν τα εν λόγω δάνεια. Εντούτοις παραδέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ονομαστικά τους συναδέλφους της και αυτό γιατί ήταν πολλά τα άτομα που χειρίστηκαν τέτοια δάνεια. Είναι όμως η ίδια που προέβη σε έλεγχο των καταστάσεων λογαριασμού ώστε να διαπιστώσει την ορθότητα των καταχωρίσεων. Υποστήριξε πως οι πελάτες μετέβαιναν στην τράπεζα και ζητούσαν δάνειο σε ελβετικά φράγκα κατόπιν παρότρυνσης της εναγομένης 3, εφόσον υπήρχε χαμηλή τιμολόγηση και πιο χαμηλά επιτόκια. Δέχθηκε ότι το εν λόγω νόμισμα θεωρείτο τότε ελκυστικό προϊόν. Εντούτοις η τράπεζα ουδέποτε διαφήμισε τέτοια δανειοδότηση και υποστήριξε περαιτέρω, ότι η τράπεζα δεν είχε όφελος από την αγορά φράγκων, εφόσον μάλιστα πλείστοι πελάτες της εναγομένης 3 κατέβαλλαν τις δόσεις τους σε φράγκα απευθείας από το εξωτερικό. Υποστήριξε ότι όλοι οι λειτουργοί της τράπεζας είχαν οδηγίες να αποτρέπουν τους πελάτες από δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα και μάλιστα είναι σε γνώση της συγκεκριμένη περίπτωση που πελάτης της εναγομένης 3 επιθυμούσε δάνειο σε φράγκα και στην προσπάθεια να τον αποτρέψουν θύμωσε και αποχώρησε και κατέληξε σε άλλη τράπεζα. Πληροφορούσαν τους πελάτες για τους κινδύνους τέτοιας δανειοδότησης και εξήγησε ότι τούτος ο κίνδυνος είναι η επιτοκιακή επιβάρυνση και το ρίσκο αύξησης τούτης, καθώς επίσης ο συναλλαγματικός κίνδυνος, δηλαδή η υποτίμηση του ενός νομίσματος έναντι του άλλου. Υποστήριξε πως μετά την πρώτη επίσκεψη των πελατών στην τράπεζα, είχαν ηλεκτρονική αλληλογραφία μαζί τους και πως ο λόγος που δεν προσκομίστηκε τούτη οφείλεται στο ότι η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά την εναγομένη
  48. Αρνήθηκε πως η συνάντηση με τους εναγόμενους 1 και 2 ήταν μόνο μία, δέχθηκε όμως ότι ως επί το πλείστον αυτό ίσχυε, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι ο λόγος παραχώρησης υποθήκης από την εναγομένη 3 ήτο μέχρις ότου εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι και παρέπεμψε στο τεκμήριο Η (δηλαδή τα πρακτικά της εναγομένης 3), ώστε να υποδείξει τα εκεί αναφερόμενα, δηλαδή ότι ήτο προς το συμφέρον της εναγομένης 3 η όλη διαδικασία. Αρνήθηκε επίσης ότι οι εγγυήσεις της εναγομένης 3 πάσχουν ένεκα παρανομίας και/ή είναι άκυρες λόγω παρανομίας των δανείων που εγγυούνται. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν δόθηκε επαρκής επεξήγηση στους πελάτες σε σχέση με τη δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Η ΜΕ2 προσκόμισε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 19 μέχρι και
  49. Ως έχει ήδη αναφερθεί είναι τούτα οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και σε κάθε περίπτωση είναι εις διπλούν, εφόσον όπως εξήγησε η μάρτυρας η αναδόμηση αφορά τόσο το λογαριασμό δανείου όσο και τον ενδιάμεσο. Όπως η ΜΕ1 έτσι και η ΜΕ2 υποστήριξε πως οι καταστάσεις λογαριασμών συνιστούν το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή και οι εγγραφές που περιλαμβάνονται στις αντίστοιχες καταστάσεις απεικονίζουν τις συναλλαγές που έχουν διενεργηθεί από τους εναγόμενους. Η ίδια είναι που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις προσφέροντας στο Δικαστήριο την ευκαιρία ενός εναλλακτικού σεναρίου σε σχέση με τις χρεώσεις που προκύπτουν από το επιτόκιο υπερημερίας και τα διάφορα έξοδα. Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο, μετέφερε τις καταστάσεις λογαριασμού τόσο του δανείου όσο και του ενδιάμεσου σε άλλο λογισμικό πρόγραμμα και εκεί υπολόγισε με συγκεκριμένες μαθηματικές εξισώσεις τόσο τους τόκους όσο και τον τόκο υπερημερίας. Εφάρμοσε το επιτόκιο που ίσχυε κατά την περίοδο που οι λογαριασμοί λειτουργούσαν, ενώ το επιτόκιο υπερημερίας που έλαβε υπόψη της είναι μηδενικό. Όσο δε για τα διάφορα έξοδα που χρεώθηκαν στους λογαριασμούς τούτα αφαιρέθηκαν. Περαιτέρω για υπολογισμό του τόκου έλαβε ως διαιρέτη τις 365 ημέρες. Τέλος, η κεφαλαιοποίηση των τόκων πραγματοποιείτο δύο φορές ετησίως, δηλαδή κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Όπως εξήγησε, το ποσό που εμφαίνεται στο τέλος της αναδομημένης κατάστασης του ενδιάμεσου λογαριασμού, είναι η μετατροπή των φράγκων σε ευρώ, ως προέκυψε με τη συναλλαγματική ισοτιμία της ημερομηνίας τερματισμού. Ο ΜΥ1 είναι σήμερα διευθυντής πωλήσεων της εναγομένης
  50. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σύμβουλος πωλήσεων και σκοπός της μαρτυρίας του ήτο να περιγράψει τη διαδικασία συνδιαλλαγής με πελάτη, η οποία ακολουθείτο και ακολουθείται μέχρι σήμερα από την εναγομένη
  51. Όπως εξήγησε η διαδικασία αρχίζει από τη στιγμή που ένας πελάτης από το εξωτερικό εκδηλώνει ενδιαφέρον για την αγορά ακινήτου. Δεν επιβάλλεται πλήρης επανάληψη των όσων ο ΜΥ1 ανέφερε, εφόσον μεγάλο μέρος τούτων παρέμεινε αναμφισβήτητο και/ή προκύπτει από άλλη παραδεκτή μαρτυρία, λόγου χάριν τη μαρτυρία της ΜΕ1 και ως εκ τούτου κατέστη μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επί της ουσίας ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι κατά την πρώτη και συνήθως μοναδική, επίσκεψη των πελατών στην Κύπρο, διευθετούνταν όλες οι απαραίτητες συναντήσεις που αφορούσαν την αγορά και υπογράφονταν τα σχετικά έγγραφα για να εκπροσωπούνται οι πελάτες στην Κύπρο, όπως για παράδειγμα από δικηγόρο. Επισκέπτονταν την τράπεζα συνοδευόμενοι από σύμβουλο πωλήσεων της εναγομένης
  52. Ο ίδιος παρέστη προσωπικά σε μεγάλο αριθμό πρώτων και μοναδικών συναντήσεων στην τράπεζα, με την οποία η εναγομένη 3 είχε μια συνεχιζόμενη συνεργασία. Εκεί οι λειτουργοί της τράπεζας ενημέρωναν τους πελάτες για τα προϊόντα χρηματοδότησης και εν συντομία για τους βασικούς όρους αυτών όπως χρονική διάρκεια δανείου, επιτόκιο και ύψος δόσεων. Η φύση τούτης της συνάντησης ήταν κυρίως πληροφοριακή. Η τράπεζα προωθούσε τα προϊόντα της σε ελβετικά φράγκα και διαβεβαίωνε τους πελάτες της εναγομένης 3 ότι το ελβετικό φράγκο είναι σιδεροκέφαλο και σταθερό νόμισμα. Σε όλες τις περιπτώσεις που ο ίδιος ήταν παρών, οι λειτουργοί της τράπεζας παρότρυναν και ενθάρρυναν τους πελάτες να επιλέξουν δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα. Όπως μάλιστα πληροφορήθηκε και από άλλους συναδέλφους του, αυτό συνέβαινε και σε σχέση με τους πελάτες που συνόδευαν οι άλλοι σύμβουλοι πωλήσεων. Εντέλει, ήταν η θέση του πως η πληροφόρηση που τύγχαναν οι αγοραστές ήταν επιφανειακή και γενική. Ο ΜΥ2, εν προκειμένω ο δικηγόρος, ανέφερε το σύνολο των εγγράφων που ο ίδιος υπέγραψε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των πελατών. Σκοπός της μαρτυρίας του ήτο να εξηγήσει στο Δικαστήριο τη διαδικασία που ακολουθείτο κατά την επίσκεψή του στην τράπεζα για την ολοκλήρωση της συνομολόγησης των συμφωνιών που υπέγραψε. Όπως υποστήριξε, επρόκειτο για μια πολύ σύντομη επίσκεψη στο κατάστημα της τράπεζας, όπου σε κάθε περίπτωση υπέγραψε τα σχετικά έντυπα, χωρίς όμως να του εξηγηθούν ή να συζητηθούν οι όροι δανειοδότησης και χωρίς διαπραγμάτευση τούτων και τέλος, χωρίς να του εξηγηθούν ή να του αναφερθούν οποιοιδήποτε κίνδυνοι ή ρίσκα του σχετικού δανείου ή του νομίσματος στο οποίο θα δίδετο. Εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει, ουδέποτε επεξηγήθηκε στους δανειολήπτες από την τράπεζα και τους υπαλλήλους της οποιοσδήποτε κίνδυνος ή ρίσκο για το δάνειο ή το νόμισμα. Ο ΜΥ3 κλήθηκε ως ειδικός στα χρηματοοικονομικά. Είναι χρηματοοικονομικός σύμβουλος με σπουδές στα οικονομικά και κάτοχος MBA. Μελέτησε τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ετοίμασε έκθεση για το δάνειο κάθε αγωγής ξεχωριστά, καθώς και σχετικό πίνακα. Για την αγωγή 2392/13 τούτα τα έγγραφα είναι τα τεκμήρια 26 και 27 αντίστοιχα. για την αγωγή 2393/13 είναι τα τεκμήρια 28 και
  53. για την αγωγή 2394/13 είναι τα τεκμήρια 30 και
  54. για την αγωγή 2396/13 είναι τα τεκμήρια 32 και
  55. για την αγωγή 2397/13 είναι τα τεκμήρια 34 και
  56. για την αγωγή 3704/13 είναι τα τεκμήρια 36 και
  57. και για την αγωγή 3705/13 είναι τα τεκμήρια 38 και
  58. Τώρα, ήταν η θέση του ΜΥ3 πως τα έγγραφα της συμφωνίας των εναγομένων 1 και 2 με την τράπεζα, εν προκειμένω τα έγγραφα που φέρουν τον χαρακτηρισμό Β και Δ, δεν αναφέρουν το ποσό της δόσης. Περαιτέρω, δεν βρήκε έγγραφα ανοίγματος των διαφόρων λογαριασμών, αυτό όπως ούτε έγγραφα μεταφοράς χρημάτων μεταξύ των εν λόγω λογαριασμών και δη εντολές των πελατών. Ακόμη, ήταν η θέση του πως το γεγονός και μόνο ότι το υπόλοιπο προκύπτει από το άθροισμα των δυο λογαριασμών, σημαίνει ότι συνιστά συμψηφισμό και υποστήριξε ότι αν και τούτο διαλαμβάνεται στους όρους της βασικής συμφωνίας, δηλαδή το έγγραφο Β στον όρο 13, συνιστά καταχρηστικό όρο, εφόσον η εφαρμογή του εναπόκειται στην αποκλειστική εξουσία της τράπεζας. Κατά ανάλογο τρόπο ερμήνευσε και τον όρο 2.1 της βασικής συμφωνίας (δηλαδή το τεκμήριο με τον χαρακτηρισμό Β) και κατέληξε ότι φαίνεται να μην είναι προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Βρήκε διάσταση σε σχέση με το επιτόκιο μεταξύ των διαλαμβανομένων στα τεκμήρια που χαρακτηρίζονται ως Β και Δ. Υποστήριξε δε πως ο διαιρέτης των 360 ημερών αντί των 365, συσσωρεύει περισσότερους τόκους. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, καταχρηστική είναι και η ρήτρα της βασικής συμφωνίας, δηλαδή τα έγγραφα που χαρακτηρίζονται από το στοιχείο Β, που θέλει το επιτόκιο να μεταβάλλεται κατά την κρίση της τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του πως το τεκμήριο με τον χαρακτηρισμό ΙΒ, δηλαδή το έγγραφο που δεικνύει τη μεταβολή των επιτοκίων, αποκαλύπτει ότι οι αυξήσεις τούτου διενεργήθηκαν εκτός της περιόδου των 6 μηνών που προβλέπεται στις συμφωνίες και τέλος, το επιτόκιο υπερημερίας καθορίστηκε μονομερώς και χωρίς απόδειξη πραγματικής ζημίας. Ως καταχρηστική ρήτρα έκρινε ο μάρτυρας και τους προβλεπόμενους όρους στη βασική συμφωνία των δανειοληπτών με την τράπεζα, οι οποίοι θέλουν την τελευταία να δικαιούται να αλλάζει το νόμισμα του δανείου κατά το δοκούν. Περιπλέον, ο ΜΥ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 43, δηλαδή εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που δίνει οδηγίες σε σχέση με τις δανειοδοτήσεις σε ξένο νόμισμα. Με την εν λόγω εγκύκλιο καλούντο όλες οι τράπεζες να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, ήτοι να εξηγούν στον πελάτη τους κινδύνους που εμπερικλείει τέτοιος δανεισμός και μάλιστα να παραθέτουν αριθμητικά παραδείγματα. Περαιτέρω, αν δεν πληρούντο συγκεκριμένα κριτήρια, ως αναφέρονται στην εγκύκλιο, η οδηγία διαλάμβανε ο δανεισμός να αποφεύγεται. Η εγκύκλιος αυτή (τεκμήριο 43) συνοδεύεται από τύπο δηλώσεως, που υπογράφει ο προτιθέμενος δανειολήπτης και δηλώνει ότι διενεργήθηκε η προβλεπόμενη επεξήγηση. Επ' αυτού ήταν η θέση του ΜΥ3 πως τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν αποκαλύπτουν κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση με την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Σχολίασε πως το γεγονός και μόνο ότι στην επιστολή προσφοράς (είναι το τεκμήριο που φέρει τον χαρακτηρισμό Δ) αναφέρεται πως οι όροι της συμφωνίας επεξηγήθηκαν και έγιναν κατανοητοί από το πρόσωπο που υπογράφει τούτη εκ μέρους του δανειολήπτη, δεν είναι αρκετό, εφόσον τα πρόσωπα που την υπογράφουν εκ μέρους της τράπεζας δεν αναφέρουν εάν και εφόσον εκείνοι ήταν σε θέση να επεξηγήσουν καθετί σχετικό. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ΜΥ3 πως η επιστολή τερματισμού που απέστειλε η τράπεζα (το τεκμήριο που φέρει τον χαρακτηρισμό ΙΑ) είναι πρόωρη, εφόσον ο λογαριασμός δανείου δεν παρουσίαζε καθυστερήσεις. Ήταν ακόμη η θέση του ΜΥ3 πως τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν τι απέγινε το ποσό που εκταμιεύθηκε. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως με την εκταμίευση του δανείου το ποσό κατατέθηκε σε κάποιο άλλο λογαριασμό και από εκεί γίνονταν τμηματικές πληρωμές. Συνεπώς εκείνος ο λογαριασμός ήτο τοκοφόρος, εντούτοις τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν οτιδήποτε σχετικό. Επίσης, ήταν η θέση του πως από τα δάνεια σε ξένο νόμισμα η τράπεζα αποκομίζει κέρδος, τόσο από τη μετατροπή του νομίσματος όσο και από τη διαφορά που υπάρχει στη συναλλαγματική αξία αγοράς από την τράπεζα. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι οι επίδικοι λογαριασμοί έχουν οφειλόμενο υπόλοιπο, όχι όμως αυτό που δεικνύουν οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμών ή οι αναδομημένες τούτων καταστάσεις. Με συμπληρωμένη πλέον τη σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας, επιβάλλεται να υποδειχθεί ότι η μαρτυρία όλων των μαρτύρων υπεράσπισης σε σχέση με την ενημέρωση που έτυχαν οι πελάτες και ακόμη, η μαρτυρία του ΜΥ3 σε σχέση με καταχρηστικές ρήτρες, κείτεται εκτός των δικογραφημένων θέσεων. Είναι αντιληπτό ότι η λιτή και φειδωλή δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης, για την οποία επιχειρήθηκε τροποποίηση αλλά απερρίφθη, δεν κάνει λόγο ούτε για καταχρηστικές ρήτρες, αλλά ούτε και για μη επεξήγηση των ιδιαίτερων στοιχείων τούτης και πως ήτο επιβεβλημένη υποχρέωση καθ' ότι αφορούσε ξένο νόμισμα. Εν κατακλείδι, ουδέν αναφέρεται για τη συναλλαγματική ισοτιμία ή τους κινδύνους τούτης και ούτε προβάλλεται ισχυρισμός πως οι διάδικοι συμφώνησαν ότι με την έκδοση τίτλου του ακινήτου που αγοράστηκε, η εναγομένη 3 θα απαλλάσσετο από την εγγύηση που έδωσε. Αυτά είναι ζητήματα που παρεισέφρησαν στο μαρτυρικό υλικό χωρίς την νομιμοποίηση των εγγράφων προτάσεων. Επί του προκειμένου αρκεί, πιστεύω, να υποδειχθεί ότι στην υπόθεση Τζιακούρα ν. Οικονομίδη

(1997)1 Β Α.Α.Δ 669, 672 αναφέρθηκε ότι? «Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα.... Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα.» Εδώ δεν είναι αυτή η περίπτωση. Τουναντίον η εναγομένη 3 αρκέστηκε σε δικογράφιση γενικόλογων νομικών αρχών, χωρίς όμως να τις πλαισιώσει με συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς. Όπως δηλαδή και στην υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, 2496 στην οποία το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι εφεσείοντες στην έκθεση υπεράσπισης τους για αυθαίρετες, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων, εξόδων, δικαιωμάτων κλπ είναι γενικοί και αόριστοι και χωρίς, στοιχειώδη έστω, εξειδίκευση.» Περιπλέον, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 476, 489, υποδείχθηκε ότι: «Σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ανατοκισμού είχε προβληθεί αόριστα στην Έκθεση Υπεράσπισης από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος να τον αποδείξουν μετά την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός. Αντίθετα οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας, χωρίς να παραθέσουν συγκεκριμένη μαρτυρία ή οποία θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς.» Κατ' ανάλογο τρόπο στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1502, αναφέρθηκε ότι: «Μπορεί η γενική άρνηση ορισμένες φορές να θέτει υποχρέωση στον ενάγοντα να αποδείξει τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης του, αλλά δεν βοηθά πολύ τον εναγόμενο ο οποίος έχει υποχρέωση να είναι και αυτός σαφής ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που αμφισβητεί. Ιδιαίτερα στην παρούσα περίπτωση που οι Εφεσείοντες με την έφεσή τους εγείρουν θέμα παράνομου τερματισμού, θεωρούμε ότι είχαν υποχρέωση να εγείρουν τη συγκεκριμένη ειδική υπεράσπιση ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους Εφεσίβλητους να απαντήσουν με τον δέοντα τρόπο.» Τέλος, σχετική είναι και η υπόθεση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτρος Λτδ. Πολ. Εφ. 180/10, ημερομηνίας 20/02/2015, ECLI:CY:AD:2015:A121, όπου το ζήτημα αφορούσε τον εγγυητή και ισχυριζόμενη παρανομία της σύμβασης. Όπως υπεδείχθη. «Ούτε βέβαια μπορούσαν οι γενικές αναφορές περί παρανομίας ή περί μη ύπαρξης της εγγύησης να θεωρηθούν ότι περιλάμβαναν τις εξειδικευμένες θέσεις που ο εφεσείων επικαλείται.» Βάσει όλων των ανωτέρω είναι αντιληπτό πως η μαρτυρία η οποία παρεισέφρησε στο Δικαστήριο, χωρίς όμως να καλύπτεται από τα δικόγραφα, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί (βλ. Isthmos Trading Ltd v. Βαρδάρης Σνακ Λίμιτεδ, Πολ. Έφ. 506/12, ημερ. 30/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:A403). Υπό το φως όλων των ανωτέρω στρέφομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι αρχές αξιολόγησης είναι ευρέως γνωστές εφόσον πολλάκις απασχόλησαν τη νομολογία του Δικαστηρίου. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Ωσαύτως στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Επί του προκειμένου σχετικά είναι και τα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 όπου υποδείχθηκε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων. Το άλλο στοιχείο αξιολόγησης ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Κατά πώς υπεδείχθη στην υπόθεση Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Δικαστηρίου στη δικαστική του αποστολή. ΄Εργο που χαρακτηρίστηκε πολυσύνθετο και δύσκολο, που επιτελείται υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει ο δικαστής καθώς και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης ώστε να διαγνώσει την αλήθεια. Το έργο αυτό ανήκει κατ΄εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή ακριβώς ο πρωτόδικος δικαστής βρίσκεται σε μοναδική θέση να παρακολουθήσει ένα μάρτυρα να καταθέτει μη περιοριζόμενος στο λόγο αλλά και στην εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο.». Στοχοπροσήλωση του Δικαστηρίου παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας, όπως βεβαίως αυτή διαμορφώνεται από τη δικογραφία και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν τούτο τον στόχο είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Απ' όλα τα ανωτέρω είναι αντιληπτό ότι τα πραγματικά ζητήματα τα οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα. Βασικό ερώτημα που απομένει να εξεταστεί, είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού, διερχόμενο μέσα από τις διατάξεις της σύμβασης των διαδίκων και κατά πόσο έτυχαν ορθής εφαρμογής, ειδικά στην έκταση που αφορά τα επιτόκια που εφαρμόστηκαν. Εντέλει απόφανσης χρήζει και ό,τι σχετικό του τερματισμού της συμφωνίας και δη κατά πόσο νομίμως τερματίστηκε. Περιορίζομαι σε αυτά τα ζητήματα, εφόσον αυτή είναι η εμβέλεια της δικογραφημένης υπεράσπισης και ως εκ τούτου δεν νοείται να απασχολήσει οτιδήποτε που δεν έχει δικογραφηθεί. Παρ' όλα ταύτα, κάποια, έστω περιορισμένη ενασχόληση με τα πραγματικά ζητήματα που έθεσε η υπεράσπιση, δεν παραλείπεται. Το σύνολο των μαρτύρων των εναγόντων άφησε θετικές εντυπώσεις. Απότοκο τούτης της κρίσης δεν είναι απλώς η φυσικότητα με την οποία παρουσιάστηκαν ενόσω κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, το οποίο υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε. Ειδικά για τη ΜΕ2 η μαρτυρία της είναι περιορισμένη σε αυτές τούτες τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, ενέργειες για τις οποίες δεν έτυχε ιδιαίτερης αμφισβήτησης. Η δε αμφισβήτηση τούτης σε ό,τι αφορά την προσκόμιση των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών και πως αυτό και μόνο δεικνύει περιορισμό της αξίωσης και πως οι αρχικές καταστάσεις ήτο εσφαλμένες, απαντάται από τη νομολογία, η οποία θέλει την αναδόμηση να μην συνιστά πρόβλημα και να μην αποκαλύπτει κάτι το μεμπτό (Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Συνεπώς, η σχετική θέση είναι ανίκανη να πλήξει τη θετική κατά τα άλλα εικόνα της ΜΕ
  1. Στον αντίποδα η μαρτυρία και των τριών μαρτύρων υπεράσπισης άφησε αρνητικότατες εντυπώσεις. Όπως εξηγείται αμέσως πιο κάτω, η μαρτυρία και των τριών είναι αυτοαναιρούμενη, επιπόλαια και εντέλει επιτηδευμένη. Η αξιοπιστία της ΜΕ1 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ειδικά για τον λόγο ότι δεν έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι δεν υφίσταται νομική αρχή ότι μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος απλώς και μόνο επειδή η μαρτυρία είναι προϊόν πληροφόρησης, ήτοι εξ ακοής. Το δίκαιο είναι απαλλαγμένο τέτοιων αφοριστικών προσεγγίσεων, εξου και επιτρέπει την ενσωμάτωση τέτοιας μαρτυρίας στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, ώστε να κριθεί κατά πώς η νομοθεσία και η νομολογία ορίζουν. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν είναι εφ' όλης της ύλης εξ ακοής. Όπως εξήγησε, όλοι οι λειτουργοί της τράπεζας είχαν τις ίδιες οδηγίες, δηλαδή να αποτρέπουν τους πελάτες από δανειοδότηση σε φράγκα. ως εκ της θέσεως της γνωρίζει ότι η τράπεζα δεν διαφήμιζε τα δάνεια σε φράγκα. και περαιτέρω, γνωρίζει περίπτωση πελάτη της εναγομένης 3 που στην προσπάθεια της τράπεζας να τον αποτρέψει να λάβει δάνειο σε φράγκα, θύμωσε και πήγε σε άλλη τράπεζα. Ειδικά αυτή η τελευταία θέση της ΜΕ1 δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επιπλέον, η ίδια είναι που ήλεγξε τις καταχωρίσεις των λογαριασμών και ακολούθως εξέδωσε το νενομισμένο πιστοποιητικό. Εντέλει, ως εκ της θέσεως της γνωρίζει πως λειτουργεί ο σχετικός λογαριασμός. Όλα τα ανωτέρω δεν είναι εξ ακοής αλλά πρωτογενής γνώση. Σε κάθε περίπτωση, η ΜΕ1 δεν έκρυψε το γεγονός ότι η βασική πηγή της πληροφόρησης της είναι το περιεχόμενο των φακέλων και οι πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους της. Το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιοι ακριβώς λειτουργοί της τράπεζας ήταν που μετείχαν σε κάθε υπόθεση ξεχωριστά, δεν αναιρεί τη θετική της εικόνα. Έδωσε τα ονόματα των συναδέλφων της που ασχολούνταν με τα δάνεια σε ξένο νόμισμα και είναι τούτο αρκετό. Η θετική όμως εικόνα τούτης προκύπτει, κυρίως, από τα εξής. δεν δίστασε να αναφέρει ότι η δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα ενέχει κινδύνους. Μάλιστα τους κατονόμασε λέγοντας ότι αυτοί είναι. η επιτοκιακή επιβάρυνση και η τυχόν υποτίμηση του ενός νομίσματος έναντι του άλλου. Η θέση της όμως ότι η τράπεζα δεν προωθούσε τέτοια δάνεια και δεν τα διαφήμιζε, αιτιολογήθηκε λέγοντας ότι η τράπεζα δεν είχε ιδιαίτερο όφελος από τη δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα, εφόσον πλείστες των περιπτώσεων οι πελάτες, εναγόμενοι 1 και 2, απέστελλαν απευθείας φράγκα τα οποία αγόραζαν από τράπεζα του εξωτερικού. Και επ' αυτού δεν υποδείχθηκε από την υπεράσπιση συγκεκριμένη χρέωση που να δεικνύει τέτοια μετατροπή ξένου νομίσματος σε φράγκα, ώστε να εξολφηθεί συγκεκριμένη δόση. Περαιτέρω, η θέση της ΜΕ1 πως η τράπεζα δεν προωθούσε τέτοιου είδους δανειοδότηση, επιβεβαιώνεται, έστω εμμέσως, από τα τεκμήρια 17 και 18, δηλαδή τις επιστολές που απέστειλε στην τράπεζα η εναγόμενη
  2. Εκεί η εναγομένη 3 αναφέρει ότι πολλοί πελάτες της ζητούν δάνειο σε φράγκα και γι' αυτό καλεί την τράπεζα να προσφέρει το εν λόγω προϊόν με συγκεκριμένους όρους (we would like bank to offer our clients the option). Η σχετική θέση αντιπαραβάλλεται με τον αόριστο ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι η τράπεζα είναι εκείνη που πρότεινε το φράγκο και μάλιστα το χαρακτήριζε σιδεροκέφαλο. Και λέγω αόριστο ισχυρισμό, εφόσον αντιληπτό είναι από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι δεν ήτο παρών σε τούτα ακριβώς τα επίδικα δάνεια. Διατείνεται όμως ότι αυτή ήταν η πρακτική της τράπεζας, γεγονός που γνωρίζει από συζητήσεις με άλλους συναδέλφους του. Εντούτοις το τεκμήριο 17, το οποίο του υπεδείχθη, απορρίπτει τις αιτιάσεις του, εφόσον αναδεικνύει πως η εναγομένη 3 ήταν εκείνη που επιθυμούσε αυτό το είδος δανειοδότησης, προφανώς επειδή κατ' αυτό τον τρόπο η αγορά των ακινήτων της μέσω δανειοδότησης, καθίστατο πιο ελκυστική ένεκα καλύτερων όρων αποπληρωμής. Αν δε η τράπεζα προωθούσε το φράγκο και αυτό το είδος της δανειοδότησης, δεν θα χρειάζετο η επιστολή τεκμήριο 17, εφόσον η τράπεζα θα διέθετε τούτο το προϊόν. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι η λογική του πράγματος, ορωμένη υπό το φως του περιεχομένου του τεκμηρίου 17, δεν συμβιβάζεται με τη θέση του ΜΥ1 ότι η τράπεζα είναι εκείνη που προωθούσε τα φράγκα, αλλά με αυτήν της ΜΕ1, δηλαδή ότι αυτή ήταν η απαίτηση της εναγομένης 3, ώστε η τράπεζα να παρέχει και αυτή την επιλογή στους πελάτες της. Παρεμβάλλεται πως τα ανωτέρω δεν είναι η μόνη μελανή πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε ότι η επεξήγηση των όρων στους πελάτες από την τράπεζα ήταν επιφανειακή. Παρ' όλα ταύτα αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως η τράπεζα και οι πελάτες διατηρούσαν ηλεκτρονική αλληλογραφία, δηλαδή όπως υποστήριξε τόσο η ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2, οι οποίες ρητά δήλωσαν ότι στον φάκελο τους εντόπισαν τέτοια ηλεκτρονικά μηνύματα. Ακολούθως ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο σε τούτη την αλληλογραφία η τράπεζα εξηγούσε τους όρους στους εναγόμενους 1 και
  4. Εν ολίγοις ο ΜΥ1 αναίρεσε τα όσα με περισσή ευκολία υποστήριξε στην κυρίως εξέτασή του, επιβεβαιώνοντας συν τω χρόνω καίριες θέσεις της μαρτυρίας της ΜΕ
  5. Συνεπώς εγείρεται το ερώτημα, αφού δεν ήτο βέβαιος και δεν γνώριζε με βεβαιότητα ότι η τράπεζα δεν ενημέρωνε τους πελάτες, πως κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα, το οποίο τελικώς αναίρεσε. Ένεκα όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ταυτίζονται με τη μαρτυρία της ΜΕ1, οι λοιπές θέσεις του ΜΥ1 απορρίπτονται. Έτι χειρότερη είναι η εικόνα που άφησε ο δικηγόρος, εδώ σε σχέση με την ενημέρωση που ο ίδιος έτυχε από την τράπεζα ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και
  6. Το σύνολο των εγγράφων προτάσεων της τράπεζας προς τους εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή τα έγγραφα Δ (3Δ, 5Δ, 7Δ, 9Δ, 11Δ, 13Δ και 15Δ), στο τέλος της πρότασης φέρουν την εξής δήλωση, την οποία ο δικηγόρος υπέγραψε. Αναφέρεται εκεί ότι: "I accept the above and expressly declare that it was explained and understood by me the risks that I undertake by obtaining the Loans and/or Banking facilities in the above currency and under the above terms.". Αν είναι κάτι που ρίχνει άπλετο φως στο τίνι τρόπω αντιμετωπίζεται από τη νομολογία η προσπάθεια αναίρεσης προηγηθείσας γραπτής δήλωσης, αρκεί πιστεύω να αναφερθεί η υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 989, όπου υποδείχθηκαν τα εξής: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος».» Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση ο δικηγόρος ισχυρίστηκε πως δεν διενεργήθηκε η σχετική επεξήγηση και η συνάντησή τους στην τράπεζα ήταν πολύ σύντομη. Το απόσπασμα από την υπόθεση Χατζηστυλλή είναι καταληκτικό για την αξία της εντός Δικαστηρίου δήλωσης του συνηγόρου και συγκεκριμένα ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί. Παρ' όλα ταύτα, εδώ μείζων είναι η επίδραση στην αξιολόγηση του μάρτυρα, η οποία οφείλεται στο εξής. ο ΜΥ2 δεν επιχείρησε να εξηγήσει το ανωτέρω απόσπασμα από το έγγραφο Δ, φερ' ειπείν να διαφοροποιηθεί σε κάποιο επιμέρους ζήτημα, όπως ότι η εξήγηση δεν ήτο πλήρης ή έστω σύμφωνη με το τεκμήριο 43. Ήταν κάθετος πως η σχετική δήλωση δεν ισχύει. Εν ολίγοις υποστήριξε ότι δεν είναι αληθής. Και ερωτώ. αν με τέτοια ευκολία ακυρώνει τη δήλωση που προσυπόγραψε και με την οποία δέσμευσε τους πελάτες του που τον εμπιστεύτηκαν σχετικά και τον κατέστησαν πληρεξούσιό τους, έστω και αν η συμβουλή του δεν επεκτείνετο στο δάνειο, πώς τότε να γίνει σήμερα πιστευτός για το αντίθετο; Πότε λέγει την αλήθεια. σήμερα ή τότε που υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες που φέρουν την επίμαχη δήλωση. Ομολογώ ότι είναι με μεγάλη έκπληξη και συνάμα ιδιαίτερη ανησυχία που άκουσα τον συνήγορο με περισσή ευκολία να δηλώνει πως η σχετική δήλωση επί του εγγράφου Δ δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Γιατί τότε υπέγραψε τη δήλωση. Ουδέν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Και είναι βεβαίως περιττό να λεχθεί πως το λειτούργημα του δικηγόρου και η εντιμότητα που το περιβάλλει, απόρροια της δικανικής γνώσης και των υψηλών αρχών δικαίου με τις οποίες γαλουχείται, δεν επιτρέπει τέτοιες παλινδρομήσεις. Δεν νοείται να υπέγραψε τη δήλωση καθ' ον χρόνο το περιεχόμενο της δεν ήτο αληθές. Η δε δεδηλωμένη θέση του ότι η παρελθοντική δήλωσή του είναι προϊόν ψεύδους, επισκιάζει την τελευταία τοποθέτησή του και δεν επιτρέπει αποδοχή τούτης. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του συνηγόρου δεν κρίνεται αληθής και απορρίπτεται. Τώρα, σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ3, ο οποίος παρουσιάστηκε πραγματογνώμονας και δεν έτυχε αμφισβήτησης και ως εκ τούτου αυτό σε συνδυασμό με το δεδομένο της γνώσης και εμπειρίας του, τον καθιστά πραγματογνώμονα, επιβάλλεται να υποδειχθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου εξηγεί πως δεν διαφέρουν οι κανόνες που διέπουν την αξιολογική διεργασία σε σχέση με πραγματογνώμονα (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. 199/14, ημερ. 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον υπό κρίση είναι η εγκυρότητα της γνώμης του και όχι η εν γένει συμπεριφορά του, όπως στην περίπτωση μάρτυρα πραγματικών γεγονότων (Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875, 880). Σημαντικό είναι και αυτό που υπεδείχθη στην Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750, δηλαδή ότι η αποδεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες απόδειξης, εφόσον επιτρέπεται στον πραγματογνώμονα να εκφράσει τη γνώμη του σε ό,τι αφορά το αντικείμενό του. Τούτη όμως η δυνατότητα, αναφέρθηκε, συμπαρασύρει και υποχρέωση. Η υποχρέωση που βαραίνει τέτοιον μάρτυρα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα, ώστε να καταστήσει ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Επιβάλλεται να αναφέρει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε και να τεκμηριώσει τις επιστημονικές αρχές που εφάρμοσε. Άλλωστε στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186, υπεδείχθη ότι αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ΄ εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Αυτός είναι και ο λόγος που στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, 1448, λέχθηκε ότι? «Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις: "...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well constructed expert' s report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose."». Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Και με αυτό δεν εννοώ απλώς τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος. Εκείνο που καθόρισε την αρνητική τούτη εντύπωση είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, το οποίο από απλή και μόνο ανάγνωση καταδεικνύει ότι δεν ήτο ανεξάρτητος, κατά πώς ο πραγματογνώμονας οφείλει να είναι, αλλά δοσμένος στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της υπεράσπισης της εναγομένης
  1. Και εξηγώ. κατ' αρχάς ο ΜΥ3 υποστήριξε πως κατά τον τερματισμό της συμφωνίας η μετατροπή των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, που κατ' εκείνο τον χρόνο ήτο πλέον το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, έπρεπε να διενεργηθεί με την αρχική ισοτιμία η οποία καθορίζεται στην έγγραφη πρόταση (έγγραφο Δ). Κρίνω πως η σχετική θέση είναι καθ' όλα ανυπόστατη και αντιφατική με τη μαρτυρία του ΜΥ
  2. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, ποια ήταν τότε η σημασία της εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, τεκμήριο 43, που προσκόμισε ο ΜΥ3, περί επεξηγήσεως του κινδύνου της ισοτιμίας. Αν τη στιγμή του τερματισμού της συμφωνίας η εξαργύρωση παρέπεμπε στην αρχική ισοτιμία της συμφωνίας, αυτό δεν θα ενείχε κινδύνους συνυφασμένους με την ισοτιμία, οι οποίοι οφείλαν να επεξηγηθούν. Πολύ απλά όταν ο δανειολήπτης αδυνατούσε να πληρώσει, θα σταματούσε την καταβολή δόσεων και η τράπεζα θα τερμάτιζε τη συμφωνία με επαναφορά του νομίσματος βάσει της αρχικής ισοτιμίας. Περαιτέρω, πως θα εύρισκε η τράπεζα τούτο το ποσό, δηλαδή τα φράγκα με βάσει την αρχική ισοτιμία, ώστε να εξοφλήσει το δάνειο; Αυτό θα ήτο αδύνατο και μόνη επιλογή ήταν να αγοράσει φράγκα αμέσως πριν τον τερματισμό και βεβαίως δυνάμει της κατ' εκείνο τον χρόνο ισχύουσας ισοτιμίας. Συνεπώς η λογική του πράγματος δεν υποστηρίζει τη μαρτυρία του ΜΥ
  3. Η λογική θέλει την ισοτιμία που διέπει το ζήτημα να είναι εκείνη του επίδικου χρόνου, δηλαδή της ανά περίπτωση ημερομηνίας τερματισμού. Άλλωστε το χρήμα τρέχει και οι ισοτιμίες αλλάζουν, ενίοτε προς όφελος της μιας πλευράς και άλλοτε προς όφελος της άλλης. Αυτός είναι και ο κίνδυνος δια τον οποίο ομιλεί το τεκμήριο 43 που προσκόμισε στο Δικαστήριο ο ΜΥ
  4. Είναι γι' αυτό τον κίνδυνο που η Κεντρική Τράπεζα ζήτησε όπως ενημερώνονται οι δανειολήπτες σε ξένο νόμισμα. Είναι λοιπόν αντιληπτό πως η σχετική θέση του ΜΥ3 δεν είναι απλώς άλογη, αλλά και αντιφατική με προηγούμενες δικές του θέσεις που εδράζονται στα διαλαμβανόμενα στο τεκμήριο
  5. Κατ' ανάλογο τρόπο έκπληξη προκαλεί και η θέση του πως στον τερματισμό της συμφωνίας η τράπεζα όφειλε να ειδοποιήσει εκ νέου τους εναγόμενους 1 και 2 και να τους εξηγήσει τους κινδύνους της μετατροπής, αυτή τη φορά από φράγκο σε ευρώ, καθ' ότι το τελευταίο νόμισμα ήταν επίσης ξένο γι' αυτούς. Αφήνω κατά μέρος το δικανικό σκέλος, δηλαδή πως κατ' εκείνο το χρόνο η συμφωνία τερματίζετο, αυτός ήτο και ο λόγος της μετατροπής και συνεπώς η σχέση των διαδίκων δεν διέπετο πλέον από τις πρόνοιες των συμφωνηθέντων προ του τερματισμού. Σε κάθε όμως περίπτωση, ποια θα ήταν η εναλλακτική αν δεν συμφωνούσαν τα μέρη (εναγόμενοι 1 και 2), ότι η τράπεζα θα διατηρούσε ως νόμισμα της συμφωνίας την ανύπαρκτη πλέον Κυπριακή Λίρα; Κάτι τέτοιο θα ήτο ανεπίτρεπτο, εφόσον στο μεταξύ το νόμισμα της Κύπρου ήτο πλέον το ευρώ. Η σχετική θέση του ΜΥ3 επίσης δεικνύει την επιτήδεια προσπάθεια του να αποδομήσει τις ενέργειες της τράπεζας και να στρεβλώσει καθετί σχετικό, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εναγομένης
  6. Εκείνο όμως που ακόμη περισσότερο καταδεικνύει την προσήλωσή του στις υπερασπιστικές θέσεις και όχι στην οικονομική πτυχή του πράγματος, που είναι και ο τομέας της ειδικότητας του, είναι η προσπάθειά του να ερμηνεύσει και εντέλει να ακυρώσει τη δήλωση του δικηγόρου στο τέλος της έγγραφης πρότασης, δηλαδή τα τεκμήρια που φέρουν το χαρακτηριστικό Δ. Επ' αυτού ήταν η θέση του ότι. αφενός δεν δόθηκε παράδειγμα και αφετέρου ουδέν αναφέρεται σε σχέση με τους δύο υπογράφοντες το έγγραφο (δηλαδή τους μάρτυρες) και δη κατά πόσο εκείνοι ήταν σε θέση να αντιληφθούν τα ρίσκα και τις μεταβολές που μπορεί να επηρέαζαν το δάνειο. Είναι αντιληπτό πως και οι δύο αυτές θέσεις εκφεύγουν της αρμοδιότητας του πραγματογνώμονα. Το πρώτο είναι πραγματικό ζήτημα και ως τέτοιο είναι στο Δικαστήριο να το αποφασίσει. Το άλλο όμως ζήτημα που έθιξε ο ΜΥ3, άγνωστο είναι από που προκύπτει. Το τεκμήριο 43, δηλαδή η εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας που ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο, δεν ομιλεί και δεν θέτει οιαδήποτε υποχρέωση σε σχέση με την κατάρτιση του προσώπου που προβαίνει στην επεξήγηση που εκεί προβλέπεται. Πρόκειται συνεπώς για κριτήριο του πραγματογνώμονα, που προφανώς έθεσε στην προσπάθειά του να μειώσει τη σημασία της δήλωσης του δικηγόρου. Ανάλογη ήταν η προσέγγισή του και για τους όρους που κατά την κρίση του είναι καταχρηστικοί, είτε γιατί παρέχουν αποκλειστική εξουσία στην τράπεζα, είτε γιατί δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης, σύμφωνα πάντα με την αντίληψη του μάρτυρα. Εντέλει η μαρτυρία του ελέγχεται και επί της ουσίας. Για παράδειγμα, ήταν η θέση του πως σε σχέση με το δάνειο της αγωγής 2392/13 δεν αναφέρεται η δόση. Αυτό είναι γεγονός, παραλείπει όμως τεχνηέντως να κάνει αναφορά στη δεύτερη παράγραφο του τεκμηρίου 3Δ, όπου αναφέρεται πως. "The capital, the accrued interest and the expenses of the loan will be repaid by consecutive monthly installments which will be calculated in the year 2010 based on the facts applicable at that time (interest rate, loan balance, loan duration), the first installment being payable on October the 1st 2010.". Συνεπώς ούτε σε αυτή την περίπτωση παρέμεινε ακαθόριστη η δόση, ή τουλάχιστον τα στοιχεία που την προσδιορίζουν. Υποστήριξε ακόμη ότι σε διάφορες περιπτώσεις το επιτόκιο των δανείων αυξήθηκε πριν την περίοδο των 6 μηνών, όρο που σε κάθε περίπτωση έκρινε καταχρηστικό. Εντούτοις παρέλειψε, παρά τον εξονυχιστικό σχολιασμό των εγγράφων και ιδιαίτερα των συμφωνιών των εναγομένων 1 και 2 με την τράπεζα (έγγραφα Β και Δ), να εντοπίσει τα διαλαμβανόμενα στην 3η σελίδα των εγγράφων Δ (τεκμήρια 3Δ, 5Δ, 7Δ, 9Δ, 11Δ, 13Δ και 15Δ) όπου αναφέρεται ότι. "In case the base rate of interest of any Loan or Banking facility secured by a fixed-term Deposit shall decrease, then from the same date automatically the additional rate of interest shall be increased by the same percentage, until the expiration of this Deposit without any further notice.". Αυτό μάλιστα συναρτάται με τις επιστολές που η τράπεζα απέστειλε στους εναγόμενους 1 και 2 και τους ενημέρωσε συναφώς, γεγονός που οδήγησε στην αυτόματη αύξηση, δηλαδή πριν τη λήξη των 6 μηνών, του επιτοκίου του δανείου. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα τεκμήρια 3ΙΒ, 5ΙΒ, 7ΙΒ, 9ΙΒ, 11ΙΒ, 13ΙΑ και 15ΙΑ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως ούτε και ο ΜΥ3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ολοκληρώνοντας με την αξιολόγηση των ισχυρισμών των μαρτύρων, παρατηρώ και το εξής. η θέση της υπεράσπισης ότι η υποθήκη και η εγγύηση που χορήγησε η εναγομένη 3 ήτο μέχρις ότου εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι των ακινήτων που αγοράστηκαν από τους εναγόμενους 1 και 2, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολής και ουδέν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να την επιβεβαιώνει. Από την άλλη, η ΜΕ1 αιτιολόγησε την αντίθετη θέση της με παραπομπή στα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 3, δηλαδή τα τεκμήρια 3Η, 5Η, 7Η, 9Η, 11Η, 13Η και 15Η, όπου όχι μόνο δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, αντιθέτως αναφέρεται ότι «είναι προς το συμφέρον της εταιρείας» και γι' αυτό χορηγεί την υποθήκη και την εγγύηση. Συνεπώς και επ' αυτού η μαρτυρία της ΜΕ1 επιβεβαιώνεται από την έγγραφη μαρτυρία και δη τις επιστολές της εναγομένης
  7. Βάσει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι αξιόπιστη και ειλικρινής είναι η μαρτυρία τον ΜΕ1 και ΜΕ2 και γι' αυτό την αποδέχομαι και όχι εκείνη των μαρτύρων υπεράσπισης, η οποία και απορρίπτεται. Όπως υποδεικνύεται στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 18, σελ. 443, η ευθύνη του εγγυητή είναι δευτερογενής (secondary), δηλαδή δεν προκύπτει παρά μόνο όταν ο πρωτοφειλέτης (principal debtor) προβεί σε παράβαση των δικών του υποχρεώσεων (default). Στην ίδια σελίδα σημειώνεται περαιτέρω ότι τυχόν απόφαση υπέρ του πιστωτή και εναντίον του πρωτοφειλέτη, δεν αποτελεί απόδειξη εναντίον του εγγυητή, βάσει πάντα της αρχής Res inter alios acta, aliis nec nocet nec prodest (a thing done between others does not harm or benefit others). Συνακόλουθη της εν λόγω αρχής είναι και η ημεδαπή νομολογία, εν προκειμένω η υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited v. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφ. 149/13, ημερ. 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  8. Εντούτοις προστίθεται εκεί ότι. «Βεβαίως η έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν παράγει δεδικασμένο έναντι και των εγγυητών, (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 234). Αποτελεί όμως ένδειξη οφειλής, αλλά και έναντι των εγγυητών, όπως εδώ οι εφεσίβλητοι, αυτοί ήδη δεσμεύονταν από την υπογραφείσα εγγύηση και τους όρους της.». Συνεπώς, αν και η έκδοση απόφασης σε βάρος του πρωτοφειλέτη δεν συνιστά απόδειξη εναντίον του εγγυητή, εντούτοις καθιστά την από μέρους του πρωτοφειλέτη παράβαση (default), δεδομένη. Κατά τα λοιπά, η υποχρέωση απόδειξης του οφειλόμενου ποσού που ο πιστωτής αξιώνει από τον εγγυητή, παραμένει στους ώμους του πιστωτή και καλεί για απόδειξη. Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στους Halsbury's πιο πάνω, αυτή τη φορά στις σελίδες 444 και 445, ο εγγυητής είναι υπεύθυνος μόνο για το υπόλοιπο που συνιστά νόμιμο χρέος. Στην προκείμενη περίπτωση η αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 οδηγεί στις καταχωρίσεις των καταστάσεων λογαριασμού και δη κατά πόσο είναι ορθές και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Και αρχίζω απ' εδώ, εφόσον ως έχει ήδη εξηγηθεί, οι αποφάσεις εναντίον των πρωτοφειλετών (τεκμήριο 2), καθιστούν δεδομένη την ένδειξη οφειλής τούτων, διαπίστωση η οποία ανοίγει το δρόμο για διερεύνηση της τυχόν υποχρέωσης του εγγυητή. Είναι όμως αντιληπτό ότι για να αποφανθεί το Δικαστήριο σε σχέση με το πραγματικό υπόλοιπο, προηγείται η διαπίστωση του επιτοκίου που κατά περίπτωση εφάρμοζε η τράπεζα και περιπλέον, κατά πόσο τούτο το επιτόκιο που εφαρμόστηκε είναι σύμφωνο με τα αναφερόμενα στις συμφωνίες των διαδίκων, εν προκειμένω της τράπεζας και των εναγομένων 1 και
  1. Διερχόμενη η απάντηση μέσα από τη συμφωνία των διαδίκων, καλεί για ερμηνεία τούτης της σύμβασης, στη βάση βεβαίως των γνωστών νομολογιακών αρχών όπως προσφάτως επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Avlida Hotels Ltd v. Annik Ltd, Πολ. Έφ. 260/14, ημερ. 16/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:A
  2. Εκείνο που εδώ απασχολεί είναι τα τεκμήρια που φέρουν τον χαρακτηρισμό Β και Δ, δηλαδή οι συμφωνίες της τράπεζας με τους εναγομένους 1 και
  3. Προσεκτική ανάγνωση των εν λόγω συμφωνιών αποκαλύπτει πως οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν ότι το εν λόγω επιτόκιο θα ήτο "The rate of interest may be fixed and/or floating and may comprise of fixed and additional rate of interest and/or may be redetermined at specified periods of time by an agreement with the customer.", δηλαδή κυμαινόμενο και/ή σταθερό. Αυτή η φράση φαίνεται να απασχόλησε ιδιαιτέρως την υπεράσπιση. Δεν κατανοώ όμως το γιατί. Το άλλο σχετικό έγγραφο, δηλαδή το τεκμήριο Δ διαλαμβάνει πως το επιτόκιο μπορεί να είναι μεταβαλλόμενο και βασίζεται σε 6 μήνες Libor, πλέον 1,75%. Εκτός βεβαίως της πρόνοιας που ανωτέρω αναφέρθηκε, δηλαδή ότι άμα το βασικό επιτόκιο μειωθεί, τότε αυτομάτως το περιθώριο (1,75%) αυξάνεται, κατά τα άλλα το έγγραφο Δ (έγγραφη πρόταση) διαλαμβάνει ότι το επιτόκιο δυνατό να διαφοροποιείται ανά εξάμηνο και αυτό κατόπιν ειδοποιήσεως στους ενδιαφερομένους και/ή δια δημοσιεύσεως στον ημερήσιο τύπο. Η έννοια του κυμαινόμενου και/ή σταθερού, εννοεί βεβαίως και τα δυο συνθετικά του επιτοκίου, δηλαδή το Libor από τη μια και το πρόσθετο συμφωνηθέν ποσό από την άλλη, εξου και η χρησιμοποίηση δύο αντιθέτων συνδέσμων, δηλαδή του συμπλεκτικού «και» με το διαχωριστικό «ή». Οιοδήποτε συνθετικό στοιχείο του επιτοκίου μπορεί να μεταβληθεί και αυτό μπορεί να διενεργηθεί ταυτοχρόνως ή σε ξεχωριστούς χρόνους. Όσο δε για την αιτιώμενη αντίφαση μεταξύ των εγγράφων Β και Δ, δεν διαπιστώνω τέτοια. Σε κάθε όμως περίπτωση, το έγγραφο Δ, στην παράγραφο C κάτω από τον τίτλο "Interest", διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση διάστασης μεταξύ της εγγράφου προτάσεως (τεκμήρια 3Δ, 5Δ, 7Δ, 9Δ, 11Δ, 13Δ και 15Δ) και οιουδήποτε άλλου εγγράφου της τράπεζας, υπερισχύει το περιεχόμενο της εγγράφου προτάσεως. Συνεπώς δεν προκύπτει ασάφεια ή σύγχυση. Τώρα, στη δεδομένη περίπτωση η έγγραφη μαρτυρία αποκαλύπτει πως το σύνολο των επιτοκίων που εφαρμόστηκαν σε καθεμία από τις επίδικες υποθέσεις, είναι αυτά που φαίνονται στην πρώτη σελίδα των τεκμηρίων 3ΙΒ, 5ΙΒ, 7ΙΒ, 9ΙΒ, 11ΙΒ, 13ΙΑ και 15ΙΑ. Αποτελεί περαιτέρω διαπίστωσή μου ότι οι επιστολές που στάλθηκαν στους ενδιαφερόμενους και/ή οι δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, έντυπα τα οποία αποτελούν μέρος των ανωτέρω αναφερομένων τεκμηρίων, ικανοποιούν τις πρόνοιες των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, τις οποίες πρόνοιες η νομολογία αναγνωρίζει, έστω εμμέσως, ότι τέτοια ενημέρωση δεν είναι μεμπτή και δεν αντίκειται στο δίκαιο (βλ. σχετικά Φελλάς ν. Emporiki Bank?Cyprus Limited, Πολ. Εφ. 17/13, 17/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A111 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεωργίου Οικονόμου
(2014)1Γ Α.Α.Δ 2287). Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό επειδή η τράπεζα αύξησε το επιτόκιο κατά τον τρόπο που υπεδείχθη, εφόσον αυτό προβλέπετο στη συμφωνία των διαδίκων. Αναφέρθηκε ήδη πως και στις περιπτώσεις που η αύξηση του επιτοκίου διενεργήθηκε πριν την πάροδο 6 μηνών, ήτο επιτρεπτό βάσει της συμφωνίας των διαδίκων και αποτελεί περαιτέρω διαπίστωσή μου, πως σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά οι εναγόμενοι 1 και 2 έτυχαν ειδικής ενημέρωσης (η επιστολή αποτελεί μέρος των ανωτέρω τεκμηρίων) κατά πως η συμφωνία διαλαμβάνει. Συνεπώς ούτε και η αύξηση πριν τη λήξη των 6 μηνών, απολήγει να αντίκειται στη σύμβαση των διαδίκων. Εκεί όμως που συμφωνώ με την υπεράσπιση έχει να κάνει με το ύψος του επιτοκίου. Εν πρώτοις αρχίζω με το επιτόκιο υπερημερίας. Είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τη νομιμότητα του επιτοκίου υπερημερίας στην αγωγή 3961/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 19/03/
  1. Όπως εκεί αναφέρθηκε? «Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος η οποία είναι ριζωμένη στο εξής ερώτημα? είναι νόμιμη και επιτρεπτή η επιβολή τόκου υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού και αν ναι μέχρι ποιο ποσοστό; Επ' αυτού η θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούται οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Το ζήτημα δεν είναι απαλλαγμένο νομοθετικής ρύθμισης. Εν προκειμένω σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99 ως έχει τροποποιηθεί, τις οποίες επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Σχετική διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 3(1β), το οποίο με τη σημερινή του μορφή εισήχθη στο νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66(Ι)/
  2. Ποια η σημασία του άρθρου αυτού στο νομικό στερέωμα και ο αντίκτυπος που έχει στην επίδικη σύμβαση, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Χαραλάμπους Π.Ε.Δ στην αγωγή Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σιαμπτάνη, υπ' αριθμό 10027/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνίας 22/05/2020, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου υιοθετείται. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος).» Κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου ήταν ότι: «Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύει ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας.» Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Κρίνω όμως σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, 1499, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 3%. Καίτοι βάσει αποτελέσματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι νόμιμη και εύλογη, υποδεικνύεται πως σε εκείνη την περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση είχε εκδοθεί την 08/11/2009, δηλαδή πολύ πριν τη θέσπιση των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών (Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015) και συνεπώς αντιληπτό είναι πως δεν τύγχανε εφαρμογής αυτό που σήμερα απασχολεί, εξού και δεν συζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό συνάγεται, έστω εμμέσως, από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Arredos Style Furnishing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερομηνίας 15/11/2019 και Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/10 ημερομηνίας 15/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:A522. Στην τελευταία εκ των δύο υποδείχθηκε ότι: «Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις. Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου.» Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ξιούρουππας το Ανώτατο Δικαστήριο διερεύνησε το κατά πόσο ο Ν.141(Ι)/2014 τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Κατέληξε συναφώς ότι: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείεσες συμβάσεις. Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης. Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.» Το πιο πάνω δεν παρατίθενται άνευ αποχρώντος λόγου και αυτό γιατί σηματοδοτούν και προδιαγράφουν εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί εδώ σε σχέση με τον έτερο τροποποιητικό νόμο, δηλαδή το Ν.66(Ι)/2015. Η εξέταση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη και σοβαρή πτυχή του θέματος, δηλαδή ότι ο τροποποιητικός νόμος που ακολούθησε, ήτοι ο Ν.66(Ι)/2015, σκοπούσε ακριβώς στο να προσδώσει στα εκεί αναφερόμενα αναδρομική ισχύ, ώστε να «καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις» κατά το λόγο της υπόθεσης Ξιούρουππας και αυτό γιατί σκοπός της θέσπισης και των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών ήταν η προστασία των οφειλετών από πρόσθετη επιβάρυνση ένεκα μονομερούς αυξήσεως περιθωρίου, πράγμα όμως που επιβεβαιωμένα δεν κατόρθωσε να επιτύχει η προηγηθείσα τροποποίηση. Ο Ν.66(Ι)/2015 από την άλλη, ρητά αναφέρει ότι αφορά κάθε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που «ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης» του νόμου, δηλαδή του νόμου του 2015. Συνεπώς το γεγονός ότι καλύπτει και συμβάσεις που έχουν τερματιστεί δηλώνεται ρητώς και απεριφράστως στο άρθρο 3(1β), γλώσσα η οποία διατυμπανίζει με γλαφυρότητα την αναδρομική ισχύ τούτου. Εν ολίγοις, το λεκτικό του Ν.66(Ι)/2015 είναι προφανές ότι σκοπούσε στο να επιφέρει αυτό που δεν κατόρθωσε να επιφέρει ο προηγούμενος τροποποιητικός νόμος (Ν.141(Ι)/2014), όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Ξιούρουππας. Σήμερα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τόσο το άρθρο 3(1β), όσο και το άρθρο 2Β(γ) του Ν.160(Ι)/1999, αναδεικνύουν τούτη την αναδρομική ισχύ. Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι ουδεμία απόκλιση διαπιστώνω μεταξύ των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2Β(γ) και 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999. Αν όμως ήθελε κριθεί ότι υφίσταται διάσταση στο σκοπό που έκαστο εξ αυτών εξυπηρετεί, προχωρώ λέγοντας ότι και αυτή είναι και η κατάληξή μου, πως το ζήτημα που εδώ εξετάζεται διέπεται ευθέως από το τελευταίο άρθρο [3(1β)], εφόσον άπτεται αυτών τούτων των παλαιών συμβάσεων κατά τρόπο ευρύτερο του προηγηθέντος άρθρου και αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην όλη διερεύνηση, καθ' ότι αναδεικνύει και ως εκ τούτου καθιστά την εν λόγω διάταξη ως ειδική και καθοριστική. Εν προκειμένω υποστήριξη αντλείται από το ακόλουθο απόσπασμα στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, vol 36, κάτω από τον τίτλο «Statute to be construed as a whole»: «For the purposes of construction, the context (
  1. s)of words which are to be construed includes not only the particular phrase (
  2. t)or section in which they occur, but also the other parts of statute (u). Thus a statute should be construed as a whole so as, so far as possible, to avoid any inconsistency or repugnancy either within the section to be construed or as between that section and other parts of the statute (a). The literal meaning of a particular section may in this way be extended (
  3. b)or restricted (
  4. c)by reference to other sections and to the general purview of the statute (d). Where the meaning of sweeping general word is in dispute, and it is found that similar expressions in other parts of the statute have all to be subjected to a particular limitation or qualification, it is a strong argument for subjecting the expression in dispute to the same limitation or qualification (e). It is sometimes said that where there is an irreconcilable inconsistency between two provisions in the same statute, the later prevails (f), but this is doubtful (g), and the better view appears to be that the courts must determine which is the leading provisions and which the subordinate provision, and which must give way to the other (h).» Στη δεδομένη περίπτωση η ειδική και καθοριστική διάταξη είναι το άρθρο 3(1β) και τα εκεί αναφερόμενα καθορίζουν την ερμηνεία που αρμόζει να αποδοθεί και στο άρθρο 2Β(γ). Και όλα αυτά αν ήθελε κριθεί πως ο σκοπός των δύο άρθρων διαφέρει, πράγμα που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν ισχύει, εφόσον τα δύο άρθρα φανερώνουν την περί ης ο λόγος αναδρομική ισχύ τούτων. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ακριβώς όπως και ο Χαραλάμπους Π.Ε.Δ, ότι η νομοθεσία, εν προκειμένω ο Ν.66(Ι)/2015, δεν επιτρέπει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας, εκτός αν η τράπεζα καταφέρει να αποδείξει ότι τέτοια αξίωση, όχι όμως πέραν του 2%, συνιστά ειδική ζημιά που υπέστη. Στη δεδομένη περίπτωση ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία και ως εκ τούτου κατάληξή μου είναι ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη αντίστοιχη ειδική ζημία και συνεπώς δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας.» Τα ανωτέρω υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ολότητά τους. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε στο οφειλόμενο υπόλοιπο αντίκειται της σχετικής νομοθεσίας και δεν δικαιολογείται, εφόσον οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία ότι υπέστησαν οιαδήποτε ζημιά. Συνεπώς το επιτόκιο υπερημερίας ύψους 7,75% που η τράπεζα επέβαλε με τον τερματισμό της συμφωνίας, απορρίπτεται ως αναπόδεικτο. Εκ της ανωτέρω διαπίστωσης προκύπτει νέο ερώτημα. Αυτή τη φορά έχει να κάνει με τη νομιμότητα του άλλου σκέλους του επιτοκίου που επέβαλε η τράπεζα κατά τον τερματισμό της συμφωνίας της με τους εναγόμενους 1 και 2, εν προκειμένω τη μετατροπή του κυμαινόμενου επιτοκίου σε βασικό 6,25%, όπως ακριβώς αποκαλύπτουν οι επιστολές τερματισμού, δηλαδή τα τεκμήρια 3ΙΑ, 5ΙΑ, 7ΙΑ, 9ΙΑ, 11ΙΑ, 13Ι και 15Ι (στα δυο τελευταία η επιστολή αποτελεί μέρος του ευρύτερου τεκμηρίου). Και επ' αυτού η άποψή μου συμπλέει με εκείνη της υπεράσπισης. Όπως έχει νομολογηθεί ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας είναι και ο χρόνος που αποκρυσταλλώνονται αμφότερες οι υποχρεώσεις (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, 2494). Συνεπώς αυτός είναι ο χρόνος που καθορίζει το επιτόκιο που δεσμεύει τη συμφωνία και όχι η αντισυμβατική ενέργεια της τράπεζας να το μετατρέψει κατά το δοκούν. Ως εκ τούτου το επιτόκιο που δεσμεύει τους διαδίκους είναι αυτό που σε κάθε περίπτωση ίσχυε με τον τερματισμό της σύμβασης. Εντέλει, βάσει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως η ορθή απόδοση του λογαριασμού των διαδίκων, είναι αυτή που εμφαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, δηλαδή τα τεκμήρια 19, 20, 21, 22, 23, 24 και
  1. Αν και λόγω της δικογραφημένης θέσης της υπεράσπισης περιττεύει να σχολιαστεί κάτι περαιτέρω, υποδεικνύεται πως με δεδομένο λοιπόν τον από μέρους της τράπεζας ορθό υπολογισμό, στο προσκήνιο υπεισέρχονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του Κεφαλαίου
  2. Αντί άλλης επισήμανσης παρατίθενται τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, όπου εξηγήθηκε η επενέργεια του άρθρου
  3. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψίων, του λογαριασμού δανείου, τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.» Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, στην οποία υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης. Επίσης στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:A345 υποδείχθηκε ότι ως μέρος τούτων των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός. Βάσει των ανωτέρω καταλήγω ότι εφόσον ουδέν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να διαταράσσει την εκ πρώτης όψεως απόδειξη του χρέους, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κάθε υπόθεσης ξεχωριστά, δεικνύει και το πραγματικό υπόλοιπο που οφείλεται από την εναγομένη 3, εφόσον διαπίστωσή μου είναι ότι τούτο το υπόλοιπο προέκυψε με το ορθό επιτόκιο, χωρίς χρέωση υπερημερίας και χωρίς οιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. Παρ' ότι συνιστά δικογραφημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η εναγομένη 3 ουδεμία επιστολή τερματισμού έλαβε, εντούτοις κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε οτιδήποτε σχετικό στους μάρτυρες. Μείζων βεβαίως δεν είναι απλώς το ότι δεν τέθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, αλλά πολύ περισσότερο ότι οι επιστολές που κατέθεσε η τράπεζα, δηλαδή τα τεκμήρια 3ΙΑ, 5ΙΑ, 7ΙΑ, 9ΙΑ, 11ΙΑ, 13Ι και 15Ι, δεν αμφισβητήθηκε ότι κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη
  4. Η σημασία τέτοιας παράλειψης παραπέμπει στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648, τα οποία θέλουν επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται από το ταχυδρομείο, και εδώ η ταχυδρόμηση είναι σύμφωνη με τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία των διαδίκων, να αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Με δεδομένο λοιπόν ότι εδώ η υπεράσπιση ουδέν αμφισβήτησε σε σχέση με τις ανωτέρω επιστολές, οι οποίες υποστηρίχθηκε ότι κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη 3, είναι αρκετό ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο ότι η εναγομένη 3 ειδοποιήθηκε δεόντως για την παράλειψη των πρωτοφειλετών να καταβάλουν τις δόσεις τους. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως σε σχέση με την εναγομένη 3, η τράπεζα όπερ έδει δείξαι (ό,τι ήταν να αποδείξει το απέδειξε). Συνεπακόλουθο είναι η διαπίστωση περί εγκυρότητας της αξίωσης, τόσο σε σχέση με το ποσό όσο και με την υποθήκη, η οποία να επαναληφθεί ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τη θέση ότι ήτο περιορισμένη χρονικά μέχρι την έκδοση τίτλου επ' ονόματι των πρωτοφειλετών. Σε τούτο λοιπόν το στάδιο οι επτά υποθέσεις αποσυνενώνονται και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγομένης 3 ως ακολούθως: 2392/13 Για το ποσό των €250.922,82 με τόκο προς 4,8900% από 18/05/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 10Β της έκθεσης απαιτήσεως. 2393/13 Για το ποσό των €133.494,18 με τόκο προς 4,8508% από 16/05/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 10Β της έκθεσης απαιτήσεως. 2394/13 Για το ποσό των €126.489,14 με τόκο προς 4,9350% από 07/06/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 10Β της έκθεσης απαιτήσεως. 2396/13 Για το ποσό των €122.985,74 με τόκο προς 6,2640% από 11/06/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 10Β της έκθεσης απαιτήσεως. 2397/13 Για το ποσό των €165.428,29 με τόκο προς 4,9317% από 13/06/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 10Β της έκθεσης απαιτήσεως. 3704/13 Για το ποσό των €247.486,08 με τόκο προς 4,9333% από 06/07/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 9Β της έκθεσης απαιτήσεως. 3705/13 Για το ποσό των €212.304,03 με τόκο προς 4,8900% από 05/07/2012, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 9Β της έκθεσης απαιτήσεως. Εν κατακλείδι, υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγομένης 3 επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι μέχρι και την ημερομηνία συμψηφισμού τα εν λόγω έξοδα θα είναι ξεχωριστά για κάθε υπόθεση, ενώ από την έκδοση του διατάγματος και εντεύθεν θα είναι ένα σετ εξόδων. Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.