← Κύπρος

T. P. M. H. Ltd ν. Α. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1126/2019, 29/7/2022

T. P. M. H. Ltd ν. Α. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1126/2019, 29/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1126/2019 Μεταξύ: T. P. M. H. Ltd Εναγόντων και

  1. Α. Ν. [ ] Πάφος
  2. Ι. Ν. [ ] Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 09.05.22 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 29.07.22 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους ! & 2-Αιτητές 1 & 2: κος Α. Δημητριάδης για κ.κ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κος Ρ. Βερζανλής για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 16.10.19 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (αρχικοί Ενάγοντες) καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στο οποίο επικαλείται χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς όφελος του Εναγομένου 1 υπό τη μορφή γραπτής συμφωνίας δανείου που στην πορεία τροποποιήθηκε με συμπληρωματική συμφωνία, ως εξασφάλιση των οποίων η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε μέχρι ποσού Λ.Κ.£250.000 πλέον τόκους, δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου εγγύησης, τις συμβατικές υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, καθώς επίσης ως περαιτέρω κάλυψη τους υποθηκεύτηκε με την υποθήκη Υ1248/2012 το όλο μερίδιο του ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο 5 της ενσωματωμένης έκθεσης απαίτησης, αποκλειστικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οποίου είναι ο Εναγόμενος
  3. Επίσης στο εν λόγω δικόγραφο σημειώνεται ότι επειδή παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις στην πληρωμή του δανείου από τον Εναγόμενο 1 και συνέχισαν να υπάρχουν παρά τις γραπτές ειδοποιήσεις που του αποστάληκαν, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ με επιστολή της τερμάτισε τη σύμβαση δανείου και κατέστησε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό απαιτητό και πληρωτέο. Παράλληλα δικογραφείται η ενέργεια της να ενημερώσει γραπτώς την Εναγόμενη 2 για τις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν και να την καλέσει να εξοφλήσει το ποσό για το οποίο, σύμφωνα με την εν λόγω τράπεζα, ευθύνεται. Επειδή προφανώς δεν υπήρξε εξέλιξη, με την παρούσα αγωγή αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ποσό CHF328.528,99 πλέον τόκος προς 6,2090% επί ποσού CHF306.321,08 από 20.06.19 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Επιπλέον εναντίον του Εναγομένου 1 επιδιώκεται η έκδοση δικαστικού διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 27.01.
  4. Απορρίπτοντας τις θέσεις που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε πρόωρα επειδή δεν έχει δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα. Ειδικότερα αρνούνται ότι η πιο πάνω τράπεζα έχει τερματίσει τις επικαλούμενες συμφωνίες ζητώντας εξόφληση του ποσού με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να ισχυρίζονται ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Περαιτέρω επικαλούνται κώλυμα από μέρους των Εναγόντων να αναφέρονται στην ύπαρξη συμφωνιών δανείου και χρεώσεων από αυτές επειδή είναι αντίθετες με παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή συμβουλές που η πιο πάνω τράπεζα είχε δώσει στους Εναγομένους ότι η παροχή εγγυήσεων και εξασφαλίσεων δεν θα ενεργούσαν εις βλάβη των συμφερόντων των τελευταίων. Επίσης μέσα από το δικόγραφο τους εγείρονται σωρεία επιπλέον ζητημάτων που χρήζουν εξέτασης κατά τη ακρόαση της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων οι Εναγόμενοι θέτουν θέμα νομιμότητας και εγκυρότητας συμβάσεων δανείου, συμφωνίας εγγύησης και εγγράφου υποθήκης του επίμαχου ακινήτου επικαλούμενοι έλλειψη αντιπαροχής, πράξεις και/ή παραλείψεις, όροι που παραβιάζουν νομοθεσίες, όροι που ενέχουν στοιχεία ποινικής ρήτρας, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας, απάτη/δόλο, ψευδείς παραστάσεις, αθέμιτης επιρροής, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία και άσκηση ψυχικής πίεσης, για όλα τα οποία χρεώνουν την ευθύνη στην προαναφερόμενη τράπεζα στη βάση λεπτομερειών που εκτίθενται. Ακόμη δικογραφείται θέμα υπερχρεώσεων και παράνομων χρεώσεων. Αρνούμενοι ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ένεκα της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό επιλήψιμης συμπεριφοράς της προαναφερόμενης τράπεζας και του τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων από αυτήν, οι ίδιοι υπέστηκαν ζημιές. Γι' αυτό οι Εναγόμενοι ανταπαιτητικά αξιώνουν εναντίον των Εναγόντων: (α) Δήλωση και/ή Διάταγμα Δικαστηρίου ότι οι συμβάσεις δανείου, συμφωνία εγγύησης και ενυπόθηκης εξασφάλισης είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες και/ή πλήρως εξοφλημένες, (β) ειδικές αποζημιώσεις ύψους €428.560, (γ) γενικές αποζημιώσεις, (δ) έξοδα εμπειρογνωμόνων και εξωδικαστικά έξοδα ύψους €22.500 πλέον Φ.Π.Α. και τόκο, (ε) νόμιμο τόκο. Τα δικόγραφα της παρούσας αγωγής έχουν συμπληρωθεί με την καταχώριση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση στις 10.02.
  5. Ουσιαστικά οι Ενάγοντες απορρίπτουν ως αβάσιμες όλες τις βάσεις υπεράσπισης και της ανταπαίτησης των Εναγομένων, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή δεν είναι πρόωρη και γι' αυτό νομιμοποιούνται στην καταχώριση της, οι συμφωνίες είναι νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές, οι χρεώσεις είναι νόμιμες και σύμφωνα με τις συμφωνίες, την ισχύουσα νομοθεσία, τραπεζική πρακτική και εγκυκλίους και ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι ορθό. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ενέργησε επιμελώς και νόμιμα χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγομένους, οι οποίοι, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, κωλύονται να προβαίνουν στους ισχυρισμούς τους επειδή υπέγραψαν τα έγγραφα κατόπιν μελέτης τους και με την ελεύθερη βούληση τους. Καταλήγουν να ζητούν απόρριψη της ανταπαίτησης, την οποίαν θεωρούν ενοχλητική, σκανδαλώδης, χωρίς νομικό έρεισμα και αιτία. Σε σχέση με την πορεία της αγωγής, αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν ολοκληρωθεί τα δικονομικά διαβήματα με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.30 με αποτέλεσμα η υπόθεση να είναι ορισμένη για ακρόαση στις 30.09.
  6. Στο μεταξύ με γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 15.09.21, η οποία βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και αντίγραφο δόθηκε στο συνήγορο των Εναγομένων, ενημερώθηκε ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις, χρέη και εξασφαλίσεις που αφορούν την παρούσα αγωγή έχουν μεταβιβαστεί από την Bank of Cyprus Public Company Limited στην Themis Portfolio Management Holdings Ltd κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 04.06.21 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 320/21 στη βάση των άρθρων 198-200 του Κεφ.113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 08.06.
  7. Με βάση την ειδοποίηση, η οποία δόθηκε δυνάμει του άρθρου 18

(4)του Ν.169(Ι)/2015, η Themis Portfolio Management Holdings Ltd έχει αυτόματα αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Bank of Cyprus Public Company Limited στην αγωγή αυτή και ως εκ τούτου η Themis Portfolio Management Holdings Ltd αναγνωρίζεται πλέον και συνάμα θα εμφανίζεται ως οι Ενάγοντες στην αγωγή αυτή. Είναι λόγω της γραπτής ειδοποίησης αυτής που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ανάλογη διατύπωση και θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται. Στις 09.05.22 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την παρούσα δια κλήσεως αίτηση στην οποίαν ζητούν την έκδοση «Προσωρινού Διατάγματος που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση και/ή στην Themis Portfolio Management Holdings Ltd (H.E. 378131) και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή οιωνδήποτε άλλων προσώπων ενεργούντων αντ' αυτών και/ή για λογαριασμό τους, από του να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, πλειστηριασμό, πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση, επιβάρυνση, δημοσίευση για πώληση του ακινήτου ιδιοκτησίας του Εναγόμενου/Αιτητή αρ.1, με αρ. εγγραφής [ ], μέχρι τελικής εκδικάσεως της υπό τν άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή/και νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.» Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, τα άρθρα 29, 31 και 32 του Ν.14/60, τη Δ.48 Θ.1-4, 8
(1)(ee) & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Ν.9/1965, στα άρθρα 23, 26 & 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η γενική πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων 1 & 2 στο σύνολο της. Όπως ο Εναγόμενος 1 αναφέρει, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 07.12.05, του παραχώρησε δάνειο σε ελβετικό φράγκο ύψους CHF680.000 μέσω σχετικού τραπεζικού λογαριασμού, υπό την εγγύηση της συζύγου του. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ως αποκτών πρόσωπο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα στις 26.07.19, οι Εναγόμενοι, δια του δικηγόρου τους, υπέβαλαν άνευ βλάβης πρόταση στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ για πληρωμή ποσού €100.000 προς εξόφληση του δανείου του Ενάγοντα
  1. Προηγήθηκε η ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού από τον χρηματο-οικονομικό σύμβουλο/αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας των Εναγομένων στη βάση των προνοιών της σύμβασης δανείου, στην οποίαν το ύψος του οφειλομένου ποσού ανέρχεται στα CHF128.210 που ισοδυναμεί με €81.382,90 (Τεκμήριο 2). Με επιστολή της ημερ. 05.12.19 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ απέρριψε την πρόταση ζητώντας πληρωμή ποσού €203.000 (Τεκμήριο 1). Στις 16.10.20 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ γνωστοποίησαν γραπτώς τους Εναγομένους ότι δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 σκόπευαν να πωλήσουν την πιστωτική διευκόλυνση και τις εξασφαλίσεις αυτής σε τρίτο πρόσωπο και ότι οι τελευταίοι είχαν περιθώριο 45 ημερών να υποβάλουν προσφορά στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 3). Ακολούθησε νέα άνευ βλάβης προσφορά των Εναγομένων, πάλι μέσω των δικηγόρων τους, για το ποσό των €110.000 (Τεκμήριο 4), η οποία και αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του χρηματο-οικονομικού συμβούλου/αδειοδοτημένου συμβούλου αφερεγγυότητας των Εναγομένων εντοπίζονται σοβαρές υπερχρεώσεις που φαίνεται να υπάρχουν στους επίδικους λογαριασμούς, με αποτέλεσμα το πραγματικά οφειλόμενο ποσό στις 31.12.21 να ανέρχεται στα CHF133.018,18 που ισοδυναμεί με €84.434,54, ποσό το οποίο, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους αναφορικά με την ανταπαίτηση τους, οι Εναγόμενοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αμέσως στους Ενάγοντες προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τους. Σύμφωνα ακόμη με τον ενόρκως δηλών, οι Ενάγοντες απέστειλαν την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (Τεκμήριο 6) με την οποίαν ενημέρωσαν τους Εναγομένους ότι το ενυπόθηκο ακίνητο θα πωληθεί με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό την 01.08.
  2. Παράλληλα τους πληροφόρησαν ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω υποθήκης ανέρχεται στα CHF368.018,18 που ισοδυναμεί με €84.434,
  3. Το υποθηκευμένο ακίνητο βρίσκεται στην επαρχία Πάφου και περιλαμβάνει την μοναδική κατοικία του υιού του Εναγομένου 1 και της οικογένειας του. Κατόπιν συμβουλής που ο ομνύοντας έλαβε από το δικηγόρο και τον χρηματο-οικονομικό σύμβουλο/αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας των Εναγομένων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα επειδή η Themis Portfolio Management Holdings Ltd είναι αφερέγγυος οργανισμός με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι Εναγόμενοι να μην λάβουν αποζημιώσεις που ενδεχόμενα θα τους επιδικαστούν. Επί του σημείου αυτού ο ομνύοντας παραθέτει τις θέσεις του. Οι Ενάγοντες αντέδρασαν στις 24.06.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 12 λόγους ένστασης. Επειδή ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους, ταξινομώντας τους σε ομάδες ουσιαστικά πρόκειται για τους εξής:
(1)Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική και/ή προωθούν την αγωγή καταχρηστικά και/ή έχοντας ως αυτοσκοπό την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
(2)Η αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και/ή με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να φέρει τους Εναγομένους προς τετελεσμένων γεγονότων.
(3)Δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και η σχετική επί του θέματος νομολογία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων εδράζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 27, 44Α-44ΙΑΑ του Ν.9/1965, στην Κ.Δ.Π.185/2015, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.1, Δ.2, Δ.3, Δ.4, Δ.28, Δ.32, Δ.35, Δ.39, Δ.48 & Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23 & 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Άντρη Κανάρη, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγομένων από τον Νοέμβριο του έτους
  1. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγόντων στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά στην μεταφορά της ενυπόθηκης εξασφάλισης (επίδικης υποθήκης) και της χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ το έτος 2013 και έπειτα από τις 08.06.21 στους Ενάγοντες (Τεκμήρια 2 & 3). Γραπτές ειδοποιήσεις της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ και των Εναγόντων σχετικά με την πιο πάνω μεταφορά έχουν ταχυδρομηθεί στους Εναγομένους (Τεκμήρια 4 και 5). Παράλληλα η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ απέστειλε στους Εναγομένους επιστολή ημερομηνίας 16.10.20 με την οποίαν τους ενημέρωνε για το δικαίωμα τους να υποβληθεί προσφορά για εξαγορά των υποχρεώσεων τους που μεταφέρονταν εντός 45 ημερών. Η ομνύουσα επίσης παραθέτει γεγονότα που σύμφωνα με την ίδια περιβάλλουν την ουσία της υπόθεσης. Ειδικότερα αναφέρεται στην παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στον Εναγόμενο 1 υπό τη μορφή σύμβασης δανείου συνολικού ύψους CHF680.000 (Τεκμήριο 6). Ένεκα της μη αποπληρωμής χρεωστικών υπολοίπων, η σύμβαση δανείου τερματίστηκε κατόπιν αποστολής σχετικών επιστολών ημερομηνίας 19.06.19 (Τεκμήριο 7). Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επίσης προωθήθηκε η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Προς το σκοπό αυτό επιδόθηκαν στους Εναγομένους οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» με τις οποίες ορίστηκε πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου την 01.08.
  2. Κατόπιν συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο των Εναγόντων, η ομνύουσα προβάλλει τη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος. Εις υποστήριξη της θέσης της η ομνύουσα αναπτύσσει διάφορα επιχειρήματα, τα οποία καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της. Σε συντομία αυτό που αναφέρει είναι ότι υπάρχει παραδοχή από μέρους των Εναγομένων για τη συνομολόγηση σύμβασης δανείου και εκταμίευσης ποσού. Η διαφωνία έγκειται στο ύψος του οφειλομένου ποσού αφού οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη χρεωστικών υπολοίπων. Σε σχέση με την αμφισβήτηση της εγκυρότητας της σύμβασης δανείου, είναι η θέση της ομνύουσας ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι. Σε ότι αφορά την εγκυρότητα της υποθήκης, οι πρόνοιες του εγγράφου δίδουν ευρείες εξουσίες στον ενυπόθηκο δανειστή που είναι οι Ενάγοντες, επιτρέποντας, ανάμεσα σ' άλλα, τη διεξαγωγή διαδικασίας πλειστηριασμού για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Είναι ακόμη η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι οι αξιώσεις των Εναγομένων είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα. Παράλληλα δηλώνει ότι οι Ενάγοντες είναι σε θέση να καταβάλουν αποζημιώσεις που τυχόν επιδικαστούν εναντίον τους σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης τους. Σύμφωνα με την ομνύουσα, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί αφερέγγυας κατάστασης των Εναγόντων είναι παντελώς αόριστες, οι οποίοι εδράζονται σε αυθαίρετα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν μετά από αόριστες ανακοινώσεις στον τύπο. Εις αντίκρουση τους σημειώνεται ότι με βάση τις ενοποιημένες ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των Εναγόντων για το έτος 2021, οι Ενάγοντες διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €623.865.855 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €24.546.800 αφορούν ρευστά διαθέσιμα και €102.147.979 αξίας ακίνητα εγγεγραμμένα στο όνομα τους (Τεκμήριο 10). Συμπληρωματικά η ομνύουσα αναφέρει ότι από τα στοιχεία που επισυνάπτονται στην υπό κρίση αίτηση δεν αποδεικνύεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του Εναγομένου 1 αλλά ότι αυτή είναι η οικία του υιού του, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αγωγή αυτή και το επίδικο ακίνητο δεν είναι στην ιδιοκτησία του. Την ίδια στιγμή οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να έχουν προωθήσει οποιαδήποτε διαδικασία βάσει του σχεδίου ΕΣΤΙΑ. Καταλήγοντας η ομνύουσα αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ανεπίτρεπτα επέλεξε να επισυνάψει άνευ βλάβης αλληλογραφία προς δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Το πρώτο ζήτημα που με έχει προβληματίσει είναι κατά πόσο η απόφαση της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων για τροποποίηση των διατάξεων του Ν.9/1965 που εξ' όσον γνωρίζω λήφθηκε περί τα μέσα Ιουλίου 2022 επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πορεία της υπό κρίση αίτησης. Επειδή η εν λόγω απόφαση δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το θέμα, για σκοπούς έκδοσης της παρούσας δικαστικής απόφασης, έπαυσε να με απασχολεί. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ξεκινώ την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης, ο οποίος περιλαμβάνει τρεις πτυχές. Πρώτη πτυχή είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη. Με κάθε σεβασμό στους Ενάγοντες η εν λόγω τοποθέτηση συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου το μέρος αυτό του λόγου ένστασης δεν έχει έρεισμα. Δεύτερη πτυχή είναι ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Με κάθε εκτίμηση, δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Οι Εναγόμενοι απλά ασκούν το δικαίωμα που τους παρέχουν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)του Μέρους VI του Ν.9/1965. Συνεπώς ούτε αυτό το σκέλος του λόγου ένστασης ευσταθεί. Τρίτη πτυχή είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι προωθούν την αγωγή καταχρηστικά και/ή έχοντας ως αυτοσκοπό την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που παρέμεινε μετέωρος δίχως υποστηρικτικό υπόβαθρο. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Κανάρη δεν ασχολείται με το συγκεκριμένο σκέλος. Ούτε η γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγόντων πραγματεύεται το ζήτημα αυτό. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν εγκαταλείψει το συγκεκριμένο κομμάτι. Σε κάθε περίπτωση, το μέρος αυτό στερείται τεκμηρίωσης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του ως αβάσιμος. Έπεται η εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι βασικά η θέση των Εναγόντων ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα (εδώ αξίωσης της Αιτήτριας) και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής (εδώ κυρίως αίτησης). Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ, μέσα από μελέτη του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, ότι οι Ενάγοντες επικαλούνται γεγονότα και δεδομένα που παραπέμπουν στην παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή σύμβασης δανείου, για την κάλυψη των οποίων συνομολογήθηκε συμφωνία εγγύησης και υποθήκευσης ακινήτου. Η απαίτηση των Εναγόντων, με αναφορά στα έγγραφα καις τους όρους αυτών, επικεντρώνεται σε καθορισμένο χρεωστικό υπόλοιπο που σύμφωνα με τους ιδίους κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μετά από τερματισμό της σύμβασης δανείου και της έκκλησης για εξόφληση του κατ' ισχυρισμό εκκαθαρισμένου χρέους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι, μέσα από την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους, αφήνουν σαφείς αιχμές ως προς τη νομιμότητα της μεταφοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης και των εξασφαλίσεων αυτής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ στους Ενάγοντες. Εκ πρώτης όψεως παρατηρώ ότι στις 04.06.21 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε δικαιοδοσία Προέδρου, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 320/21, εξέδωσε διάταγμα επικύρωσης Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ, των Εναγόντων και των μετόχων αυτών με το οποίο επιτρέπεται η μεταβίβαση και η συνέχιση νομικών διαδικασιών διαφόρων περιπτώσεων που αφορούν πιστωτικές διευκολύνσεις, δάνεια και εξασφαλίσεις αυτών. Μία από αυτές τις περιπτώσεις φαίνεται να είναι το δάνειο και οι εξασφαλίσεις αυτού που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να προσβάλουν την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εφόσον δεν το έπραξαν, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως Εφετείο και να ασχοληθεί εξετάζοντας τη νομιμότητα και κατ' επέκταση ορθότητα ενός ζητήματος που ήδη αποφασίστηκε στη βάση τελικής απόφασης από άλλο ομοβάθμιο Δικαστήριο (Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδη κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218). Από εκεί και πέρα, η λήψη ενημερωτικής επιστολής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ από τους Εναγομένους 1 και 2 (Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ Κανάρη), ως προνοείται από τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015, γεγονός που παραδέχονται οι Εναγόμενοι, καθώς επίσης η αποστολή με το ταχυδρομείο ενημερωτικές επιστολές των Εναγόντων στους Εναγομένους 1 και 2 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Κανάρη)), ως προνοούν οι διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.169(Ι)/2015, πράγμα που δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εναγομένους, εκ πρώτης όψεως καταδεικνύει διαδικασία που ακολουθήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Εξ' όσον ακόμη μπορεί να γίνει αντιληπτό οι Εναγόμενοι, μέσα από το δικόγραφο τους, ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα από τους Ενάγοντες επειδή οι τελευταίοι δεν έχουν τερματίσει τη συμφωνία δανείου και να ζητήσουν εξόφληση του ποσού καθιστώντας έτσι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς αυτής και καθ' οιονδήποτε τρόπο να την αξιολογώ αφού αυτή θα επιλυθεί κατά την ακρόαση της αγωγής, παρατηρώ ότι ενώπιον μου υπάρχουν επιστολές ημερομηνίας 19.06.19 που απευθύνονται σε έκαστο από τους Εναγομένους (Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ Κανάρη), με τις οποίες τους γνωστοποιείται ότι ένεκα παράβασης της συμφωνίας δανείου τερματίζεται η σύμβαση καθώς και η λειτουργία του δανείου. Παράλληλα στις ίδιες επιστολές σημειώνεται ότι όλο το χρεωστικό υπόλοιπο καθίσταται απαιτητό και καλούνται οι Εναγόμενοι, υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη και εγγυητή αντίστοιχα, να το εξοφλήσουν αμέσως. Τα στοιχεία αυτά εκ πρώτης όψεως αφήνουν εκτεθειμένη την πιο πάνω θέση των Εναγομένων. Μελέτη των δικογράφων της υπόθεσης, καθιστά αντιληπτό ότι τα επίδικα θέματα εμπίπτουν κυρίως στον τομέα των συμβάσεων, στη συμπεριφορά δέουσας επιμέλειας / επαγγελματικού καθήκοντος και στα θεσμοθετημένα καθήκοντα ενός προσώπου. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Το άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679). Το δε άρθρο 51 του Κεφ. 148 ασχολείται με τις αρχές που καθορίζουν την αμέλεια (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η πρόκληση ζημιών στο θύμα λόγω αμελούς συμπεριφοράς δυνατό να επιφέρει αποζημιώσεις εις βάρος του υπαιτίου μέρους. Υπάρχει πλούσια νομολογία για τα θέματα αυτά. Από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο της καταχωρημένης δικογραφίας, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα τόσο των Εναγόντων απέναντι στους Εναγομένους σχετικά με την απαίτηση τους όσο και των Εναγομένων απέναντι στους Ενάγοντες αναφορικά με την ανταπαίτηση τους, τα οποία βεβαίως θα εξεταστούν μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς τόσο των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων όσο και από μέρους των Εναγομένων εναντίον των Εναγόντων, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων όσο και σε σχέση με την ανταπαίτηση των Εναγομένων. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι η νομιμότητα και κατ' επέκταση εγκυρότητα των συμφωνιών και εγγράφων, η ορθότητα και η νομιμότητα χρεώσεων, το οποιοδήποτε τυχόν ύψος χρεωστικού υπολοίπου/οφειλομένου ποσού που ενδεχομένως να υπάρχει, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου για σκοπούς εξόφλησης ή πληρωμής έναντι του τυχόν οφειλομένου ποσού, κατά πόσο υπάρχει παράβαση σύμβασης και ποιος ευθύνεται γι' αυτό, κατά πόσο υπάρχει κώλυμα από οποιονδήποτε διάδικο να προωθεί τις αξιώσεις του, κατά πόσο η συμπεριφορά των Εναγόντων έχει προκαλέσει ζημιά στους Εναγομένους και εάν έχει επηρεαστεί η νομική ισχύ της υποθήκης. Σε ότι αφορά τις δύο τελευταίες περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει αν οι Εναγόμενοι δικαιούνται στην επιδίκαση ειδικών και/ή γενικών αποζημιώσεων και κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να ακυρωθεί η ισχύς των εγγράφων, περιλαμβανομένου της υποθήκης που έχει εγγραφεί επί του ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν χορηγηθεί στον Εναγόμενο 1. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα (εδώ εναγόμενοι) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας (εδώ εναγόμενοι) έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι υπάρχουν σωρεία νομικά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης. Όλα ενέχουν βαθμό δυσκολίας, για την επίλυση των οποίων απαιτείται νομική ανάλυση τους. Στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας (εδώ εναγόμενοι) έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Αποτελεί βασική θέση των Εναγομένων ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες για τους λόγους που δικογραφούν αλλά αντίθετα ένεκα κατ' ισχυρισμό επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και του τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, οι ίδιοι υπέστηκαν ζημιές, τις οποίες ανταπαιτητικά αξιώνουν εναντίον των Εναγόντων με τη διεκδίκηση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Ωστόσο οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου κάθε άλλο παρά σαφείς και συγκεκριμένοι είναι. Πρόκειται για γενικές και αόριστες αναφορές που δεν παραπέμπουν με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η ένορκη δήλωση ουσιαστικά συνοψίζει το περιεχόμενο του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης χωρίς να καταγράφει μαρτυρικό υλικό τέτοιο ώστε γίνεται στον αναγνώστη αντιληπτό (φανερό) ότι υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης των Εναγομένων. Αντίθετα εκείνο που υπάρχει και παραμένει, χωρίς να παραγνωρίζεται η εξέταση των νομικών ζητημάτων που οι Εναγόμενοι εγείρουν στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, είναι η θετική αναφορά του Εναγομένου 1 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τον χρηματο-οικονομικό σύμβουλο/αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας των Εναγομένων στη βάση των προνοιών της σύμβασης δανείου εντοπίζεται οφειλόμενο ποσό, το ύψος του οποίου υπολογίστηκε να ανέρχεται στα CHF128.210 που ισοδυναμεί με €81.382,
  1. Αντίγραφο του εγγράφου αυτού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του Εναγομένου
  2. Η τοποθέτηση αυτή εκ πρώτης όψεως αφήνει εκτεθειμένο τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν οφείλουν οτιδήποτε. Το ζήτημα βέβαια που φαίνεται να παραμένει προς επίλυση, υπό το φως των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου τα οποία έχουν μελετηθεί στην όψη τους και μόνο (επιδερμικά) και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται μαρτυρικό υλικό, είναι ο προσδιορισμός του ύψους του τυχόν πραγματικά οφειλομένου ποσού (αν τελικά υπάρχει) που προκύπτει από τις ορθές και νόμιμες χρεώσεις. Η παρουσία στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 γενικών και αόριστων αναφορών που δεν παραπέμπουν με ακρίβεια σε γεγονότα, σε συνδυασμό με την ύπαρξη υπογραμμένων συμφωνιών δανείου, συμφωνίας εγγύησης και εγγράφου υποθήκης στα οποία εμπλέκονται αμφότεροι Εναγόμενοι χωρίς να αντιμετωπίζουν πρόβλημα αντίληψης και/ή μόρφωσης ή να τίθεται ζήτημα πλαστογραφίας και σε συνάρτηση με τον εντοπισμό ύπαρξης οφειλομένου ποσού από τον χρηματο-οικονομικό σύμβουλο/αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας των Εναγομένων που φαίνεται να υπολόγισε στη βάση των προνοιών της σύμβασης δανείου, αφήνουν με τη σειρά τους επίσης εκτεθειμένο τον ισχυρισμό των Εναγομένων που αφορούν τη νομιμότητα και εγκυρότητα της σύμβασης δανείου του Εναγομένου 1, της συμφωνίας εγγύησης της Εναγομένης 2 και του εγγράφου υποθήκης του επίμαχου ακινήτου. Τα αιτήματα πιστωτικών διευκολύνσεων υποβάλλονταν από τον Εναγόμενο 1, τα αιτήματα αυτά γίνονταν αποδεκτά από τους εμπλεκόμενους τραπεζικούς οργανισμούς, τα ποσά φαίνεται να εκταμιεύτηκαν και ο Εναγόμενος 1 φαίνεται να τα χρησιμοποίησε χωρίς πρόβλημα. Η Εναγόμενη 2 στη βάση συμφωνητικού εγγράφου αποδέχτηκε να δώσει εγγύηση ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, για τον οποίον γνώριζε ότι ήταν πρωτοφειλέτης. Ο δε Εναγόμενος 1 επέλεξε το συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο διέθεσε ως επιπρόσθετη κάλυψη των δικών του υποχρεώσεων υποθηκεύοντας το προς όφελος των Εναγόντων στη βάση εγγράφου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (σχεδόν 12 χρόνια) δεν υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο από κανένα Εναγόμενο. Αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Είναι στοιχεία που αποδυναμώνουν την ισχύ και ταυτόχρονα μειώνουν την πιθανότητα απόδειξης ακυρότητας συμφωνιών και εγγράφων. Κατ' επέκταση επηρεάζεται η δυνατότητα επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται μία τέτοια πιθανότητα. Σε ότι αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο παρατηρώ ότι έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία εκποίησης του σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965, που εξ' όσον γίνεται αντιληπτό βρίσκεται σε εξέλιξη από τους Ενάγοντες αφού έχει ήδη προγραμματιστεί η διεξαγωγή πλειστηριασμού για την πώληση του. Είναι γνωστό ότι η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 αποτελεί ξεχωριστό και ανεξάρτητο θέμα από την εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης υποθήκης ακινήτου μέσω εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 44Α του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ξεκαθαρίζει ρητά ότι η εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια αγωγής που έχει καταχωριστεί, δεν επηρεάζει και κατ' επέκταση δεν εμποδίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή (εδώ Εναγόντων) να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ιδίου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/
  3. Ανεξάρτητα από τη διαδικασία που ακολουθείται με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965, παρέχεται δυνατότητα στους Ενάγοντες να προχωρήσουν με την αξίωση τους που φορά την έκδοση δικαστικού διατάγματος για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, εφόσον αποδείξουν την ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό, ως ισχυρίζονται στην απαίτηση τους, Η εξουσία αυτή των Εναγόντων φαίνεται να πηγάζει από τις πρόνοιες του όρου 5 του εγγράφου υποθήκης (Τεκμήριο 3 Ε/Δ Κανάρη). Αν κάποιος διαβάσει τον όρο αυτό θα αντιληφθεί ότι όταν το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καταστεί πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και δεν πληρωθεί, οι Ενάγοντες δικαιούνται να προχωρήσουν με την εκποίηση του είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου είτε άλλως πως. Η δυνατότητα αποπληρωμής οφειλομένου χρέους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υποθήκη ενός ακινήτου. Η έννοια της 'υποθήκης', όπως αυτή παρέχεται στο άρθρο 2 του Ν.9/1965 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, συνιστά επιβάρυνση που δημιουργείται στο ακίνητο προς εξασφάλιση χρηματικού χρέους. Το άρθρο 36 του Ν.9/1965 καταγράφει ρητά τις περιπτώσεις όπου δύναται ο ενυπόθηκος οφειλέτης να ζητήσει ακύρωση της υποθήκης μέσω δικαστηρίου, μία εκ των οποίων είναι η εξόφληση του χρέους. Στην παρούσα υπόθεση το κατ' ισχυρισμό χρέος του Εναγομένου 1 απέναντι στους Ενάγοντες που φαίνεται να κατέστη απαιτητό και πληρωτέο, συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες να είναι υπαρκτό παρά το αντίθετο. Το ότι παραμένει στο προσκήνιο ως εκκρεμότητα αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Πρόχειρη ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 36 δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι ουδεμία από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες δύναται να γίνει επίκληση του, έχουν έρεισμα στην παρούσα υπόθεση. Βέβαια το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1, ως ενυπόθηκος οφειλέτης που είναι, αμφισβητεί μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης την εγκυρότητα του εγγράφου υποθήκης, καθιστά το άρθρο 36 ανίκανο να τύχει εφαρμογής (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Σαλλούμη και άλλου
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2476). Σε ότι αφορά το καθεστώς ιδιοκτησίας ενυπόθηκου ακινήτου χρήσιμο είναι το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε.203/2013 ημερ. 11.09.19 όπου «οι εφεσίβλητοι είχαν καταχωρίσει, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αγωγή εναντίον των εφεσειόντων με την οποία αξίωναν διάφορα ποσά δυνάμει έγγραφης συμφωνίας παρατραβήγματος, δανείου, εγγυήσεως και ενυπόθηκης εγγύησης. Περαιτέρω, ζητήθηκε εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα κηρύξεως των συμφωνιών ως άκυρων ή ακυρώσιμων, όπως και ακύρωση αριθμού υποθηκών που υφίστανται προς όφελος των εφεσιβλήτων. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 14 Μαΐου 2013, οι εφεσείοντες καταχώρισαν αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εφεσιβλήτους να «προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκποίηση αριθμών υποθηκών» οι οποίες βαρύνουν ακίνητα, περιουσίας των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν. 14/60), πλην, όμως, απεφάνθη ότι η τρίτη προϋπόθεση ότι, δηλαδή, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, δεν πληρείτο.» Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την εκδοχή των Εναγομένων με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ (πιο πάνω), η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Οι αξιώσεις στην παρούσα υπόθεση είναι χρηματικής φύσεως. Μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Εξ' ου οι Εναγόμενοι ουσιαστικά διεκδικούν ανταπαιτητικά ειδικές αποζημιώσεις, γενικές αποζημιώσεις, έξοδα εμπειρογνωμόνων και εξωδικαστικά έξοδα και τόκους. Το εμπλεκόμενο ενυπόθηκο ακίνητο, όπως κάθε ακίνητο, έχει συγκεκριμένη αξία που δύναται να εκτιμηθεί. Ενώπιον μου τέθηκαν δύο εκτιμήσεις του ενυπόθηκου ακινήτου, αμφότερες από τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 9 Ε/Δ Κανάρη). Οι δύο εκτιμήσεις παρουσιάζουν την αγοραία αξία (market value) όλου του μεριδίου του ακινήτου η οποία εμφανίζεται να είναι μικρότερη της απαίτησης των Εναγόντων και μεγαλύτερης του ποσού που οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι μπορεί να είναι οφειλόμενο, άνευ βλάβης βεβαίως της υπεράσπισης τους. Συνεπώς η όποια ζημιά υποστούν οι Εναγόμενοι σε περίπτωση απώλειας του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα. Είναι ανακτήσιμη με χρήματα. Η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων στους Εναγομένους που μπορούν οι ίδιοι να διεκδικήσουν εις βάρος των Εναγόντων, εάν και εφόσον το εν λόγω ακίνητο εκποιηθεί πριν από την εκδίκαση της αγωγής και έκδοσης δικαστικής απόφασης, δείχνει ότι η προοπτική αυτή αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία. Η δε δυνατότητα υπολογισμού τέτοιας τυχόν ζημιάς που θα υποστούν οι Εναγόμενοι δεν την καθιστά ανεπανόρθωτης φύσεως. Σε τέτοια περίπτωση η ζημιά αυτή απλά θα προστεθεί στις υπόλοιπες χρηματικής φύσεως αξιώσεις των Εναγομένων που ήδη διεκδικούνται μέσα από την ανταπαίτηση τους. Παράλληλα, δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες είναι οικονομικά αφερέγγυος οργανισμός. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να φανερώνει ότι οι Ενάγοντες είναι ανίκανοι να αποζημιώσουν τους Εναγομένους σε περίπτωση που τους προκαλέσουν βλάβη υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Όλες οι αναφορές των Εναγομένων στο θέμα αυτό ήταν γενικές, αόριστες και ασαφείς. Μέσα από αυτές δεν αναδεικνύεται ζήτημα αφερεγγυότητας ή οικονομικής ανεπάρκειας/κινδύνου. Ούτε και έχει εξηγηθεί στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 πως η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί ότι προκύπτει τέτοιο θέμα. Από την άλλη, τα στοιχεία που οι Ενάγοντες παραθέτουν για την οικονομική τους κατάσταση είναι σαφή, διαφωτιστικά και ομιλούν από μόνα τους (παράγραφος 59 & Τεκμήριο 10 Ε/Δ Κανάρη). Δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Συνεπώς κρίνω ότι δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Παρόλο ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η έκδοση του επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα παραβιαστούν νομοθετικά και συμβατικά δικαιώματα των Εναγόντων που αφορούν το ενυπόθηκο ακίνητο, όπως αυτά προκύπτουν από τις διατάξεις του Ν.9/1965 και τους όρους του εγγράφου υποθήκης. Σε περίπτωση μάλιστα που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην απαίτηση τους και η ανταπαίτηση των Εναγομένων απορριφθεί, αυτό θα τους προκαλέσει επιπλέον ζημιά, χωρίς να αποκλείεται να είναι ανεπανόρθωτης φύσεως. Αντίθετα δεν έχει εκ πρώτης όψεως καταδειχτεί οτιδήποτε πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Εναγόμενοι θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη. Σε κάθε περίπτωση εάν η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων επιτύχει, οι αξιώσεις τους είναι ανακτήσιμες με χρήμα, τις οποίες οι Εναγόμενοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν, σε αντίθεση με την στέρηση νομοθετικών και συμβατικών δικαιωμάτων των Εναγόντων που θα οδηγήσει στην πρόκληση μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτούς αν αποδειχτεί ότι η απαίτησης τους ευσταθεί, χωρίς να αποκλείεται η ζημιά τους να έχει ανεπανόρθωτη μορφή. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Το ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην εν λόγω οικία διαμένει ο υιός τους μαζί με την οικογένεια του δεν διαφοροποιεί το σκηνικό της υπόθεσης. Ούτε η προθυμία των Εναγομένων να παρέχουν τραπεζική εγγύηση ύψους €84.434,55 ή εναλλακτικά η καταβολή αντίστοιχου ποσού στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, προσθέτουν οτιδήποτε στις νομικές αρχές που ισχύουν. Τα δεδομένα παραμένουν αναλλοίωτα, ως έχουν εκτεθεί προηγουμένως. Η μη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης το γεγονός ότι το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, σφραγίζουν μοιραία το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Η πιο πάνω εξέλιξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.