← Κύπρος

A. M. LTD κ.α. ν. H. P. A. (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 442/2012, 29/7/2022

A. M. LTD κ.α. ν. H. P. A. (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 442/2012, 29/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 442/2012 Μεταξύ: A. M. LTD Εναγόντων και H. P. A. (CYPRUS) LTD Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/10/2014 ΚΑΙ 23/01/2020 Μεταξύ:

  1. A. M. LTD
  2. H. A. LTD Εναγόντων και H. P. A. (CYPRUS) LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 29.07.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 & 2: κα Χρ. Μήτα για κ.κ. Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: κα Ι. Κουκούνη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες 1 & 2 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για ζημιές που σύμφωνα μ' αυτούς υπέστηκαν εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων. Προβαλλόμενη βάση αγωγής είναι επικαλούμενη οφειλή από απλήρωτα τιμολόγια και ισχυριζόμενη παράβαση μεταξύ τους συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων στη βάση λεπτομερειών που δικογραφούν. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της απαίτησης θεωρώντας ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Παράλληλα ισχυρίζονται ότι η επικαλούμενη συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη χωρίς αυτοί να ευθύνονται για τους λόγους που εκθέτουν, ενώ ανταπαιτητικά επιδιώκουν σχετική δήλωση του Δικαστηρίου και διεκδικούν επιστροφή ποσού που είχαν πληρώσει προκαταβολικά καθώς επίσης γενικές αποζημιώσεις. Η επίδικη συμφωνία: Η υπ' αναφορά συμφωνία είναι γραπτή και φέρει ημερομηνία 22.09.
  3. Αντικείμενο της είναι η ενοικίαση τριών συγκεκριμένων διαφημιστικών χώρων στους Εναγομένους στο νέο αεροδρόμιο Πάφου έναντι μηνιαίας χρηματικής αντιπαροχής ύψους €2.837 πλέον Φ.Π.Α. Η σύμβαση θα είχε διάρκεια 6 ετών. Αναφορά στους υπόλοιπους όρους της σύμβασης θα γίνεται στη συνέχεια εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται. Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων: Θα παραθέσω συνοπτικά τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές περιέχονται στα δικόγραφα της αγωγής, από τα οποία προσδιορίζονται και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα 2 διαχειρίζεται τα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου ενώ η Ενάγουσα 1 ασχολείται με την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, εργασιών και μέσων καθώς επίσης με το σχεδιασμό και την πραγματοποίηση διαφημιστικών υπηρεσιών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα 1 ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 2 σε θέματα σύναψης συμφωνιών διαφήμισης και είσπραξης ποσών που οφείλονταν από συμφωνίες διαφήμισης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι μαζί με τους Εναγομένους υπέγραψαν την πιο πάνω συμφωνία με συμβατική ημερομηνία έναρξης όχι πριν από την 11ην Νοεμβρίου 2008 και με το αντάλλαγμα να ήταν προπληρωτέο ανά τριμηνία στην Ενάγουσα
  4. Με την υπογραφή της συμφωνίας οι Εναγόμενοι κατέβαλαν ως εγγύηση (deposit) το ποσό των €8.511, το οποίο κατά τη λήξη της συμφωνίας θα υπολογιζόταν ως μέρος της πληρωμής του ποσού που θα οφειλόταν τους τελευταίους δύο μήνες της συμφωνίας. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 27.03.09 οι Εναγόμενοι παράνομα, αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την ισχύ της σύμβασης. Όπως δικογραφείται, οι Ενάγοντες προσπάθησαν να μετριάσουν τη ζημιά τους ως ήταν υποχρέωση τους (duty to mitigate loss) συνεπεία της παράβασης σύμβασης που χρεώνουν στους Εναγομένους, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν στις 27.08.09 να ενοικιάσουν τους επίμαχους χώρους σε άλλο πρόσωπο μόνο για περίοδο 3 μηνών. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, μετά τη λήξη της πιο πάνω τρίμηνης περιόδου, ουδεμία άλλη ενοικίαση των επίμαχων χώρων υπήρξε παρά την καταβολή εύλογων προσπαθειών. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι παρά τις προφορικές και γραπτές εκκλήσεις τους οι Εναγόμενοι παραλείπουν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό, το οποίο δυνάμει απλήρωτων τιμολογίων και σχετικής κατάστασης λογαριασμού ανέρχεται στα €55.108,
  5. Παράλληλα ισχυρίζονται ότι ένεκα της παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, υπέστηκαν ζημιές και απώλειες. Γι' αυτό οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τα εξής:

(1)ποσό €55.108,78, ήτοι €30.748,34 πληρωτέο στην Ενάγουσα 1 και €24.360,44 στην Ενάγουσα 2, ως οφειλόμενο δυνάμει απλήρωτων τιμολογίων και/ή παράβασης σύμβασης,
(2)ειδικές αποζημιώσεις ύψους €78.193,17 πλέον Φ.Π.Α. στην Ενάγουσα 1 για ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν υπό τη μορφή απώλεια εσόδων την περίοδο από 15.04.10 μέχρι τη λήξη της σύμβασης συνεπεία παράβασης της,
(3)ειδικές αποζημιώσεις ύψους €71.913,42 πλέον Φ.Π.Α. στην Ενάγουσα 2 για ζημιές που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν υπό τη μορφή απώλεια εσόδων την περίοδο από 15.04.10 μέχρι τη λήξη της σύμβασης συνεπεία παράβασης της,
(4)γενικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης,
(5)τόκο 1,5% μηνιαίως και/ή νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε, εκτός από τους διάδικους, είχε ως συμβαλλόμενο μέρος την Lemonaris Estates δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν.Λ.. Αναφερόμενοι στο περιεχόμενο της, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σ' αυτήν περιλαμβάνονται επαχθείς όροι. Είναι ακόμη η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες ενεργούσαν κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων τους, ως αποτέλεσμα της οποίας επιλήψιμης συμπεριφοράς που τους αποδίδεται οι Εναγόμενοι στις 28.11.08 τερμάτισαν την επίδικη σύμβαση νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της. Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη και μη εφαρμόσιμη και γι' αυτό οι Ενάγοντες κωλύονται να αξιώνουν οποιεσδήποτε θεραπείες. Σύμφωνα με τους Εναγομένους, παρόλο ότι η επίδικη σύμβαση έχει νόμιμα τερματιστεί οι Ενάγοντες βασίστηκαν σ' αυτήν και αυθαίρετα χρέωσαν ποσά. Είναι η δικογραφημένη θέση τους ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Απορρίπτοντας την απαίτηση των Εναγόντων ανταπαιτητικά αξιώνουν εναντίον τους τα εξής:
(1)δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη, παράνομη και ανεφάρμοστη,
(2)επιστροφή του ποσού των €8.511 που αδίκως πληρώθηκε στους Ενάγοντες στις 06.11.08 χωρίς αυτοί να προσφέρουν οποιαδήποτε υπηρεσία κατά παράβαση της επίμαχης σύμβασης,
(3)γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης,
(4)νόμιμο τόκο. Μέσα από το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται τη θέση των Εναγομένων ότι η Lemonaris Estates εμπλέκεται στην επίδικη σύμβαση. Επίσης αρνιούνται ότι παραβίασαν τη σύμβαση, την οποίαν θεωρούν έγκυρη και δεσμευτική. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, οι συγκεκριμένοι διαφημιστικοί χώροι στο νέο αεροδρόμιο Πάφου παρέμειναν δεσμευμένοι στους Εναγομένους μέχρι τον τερματισμό της σύμβασης από αυτούς, τον οποίον οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι παράνομος και αντισυμβατικός. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι είναι αυτοί που παραβίασαν την επίμαχη σύμβαση επειδή παρέλειψαν: (α) να τους προμηθεύσουν με διαφημιστικές πινακίδες - υλικό (artworks) ώστε να γίνει εφικτή η εκτύπωση και η τοποθέτηση τους στους χώρους του αεροδρομίου Πάφου, (β) να πληρώσουν οφειλόμενα ποσά για τις υπηρεσίες που τους πρόσφεραν. Προσαχθείσα μαρτυρία: Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. Για την απόδειξη της απαίτησης τους και παράλληλα για την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι παρουσίασαν ένα μάρτυρα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 18 τεκμήρια και ένα τεκμήριο προς αναγνώριση. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Μ.Ε.1 ήταν ο Μ.Κ., διευθύνων διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας
  1. Η κυρίως εξέταση του αποτελείται από γραπτή δήλωση του (Ένδειξη 'Α') και ένορκη προφορική μαρτυρία του κατά τη διάρκεια της οποίας κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1-
  2. Ακολούθησε η αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων και η επανεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων. Στην μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι μεταξύ των Εναγόντων υπήρχε συμφωνία συνεργασίας ημερ. 07.06.07 (Τεκμήριο 1) με την οποίαν η Ενάγουσα 2 διόρισε την Ενάγουσα 1 αντιπρόσωπο της, η οποία στη βάση εγγράφου ενεργούσε πληρεξούσια αντιπρόσωπος της (Τεκμήριο 2), για την εξεύρεση πελατών και την παροχή σ' αυτούς υπηρεσιών διαφημιστικής προβολής στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου. Όπως ακόμη ο μάρτυρας είπε, κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι ενδιαφέρθηκαν να διαφημίσουν τις εργασίες τους που αφορούσαν την προώθηση πωλήσεων ακινήτων και πραγματοποίηση πλειστηριασμών ακινήτων σε χώρους του αεροδρομίου Πάφου. Εκπρόσωπος των Εναγόντων ενημέρωσε γραπτώς τους Εναγομένους για τις υπηρεσίες που θα τους παρείχαν καθώς και για το κόστος αυτών. Σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι επισκέφθηκαν το αεροδρόμιο Πάφου όπου επιθεώρησαν τους διαφημιστικούς χώρους. Επρόκειτο για ηλεκτρονικό διαφημιστικό μέσο στο χώρο των ιμάντων, χώρο όπου θα υπήρχαν διαφημιστικά φυλλάδια και διαφημιστική πινακίδα στο χώρο αναχωρήσεων πάνω από το café Mozaic. Δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 22.09.08 που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων 1 & 2 και των Εναγομένων (Τεκμήριο 4), συμφωνήθηκε η παραχώρηση στους Εναγομένους τριών συγκεκριμένων διαφημιστικών χώρων στο νέο αεροδρόμιο Πάφου για σκοπούς διαφήμισης των εργασιών τους. Η σύμβαση θα ίσχυε για περίοδο 6 ετών. Ως αντάλλαγμα για την παροχή των χώρων, οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν μηνιαίως στην Ενάγουσα 1 αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες (monthly service fee) και μηνιαίως στην Ενάγουσα 2 αμοιβή για την παραχωρηθείσα άδεια διαφήμισης στους χώρους του αεροδρομίου Πάφου (monthly licence fee), οι οποίες μηνιαίως ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €2.837 πλέον Φ.Π.Α. Μετά την υπογραφή της οι Εναγόμενοι ζήτησαν και οι Ενάγοντες συμφώνησαν να προστεθεί όρος στη σύμβαση ότι δεν θα επιτρεπόταν σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να διανέμουν στους χώρους του αεροδρομίου Πάφου οποιοδήποτε είδος διαφημιστικού υλικού (Τεκμήριο 4Α). Ο Μ.Ε.1 απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι η Lemonaris Estates δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν.Λ. ήταν επίσης συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση. Ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε ότι η σύμβαση διέπεται από διάφορους όρους. Ένας από αυτούς προνοούσε την πληρωμή ποσού €8.511 ως εγγύηση, πράγμα που οι Εναγόμενοι έπραξαν καταβάλλοντας προκαταβολικά το εν λόγω ποσό στην Ενάγουσα
  4. Ακολούθως της υπογραφής της συμφωνίας, η Ενάγουσα 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 06.10.08 στους Εναγομένους πληροφορίες σχετικά με τις προδιαγραφές των διαφημιστικών χώρων ώστε να ετοιμάσουν το διαφημιστικό υλικό (artwork) που η Ενάγουσα 1 θα τοποθετούσε στους καθορισμένους από τη συμφωνία χώρους (Τεκμήριο 5). Ωστόσο οι Εναγόμενοι δεν απέστειλαν το πιο πάνω διαφημιστικό υλικό στους Ενάγοντες. Η Ενάγουσα 1 με ηλεκτρονικά μηνύματα της ημερομηνίας 05.11.08, 10.11.08, 04.12.08, 08.12.08 και 27.02.09 ζήτησε επανειλημμένως από τους Εναγομένους να της αποστείλουν το διαφημιστικό υλικό, αλλά παρά τις υποσχέσεις της εντούτοις δεν το έπραξαν (Τεκμήρια 6 και 7). Ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι η Ενάγουσα 1 ήταν σε θέση να διαθέσει τους συμφωνημένους διαφημιστικούς χώρους με την έναρξη λειτουργίας του νέου αεροδρομίου Πάφου, ήτοι στις 18.11.
  5. Επομένως, όπως ο μάρτυρας είπε αφού πρώτα υπολόγισε, εφόσον η σύμβαση είχε διάρκεια 6 ετών θα ίσχυε από τις 18.11.08 μέχρι τις 17.11.
  6. Στο μεταξύ η Ενάγουσα 1 απέστελλε σε τακτά χρονικά διαστήματα στους Εναγομένους τα τιμολόγια της Ενάγουσας 2 και τα τιμολόγια που η ίδια εξέδιδε για τους Εναγομένους. Μαζί με τα τιμολόγια για πληρωμή τους απέστελλαν σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 11Α-11Δ). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν επανειλημμένως να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό αλλά και με επιστολές των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 18.02.10, 27.02.10 και 23.02.10 (Τεκμήρια 12Α-12Γ) πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό ισχυριζόμενοι ότι οι Ενάγοντες επέτρεψαν σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να διανείμουν διαφημιστικό υλικό στο αεροδρόμιο Πάφου κατά παράβαση της σύμβασης, ισχυρισμό που ο Μ.Ε.1 απορρίπτει ως αβάσιμο. Στην αντεξέταση του απέρριψε τη θέση που του υπεβλήθηκε ότι η τιμολόγηση στα έγγραφα δεν αφορούσε τους Εναγομένους και ότι οι τελευταίοι δεν τα παρέλαβαν, λέγοντας πως τα έγγραφα αφορούσαν τους Εναγομένους στους οποίους και παραδόθηκαν αφού σχετίζονταν με τα συγκεκριμένα σημεία ενοικίασης. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, η Ενάγουσα 1 με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 26.03.09 τους κάλεσε να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά (Τεκμήριο 8). Εις απάντηση οι Εναγόμενοι με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 27.03.09 τερμάτισαν τη σύμβαση ισχυριζόμενοι ότι υπάλληλος της Ενάγουσας 1 τους είχε δώσει λανθασμένη ενημέρωση για το κόστος διαφήμισης και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχαν αποστείλει το διαφημιστικό υλικό (Τεκμήριο 9). Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υπεβλήθηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν τερμάτισαν την ισχύ της σύμβασης με το Τεκμήριο 9 αλλά με επιστολή τους ημερομηνίας 09.11.08 που απέστειλαν ταχυδρομικώς τόσο στην Ενάγουσα 1 όσο και στην Ενάγουσα 2, μη αναγνωρίζοντας έγγραφο που του είχε υποδειχτεί από τη συνήγορο των Εναγομένων και βεβαιώνοντας ότι τέτοιο έγγραφο δεν είχε παραληφθεί. Επέμεινε δε στη θέση ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη σύμβαση με το Τεκμήριο
  7. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Εναγόμενοι δεν είχαν προμηθεύσει την Ενάγουσα 1 με το διαφημιστικό υλικό που όφειλαν δυνάμει της σύμβασης τόσο στις 11.11.08 που ήταν η αρχική ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης όσο και στις 18.11.08 που ήταν η ημερομηνία που λειτούργησε το νέο αεροδρόμιο Πάφου. Σύμφωνα ακόμη με τον Μ.Ε.1 εάν η Ενάγουσα είχε το διαφημιστικό υλικό από τους Εναγομένους, θα μπορούσε να είχε προχωρήσει σε προβολή των διαφημίσεων τους. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης η Ενάγουσα 1 κατέβαλε εύλογες προσπάθειες να εξεύρουν νέο πελάτη για να ενοικιάσει τους συγκεκριμένους διαφημιστικούς χώρους προκειμένου να μειωθεί η ζημιά τους. Κατάφεραν να τους ενοικιάσουν στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd από τις 27.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 10). Παράλληλα μέσα από την αντεξέταση του ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι στο ένα ενοικιασμένο σημείο που είναι ψηφιακό υπήρχαν και άλλοι πελάτες, χωρίς έτσι να ήταν χώρος αποκλειστικά για τους Εναγομένους. Μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου, παρά το ότι καταβλήθηκαν αρκετές προσπάθειες οι συγκεκριμένοι χώροι δεν κατέστη δυνατό να ενοικιαστούν σε άλλα άτομα καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (Τεκμήριο 4). Καταληκτικά ο Μ.Ε.
  8. διαφωνεί με τις πιο κάτω θέσεις των Εναγομένων που του υπεβλήθηκαν από τη συνήγορο τους κατά την αντεξέταση του: (α) ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, (β) ότι η Ενάγουσα 1 οφείλει να επιστρέψει στους Εναγομένους το ποσό των €8.511 που πληρώθηκε ως εγγύηση, (γ) ότι οι χρεώσεις είναι παράνομες, (δ) ότι οι Ενάγοντες προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά. Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Η.Λ. (Μ.Ε.2), ο οποίος εργάζεται στο εμπορικό τμήμα της Ενάγουσας 2 από το έτος 2006 μέχρι σήμερα. Από το έτος 2014 κατέχει τη θέση του ανώτερου διευθυντή του εμπορικού τμήματος και επιχειρησιακής ανάπτυξης. Ουσιαστικά η κυρίως εξέταση του αποτελείται από γραπτή δήλωση του (Ένδειξη 'Β'). Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων και επανεξετάστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων. Στην μαρτυρία του αναφέρει ότι από τότε που προσλήφθηκε μέχρι σήμερα έχει πρόσβαση στο αρχείο της Ενάγουσας 2, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού μητρώου της εταιρείας. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο καθεστώς συνεργασίας που διέπει την Ενάγουσα 1 με την Ενάγουσα 2, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά αυτά που ο Μ.Ε.1 είπε. Διευκρινίζοντας τους ρόλους σημείωσε ότι η Ενάγουσα 1 παρέχει διαφημιστικές υπηρεσίες στους πελάτες και διαχειρίζεται τις συμβάσεις που συνομολογούνται μαζί τους, ενώ η Ενάγουσα 2 προσφέρει το χώρο για την πραγματοποίηση της διαφήμισης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι στις 22.09.08 υπογράφηκε σύμβαση μεταξύ των Εναγόντων 1 & 2 και των Εναγομένων που είχε άμεση ισχύ, διαφωνώντας έτσι με τη θέση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι συμβαλλόμενο μέρος στην ίδια σύμβαση ήταν και η Lemonaris Estates δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν.Λ.. Όπως χαρακτηριστικά είπε, ουδεμία σύμβαση υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Lemonaris Estates. Ως αντιπαροχή για τις προσφερόμενες υπηρεσίες της επίδικης σύμβασης, ο μάρτυρας είπε ότι συμφωνήθηκε το ποσό των €2.837 πλέον Φ.Π.Α. Οι Εναγόμενοι είχαν επιλέξει τους διαφημιστικούς χώρους, οι οποίοι καταγράφονται στη σύμβαση. Σε ότι αφορά τις χρεώσεις, ο μάρτυρας είπε ότι η Ενάγουσα 1 εξέδιδε τα δικά της τιμολόγια τα οποία διαβίβαζε στην Ενάγουσα 2, η οποία μαζί με τα δικά της τιμολόγια τα απέστελλε στους Εναγομένους. Στο θέμα των πληρωμών ο Μ.Ε.2 είπε ότι το μοναδικό ποσό που οι Εναγόμενοι κατέβαλαν είναι αυτό της εγγύησης (€8.511), το οποίο από την πληρωμή του μέχρι σήμερα βρίσκεται στην κατοχή της Ενάγουσας
  9. Πρόσθεσε ακόμη ότι ο Μ.Ε.1 μεταγενέστερα τον ενημέρωσε ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη σύμβαση με ηλεκτρονικό μήνυμα που στις 27.03.09 απέστειλαν στην Ενάγουσα
  10. Έκτοτε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι χώροι, με εξαίρεση την περίοδο 3 μηνών που είχαν ενοικιαστεί στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd, παρέμειναν κενοί και διαθέσιμοι για ολόκληρη την περίοδο της σύμβασης, απορρίπτοντας περί του αντιθέτου θέση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι έλεγξε προσωπικά τις καταχωρήσεις, χρεώσεις και εισπράξεις που έγιναν από το λογιστήριο της Ενάγουσας 2 αναφορικά με τους Εναγομένους σε συνάρτηση και αντιστοιχία με τα αντίγραφα τιμολογίων και καταστάσεων που υπήρχαν στους φακέλους. Από τον έλεγχο διαπίστωσε ότι αυτές είναι ορθές. Επίσης ο ίδιος έλεγξε τα ποσά που καταχωρίστηκαν στην κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες και διαπίστωσε ότι οι χρεώσεις που σημειώνονται είναι ορθές και αντιστοιχούν στις περιόδους για τις οποίες συμφωνήθηκε η χρέωση με βάση των όρων της σύμβασης (Τεκμήριο 16). Ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υπεβλήθηκε μέσα από την αντεξέταση του ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν δεν αφορούν τους Εναγομένους, λέγοντας πως τα τιμολόγια εκδόθηκαν βάση του Τεκμηρίου 4 και αφορούν τους Εναγομένους. Επίσης διαφώνησε με τη θέση των Εναγομένων ότι οι χρεώσεις είναι παράνομες επειδή έγιναν ενώ η σύμβαση είχε τερματιστεί από τις 09.11.08 λέγοντας πως η σύμβαση ήταν σε ισχύ και στη βάση αυτής γίνονταν οι χρεώσεις. Ο Μ.Ε.2 διαφώνησε με τη θέση των Εναγομένων που χρεώνουν στους Ενάγοντες παράβαση της σύμβασης. Επίσης ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση των Εναγομένων ότι η σύμβαση τερματίστηκε στις 09.11.08 από τους Εναγομένους δηλώνοντας παράλληλα πως η Ενάγουσα 2 δεν έλαβε τέτοια επιστολή από τους Εναγομένους για τερματισμό της σύμβασης κατόπιν προσωπικού ελέγχου που ο ίδιος έκαμε στο σύστημα αλληλογραφίας της Ενάγουσας
  11. Ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων που του υπεβλήθηκε ότι δεν τους οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, παραπέμποντας στα ποσά που αξιώνονται. Ακόμη απέρριψε τη θέση των Εναγομένων που επίσης του υπεβλήθηκε ότι οι Ενάγοντες οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό της εγγύησης που οι Εναγόμενοι τους κατέβαλαν, εξηγώντας πως με βάση τη σύμβαση το ποσό αυτό κρατείται και αφαιρείται από τα τελευταία τιμολόγια. Ο Μ.Ε.2 αναφερόμενος στα ποσά που, σύμφωνα με τον ίδιο, οι Εναγόμενοι οφείλουν στην Ενάγουσα 2 είπε ότι πρόκειται για το ποσό των €24.360,44 που αφορά την περίοδο από 18.11.08 μέχρι 14.04.10 και το ποσό των €71.913,42 που αφορά την περίοδο από 15.04.10 μέχρι 17.11.14 (λήξη της σύμβασης) αφού από αυτό αφαιρεθεί το ποσό των €3.588,75 που η Ενάγουσα 2 εισέπραξε από την εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd και το ποσό των €3.702,29 που αφορά το μερίδιο της εγγύησης των Εναγομένων που της αναλογεί. Όπως ο μάρτυρας ακόμη είπε, το ποσό που προκύπτει επιβαρύνεται με τόκο προς 1,5% μηνιαίως. Μοναδικός μάρτυρας των Εναγομένων ήταν η διευθύντρια και μέτοχος τους S.A.H. (Μ.Υ.) ή αλλιώς, όπως είπε ότι την λένε, C.H.. Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε γραπτή δήλωση της (Ένδειξη 'Γ'). Η κυρίως εξέταση της Μ.Υ. συμπληρώθηκε με διευκρινιστικές ερωτήσεις και την κατάθεση των Τεκμηρίων 17, 18Α, 18Β, 18Γ και του Τεκμηρίου 'Α' προς αναγνώριση. Ακολούθησε η αντεξέταση της μάρτυρος από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων και επανεξέταση της από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων. Η ίδια αναγνωρίζει ότι στις 22.09.08 της υποδείχτηκαν από την Ενάγουσα 1 διαθέσιμοι χώροι προς ενοικίαση για διαφημιστικούς σκοπούς στο νέο αεροδρόμιο Πάφου, τους οποίους επιθεώρησε και κατέληξε να επιλέξει τρεις από αυτούς. Σύμφωνα με την ίδια, υπήρξαν διαπραγματεύσεις προτού καταλήξουν σε συμφωνία, στις οποίες συμμετείχε και ο Λ. Η μάρτυρας ισχυρίζεται ότι ο Λ. είναι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που μαζί με τους διαδίκους υπέγραψαν τη σύμβαση. Όπως είπε, άτομο εκ μέρους των Εναγόντων (η κυρία Ν.) επισκέφθηκε τον Λ., ο οποίος υπέγραψε τη σύμβαση που είχαν προηγουμένως υπογράψει η μάρτυρας για λογαριασμό των Εναγομένων και οι Ενάγοντες 1 &
  12. Ακολούθως η Ν. ήλθε στο γραφείο της και της έδωσε το έγγραφο που υπέγραψαν. Τότε ήταν που ενημερώθηκε για την υποχρέωση των Εναγομένων να παραδώσουν στην Ενάγουσα 1 διαφημιστικό υλικό. Καταθέτοντας το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση ισχυρίστηκε ότι αυτό το έγγραφο είχε δοθεί αρχικά στον Λ. από την Ν., ο οποίος της ζήτησε να προσθέσει όρο στο κάτω μέρος και να το υπογράψει, πράγμα που αυτή έπραξε. Ο Λ. έπειτα υπέγραψε το έγγραφο εκ μέρους της Lemonaris Estates το τοποθετώντας τη σφραγίδα της. Σημείωσε ότι η υπογραφή που φαίνεται επί τους Τεκμηρίου 'Α' προς αναγνώριση κάτω από τη σφραγίδα με την επωνυμία Lemonaris Estates ανήκει στον Λ. Σύμφωνα με την μάρτυρα η υπογραφή της σύμβασης από τους Εναγομένους, τους Ενάγοντες 1 & 2, η συνάντηση της Ν. με το Λ., η προσθήκη του όρου στη σύμβαση και η υπογραφή του εγγράφου από τον Λ. έγιναν όλα την ίδια ημέρα. Στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας της, η Μ.Υ. ανάφερε ότι στις 04.11.08 οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στην Ενάγουσα 1 το ποσό των €8.511 ως εγγύηση όπως απαιτούσε η σύμβαση, η οποία στις 06.11.08 εξέδωσε σχετική απόδειξη. Σύμφωνα με την μάρτυρα επειδή: (α) ο Λ. αντιλήφθηκε ότι στους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου γίνονταν διαφημίσεις από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, κάτι που της είπε λίγες ημέρες μετά που πληρώθηκε η εγγύηση, (β) οι χώροι διαφήμισης που είχαν συμφωνηθεί δεν ήταν εγκατεστημένοι ή έτοιμοι προς χρήση, (γ) ενώ είχε συμφωνηθεί ότι η σύμβαση θα ίσχυε από 11.11.08, στις ειδήσεις πληροφορήθηκαν ότι το νέο αεροδρόμιο Πάφου θα λειτουργούσε τελικά στις 17.11.08, η ίδια μαζί με τον Λ. στις 09.11.08 αποφάσισαν να τερματίσουν τη σύμβαση αφού θεώρησαν ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους της. Έτσι την ίδια ημέρα η μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικά με εκπρόσωπο της Ενάγουσας 1 στον οποίον εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της για τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα υπό τα σημεία (α) και (γ) και ότι ως αποτέλεσμα των οποίων θα τερμάτιζε τη σύμβαση και δεν θα τους απέστελλαν το διαφημιστικό υλικό. Κατόπιν υπόδειξης από υπαλλήλους της Ενάγουσας 1, σύνταξε σχετική χειρόγραφη επιστολή ημερ. 09.11.08 εκ μέρους των Εναγομένων και του Λ., την οποίαν απέστειλε ταχυδρομικώς στο αεροδρόμιο Λάρνακας (Τεκμήριο 17). Να σημειωθεί ότι ο Λ. της είπε ότι είχε αντιληφθεί τα περί διαφημίσεων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα όταν με την επιστροφή του από την Αθήνα επιθεώρησε τους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών και ως Προέδρου της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κτηματομεσιτών. Στις 28.11.08 υπάλληλοι της Ενάγουσας 1 ζήτησαν από την μάρτυρα να τους αποστείλει την επιστολή τερματισμού μαζί με την απόδειξη πληρωμής του ποσού εγγύησης μέσω τηλεομοιότυπου, πράγμα που εκείνη έπραξε (Τεκμήρια 18Α-18Γ). Μέχρι την λήψη επιστολών από τους δικηγόρους των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε ειδοποίηση ή τιμολόγιο. Ούτε οι Ενάγοντες επικοινώνησαν μαζί της για να τις εκφράσουν απαίτηση πληρωμής τους. Η μάρτυρας και ο Λ. θεώρησαν ότι ο τερματισμός της σύμβασης είχε γίνει αποδεκτός από τους Ενάγοντες. Οι δε Ενάγοντες ουδέποτε παρείχαν στους Εναγομένους και στον Λ. οποιεσδήποτε διαφημιστικές υπηρεσίες. Η μάρτυρας έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την αξίωση των Εναγόντων όταν παρέλαβε τις επιστολές των δικηγόρων τους στις 26.03.09 και 18.05.
  13. Οι Εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή ημερ. 27.02.10 της δικηγόρου τους στην οποίαν πληροφόρησαν τους Ενάγοντες ότι η σύμβαση είχε τερματιστεί σε προγενέστερη ημερομηνία από αυτή που αναφερόταν στην επιστολή των Εναγόντων ημερ. 18.02.
  14. Περαιτέρω η μάρτυρας είπε ότι στο διάστημα 09.11.08-18.11.14 έτυχε να ταξιδέψει αρκετές φορές από το νέο αεροδρόμιο Πάφου όπου παρατήρησε ότι στους χώρους που θα τους ενοικίαζε υπήρχε διαφημιστικό υλικό αυτοκινήτων BMW. Μάλιστα θυμάται συγκεκριμένα τη διαφήμιση ενός μοντέλου BMW οχήματος εντός κόκκινου πλαισίου. Αναφερόμενη στα τιμολόγια και στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 11Α-11Γ & 16), η μάρτυρας είπε ότι δεν αφορούν τους Εναγομένους επειδή σ' αυτά δεν αναγράφεται η επωνυμία της. Παράλληλα θεωρεί ότι οι χρεώσεις που έγιναν και σημειώνονται στα εν λόγω έγγραφα είναι καταχρηστικές και παράνομες και ότι έγιναν στη βάση συμφωνίας που είχε νόμιμα τερματιστεί και όχι στη βάση προσφερομένων υπηρεσιών. Πέραν αυτού, η μάρτυρας ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού, τα οποία δεν ήταν εις γνώση της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι η θέση της μάρτυρος ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Επίσης θεωρεί ότι ο όρος 4 της σύμβασης είναι παράνομος. Η μάρτυρας ακόμη ανάφερε ότι ο υιός της (S.H.) και η φίλη του (A.S.) δεν ήταν υπάλληλοι ή εξουσιοδοτημένα άτομα από την ίδια για να ενεργούν εκ μέρους των Εναγομένων. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Παραδεκτά γεγονότα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα στα οποία οι διάδικοι κατέληξαν ως παραδεκτά και που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο καθώς επίσης σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
(1)Η Ενάγουσα 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Κεφ.113 που ασχολείται με υπηρεσίες διαφημιστικής προβολής μέσω διαφημιστικών μέσων και/ή πινακίδων.
(2)Η Ενάγουσα 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Κεφ.113, η οποία έχει υπό την ευθύνη της τη διαχείριση, διεύθυνση και έλεγχο των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου.
(3)Μεταξύ των Εναγόντων υπήρχε συμφωνία συνεργασίας ημερομηνίας 07.06.07 (Τεκμήριο 1) με την οποίαν η Ενάγουσα 2 διόρισε την Ενάγουσα 1 αντιπρόσωπο της, η οποία στη βάση εγγράφου ενεργούσε πληρεξούσια αντιπρόσωπος της (Τεκμήριο 2), για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων για την εξεύρεση πελατών, για τη σύναψη συμφωνιών μαζί τους και τιμολόγησης τους που αφορούν την παροχή σ' αυτούς υπηρεσιών διαφημιστικής προβολής στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου.
(4)Με βάση το καθεστώς συνεργασίας που διέπει την Ενάγουσα 1 με την Ενάγουσα 2, η Ενάγουσα 1 παρέχει διαφημιστικές υπηρεσίες στους πελάτες και διαχειρίζεται τις συμβάσεις που συνομολογούνται μαζί τους, ενώ η Ενάγουσα 2 προσφέρει το χώρο για την πραγματοποίηση της διαφήμισης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου.
(5)Η εκπροσώπηση της Ενάγουσας 2 από την Ενάγουσα 1 συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
(6)Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Κεφ.113, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με δημοπρασίες ακινήτων.
(7)Στις 22.09.08 οι Ενάγοντες 1 & 2 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία με τους Εναγομένους (Τεκμήριο 4) για την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών που σχετίζονται με την προβολή διαφημίσεων και προώθηση τους στο αεροδρόμιο Πάφου.
(8)Οι όροι της σύμβασης (Τεκμήριο 4) είναι παραδεκτοί.
(9)Στις 08.10.08 η σύμβαση ημερομηνίας 22.09.08 (Τεκμήριο 4) τροποποιήθηκε με την προσθήκη όρου που έγινε χειρόγραφα με τη σύμφωνη γνώμη των συμβαλλομένων μερών (Τεκμήριο 4Α).
(10)Το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 06.10.08 (Τεκμήριο 5) είναι παραδεκτό.
(11)Στις 06.11.08 οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στην Ενάγουσα 1 το ποσό των €8.511 ως εγγύηση για τις προσφερόμενες υπηρεσίες, ποσό το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της Ενάγουσας 1 μέχρι σήμερα.
(12)Το νέο αεροδρόμιο Πάφου έχει λειτουργήσει από τις 17.11.08.
(13)Οι Εναγόμενοι ουδέποτε απέστειλαν το διαφημιστικό υλικό τους (artwork) στους Ενάγοντες ώστε η Ενάγουσα 1 να το τοποθετούσε στους καθορισμένους από τη συμφωνία χώρους - σημεία διαφήμισης, ως προνοούσε η σύμβαση τους (Τεκμήρια 4 & 4Α).
(14)Οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε τερματισμό της σύμβασης. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή το μοναδικό μάρτυρα που προσήλθε. Ενόσω αυτός κατέθετε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης του, το καλό ή κακό μνημονικό του, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τον μάρτυρα συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα εγκριθέντα από το δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. O M.E.1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας, κατανοώντας τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει το καθήκον του ως μάρτυρας και επιδεικνύοντας σεβασμό στην αλήθεια, ήλθε στο Δικαστήριο και δίχως υποθετικές κρίσεις και αυθαίρετα υποκειμενικά συμπεράσματα ανάφερε με προθυμία και αντικειμενικότητα αυτά που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης υπό την ιδιότητα του πρώτου στην ιεραρχική τάξη διευθυντή της Ενάγουσας 1, ενός εκ των διαδίκων και βασικών πρωταγωνιστών της παρούσας αγωγής. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε ευθέως, με σαφήνεια και θετικότητα. Οι αναφορές του υποστηρίζονται τόσο από γεγονότα που είτε έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τα μέρη είτε αποτελούν κοινό έδαφος των πλευρών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από αυτά, όσο και από έγγραφα που εξιστορούν το ιστορικό επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων και καταδεικνύουν την εξελικτική πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω υπάρχουν αναφορές του μάρτυρα, οι οποίες όχι μόνο συνάδουν με τη λογική αλλά δεν έχουν αντικρουστεί από άλλη μαρτυρία. Σε καμία περίπτωση ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι οι τοποθετήσεις του είναι κατασκευασμένες. Αντιθέτως σε ερώτηση που του υπεβλήθηκε κατά την αντεξέταση του έδωσε, χωρίς να σκεφτεί την απάντηση, η οποία δεν βοηθά την υπόθεση των Εναγόντων. Όλα αυτά είναι δείγματα που φωτογραφίζουν το άτομο αυτό ως ένα αυθόρμητο και ειλικρινή μάρτυρα. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το επίπεδο αξιοπιστίας του παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Συγκεκριμένα η αναφορά του μάρτυρα ότι πριν από την κατάληξη σε συμφωνία οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να επιθεωρήσουν επί τόπου τους διαθέσιμους χώρους στο νέο αεροδρόμιο Πάφου κατόπιν πρόσκλησης που τους είχε διαβιβαστεί, αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Η δε αναφορά του για υπογραφή γραπτής συμφωνίας στη βάση συγκεκριμένων όρων και χειρόγραφη προσθήκη όρου σ' αυτήν αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Το ότι η συμφωνία υπογράφηκε από τους διαδίκους της αγωγής αυτής, οι οποίοι αποτελούν τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 4 και 4Α αντίστοιχα. Περαιτέρω οι τοποθετήσεις του ως προς τις προδιαγραφές που δόθηκαν στους Εναγομένους για να ετοιμάσουν το διαφημιστικό τους υλικό προκειμένου να αναρτηθεί / τοποθετηθεί στους συμφωνημένους χώρους, οι διάφορες υπενθυμίσεις που έγιναν στους Εναγομένους να τους διαβιβάσουν το διαφημιστικό υλικό τους, οι υποσχέσεις των Εναγομένων ότι θα το έπρατταν και η άρνηση τους τελικά να το πράξουν υποστηρίζεται από πραγματική μαρτυρία και ειδικότερα από τα Τεκμήρια 5-9 και 12Α-12Γ. Η αναφορά του ως γεγονός για έκδοση τιμολογίων και ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού από τότε που ο εν λόγω μάρτυρας θεωρεί ότι τέθηκε σε εφαρμογή η σύμβαση μέχρι την ημερομηνία που θεωρεί ότι υπήρξε τερματισμός της από τους Εναγομένους καθώς επίσης η περίοδος μετέπειτα του τερματισμού μέχρι τη λήξη της ισχύος της σύμβασης, καλύπτονται από τα Τεκμήρια 11Α-11Δ και
  1. Παράλληλα η εξήγηση που έδωσε εις απάντηση της θέσης των Εναγομένων ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν δεν αφορούν τους Εναγομένους επειδή δεν αναφέρονται στην επωνυμία της, είναι λογική και ικανοποιητική και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Κατ' αρχάς όλα τα τεκμήρια παραπέμπουν στην ίδια σύμβαση και αφορούν την παροχή υπηρεσιών για το αντικείμενο της σύμβασης, η οποία υπογράφτηκε από συμβαλλόμενα μέρη, ένα εκ των οποίων είναι οι Εναγόμενοι. Περαιτέρω τα Τεκμήρια 11Γ και 16 εκθέτουν την πλήρη επωνυμία των Εναγομένων χωρίς έτσι να δημιουργείται οποιαδήποτε σύγχυση. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 11Α που αποτελείται από δέσμη έξι τιμολογίων και αφορούν την περίοδο 18.11.08-14.04.10, είναι σαφές ότι το πρώτο από αυτά για την περίοδο 18.11.08-14.01.09 που εκδόθηκε εις το όνομα Harrison Property Auctioneers (Cy) Ltd παραπέμπει σε συντομογραφία της επωνυμίας των Εναγομένων που είναι η Harrison Property Auctioneers (Cyprus) Ltd. [οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου] Σε όλα τα υπόλοιπα τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα Harrison Property Auctioneers Ltd με σαφήνεια σημειώνεται τόσο το πλήρες ονοματεπώνυμο της Μ.Υ. που είναι η διευθύντρια και μέτοχος των Εναγομένων όσο και την πλήρη διεύθυνση του οργανισμού στο οποίο εκδόθηκαν τα τιμολόγια, η οποία είναι αυτή που δηλώνεται ως διεύθυνση των Εναγομένων στη σύμβαση (Τεκμήρια 4 και 4Α). Από αυτά τα στοιχεία είναι ξεκάθαρο ότι τα τιμολόγια και οι καταστάσεις αφορούν τους Εναγομένους για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες της σύμβασης προς τους οποίους απευθύνονται και προορίζονται. Οποιαδήποτε αμφιβολία μπορούσε να είχε δημιουργηθεί παύει να υφίσταται. Δέχομαι ότι τα τιμολόγια και οι καταστάσεις λογαριασμού υπό τα Τεκμήρια 11Α-11Δ και 16 έχουν εκδοθεί. Παράλληλα ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά έχουν αποσταλεί στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι τα έχουν παραλάβει. Αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα έχουν παραληφθεί από τους Εναγομένους. Λογική επίσης κρίνεται η εξήγηση που ο μάρτυρας έδωσε εις αντίκρουση της θέσης των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες επέτρεπαν τη διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στο νέα αεροδρόμιο στις 09.11.08 κατά παράβαση της σύμβασης, προβάλλοντας ως δεδομένο το παραδεκτό γεγονός ότι αυτό δεν μπορούσε να συνέβαινε επειδή το νέο αεροδρόμιο Πάφου ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 17.11.
  2. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το μεταγενέστερο αυτό γεγονός δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάγκη διεξαγωγής τέτοιας ενέργειας αφού στο χρόνο που της αποδίδεται ότι έγινε με ευθύνη των Εναγόντων το νέο αεροδρόμιο της Πάφου δεν είχε αρχίσει να λειτουργεί για να μπορέσει να καταστήσει εφικτό κάτι τέτοιο. Η τοποθέτηση αυτή του μάρτυρα συνάδει με τη λογική και ευθυγραμμίζεται με την αλληλουχία των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Σε σχέση με την αναφορά του για συμφωνία με την εταιρεία Franchised Restaurant Public Ltd από τις 27.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α., επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προκαταβολικά το ποσό των €8.511 ως εγγύηση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, πέραν του ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός το Τεκμήριο 18Β επιβεβαιώνει ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επιπλέον το ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν από τους Ενάγοντες να πληρώσουν το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό μάλιστα και με παρέμβαση δικηγόρων, με τους Εναγομένους να αρνούνται ότι οφείλουν οτιδήποτε, αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 8 και 12Α-12Γ. Η ειλικρίνεια και κατ' επέκταση αξιοπιστία του μάρτυρα διαπιστώνεται από τις πιο πάνω αναφορές του αλλά και από την αυθόρμητη τοποθέτηση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ένας από τους τρεις επίμαχους χώρους και συγκεκριμένα εκεί που ήταν το ψηφιακό σημείο χρησιμοποιείτο και από άλλους πελάτες, χωρίς έτσι να ήταν δεσμευμένος αποκλειστικά για τους Εναγομένους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο μάρτυρας δήλωσε πως η 14η Απριλίου του έτους 2010 ήταν η ημερομηνία που εκδόθηκαν τα τελευταία τιμολόγια επειδή, όπως είπε, εκείνη την ημέρα είχε καταχωριστεί η παρούσα αγωγή, κάτι βεβαίως που δεν ευσταθεί αφού η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 17.02.
  4. Όταν του υποδείχτηκε το λάθος του από τη συνήγορο των Εναγομένων, αυτός είπε πως δεν γνώριζε πότε ακριβώς καταχωρίστηκε η αγωγή. Το λάθος αυτό αφορά επιμέρους ζήτημα και σε καμία περίπτωση κηλιδώνει την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει τον μάρτυρα, ούτε πλήττει την αξιοπιστία του. Δεν αναμένω από τον μάρτυρα να είναι τέλειος από το εδώλιο. Είναι φυσιολογικό και κατανοητό μπροστά στην πίεση και το άγχος που έχει για την ένορκη κατάθεση του και μετά την πάροδο 10-13 ετών που τα γεγονότα συνέβησαν μέχρι την ημερομηνία εμφάνισης του στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας να μην θυμάται όλα όσα διαδραματίστηκαν με απόλυτη ακρίβεια και με κάθε λεπτομέρεια. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, η οποία εκφράζει την πραγματική όψη των γεγονότων που έχουν διαδραματιστεί. Στα πλαίσια της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή και ότι αυτή καταγράφει τα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν περιλαμβάνονται τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 4Α, 5-10, 11Α-11Δ, 12Α-12Γ και 13-16, τα οποία αποτελούν μέρος της. Τα τεκμήρια αυτά γίνονται αποδεκτά ως πραγματικά γεγονότα. Η νομική σημασία τους, εάν και εφόσον υπάρχει, αναλύεται στη συνέχεια. Οι αναφορές που έγιναν πιο πάνω αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.2 επίσης δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απλά και ξεκάθαρα περιέγραψε αυτά που προσωπικά έχει βιώσει τόσο λόγω της εμπλοκής του με σημαντικά θέματα της υπόθεσης. Τα τελευταία 16 χρόνια εργάζεται στο εμπορικό τμήμα και στην υπηρεσία επιχειρησιακής ανάπτυξης της Ενάγουσας
  5. Η πολύχρονη εμπειρία του στον τομέα που καθημερινά ασχολείται σε συνδυασμό με το αναντίλεκτο γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια του ουσιώδη χρόνου αλλά και μέχρι σήμερα έχει πρόσβαση στο αρχείο της Ενάγουσας 2 συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού μητρώου της εταιρείας. Η δυνατότητα αυτή της απρόσκοπτης πρόσβασης του επέτρεψε να ελέγξει προσωπικά τις καταχωρήσεις, χρεώσεις και εισπράξεις που έγιναν από το λογιστικό τμήμα της Ενάγουσας
  6. Παράλληλα του έδωσε την ευκαιρία να συγκρίνει αυτά τα δεδομένα τόσο μεταξύ τους όσο και με τους υπηρεσιακούς φακέλους τους οποίους προμηθεύτηκε, προφανώς υπό την ιδιότητα του ανώτερου διευθυντή του τμήματος που υπηρετεί. Η διαπίστωση του ότι όλα είναι ορθά δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους και ούτε αντικρούστηκε με περί του αντιθέτου μαρτυρία από μέρους τους. Ακολούθως η προσωπική ενασχόληση του με τα τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκαν, του παρείχε τη δυνατότητα να ελέγξει ο ίδιος τα ποσά που καταχωρίστηκαν. Η διαπίστωση του ότι το περιεχόμενο τους συνάδει με τους όρους της σύμβασης, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εναγομένους και ούτε αντικρούστηκε με περί του αντιθέτου μαρτυρία από μέρους τους. Στο σημείο εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ορθότητα των χρεώσεων στα τιμολόγια και στις καταστάσεις λογαριασμού που ετοιμάστηκαν από τους Ενάγοντες 1 και 2 δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην αγωγή αυτή. Η ορθότητα των μαθηματικών και λογιστικών υπολογισμών που έγιναν, ότι χρησιμοποιήθηκαν οι περίοδοι που έπρεπε, ότι χρησιμοποιήθηκε το ύψος του τόκου που έπρεπε επί του ποσού που έπρεπε για τη ορθή χρονική περίοδο, ότι όλα έγινα με βάση τους όρους της σύμβασης καθώς επίσης η ορθότητα του ύψους των διαφόρων ποσών που έχουν χρεωθεί και διεκδικούνται από τους Ενάγοντες 1 και 2, δεν αμφισβητούνται από τους Εναγομένους. Αυτό που οι Εναγόμενοι αμφισβητούν είναι η νομιμότητα των χρεώσεων (βλέπε Πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 24.09.21 σελίδα 38, σημείο 25 - αντεξέταση Μ.Ε.1). Σε τελευταία ανάλυση ο μάρτυρας, χωρίς δόση υπερβολής και δίχως να επεκτείνεται σε ζητήματα που δεν είχε προσωπική εμπλοκή, περιορίστηκε σε θέματα με τα οποία ασχολήθηκε και επαληθεύονται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και από γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η μαρτυρία του στη συντριπτική της έκταση περιέχει τις ίδιες αναφορές μ' αυτές του Μ.Ε.1 με αποτέλεσμα οι μαρτυρίες των δύο μαρτύρων των Εναγόντων να αλληλοεπιβεβαιώνονται. Πέραν και ανεξαρτήτως αυτού, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 είναι απαλλαγμένη από προσωπικές απόψεις και ουσιώδεις αντιφάσεις. Ουδέποτε ο μάρτυρας αυτός μου έδωσε την εντύπωση ότι απέκρυψε γεγονότα που γνωρίζει ή ότι προέβηκε σε αναφορές που εν γνώσει του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία της, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Εφόσον επί της ουσίας της η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα βασικά καλύπτει τα ίδια θέματα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1 περιέχοντας τις ίδιες αναφορές, δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της προς τεκμηρίωση της αλήθειας και της αξιοπιστίας της. Παραπέμπω στα ίδια δείγματα χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Εξαίρεση στα πιο πάνω αποτελεί η αναφορά του μάρτυρα ως προς το πότε η σύμβαση τέθηκε σε ισχύ. Αυτό είναι ζήτημα νομικής φύσεως που ρυθμίζεται μέσα από απλή μελέτη του περιεχομένου της σύμβασης. Η τοποθέτηση του μάρτυρα στο ζήτημα αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σημασία και κατ' επέκταση βαρύτητα. Ούτε βέβαια η αναφορά του στο θέμα αυτό επηρεάζει τα στοιχεία της ειλικρίνειας και της αξιοπιστίας που χαρακτηρίζουν το μάρτυρα αυτό. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, αποδέχομαι ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 στο βαθμό και την έκταση που έχω αναφέρει. Στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων ευσεβάστως υπέβαλε ότι οι μάρτυρες των Εναγόντων μετέφεραν στο Δικαστήριο εξ' ακοής μαρτυρία και ότι για τα τεκμήρια που κατατέθηκαν θα έπρεπε να είχαν κλητευθεί ως μάρτυρες τα άτομα που τα συνέταξαν για να δώσουν μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο τους. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή των Εναγομένων. Η μαρτυρία αμφοτέρων μαρτύρων των Εναγόντων δεν είναι εξ' ακοής μαρτυρία για να χρήζει αξιολόγησης η βαρύτητα που θα της αποδοθεί στη βάση των προνοιών του άρθρου 27 του Κεφ.9, αλλά προϊόν προσωπικής εμπλοκής και διαπιστώσεων των προσώπων αυτών. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η μαρτυρία τους δεν περιέχει προσωπικές απόψεις και/ή αυθαίρετα υποκειμενικά συμπεράσματα τους αλλά περιορίζεται στην εξιστόρηση γεγονότων και εμπειριών που οι ίδιοι έχουν βιώσει. Η προσωπική εμπλοκή του Μ.Ε.2 στον έλεγχο των τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού, το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα των υπολογισμών και του ύψους των χρεώσεων και η προσωπική ενασχόληση με καίρια ζητήματα της υπόθεσης από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 λόγω της διευθυντικής θέσης που κατέχουν στους Ενάγοντες 1 και 2 αντίστοιχα, κατέστησε αχρείαστη την κλήτευση των προσώπων που έχουν συντάξει/ετοιμάσει τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρονται. Η παρουσίαση τέτοιων ατόμων ως μάρτυρες δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε στα γεγονότα της υπόθεσης και ούτε θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι Εναγόμενοι αν επιθυμούσαν μπορούσαν κλητεύσουν τέτοια πρόσωπα για να τα αντεξετάσουν σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ.9. Επέλεξαν όμως να μην το πράξουν. Σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα έχουν κατατεθεί ως κανονικά τεκμήρια με αποτέλεσμα η αξιολόγηση τους ως προς τη βαρύτητα που θα δοθεί σε κάθε ένα από αυτά να γίνεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου. Η Μ.Υ. δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν εξιστόρησε τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν αλλά επέλεξε να παρουσιάσει κατ' ισχυρισμό συμβάντα με τον τρόπο που θεώρησε ότι θα τη βόλευε και θα εξυπηρετούσε την εκδοχή της. Σε αρκετές ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απέφυγε να απαντήσει είτε μεταφέροντας πονηρά και στοχευμένα τη συζήτηση σε άλλα θέματα άσχετα με την ουσία της ερώτησης είτε δηλώνοντας άγνοια είτε επιλεκτικά προέβαλε έλλειψη μνήμης. Με τον πιο πάνω τρόπο προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από δυσάρεστη θέση στην οποίαν θα περιερχόταν αν απαντούσε στην ερώτηση. Για παράδειγμα η μάρτυρας δεν θυμόταν πότε ίδρυσε την εταιρεία της (Εναγομένους), ποιος ήταν ο αριθμός τηλεομοιοτύπου του γραφείου της και πως λεγόταν η ιστοσελίδα των Εναγομένων στο διαδίκτυο. Ωστόσο θυμόταν χωρίς πρόβλημα άλλες ασήμαντες λεπτομέρειες. Επίσης όταν στην αντεξέταση της υποδείχτηκε στην μάρτυρα ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 04.12.08 με το οποίο οι Ενάγοντες έλεγαν στους Εναγομένους ότι ακόμη ανέμεναν την αποστολή του διαφημιστικού τους υλικού (δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 6), η Μ.Υ. άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι δεν το έπραξαν λόγω της επιστολής τερματισμού που σύμφωνα με την ίδια είχε αποστείλει. Όταν όμως της υποδείχτηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 05.12.08 των Εναγομένων που έλεγε ότι είχε ήδη αποσταλεί το διαφημιστικό τους υλικό (τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 6), η Μ.Υ. μετέφερε τη συζήτηση σε εντελώς άσχετα θέματα τα οποία και σχολιάζει (βλέπε Πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 21.10.21, σελίδα 26). Περαιτέρω η Μ.Υ. προσπάθησε να μειώσει την εμπλοκή των Εναγομένων στη συγκεκριμένη υπόθεση προφασιζόμενη ότι δεν γνωρίζει για θέματα που είχε ερωτηθεί και ότι δεν αναγνώριζε έγγραφα που είτε αφορούσαν είτε αναφέρονταν στους Εναγομένους για τα οποία υπήρξε απάντηση από μέρους της. Προκειμένου να αποφύγει συνέπειες από τυχόν τέτοια εμπλοκή των Εναγομένων δεν δίστασε να επιρρίψει ευθύνη στον υιό της S.H. και στη φίλη του A.S. λέγοντας πως δεν ήταν υπάλληλοι των Εναγομένων και ότι ούτε είχαν εξουσιοδοτηθεί να ενεργούν εκ μέρους των Εναγομένων, ότι τα άτομα αυτά είχαν πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των Εναγομένων και ότι τα χρησιμοποιούσαν για τις συναλλαγές των Εναγομένων χωρίς η μάρτυρας να μπορεί να το εξηγήσει καθώς επίσης ότι οι Εναγόμενοι ενεργούσαν κάτω από τις οδηγίες του Λ., παρόλο ότι επρόκειτο για ανεξάρτητους οργανισμούς που ασχολούνται με διαφορετικής φύσεως επαγγελματικές δραστηριότητες. Η Μ.Υ. έντεχνα απέφυγε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο υιός της και η φίλη του να ενέργησαν μ' αυτόν τον τρόπο και ποιος ο λόγος που η ίδια δεν έστειλε στους Ενάγοντες ηλεκτρονικό μήνυμα που να εξηγούσε την κατάσταση που επικαλείται. Επιπλέον δεν μπορώ να αντιληφθώ εφόσον οι Εναγόμενοι, όπως ισχυρίζονται, είχαν τερματίσει τη σύμβαση από τις 09.11.08 και ο τερματισμός της ήταν εις γνώση των Εναγόντων ποιος ο λόγος που οι τελευταίοι συνέχιζαν να αποστέλλουν ηλεκτρονικά μηνύματα στις 10.11.08, 04.12.08, 05.12.08 και 27.02.09 υπενθυμίζοντας στους Εναγομένους κάθε φορά ότι ακόμη ανέμεναν την αποστολή του διαφημιστικού τους υλικού. Είναι ακόμη άξιο απορίας αφού οι Εναγόμενοι, όπως ισχυρίζονται, είχαν τερματίσει τη σύμβαση από τις 09.11.08 ποιος ο λόγος που στις 05.12.08 ζητήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα η διεύθυνση για να αποσταλεί το διαφημιστικό υλικό των Εναγομένων (Τεκμήριο 6), ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο. Εξίσου άξιο απορίας είναι το μεταγενέστερο ηλεκτρονικό μήνυμα ιδίας ημερομηνίας (ήτοι ημερ. 05.12.08) με το οποίο η Ενάγουσα 1 ενημερώθηκε ότι είχε αποσταλεί το διαφημιστικό υλικό των Εναγομένων (Τεκμήριο 6), ερώτημα που επίσης παρέμεινε αναπάντητο. Όπως φαίνεται, η μάρτυρας προέβαλε ισχυρισμούς που όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά στερούνται και λογικής απλά και μόνο για να προστατεύσει την εταιρεία της (Εναγομένους) από τυχόν συνέπειες των πράξεων τους. Παράλληλα στερείται λογικής το σκεπτικό της μάρτυρος ότι τα τιμολόγια και οι καταστάσεις λογαριασμών δεν αφορούν τους Εναγομένους επειδή στα έγγραφα αυτά δεν αναγράφεται η επωνυμία τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα έγγραφα αυτά αφορούν και συνάμα απευθύνονται στους Εναγομένους. Το γεγονός ότι ορισμένα έγγραφα από αυτά δεν σημειώνουν πλήρως την επωνυμία των Εναγομένων δεν σημαίνει ότι οι τελευταίοι δεν έχουν σχέση μ' αυτά. Επί της ουσίας στα έγγραφα αυτά σημειώνονται οι υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο σύμβασης των διαδίκων, είναι καταγραμμένο το πλήρες ονοματεπώνυμο της Μ.Υ. που είναι η διευθύντρια και μέτοχος των Εναγομένων καθώς επίσης η πλήρη διεύθυνση του οργανισμού στο οποίο εκδόθηκαν τα τιμολόγια, η οποία είναι αυτή που δηλώνεται ως διεύθυνση των Εναγομένων στη σύμβαση (Τεκμήρια 4 και 4Α). Τα δεδομένα αυτά συνηγορούν ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τους Εναγομένους προς τους οποίους και απευθύνονται και το γεγονός ότι κάποια από αυτά δεν σημειώνουν ολοκληρωμένα την επωνυμία τους δεν δημιουργεί οποιαδήποτε νομική συνέπεια. Αν ισχύει η θέση των Εναγομένων επειδή σε κάποια από τα έγγραφα αναγράφεται η επωνυμία 'Harrison Property Auctioneers' αντίς 'Harrison Property Auctioneers (Cyprus) Ltd' τότε σημαίνει ότι ο επικαλούμενος τερματισμός της σύμβασης στις 09.11.08 δεν προέρχεται από τους Εναγομένους επειδή η χειρόγραφη επιστολή παρουσιάζει ότι αποστάληκε από οργανισμό με την επωνυμία 'Harrison Auctioneers', η οποία, κατά τα λεγόμενα της Μ.Υ., δεν αφορά τους Εναγομένους (Τεκμήρια 17 και 18Α). Περαιτέρω μέρος της μαρτυρίας της χαρακτηρίζεται από ασάφεια και αοριστία. Για παράδειγμα η Μ.Υ. ισχυρίστηκε ότι στις 28.11.08 απέστειλε την επιστολή ημερ. 09.11.08 (Τεκμήριο 18Α) με τηλεομοιότυπο επειδή κάποιος της είχε τηλεφωνήσει από την Λευκωσία και του ανέφερε ότι είχε τερματίσει τη συμφωνία και ότι ζητούσε να της επιστραφεί το ποσό που πλήρωσε ως εγγύηση, αποφεύγοντας ωστόσο να διευκρινίσει πότε της είχαν τηλεφωνήσει, ποιος της τηλεφώνησε και υπό ποία ιδιότητα το έπραξε και ποιος ο σκοπός του τηλεφωνήματος. Πολλές δε αναφορές της σε ουσιώδη ζητήματα ήταν κατασκευασμένες με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο εις βάρος της υπόθεσης των Εναγόντων. Ήταν εμφανές ότι η Μ.Υ. έδιδε προσχεδιασμένες απαντήσεις. Επίσης μέρος βασικής μαρτυρίας της δεν σχετίζεται με δικογραφημένα κατ' ισχυρισμό γεγονότα. Η νομολογία υποδεικνύει ότι κατά την ακρόαση παρέχεται μαρτυρία προς απόδειξη των επιδίκων θεμάτων, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις θέσεις και κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιέχονται στα δικόγραφα. Μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων και μόνο θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία και δεν θα πρέπει να διευρύνει τα επίδικα ζητήματα εξ ιδίας πρωτοβουλίας (Inter - Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή και άλλου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Η δε εξέταση θεμάτων που δεν αποτελούν επίδικα θέματα, καθιστά εσφαλμένη τη δικαστική απόφαση (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 252). Ενδεικτικά του πιο πάνω αναφέρω ότι ενώ στην §6 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι προέβαλαν τη θέση ότι η συμφωνία τερματίστηκε στις 28.11.08, στην ένορκη μαρτυρία της η Μ.Υ. υποστήριξε ότι ο τερματισμός της σύμβασης επήλθε στις 09.11.08 επικαλουμένη μάλιστα έγγραφο. Επίσης οι Εναγόμενοι, δια της Μ.Υ., προώθησαν στην ακρόαση ισχυρισμό ότι οι επίδικοι χώροι που θα διαθέτονταν στους Εναγομένους με τη σύμβαση παραχωρήθηκαν για διαφήμιση αυτοκινήτων B.M.W. για όλη την περίοδο που θα ίσχυε η συμφωνία, θέση η οποία δεν είναι δικογραφημένη. Μάλιστα βασιζόμενη στη μη δικογραφημένη αυτή θέση η Μ.Υ. ανέφερε, ως μέρος της μαρτυρίας της, ότι οι Ενάγοντες την είχαν ενημερώσει πως θα έδιναν το χώρο που προοριζόταν για τους Εναγομένους σε εταιρεία με οχήματα μάρκας B.M.W. Επίσης αναφορές της Μ.Υ. επί ουσιωδών θεμάτων παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Για παράδειγμα δεν παρουσιάστηκε θετική μαρτυρία και ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι όντως η συμφωνία τερματίστηκε σε ημερομηνία προγενέστερης της 27.03.09 (Τεκμήριο 9) εις αντίκρουση ισχυρισμού των Εναγόντων. Επιπροσθέτως η Μ.Υ. ισχυρίζεται ότι απέστειλε ταχυδρομικώς επιστολή τερματισμού της σύμβασης ημερομηνίας 09.11.08 (παρόλο που στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι επικαλούνται 28.11.08). Είναι η θέση της ότι πρόκειται για το Τεκμήριο
  1. Οι Ενάγοντες αρνούνται ότι έλαβαν τέτοια επιστολή. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της κανένα στοιχείο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει ταχυδρόμηση της εν λόγω επιστολής και παράδοση της στους Ενάγοντες 1 και
  2. Ωστόσο διευκρινίζω ότι δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω ότι η Μ.Υ. ετοίμασε την εν λόγω επιστολή. Τεκμηρίωσης στερείται και ο ισχυρισμός της Μ.Υ. ότι στις 28.11.08 αποστάληκαν στους Ενάγοντες τα Τεκμήρια 18Α και 18Β. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι η Μ.Υ. σύνταξε χειρόγραφα την επιστολή ημερομηνίας 09.11.08 (Τεκμήριο 18Α που είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 17). Ομοίως δεν αμφισβητώ ότι η Ενάγουσα 1 εξέδωσε την απόδειξη υπ' αρ. 00566 ημερομηνίας 06.11.08 που αφορά είσπραξη του ποσού €8.511 από τους Εναγομένους ως εγγύηση (Τεκμήριο 18Β). Ωστόσο ουδεμία απόδειξη αποστολής των δύο αυτών εγγράφων έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Το Τεκμήριο 18Γ είναι έντυπο που καταδεικνύει την αποστολή δύο σελίδων χωρίς όμως να απεικονίζει ότι αφορά την αποστολή των δύο συγκεκριμένων έγγραφων. Συνεπώς ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο Τεκμήριο 18Γ. Ακόμη μέρος των αναφορών της που σχετίζεται με επίδικα θέματα (παράβαση σύμβασης και τερματισμό της) συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία. Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ' ακοής μαρτυρίας υπόκειται στις παραμέτρους που εκτίθενται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο άρθρο 27 του Κεφ.
  3. Εδώ η ίδια η μάρτυρας μετέφερε στη δικαστική αίθουσα το τι της είχε λεχθεί από άλλο άτομο και συγκεκριμένα από τον Λ., τα οποία εκλαμβάνει ως αληθή και αξιόπιστα, χωρίς η ίδια να εξηγήσει στο Δικαστήριο: (α) αν όντως η ίδια έχει διερευνήσει την αλήθεια και αξιοπιστία των ισχυρισμών του Λ., (β) πως οδηγήθηκε στην υιοθέτηση του ισχυρισμού ότι η A. Panareti Timeshare δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να διαφημίζει, (γ) πως οδηγήθηκε στην υιοθέτηση του ισχυρισμού ότι οι Ενάγοντες επέτρεψαν τη διανομή διαφημιστικού υλικού από την A. Panareti Timeshare, (δ) την παράλειψη να δοθεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς σε τι συνίστατο η επικαλούμενη διανομή και πως γνωρίζει ότι τα άτομα που έκαναν τη διανομή ήταν όντως η A. Panareti Timeshare. (ε) γιατί θεωρείται επιλήψιμο το ότι η A. Panareti Timeshare διαφήμιζε υλικό με γνώμονα ότι αυτό έγινε σε ημερομηνία πριν να λειτουργήσει το νέο αεροδρόμιο Πάφου και προγενέστερα της 11ης Νοεμβρίου 2008 που θα άρχιζε η διαφημιστική περίοδος για τους Εναγομένους. Με γνώμονα την περί του αντιθέτου εκδοχή των Εναγόντων, ο Λ. που προέβηκε στη διατύπωση του εν λόγω ισχυρισμού μπορούσε να κληθεί από την πλευρά των Εναγομένων για να δώσει ένορκη μαρτυρία και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Ωστόσο η πλευρά των Εναγομένων παρέλειψε να πράξει κάτι τέτοιο χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η μη προσαγωγή του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα υπεράσπισης και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την πλευρά των Εναγόντων τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που οι Εναγόμενοι προώθησαν μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. Αν βέβαια ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά των Εναγομένων να παρουσιάσει το πιο πάνω άτομο ως μάρτυρα υπεράσπισης εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την πλευρά των Εναγόντων να τον κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Περαιτέρω η μαρτυρία της Μ.Υ. είναι διάτρητη από ουσιώδεις αντιφάσεις και παλινδρομήσεις. Προς στοιχειοθέτηση της διαπίστωσης αυτής αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
(1)Ενώ αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η σύμβαση που υπογράφτηκε είναι αυτή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και τροποποιήθηκε με την χειρόγραφη προσθήκη όρου στο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Α μαζί με το κοινό περιεχόμενο τους, τα οποία αμφότερα εμφανίζουν ως συμβαλλόμενα μέρη τους διαδίκους, η Μ.Υ. ισχυρίστηκε ότι η Lemonaris Estates δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν. Λ. είναι και αυτή συμβαλλόμενο μέρος, ισχυρισμός ο οποίος συγκρούεται με το εν λόγω παραδεκτό γεγονός.
(2)Ενώ το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 αποτελεί παραδεκτό γεγονός (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 06.10.08), η Μ.Υ. κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι της είχε αποσταλεί. Να σημειωθεί ότι η νομολογία υποδεικνύει ότι εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143).
(3)Στην αντεξέταση της η Μ.Υ. είπε ότι δεν τους είχαν υποδειχτεί οι προδιαγραφές από τους Εναγομένους για να ετοιμάσουν το διαφημιστικό τους υλικό. Όταν ερωτήθηκε αν της είχε αποσταλεί το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 06.10.08 με το οποίο της γνωστοποιήθηκαν προδιαγραφές (Τεκμήριο 5), η μάρτυρας απάντησε αρνητικά αλλά η στάση της διαφοροποιήθηκε όταν είδε ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποίαν είχε αποσταλεί το ηλεκτρονικό μήνυμα ήταν των Εναγομένων λέγοντας «Προφανώς έχει έρθει στην προσοχή μου» (βλέπε Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.10.21, σελίδες 24-25).
(4)Ενώ στην αντεξέταση της η Μ.Υ. δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν ο αριθμός τηλεομοιοτύπου 26 912095 είναι των Εναγομένων προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει τηλεομοιότυπο για χρόνια, η ίδια καταθέτει το Τεκμήριο 18Γ που σύμφωνα με την ίδια είναι το έντυπο επιβεβαίωσης αποστολής εγγράφου με τηλεομοιότυπο, στο οποίο έντυπο είναι σημειωμένος ο ίδιος αριθμός ως η γραμμή τηλεομοιοτύπου των Εναγομένων.
(5)Ενώ στην αντεξέταση της η Μ.Υ. δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν ο αριθμός τηλεομοιοτύπου 26 912095 είναι των Εναγομένων προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει τηλεομοιότυπο για χρόνια, η από κοινού με τους Ενάγοντες κατάθεση των Τεκμηρίων 4 και 4Α ως παραδεκτό γεγονός τη διαψεύδει αφού στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 4 και επί του Τεκμηρίου 4Α σημειώνεται ο εν λόγω αριθμός ως η δηλωθείσα γραμμή τηλεομοιοτύπου των Εναγομένων.
(6)Όταν υποδείχτηκε το Τεκμήριο 18Γ η Μ.Υ. διαφοροποίησε τη στάση της παραδεχόμενη ότι πρόκειται για τον αριθμό τηλεομοιοτύπου των Εναγομένων αλλά στη συνέχεια ελίχθηκε εκ νέου μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο ο εν λόγω αριθμός να ανήκει σε άλλη εταιρεία, δήλωση όμως που διαψεύδεται από το εν λόγω έγγραφο στο οποίο αναγράφεται η επωνυμία των Εναγομένων προς την οποίαν παρουσιάζεται να ανήκει ο συγκεκριμένος αριθμός.
(7)Ενώ στην κυρίως εξέταση της η Μ.Υ. είπε ότι η ίδια μαζί με τον Λ. ζήτησαν την προσθήκη όρου ο οποίος προστέθηκε χειρόγραφα στη σύμβαση, στην αντεξέταση διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως ο Λ. ήταν αυτός που ζήτησε τη συμπερίληψη του συγκεκριμένου όρου.
(8)Ενώ αρχικά η Μ.Υ. είχε αναφέρει ότι ο Λ. ήταν αυτός που ζήτησε να επιθεωρήσει τους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου χωρίς να εξηγηθεί σε ποιον αποτάθηκε, πότε αποτάθηκε και για πιο λόγο (βλέπε Ένδειξη 'Γ2' §9 σελίδα 14), στην πορεία διαφοροποιήθηκε δηλώνοντας ζητήθηκε από τον Λ. να επισκεφθεί τους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου χωρίς να διευκρινίζει ποιος του το είχε ζητήσει (βλέπε πρακτικά δικαστηρίου ημερ. 21.10.21 σελίδες 31). Στη βάση αυτών των δεδομένων, η αξιοπιστία της Μ.Υ. έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η πειστικότητα της μαρτυρίας της έχει εκμηδενιστεί. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι η μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος κάθε άλλο παρά πρεσβεύει την αληθινή όψη των πραγμάτων. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Έχω ήδη αξιολογήσει τα Τεκμήρια 17 και 18Α-18Γ. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, οφείλω να σημειώσω ότι ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση καθώς και σε όποια μαρτυρία προέκυψε μέσα από ερωτήσεις επί του περιεχομένου του. Από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο για να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο του καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτού αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς επίσης τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα εκείνα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Χωρίς να χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν, παραπέμπω σ' αυτά. Περαιτέρω καταλήγω στα πιο κάτω επιπλέον ευρήματα: Προτού υπογραφεί η σύμβαση από τους διαδίκους, οι Εναγόμενοι επισκέφθηκαν το αεροδρόμιο Πάφου όπου αφού επιθεώρησαν τους διαθέσιμους διαφημιστικούς χώρους επέλεξαν αυτούς που ήθελαν, πράγμα που αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες. Επρόκειτο για ηλεκτρονικό διαφημιστικό μέσο στο χώρο των ιμάντων, χώρο όπου θα υπήρχαν διαφημιστικά φυλλάδια και διαφημιστική πινακίδα στο χώρο αναχωρήσεων πάνω από το café Mozaic. Στα πλαίσια της σύμβασης οι Εναγόμενοι θα απέστελλαν στην Ενάγουσα 1 το υλικό που θα διαφημιζόταν στα συμφωνημένα σημεία και στους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου στη βάση προδιαγραφών που οι Ενάγοντες θα τους έδιναν. Με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερ. 06.10.08 η Ενάγουσα 1 απέστειλε προδιαγραφές στους Εναγομένους αλλά οι Εναγόμενοι, παρά τις γραπτές υπενθυμίσεις της Ενάγουσας με ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 10.11.08, 04.12.08, 05.12.08 και 27.02.09, δεν το έπραξαν. Ακολούθως οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι τερματίζουν τη σύμβαση επικαλούμενοι παράβαση της από τους τελευταίους. Οι Ενάγοντες τότε κατάφεραν να ενοικιάσουν τους επίμαχους χώρους στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd από τις 27.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α. Επίσης διέθεσαν το ενοικιασμένο ψηφιακό σημείο σε άλλους πελάτες τους, εκτός από τους Εναγομένους, οι οποίοι το χρησιμοποίησαν. Στην πορεία η Ενάγουσα 2 εξέδωσε τιμολόγια και ετοίμασε σχετική κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τους Εναγομένους, τα οποία απέστειλε στην Ενάγουσα
  1. Παράλληλα η Ενάγουσα 1 εξέδωσε τα δικά της τιμολόγια και ετοίμασε τη δική της κατάσταση λογαριασμού σχετικά με τους Εναγομένους. Ο Μ.Ε.2 έλεγξε προσωπικά τις καταχωρήσεις, χρεώσεις και εισπράξεις που έγιναν από το λογιστήριο της Ενάγουσας 2 αναφορικά με τους Εναγομένους σε συνάρτηση και αντιστοιχία με τα αντίγραφα τιμολογίων και καταστάσεων που υπήρχαν στους φακέλους. Επίσης ο ίδιος έλεγξε τα ποσά που καταχωρίστηκαν στην κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες και αντιστοιχούν στις περιόδους για τις οποίες συμφωνήθηκε η χρέωση με βάση των όρων της σύμβασης. Η περίοδος που τα τιμολόγια καλύπτουν είναι από 18.11.08 μέχρι 14.04.10 ενώ ακόμη υπάρχουν καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν το χρονικό διάστημα από 15.04.10 μέχρι 17.11.
  2. Οι Εναγόμενοι κλήθηκαν επανειλημμένως να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό αλλά και με επιστολές των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 18.02.10, 27.02.10 και 23.02.10 πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό ισχυριζόμενοι ότι οι Ενάγοντες επέτρεψαν σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να διανείμουν διαφημιστικό υλικό στο αεροδρόμιο Πάφου κατά παράβαση της σύμβασης, ισχυρισμό που οι Ενάγοντες απορρίπτουν ως αβάσιμο. Η Ενάγουσα 1 αξιώνει από τους Εναγομένους το ποσό των €30.748,34 που αφορά την περίοδο από 18.11.08 μέχρι 14.04.10 και το ποσό των €78.193,17 πλέον Φ.Π.Α. που αφορά την περίοδο από 15.04.10 μέχρι 17.11.14 (λήξη της σύμβασης) αφού από αυτό αφαιρεθεί το ποσό των €4.461 που η Ενάγουσα 1 εισέπραξε από την εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd και το ποσό των €4.808,71 που αφορά το μερίδιο της εγγύησης των Εναγομένων που της αναλογεί. Το ποσό που προκύπτει επιβαρύνεται με τόκο προς 1,5% μηνιαίως. Η Ενάγουσα 2 αξιώνει από τους Εναγομένους το ποσό των €24.360,44 που αφορά την περίοδο από 18.11.08 μέχρι 14.04.10 και το ποσό των €71.913,42 πλέον Φ.Π.Α. που αφορά την περίοδο από 15.04.10 μέχρι 17.11.14 (λήξη της σύμβασης) αφού από αυτό αφαιρεθεί το ποσό των €3.588,75 που η Ενάγουσα 2 εισέπραξε από την εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd και το ποσό των €3.702,29 που αφορά το μερίδιο της εγγύησης των Εναγομένων που της αναλογεί. Το ποσό που προκύπτει επιβαρύνεται με τόκο προς 1,5% μηνιαίως. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, η Ενάγουσα 1 με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 26.03.09 τους κάλεσε να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Εις απάντηση οι Εναγόμενοι με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 27.03.09 τερμάτισαν τη σύμβαση ισχυριζόμενοι ότι υπάλληλος της Ενάγουσας 1 τους είχε δώσει λανθασμένη ενημέρωση για το κόστος διαφήμισης και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχαν αποστείλει το διαφημιστικό υλικό. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης η Ενάγουσα 1 ενοικίασε τους συγκεκριμένους διαφημιστικούς χώρους στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd από τις 27.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α. Παράλληλα στο ένα ενοικιασμένο σημείο που είναι ψηφιακό υπήρχαν και άλλοι πελάτες, χωρίς έτσι να ήταν χώρος αποκλειστικά για τους Εναγομένους. Μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου, οι συγκεκριμένοι χώροι δεν ενοικιάστηκαν σε άλλα άτομα καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Μέχρι σήμερα, με εξαίρεση το ποσό της εγγύησης ύψους €8.511, οι Εναγόμενοι κανένα ποσό έχουν καταβάλει τόσο στην Ενάγουσα όσο και την Ενάγουσα
  3. Εξέταση επιδίκων θεμάτων - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Θα παραθέσω τώρα τα συμπεράσματα τα οποία εξάγονται κατόπιν εξέτασης των επιδίκων ζητημάτων της αγωγής. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά της νομικής πτυχής που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Κατά πόσο η συμφωνία καταρτίστηκε νόμιμα και έγκυρα: Προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ μία σύμβαση είναι το έγγραφο να έχει συνομολογηθεί νόμιμα και έγκυρα. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι μεταξύ των διαδίκων δεν έχει καταρτιστεί νόμιμη και έγκυρη συμφωνία επειδή ουδέποτε έλαβαν υπηρεσία από τους Ενάγοντες ως αντιπαροχή, επειδή οι ίδιοι τερμάτισαν τη συμφωνία περί τις 28.11.08 επικαλούμενοι παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από τους Ενάγοντες, επειδή οι διάδικοι ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους επί οποιασδήποτε συμφωνίας και επειδή το επίμαχο συμφωνητικό έγγραφο περιέχει επαχθείς όρους. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους η θέση τους να αμφισβητήσουν τον καταρτισμό νόμιμης και έγκυρης σύμβασης απορρίπτεται αμέσως επειδή συγκρούεται κάθετα με τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι έχουν υπογράψει γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 22.09.08 που είναι το Τεκμήριο 4, το οποίο τροποποιήθηκε δια της χειρόγραφης προσθήκης όρου με τη σύμφωνο γνώμη των συμβαλλομένων μερών που είναι το Τεκμήριο 4Α. Είναι δε αποδεκτοί από τους Εναγομένους και οι όροι που περιέχονται στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο. Η ύπαρξη αυτών των παραδεκτών γεγονότων καταρρίπτουν όχι μόνο ως θέμα αρχής την θέση αυτή των Εναγομένων στην ολότητα της αλλά την απορρίπτουν και επί της ουσίας της. Ειδικότερα εφόσον είναι αποδεκτό ότι οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο, ο ισχυρισμός ότι οι διάδικοι ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους σε συμφωνία αυτόματα καταρρίπτεται. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η γνησιότητα των υπογραφών και των χειρόγραφων στοιχείων επικοινωνίας που αφορούν τα συμβαλλόμενα μέρη και τους μάρτυρες της συμφωνίας ουδέποτε τελούσε υπό αμφισβήτηση. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εκ των προτέρων έμπρακτη λήψη αντιπαροχής, όπως λανθασμένα επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων, δεν αποτελεί προϋπόθεση για το νόμιμο και έγκυρο καταρτισμό μιας συμφωνίας. Είναι αρκετό η παρουσία πρόνοιας για αμοιβαία παροχή αντιπαροχής στη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες υποσχέθηκαν στους Εναγομένους χώρο και υποδομή στο νέο αεροδρόμιο Πάφου ώστε να διαφημίζουν εκεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους και εις αντάλλαγμα αυτού οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν στους Ενάγοντες την πληρωμή μηνιαίως ενός συνολικού ποσού που θα αφορούσε αμοιβή στην Ενάγουσα 1 για τις προσφερθείσες υπηρεσίες (monthly service fee) και αμοιβή στην Ενάγουσα 2 για την παραχωρηθείσα άδεια διαφήμισης στους χώρους του αεροδρομίου Πάφου (monthly licence fee). Συμφωνία είναι το σύνολο των υποσχέσεων, οι οποίες μεταξύ τους συνιστούν την αντιπαροχή μιας σύμβασης (άρθρο 2
(2)(ε) Κεφ.149). Υπόσχεση υπάρχει όταν η πρόταση που γίνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο γίνει αποδεχτή (άρθρο 2
(2)(β) Κεφ.149). Σύμβαση είναι μία συμφωνία που είναι νομικά εκτελεστή (άρθρο 2
(2)(η) Κεφ.149). Αντιπαροχή σε υπόσχεση είναι όταν με απαίτηση του προσώπου που υποβάλει μια πρόταση το πρόσωπο που την αποδέχεται ή ακόμη οποιοσδήποτε τρίτος προέβηκε ή προβαίνει ή υπόσχεται να προβεί σε πράξη ή αποχή (άρθρο 2
(2)(δ) Κεφ.149). Η υποβολή πρότασης, η αποδοχή της, το πλέγμα των υποσχέσεων που συνιστούν την αντιπαροχή, η ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι για νόμιμη αντιπαροχή και για νόμιμο σκοπό και η οποία δεν χαρακτηρίζεται ρητά ως άκυρη από τη νομοθεσία αυτή, αποτελούν τα στοιχεία για τη νομιμότητα και εγκυρότητα μιας σύμβασης. Στην παρούσα περίπτωση όλα τα πιο πάνω στοιχεία συνυπάρχουν ομαλά. Κάποιος εύκολα το διαπιστώνει από μια απλή ανάγνωση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4Α και των όρων αυτού. Η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε στη βάση των όρων που περιέχονται (Τεκμήριο 4) και ακολούθως επισφραγίστηκε με τις υπογραφές των διαδίκων στην παρουσία δύο μαρτύρων στις 22.09.08 και την προκαταβολική πληρωμή του ποσού των €8.511 στις 06.11.08, για την οποίαν εκδόθηκε σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 18Β). Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι παράλληλα ισχυρίζονται παράβαση σύμβασης, την πρόκληση της οποίας αποδίδουν σε υπαιτιότητα των Εναγόντων, ως αποτέλεσμα να επικαλούνται νόμιμο τερματισμό της στα πλαίσια άσκησης δικαιώματος τους. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που σαφώς αναιρεί την αρχική τους θέση αφού η επίκληση παράβασης σύμβασης για το λόγο που προβάλλουν καταδεικνύει αποδοχή καταρτισμού της χωρίς να υφίσταται θέμα νομιμότητα και/ή εγκυρότητας. Η δε παράβαση σύμβασης καθώς επίσης η ύπαρξη επαχθών όρων σε συμφωνητικό έγγραφο δεν καθιστούν απαραίτητα τη συνομολόγηση του εγγράφου παράνομη και κατ' επέκταση μη έγκυρη. Συνεπώς καταλήγω με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία ημερομηνίας 22.09.08, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη συγκατάθεση των συμβαλλομένων μερών στις 08.10.08 (Τεκμήριο 4Α), καταρτίστηκε νόμιμα και έγκυρα. Ζήτημα αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων: Οι Εναγόμενοι μέσα από την τελική νομική επιχειρηματολογία τους διατύπωσαν την άποψη ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να είχε εξ' αρχής απορριφθεί από το Δικαστήριο επειδή οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα να αξιώνουν οποιαδήποτε θεραπεία. Θεωρούν ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα λόγω της μη συνομολόγησης νόμιμης και έγκυρης σύμβασης. Εξ' υπαρχής απόφαση επί του εν λόγω θέματος εξυπακούει την προδικαστική εξέταση του. Οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας επιτρέπουν κάτι τέτοιο εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου τεθεί σχετική αίτηση η οποία να εκδικαστεί πριν από την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης (Δ.27 Θ.1 & Θ.2) στη βάση των αρχών και των παραμέτρων που η νομολογία έχει χαράξει παραμέτρων (Ιωάννης Νικόλα Χ' Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Malachtou v Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548). Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν από το Δικαστήριο να εξετάσει από την αρχή τέτοιο ζήτημα καταχωρώντας σχετική αίτηση. Ως εκ τούτου, η εν λόγω θέση τους δεν έχει έρεισμα. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η συνομολόγηση των Τεκμηρίων 4 και 4Α είναι νόμιμη και έγκυρη συμπαρασύρει αυτόματα σε απόρριψη τον ισχυρισμό για ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος από πλευράς των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων για το λόγο που έχει προβληθεί. Προσδιορισμός συμβαλλομένων μερών της σύμβασης (Τεκμήρια 4 και 4Α): Ένα από τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής είναι να καθοριστούν τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης. Οι Εναγόμενοι δικογράφησαν και προώθησαν ισχυρισμό ότι η Lemonaris Estates, δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν.Λ., είναι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης στην παρούσα αγωγή, τον οποίον οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν έντονα. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι έχουν υπογράψει συμφωνητικό έγγραφο στη βάση επισυνημμένων όρων. Το έγγραφο αυτό έχει καταχωριστεί ως Τεκμήριο
  1. Επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η σύμβαση τροποποιήθηκε υπό τη μορφή χειρόγραφης προσθήκης επιπρόσθετου όρου κατόπιν συγκατάθεσης των συμβαλλομένων μερών. Επειδή οι υπόλοιποι όροι παρέμειναν ως είχαν, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Α η πρώτη σελίδα της σύμβασης που περιέχει τη χειρόγραφη προσθήκη του όρου. Μελέτη των δύο εγγράφων καταδεικνύει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη που υπέγραψαν τη σύμβαση, από το περιεχόμενο της οποίας πηγάζουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, είναι οι διάδικοι. Ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι η Lemonaris Estates, είτε δια του νόμιμου αντιπροσώπου αυτής Ν.Λ. είτε άλως πως, έχει οποιαδήποτε ανάμιξη στην συνομολόγηση και/ή υπογραφή της σύμβασης. Το υπάρχον μαρτυρικό υλικό που έχει κριθεί αληθές και αξιόπιστο από το Δικαστήριο δεν τον συνδέει καθ' οιονδήποτε τρόπο με την υπόθεση. Συνεπώς από τη μία τα παραδεκτά γεγονότα και από την άλλη η απουσία περί του αντιθέτου αποδεκτής μαρτυρίας, με οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση του Τεκμηρίου 4, όπως αυτή τροποποιήθηκε (Τεκμήριο 4Α) είναι οι διάδικοι. Για περισσότερες εξηγήσεις παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου στο στάδιο αξιολόγησης της Μ.Υ. χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Επαχθείς όροι στη σύμβαση, παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις: Στην γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι οι πρόσθετες χρεώσεις αυξήσεων που ζητούνται από τους Ενάγοντες είναι παράνομες και καταχρηστικές επειδή αποτελούν χρεώσεις αυξήσεων επί αυξήσεων. Η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί ότι η σύμβαση περιέχει επαχθείς όρους. Οι Ενάγοντες διεκδικούν την επικαλούμενη αύξηση επειδή προνοείται στη σύμβαση. Ειδικότερα στην πρώτη σελίδα της σύμβασης σημειώνονται τα εξής: «Monthly fee subject to a 3% increase each Agreement Year, commencing at the start of the 3rd Agreement Year.» Η πιο πάνω θέση των Εναγομένων παρέμεινε αστήριχτη και κατ' επέκταση μετέωρη. Ουδεμία εξήγηση δίδεται από πού προκύπτει η επικαλούμενη παρανομία. Αν δηλαδή είναι παράνομη η χρέωση λόγω κάποιας νομοθεσίας ή μέσα από τη νομολογία. Ούτε προωθήθηκε ισχυρισμός που να εξηγεί ποιοι συγκεκριμένοι όροι της σύμβασης είναι επαχθείς, άδικοι και ετεροβαρείς και για ποιο λόγο θεωρούνται έτσι. Μήτε εξηγήθηκε πως συμφιλιώνεται ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων τη στιγμή που: (α) η σύμβαση των διαδίκων είναι επιχειρηματικής φύσεως, (β) στη σύμβαση αυτή προνοείται συμφωνημένη αύξηση του ανταλλάγματος, (γ) η σύμβαση είναι συνταγμένη στη μητρική γλώσσα των Εναγομένων (αγγλική), (δ) η σύμβαση μελετήθηκε από τους Εναγομένους, οι οποίοι έκριναν ότι το περιεχόμενο της τους ικανοποιούσε ζητώντας μάλιστα και πετυχαίνοντας την προσθήκη επιπλέον όρου που θεωρούσαν ότι προστάτευε τα συμφέροντα τους, (ε) οι Ενάγοντες κατά τον χρόνο της συνομολόγησης σύμβασης και γενικότερα κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης δεν βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους Εναγομένους και ούτε μεταξύ τους υπήρχε σχέση εξάρτησης, (στ) δεν υπήρξε εκμετάλλευση της οποιασδήποτε αδυναμίας ή μειονεκτικότερης θέσης των Εναγομένων από τους Ενάγοντες, (ζ) το περιεχόμενο της σύμβασης δεν επιβλήθηκε στους Εναγομένους αλλά οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη σύμβαση με την ελεύθερη βούληση τους επισφραγίζοντας τη συνομολόγηση της σύμβασης με την προκαταβολική πληρωμή του ποσού εγγύησης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω δεδομένα, ο ισχυρισμός των Εναγομένων απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. Τερματισμός Σύμβασης από τους Εναγομένους: Το ότι η σύμβαση τερματίστηκε προτού λήξει η περίοδος ισχύος της αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Ο τερματισμός δεν ήταν κοινή συναινέσει αλλά μονομερής. Αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι οι Εναγόμενοι ήταν αυτοί που προχώρησαν με τερματισμό της σύμβασης. Το θέμα που χρήζει εξέτασης είναι πότε και με ποιο τρόπο συνέβηκε αυτό. Εδώ, όπως λέχθηκε προηγουμένως, προσκομίστηκε μαρτυρία που επί του σημείου αυτού δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων. Συγκεκριμένα ενώ στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης δικογραφείται η θέση ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη συμφωνία στις 28.11.08 (§6), δηλαδή μετά που το συμφωνητικό έγγραφο έγγραφο, ως τροποποιήθηκε, τέθηκε σε ισχύ (στις 17.11.08 που το νέο αεροδρόμιο Πάφου ξεκίνησε να λειτουργεί), στην ακρόαση της υπόθεσης προωθήθηκε η θέση ότι ο τερματισμός έγινε στις 09.11.08, δηλαδή πριν να τεθεί σε ισχύ η σύμβαση. Καμία δικαιολογία δόθηκε για την διαφορά αυτή. Ο ισχυρισμός ότι στις 09.11.08 αποστάληκε επιστολή τερματισμού με το ταχυδρομείο παρέμεινε μετέωρη. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με το άτομο που μετέβηκε στο ταχυδρομείο μεταφέροντας για ταχυδρόμηση την εν λόγω επιστολή. Ακόμη καμία μαρτυρία υπήρξε που να αποδεικνύει ότι κατά την ημερομηνία εκείνη όντως ταχυδρομήθηκε η επικαλούμενη επιστολή. Επίσης με δεδομένη την άρνηση των Εναγόντων ότι παρέλαβαν τέτοια επιστολή, καμία μαρτυρία δόθηκε από λειτουργό του ταχυδρομείου που να αποδεικνύει ότι η υπηρεσία του απέστειλε την εν λόγω επιστολή στη διεύθυνση που αναγράφεται χειρόγραφα και στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Με γνώμονα ότι η μοναδική μαρτυρία στο εν λόγω ζήτημα προέρχεται από την ένορκη μαρτυρία της Μ.Υ., η οποία για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί δεν κρίθηκε αξιόπιστη, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι έκθετος σε απόρριψη. Ακολούθως η θέση των Εναγομένων ήταν ότι η πιο πάνω επιστολή αποστάληκε εκ νέου με τηλεομοιότυπο στις 28.11.
  2. Επί τούτου παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 18Γ. Όπως εξηγήθηκε, το έντυπο αυτό δεν απεικονίζει και κατ' επέκταση δεν καταδεικνύει ότι οι δύο σελίδες που αναφέρει ότι στάλθηκαν με το τηλεομοιότυπο είναι όντως τα Τεκμήρια 18Α και 18Β που η Μ.Υ. συμπεριέλαβε ως δέσμη. Μάλιστα η αμφιβολία για το ότι τα Τεκμήρια 18Α και 18Β δεν συνδέονται με το Τεκμήριο 18Γ ενισχύεται από το γεγονός ότι ουδεμία σημείωση υπάρχει στο Τεκμήριο 18Α που να αναφέρει ότι επισυνάπτεται το Τεκμήριο 18Β, το οποίο είναι ένα εντελώς διαφορετικό έγγραφο που δεν σχετίζεται με το αντικείμενο του Τεκμηρίου 18Α. Η διαπίστωση αυτή σε συνδυασμό με την απόρριψη της μαρτυρίας της Μ.Υ. αφήνει εκτεθειμένη σε απόρριψη και αυτή τη θέση των Εναγομένων. Αν ευσταθούσαν οι ημερομηνίες 09.11.08 και 28.11.08 δεν θα υπήρχε λόγος να αποσταλεί μεταγενέστερα το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 05.12.08 και ώρα 10:06 εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων στην εκπρόσωπο της Ενάγουσας 1 στο οποίο να ζητείται η διεύθυνση για να διαβιβαστεί με την εταιρεία ταχυμεταφοράς 'Akis Express' το διαφημιστικό υλικό καθώς επίσης το όνομα για λογαριασμό της Ενάγουσας 1 που θα το παραλάβει, το οποίο απαιτείται ώστε να μπορέσουν οι Εναγόμενοι να προχωρήσουν με τη διαφήμιση των εργασιών τους στους συμφωνημένους χώρους του νέου αεροδρομίου Πάφου. Αυτό καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο εκείνο που είναι μεταγενέστερος από αυτόν που οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν ως ημερομηνία τερματισμού, οι Εναγόμενοι θεωρούσαν τη σύμβαση σε ισχύ. Μάλιστα με μεταγενέστερο ηλεκτρονικό μήνυμα από την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση την ίδια ημέρα αλλά ώρα 14:37 (αμφότερα μέρος του Τεκμηρίου 6), η αντιπρόσωπος των Εναγομένων ενημερώνει γραπτώς την εκπρόσωπο της Ενάγουσας 1 ότι είχε αποσταλεί το διαφημιστικό υλικό στη διεύθυνση που της είχε δοθεί για τον σκοπό αυτό αλλά επειδή είχε περιπέσει στην αντίληψη της ότι δεν είχε παραληφθεί, ζήτησε η διεύθυνση γραφείου της Ενάγουσας 1 για να το αποστείλει. Αυτό καταδεικνύει το ίδιο πράγμα ως και με το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα. Ξεκάθαρα τo δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα αποστάλθηκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση harrisonauctioneers@live.com. Δεν αποκλείεται και το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα να αποστάλθηκε από την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση. Η συντομογραφική καταγραφή της δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα, σε αντίθεση με το δεύτερο όπου η ηλεκτρονική διεύθυνση εμφανίζεται πλήρως. Από την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση του δεύτερου μηνύματος, φαίνεται ότι αποστάληκε και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 06.10.08 και ώρα 18:57 με συντάκτη την Μ.Υ. (Τεκμήριο 14). Αυτό χωρίς αμφιβολία καταδεικνύει ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση harrisonauctioneers@live.com ανήκει στους Εναγομένους και κατά τον ουσιώδη χρόνο χρησιμοποιείτο από αντιπροσώπους της για σκοπούς των επαγγελματικών εργασιών της. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Μ.Υ. για τη σχέση του υιού της S.H. και της φίλη του A.S., αυτοί έχουν απορριφθεί στη βάση των εξηγήσεων που δόθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ. Παραπέμπω στο σκεπτικό του Δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Η δε επιστολή ημερομηνίας 27.02.10 της δικηγόρου των Εναγομένων (Τεκμήριο 12Β) με την οποίαν μετέφερε το χρόνο τερματισμού προγενέστερα της 27.03.09 που ήταν η θέση των Εναγόντων, έγγραφο που κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ., δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Η μόνη αποδεκτή μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου και προσδιορίζει χρονικά τον τερματισμό της σύμβασης προέρχεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 27.03.09 και ώρα 17:14 (Τεκμήριο 9). Ως λόγος που προβάλλεται είναι ο ισχυρισμός της λανθασμένης πληροφόρησης που οι Εναγόμενοι έτυχαν από την πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας 1 Α.Ν. σχετικά με το κόστος που θα πλήρωναν για τις διαφημιστικές υπηρεσίες που θα είχαν. Όπως σημειώνεται στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα, αυτός είναι ο λόγος που οι Εναγόμενοι δεν απέστειλαν το διαφημιστικό υλικό τους στους Ενάγοντες. Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος: «Dear V., I have been asked by Mrs H. [M.Y.] to send you this email in regards to the contract with yourselves, she wishes to inform you that neither ourselves or Lemonaris Estates wish to proceed with this contract as we were falsely informed of all costs relating to advertising in Paphos airport by a former member of your staff A.N. (Sales Executive), this is also the reason for no artwork being forwarded to your company when it was requested. Regards, Miss A.S. Harrison Property Auctioneers» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα και τη διατύπωση που έχει χρησιμοποιηθεί, καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν μονομερώς τη σύμβαση τους με τους Ενάγοντες (Τεκμήρια 4 & 4Α), γνωστοποιώντας στους τελευταίους στις 27.03.09 την πρόθεση τους να μην συνεχίσουν να δεσμεύονται από τη σύμβαση. Αυτό έγινε με αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 27.03.09 στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 9). Υπάρχει ή όχι ζήτημα πλήρους αποτυχίας ανταλλάγματος από τους Ενάγοντες: Από τις 17.11.08 που λειτούργησε το νέο αεροδρόμιο Πάφου τόσο οι ενοικιασμένοι χώροι της Ενάγουσας 2 που είχαν επιλέξει οι Εναγόμενοι και προσδιορίζονταν στη σύμβαση όσο και η υποδομή και τεχνική υποστήριξη της Ενάγουσας 1 για τη διαφήμιση του υλικού των Εναγομένων που θα ετοίμαζαν οι τελευταίοι, ήταν διαθέσιμα για χρήση από τους Εναγομένους. Αυτό έκδηλα καταδεικνύεται από τη γραπτή αλληλογραφία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω διαπιστώσει να ευσταθεί κάτι τέτοιο, ως είναι η θέση των Εναγομένων που έχει προωθηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Νομιμότητα Τερματισμού Σύμβασης: Το Τεκμήριο 4 και κατ' επέκταση το Τεκμήριο 4Α παρέχουν σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος που επιθυμεί συμβατικό δικαίωμα τερματισμού του συμφωνητικού εγγράφου σύμφωνα με την καθορισμένη διαδικασία που προνοείται. Ο όρος 8 της σύμβασης περιγράφει την διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περίπτωση που κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμεί να τερματίσει το έγγραφο. Μεταξύ άλλων προνοούνται τα εξής: «Advertiser [με βάση τον όρο 1 'Advertiser' σημαίνει τον κάθε ένα διαφημιστή ξεχωριστά ή τον διαφημιστικό πράκτορα] may terminate this Agreement upon reasonable advanced written notice and thirty
(30)days opportunity to cure, or where the circumstances of such failure reasonably require more time to cure, to make arrangements to cure.» Ο δε όρος 4 προνοεί το χρόνο και την μέθοδο ειδοποίησης τερματισμού. Ειδικότερα σημειώνει τα εξής: «Every party has the right to terminate the Agreement with sixty
(60)days prior notice with termination becoming effective the last day of the Initial Term.» Ως προς τη μορφή που η σύμβαση υποδεικνύει να έχει η γραπτή ειδοποίηση σχετικός είναι ο όρος 9 του εγγράφου: «Any notice to be served by any party pursuant to this Agreement shall be by registered post to the parties' last known address.» Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε τερματισμό της σύμβασης ενημερώνοντας τους Ενάγοντες ότι δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν να δεσμεύονται από το συμφωνητικό έγγραφο, χωρίς όμως να εφαρμόσουν οτιδήποτε από τα προαναφερόμενα. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν τον τερματισμό της σύμβασης από μέρους τους με ισχύ αμέσως στις 27.03.09 που απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 9). Σε ότι αφορά το λόγο που τους ώθησε, άλλα είπε η Μ.Υ. στην ένορκη μαρτυρία της και άλλα σημειώνονται στο Τεκμήριο
  1. Με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Μ.Υ. δεν έγινε αποδεκτή, η μοναδική αποδεκτή μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου, όχι ως προς την αλήθεια του αλλά ως γεγονός ότι υπήρξε, είναι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Όπως ήδη αναφέρθηκε, μέσα από το Τεκμήριο 9 προβάλλεται ως λόγος τερματισμού ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης πληροφόρησης υπηρεσιών που οι Εναγόμενοι είχαν από την πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας 1 Α.Ν. (Sales Executive) σχετικά με το κόστος διαφήμισης των υπηρεσιών τους. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που είναι γενικός, αόριστος και ασαφές. Από αυτό απουσιάζουν σημαντικές λεπτομέρειες που θα τον παρουσίαζαν ως αληθοφανή. Ειδικότερα δεν αναφέρεται τι πληροφόρηση ήταν αυτή που είχε, πάντοτε σε σχέση με το θέμα που εγείρει. Πότε είχαν αυτήν την επικαλούμενη εσφαλμένη πληροφόρηση και με ποιον τρόπο. Ούτε γίνεται αναφορά ποια είναι τελικά αυτή η αληθινή ενημέρωση που έπρεπε να είχαν αλλά, ως ισχυρίζονται, δεν είχαν. Μήτε ποιο είναι τελικά το πραγματικό κόστος Ούτε πότε και πως περιήλθε αυτό το γεγονός εις γνώση τους. Ο λόγος που προβάλλεται δεν δικαιολογεί την ανάγκη μονομερούς τερματισμού της σύμβασης. Οι Εναγόμενοι λανθασμένα και αντισυμβατικά αποποιήθηκαν των υποχρεώσεων τους που πηγάζουν από τη σύμβαση, γνωστοποιώντας την πρόθεση τους να μην συνεχίσουν να δεσμεύονται από το συμφωνητικό έγγραφο. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της σύμβασης από τους Εναγομένους είναι αδικαιολόγητος. Η προβολή ενός λόγου που δεν δικαιολογεί τερματισμό της σύμβασης καθιστά τους Εναγομένους υπαίτιους για παράβαση σύμβασης. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι με τον αδικαιολόγητο τερματισμό απαρνήθηκαν/αποκήρυξαν τη σύμβαση (repudiation). Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και απέτυχαν να εκτελέσουν συμβατικές υποχρεώσεις τους χωρίς νόμιμη δικαιολογία (Spettabile Consorzio v. Northumberland Ship-building Co
(1919)121 LT 628). Βασικά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και απέτυχαν να εκπληρώσουν όλη τη σύμβαση. Ουδεμία συμβατική υποχρέωση τους έχουν εκτελέσει σε σχέση με τη σύμβαση. Η άρνηση των Εναγομένων ήλθε να προστεθεί στην ήδη παράλειψη τους να συμμορφωθούν με άλλες ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις τους για τις οποίες είχαν κληθεί από τους Εναγομένους να εκτελέσουν. Η άρνηση τους επί του συνόλου της σύμβασης ήταν ανεπιφύλακτη (Withers v. Reynolds
(1831)2 B & Ad 889). Αυτό φαίνεται από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στο Τεκμήριο
  1. Το γεγονός αυτό καθιστά τους Εναγομένους υπόλογους απέναντι στους Ενάγοντες. Υπάρχει παράβαση σύμβασης και ποιος τυχόν ευθύνεται: Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για παράβαση σύμβασης, η οποία έγινε στις 27.03.
  2. Εφόσον πρόκειται για άρνηση εκπλήρωσης όλων των συμβατικών υποχρεώσεων τους από τους Εναγομένους, περιλαμβανομένου την πληρωμής του ανταλλάγματος, η παράβαση είναι ουσιώδης. Ειδικότερα οι επίμαχοι χώροι της Ενάγουσας 2 ήταν διαθέσιμοι από τις 17.11.08 όταν το νέο αεροδρόμιο Πάφου τέθηκε σε λειτουργία καθώς επίσης η υποδομή και η τεχνολογική υποστήριξη της Ενάγουσας 1 ήταν έτοιμα για να διαφημίσουν το υλικό των Εναγομένων που οι τελευταίοι θα ετοίμαζαν, κάτι όμως που αυτοί ουδέποτε έπραξαν, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης. Στην περίπτωση, όπως εδώ, όπου υπάρχει απάρνηση/αποκήρυξη της σύμβασης (repudiation of contract) συνεπεία αδικαιολόγητου τερματισμού, το αθώο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί είτε να αποδεχτεί τον αδικαιολόγητο τερματισμό και να επιδιώξει αποζημιώσεις είτε να επιλέξει να συνεχίσει να δεσμεύεται από τη σύμβαση και παράλληλα να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Εάν το αθώο μέρος επιλέξει να αποδεχτεί απάρνηση/αποκήρυξη της σύμβασης θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απόφαση του στο υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος (βλέπε νομικό σύγγραμμα 'Indian Contract and Specific Relief Acts' των Pollock & Mulla, 12η έκδοση, σελίδες 1011-1017). Σε σχέση με την πιο πάνω ουσιώδη παράβαση, παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να αποδεχτούν τον αδικαιολόγητο τερματισμό της σύμβασης. Αυτό διαπιστώνεται από την εξέλιξη των πραγμάτων. Η αποδοχή του τερματισμού δεν έγινε αμέσως όταν αυτός συνέβηκε αλλά στην πορεία και συγκεκριμένα όχι ενωρίτερα από τις 18.02.10 όταν η δικηγόρος των Εναγόντων απέστειλε επιστολή στους Εναγομένους προειδοποιώντας τους για λήψη νομικών μέτρων εναντίον τους και απαιτώντας την πληρωμή ποσού ως αποζημιώσεις που υπέστηκαν και/ή που θα συνεχίσουν να υφίστανται από την παράβαση σύμβασης (Τεκμήριο 12Α). Το ίδιο πνεύμα ακολούθησε η αποστολή νέας επιστολής ημερομηνίας 23.03.10 της δικηγόρου των Εναγόντων προς τους Εναγομένους (Τεκμήριο 12Γ). Η δε καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 17.02.12 η οποία επιδόθηκε στους Εναγομένους μέσω της Μ.Υ. στις 13.03.12 διέλυσε κάθε επιφύλαξη που ενδεχομένως κάποιος μπορούσε να είχε για την αποδοχή του αδικαιολόγητου τερματισμού ως ουσιώδης παράβαση από τους Ενάγοντες (Καραολή κ.α. v. Λαούρη και άλλου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 225). Στην αγωγή οι Ενάγοντες αποδέχονται τον τερματισμό της σύμβασης από τους Εναγομένους, τον οποίον εκλαμβάνουν ως γεγονός αλλά θεωρούν ότι είναι αδικαιολόγητος, αυθαίρετος, παράνομος και κατά παράβαση των προνοιών της σύμβασης. Παράλληλα μέσα από τη αγωγή οι Ενάγοντες δικογραφούν τη λήψη εύλογων μέτρων προς μετριασμό της ποινής. Αξιούμενες θεραπείες: Οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που καλύπτουν όλη την περίοδο ισχύος της σύμβασης πλέον τόκους συνεπεία παράβασης σύμβασης, ως δικογραφούνται υπό τα σημεία (Α)-(Ζ) του παρακλητικού της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Εναλλακτικά μέρος των ειδικών αποζημιώσεων διεκδικούνται ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει τιμολογίων. Οι δε Εναγόμενοι στην ανταπαίτηση τους επιδιώκουν δήλωση ότι η σύμβαση έχει νόμιμα τερματιστεί, την επιστροφή του ποσού της εγγύησης που έχουν πληρώσει στην Ενάγουσα 1 και την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων. Αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι τα προαναφερόμενα προδιαγράφουν το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης. Στην υπόθεση Θεοχαρίδης v. Ιωάννου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311 λέχθηκε πως είναι θεμελιωμένο ότι όταν υπάρχει αθέτηση μιας συμφωνίας (όπως εδώ έγινε αθέτηση από τους Εναγόμενους) το αθώο μέρος, δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, οι Ενάγοντες, έχουν δικαίωμα είτε να τερματίσουν τη συμφωνία και να αξιώσουν αποζημιώσεις, είτε να επιμείνουν στην τήρηση της συμφωνίας και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Τα άρθρα 73-75 του Κεφ. 149 πραγματεύονται τις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπουν το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Το άρθρο 73
(1)της εν λόγω νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824). Εκεί που είναι αδύνατος ο υπολογισμός τους, επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις. Επομένως, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Κεφ.149 το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της εύλογης αποζημίωσης (Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1739). Η βάση των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, είναι η αποκατάσταση των ζημιών του αναίτιου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν συνέβαινε η παράβαση (Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Θα πρέπει να λεχθεί ότι προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεων, είτε ειδικές είτε γενικές, είναι η απόδειξη με μαρτυρία από το αθώο μέρος πρόκληση ζημιάς και/ή απώλειας σ' αυτό, η οποία είναι απόρροια της παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας του υπαίτιου μέρους. Εφόσον στοιχειοθετηθεί ζημιά και/ή απώλεια, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις ως θεραπεία (D. & G. Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400). Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια. Στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αλλά και οι Εναγόμενοι οφείλουν να αποδείξουν τις θεραπείες που έκαστος διεκδικεί μέσα από την απαίτηση και ανταπαίτηση αντίστοιχα. Εδώ, στο χρονικό σημείο που οι Εναγόμενοι αδικαιολόγητα τερμάτισαν μονομερώς τη σύμβαση, ενέργεια που έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες, ως ουσιώδης παράβαση σύμβασης βεβαίως, διεκδικώντας παράλληλα αποζημιώσεις (βλέπε Τεκμήρια 12Α & 12Γ και παρακλητικό απαίτησης), κυλούσε η περίοδος ενοικίασης των χώρων του νέου αεροδρομίου Πάφου που είχαν διατεθεί δυνάμει της σύμβασης από την Ενάγουσα 2 στους Εναγομένους, καθώς επίσης ήταν διαθέσιμες προς χρήση από τους Εναγομένους η υποδομή και η τεχνολογική υποστήριξη της Ενάγουσας 1 προκειμένου να διαφημιστεί το υλικό των Εναγομένων. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κανένα αντάλλαγμα για την ενοικίαση των χώρων και για την παροχή υποδομής και τεχνικής υποστήριξης έχει πληρωθεί από τους Εναγομένους μέχρι τη στιγμή της παράβασης της σύμβασης. Το ποσό που δεν έχει πληρωθεί, ενώ θα έπρεπε να είχε καταβληθεί, το οποίο αφορά, με βάση τη σύμβαση, οφειλόμενο συνιστά ζημιά που οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ένεκα της παράβασης σύμβασης από τους Εναγομένους. Σε ότι αφορά ζημιές μετά τη χρονική στιγμή της παράβασης, η σύμβαση περιέχει πρόνοια για την εκτίμηση τους. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν πρόκειται για προσυμφωνημένες αποζημιώσεις ή αν συνιστά ποινική ρήτρα (άρθρο 74 Κεφ.149). Η συγκεκριμένη πρόνοια περιέχεται στον όρο 8 της σύμβασης και αυτούσια αναφέρει τα εξής: «Upon breach of this Agreement by the Advertiser, the Advertiser Agent [Ενάγουσα 1] and Hermes [Ενάγουσα 2] may claim any remaining Monthly Fee payments due or to become due as liquidated damages, .» Στην Κύπρο, σε αντίθεση με ότι ισχύει στην Αγγλία, η διάκριση μεταξύ ενός γνησίου εκ των προτέρων υπολογισμού των αποζημιώσεων (a genuine covenanted pre-estimate of damages) και μιας ποινικής ρήτρας (penalty clause) δεν έχει ουσιαστική σημασία καθότι, το Δικαστήριο, διατηρεί και στις δύο περιπτώσεις, τη διακριτική του εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση η οποία ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το ονομαζόμενο στη σύμβαση ποσό είτε τούτο αποτελεί ποινική ρήτρα είτε όχι (Σύλλογος «ΑΝΟΡΘΩΣΙΣ» Αμμοχώστου v. «ΑΠΟΛΛΩΝ» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1Α Α.Α.Δ. 518). O προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός. Επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Εφόσον θεμελιωθεί ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιές και/ή απώλειες και εφόσον αποδειχτεί το ύψος αυτών, τότε δύναται να τους επιδικαστούν εύλογη αποζημίωση που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που σημειώνεται στον όρο της ποινικής ρήτρας ή των προσυμφωνημένων εκκαθαρισμένων αποζημιώσεων (Michael Antoni Maltezou and Another v. Iosif Louka and Another 16 C.L.R. 88). Από το λεκτικό που χρησιμοποιείται και της διατύπωση του περιεχομένου του όρου σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες πρόνοιες της σύμβασης, διαπιστώνω ότι πρόκειται για όρο προσυμφωνημένων αποζημιώσεων. Η ύπαρξη της εν λόγω πρόνοιας είναι δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη (βλέπε νομικό σύγγραμμα 'Indian Contract and Specific Relief Acts' των Pollock & Mulla, 12η έκδοση, σελίδες 1643-1653). Σαφώς η απώλεια του μηνιαίου ανταλλάγματος για την υπόλοιπη περίοδο αποτελεί απώλεια εισοδημάτων για τους Ενάγοντες και επομένως μορφή ζημιάς που οι Ενάγοντες καλούνται να υποστούν εξαιτίας της ουσιώδης παράβασης σύμβασης από τους Εναγομένους. Επιβαρύνσεις: Ο όρος 8 της σύμβασης προνοεί ακόμη ότι σε περίπτωση καθυστερημένων πληρωμών, το χρεωστικό υπόλοιπο θα υπόκειται σε χρεώσεις ύψους 1,5% μηνιαίως. Ο πιο πάνω όρος παραπέμπει σε ποινική ρήτρα αφού έχει ως προφανή στόχο τον εκφοβισμό των Εναγομένων έτσι ώστε αυτοί να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις τους (Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited
(2011)1 Α.Α.Δ. 1739). Το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το άρθρο 74
(1)του Κεφ. 149, το περιεχόμενο της οποίας έτυχε ερμηνείας από τη νομολογία. Στην πιο πάνω υπόθεση Χαραλάμπους λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)* του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd. κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά. v. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (πιο πάνω)).» Σε κάθε περίπτωση, οι πιο πάνω εκτιμημένες προσυμφωνημένες αποζημιώσεις / εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις καλύπτουν πλήρως όλες τις ζημιές και/ή απώλειες των Εναγόντων, χωρίς έτσι να χρειάζονται επιπρόσθετες χρεώσεις. Καμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να αποδεικνύει ότι ένεκα του αναίτιου τερματισμού από τους Εναγομένους, οι Ενάγοντες θα υποστούν επιπλέον ζημιές και/ή απώλειες στους Ενάγοντες, τέτοιες ώστε να δικαιολογούνται επιπλέον χρεώσεις του ύψους ή μέρος αυτού που η σύμβαση προνοεί. Καθήκον μείωσης ζημιάς (Duty to mitigate loss): Το αθώο μέρος δεν μπορεί να απαιτήσει τη ζημιά την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει, αν ελάμβανε προς τούτο μέτρα και δεν το έπραξε (George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd και άλλου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 199). Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει υποχρέωση να λάβει τέτοια μέτρα έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά του από ενέργειες της άλλης πλευράς (duty to mitigate loss). Το βάρος αποδείξεως για τη λήψη μέτρων για μετριασμό των ζημιών του ενάγοντα, βαρύνει τον εναγόμενο (Centra (Holdings) Ltd v. Reuters Ltd
(1999)1A A.A.Δ. 298 και Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1A A.A.Δ. 500). Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες προέβηκαν σε ενέργειες για μείωσης της ζημιάς τους, ως καθήκον που είχαν. Συγκεκριμένα ενοικίασαν τους επίμαχους χώρους στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd από τις 27.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 10). Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να διαθέσουν το ενοικιασμένο ψηφιακό σημείο (ένα από τους τρεις χώρους) σε άλλους πελάτες τους, εκτός από τους Εναγομένους, οι οποίοι το χρησιμοποίησαν καθ' όλη τη συμβατική περίοδο. Σε σχέση με τους άλλους δύο ενοικιασμένους χώρους, δεν έχω οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ότι θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί από άλλους πελάτες και ότι οι Ενάγοντες δεν το έπραξαν ώστε να μειώσουν τη ζημιά τους. Η μαρτυρία των Εναγόντων ότι κατέβαλαν προσπάθειες προς το σκοπό αυτό οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν, δεν αντικρούστηκε από αποδεκτή μαρτυρία των Εναγομένων. Υπολογισμός Ζημιών και/ή Απωλειών των Εναγόντων 1 & 2: Η περίοδος που μας αφορά είναι από τις 18.11.08 μέχρι 27.03.09, δηλαδή 4 μήνες και 10 ημέρες. Το ποσό του ανταλλάγματος με βάση τη σύμβαση ανέρχεται μηνιαίως στα €2.837 πλέον Φ.Π.Α. Έχοντας αυτά τα σταθερά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα, προέβηκα στον υπολογισμό της ζημιάς που οι Ενάγοντες υπέστηκαν την πιο πάνω περίοδο ως εξής: €2.837 χ 4 μήνες (18.11.08-17.03.09) = €11.348 + Φ.Π.Α. πλέον €2.837 χ 10/31 μήνα (18.03.09-27.03.09) = €907,84 + Φ.Π.Α. Επομένως ζημιά Εναγόντων για την περίοδο 18.11.08-27.03.09 = €12.255,84 + Φ.Π.Α. Ακολούθως συγκρίνοντας στην ίδια περίοδο τις χρεώσεις που έκαστη Ενάγουσα διεκδικεί δυνάμει των τιμολογίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11Α και 11Β, η ορθότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους, προκύπτει ότι το ποσοστό που αναλογεί στην Ενάγουσα 1 από το μηνιαίο ποσό του ανταλλάγματος ανέρχεται στα 57% (€1.602, 90 πλέον Φ.Π.Α.) και της Ενάγουσας 2 στο 43% (€1.234,10 πλέον Φ.Π.Α.). Χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω ποσοστά, υπολογίζω ότι η ζημιά για την περίοδο από 18.11.08 μέχρι 27.03.09 που υπέστηκε η κάθε μία Ενάγουσα ξεχωριστά ανέρχεται στα: (α) Ενάγουσα 1 - €12.255,84 χ 57% = €6.985,83 + Φ.Π.Α. (β) Ενάγουσα 2 - €12.255,84 χ 43% = €5.270,00 + Φ.Π.Α. Επιπλέον οι Ενάγοντες δικαιούνται τη ζημιά που υπέστηκαν μέχρι να ενοικιάσουν τους επίμαχους χώρους στην εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd, γεγονός που συνέβηκε στις 27.08.
  1. Έχοντας αυτά τα σταθερά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα, προέβηκα στον υπολογισμό της ζημιάς που οι Ενάγοντες υπέστηκαν την περίοδο 28.03.09-27.08.09 ως εξής: €2.837 χ 4/31 μήνες + €2.837 χ 17/30 μήνες) (28.03.09-17.04.09) = €1.976,44 + Φ.Π.Α. πλέον €2.837 χ 4 μήνες (18.04.08-17.08.09) = €11.347 + Φ.Π.Α. πλέον €2.837 χ 10/31 μήνες (18.08.09-27.08.09) = €915,16 + Φ.Π.Α. Επομένως ζημιά Εναγόντων για την περίοδο 28.03.09-27.08.09 = €14.238,60 + Φ.Π.Α. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, υπολογίζω ότι η ζημιά για την περίοδο από 28.03.09 μέχρι 27.08.09 που υπέστηκε η κάθε μία Ενάγουσα ξεχωριστά ανέρχεται στα: (α) Ενάγουσα 1 - €14.238,60 χ 57% = €8.116,00 + Φ.Π.Α. (β) Ενάγουσα 2 - €14.238,60 χ 43% = €6.122,60 + Φ.Π.Α. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες δικαιούνται να αποζημιωθούν για τη ζημιά που υπέστηκαν και προκύπτει από τη διαφορά του ενοικίου και των υπηρεσιών των Εναγομένων με την εταιρεία PHC Franchised Restaurant Public Ltd. που ενοικίασαν τους χώρους κι τους παρείχαν υπηρεσίες από τις 28.08.09 για περίοδο 3 μηνών έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος €2.750 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 10). Έχοντας αυτά τα σταθερά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα, προέβηκα στον υπολογισμό της ζημιάς που οι Ενάγοντες υπέστηκαν την περίοδο 28.08.09-27.11.09 ως εξής: (€2.837 - €2.750) χ 4 μήνες (28.08.09-27.11.09) = €348 + Φ.Π.Α. Επομένως ζημιά Εναγόντων για την περίοδο 28.08.09-27.11.09 = €348 + Φ.Π.Α. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, υπολογίζω ότι η ζημιά για την περίοδο από 28.08.09 μέχρι 27.11.09 που υπέστηκε η κάθε μία Ενάγουσα ξεχωριστά ανέρχεται στα: (α) Ενάγουσα 1 - €348 χ 57% = €198,36 + Φ.Π.Α. (β) Ενάγουσα 2 - €348 χ 43% = €149,64 + Φ.Π.Α. Χρησιμοποιώ την ίδια μέθοδο για την υπόλοιπη περίοδο της σύμβασης, ήτοι από 28.11.09 μέχρι 17.11.11, αλλά επειδή υπήρξε χρήση του ψηφιακού σημείου καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (ενός εκ των τριών επίμαχων σημείων) από άλλους πελάτες, το ποσό που προκύπτει μειώνεται κατά 1/
  2. Έχοντας αυτά τα σταθερά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα, προέβηκα στον υπολογισμό της ζημιάς που οι Ενάγοντες υπέστηκαν την περίοδο 28.11.09-17.11.11 ως εξής: [(2 έτη χ 12 μήνες χ €2.837) - (10/30 μήνα χ €2.837)] χ 2/3 = €44.767,86 + Φ.Π.Α. Επομένως ζημιά Εναγόντων για την περίοδο 28.11.09-17.11.11 = €44.767,86 + Φ.Π.Α. Για την περίοδο από 18.11.11-17.11.12 όπου δυνάμει σύμβασης υπάρχει αύξηση ύψους 3% επί της μηνιαίας αμοιβής, δηλαδή από €2.837 αυξάνεται σε €2.922,11, η ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες υπολογίζεται σε: 12 μήνες χ €2.922,11 χ 2/3 = €23.376,00 + Φ.Π.Α. Για την περίοδο από 18.11.12-17.11.13 όπου δυνάμει σύμβασης υπάρχει περαιτέρω αύξηση ύψους 3% επί της μηνιαίας αμοιβής, δηλαδή από €2.922,11 αυξάνεται σε €3.009,77, η ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες υπολογίζεται σε: 12 μήνες χ €3.009,77 χ 2/3 = €24.078,16 + Φ.Π.Α. Για την περίοδο από 18.11.13-17.11.14 όπου δυνάμει σύμβασης υπάρχει περαιτέρω αύξηση ύψους 3% επί της μηνιαίας αμοιβής, δηλαδή από €3.009,77 αυξάνεται σε €3.100,06, η ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες υπολογίζεται σε: 12 μήνες χ €3.100,06 χ 2/3 = €24.800,48 + Φ.Π.Α. Συνεπώς ζημιά Εναγόντων για την περίοδο 28.11.09-17.11.14 = €44.767,86 + €23.376,00 + €24.078,16 + €24.800,48 = €117.022,50 Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, υπολογίζω ότι η ζημιά για την περίοδο από 28.11.09 μέχρι 17.11.14 που υπέστηκε η κάθε μία Ενάγουσα ξεχωριστά ανέρχεται στα: (α) Ενάγουσα 1 - €117.022,50 χ 57% = €66.702,83 + Φ.Π.Α. (β) Ενάγουσα 2 - €117.022,50 χ 43% = €50.319,68 + Φ.Π.Α. Συνολικά για Ενάγουσα 1: €6.985,83 + €8.116,00 + €198,36 + €66.702,83 + Φ.Π.Α. = €82.003,02 + Φ.Π.Α. Συνολικά για Ενάγουσα 2: €5.270,00 + €6.122,60 + €149,64 + €50.319,68 + Φ.Π.Α. = €61.861,92 + Φ.Π.Α. Από τα πιο πάνω ποσά θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της εγγύησης (€8.511) που έχει πληρωθεί προκαταβολικά και αντιστοιχεί στην κάθε Ενάγουσα ξεχωριστά. Η δυνατότητα συμψηφισμού του με οφειλόμενα ποσά και κατακράτησης του ως μέρος ποσού προσυμφωνημένων αποζημιώσεων (liquidated damages) που θα υπολογιστεί στα πλαίσια εκτίμησης των ζημιών, προνοείται μέσα από τη σύμβαση. Συγκεκριμένα ο όρος 5 αυτής προνοεί ότι θα αφορά την αμοιβή των δύο τελευταίων μηνών της περιόδου σύμβασης. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «The said security deposit shall be applied to the last two
(2)months obligation at the termination of this Agreement.» Παράλληλα ο όρος 8 της σύμβασης πραγματεύεται την κατακράτηση του και επί τούτου προνοεί τα εξής: «. retain any deposit as a further liquidated damage, ...» Από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτει ότι σε ότι αφορά τα χρήματα της εγγύησης ύψους €8.511 που οι Εναγόμενοι πλήρωσαν προκαταβολικά, η Ενάγουσα 1 εισέπραξε ποσό €4.808,71 και η Ενάγουσα 2 ποσό €3.702,29. Συνεπώς: Συνολική ζημιά και/ή απώλεια που έκαστη Ενάγουσα υπέστη και για την οποίαν δικαιούται αποζημίωση: Ενάγουσα 1: (€82.003,02 - €4.808,71) + Φ.Π.Α. = €77.194,31 + Φ.Π.Α. Ενάγουσα 2: (€61.861,92 - €3.702,29) + Φ.Π.Α. = €58.159,63 + Φ.Π.Α. Τιμολόγια: Τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί δεν συνιστούν βάση αγωγής και συνεπώς δεν είναι θεμέλιο για διεκδίκηση ποσού (Ανδρέας Νεοκλέους & Σία v. Μάριος Αφάμης Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1661). Απλά σημειώνουν το είδος και το ύψος της αμοιβής ή της υπηρεσίας που χρεώνεται για συγκεκριμένη περίοδο ως αντάλλαγμα δυνάμει σύμβασης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν. Επαναλαμβάνω ότι το περιεχόμενο τους δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Βάση της αγωγής, πέραν της προαναφερόμενη παράβασης συμβολαίου εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, αποτελεί η παροχή υπηρεσιών από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους και η παράλειψη εκ μέρους των Εναγομένων καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού ως ανταλλάγματος (Θεοδώρου v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1492). Στο χρονικό σημείο παράβασης της σύμβασης, ποσό είχε καταστεί οφειλόμενο. Είναι οφειλόμενο δυνάμει των προνοιών του όρου 5 της σύμβασης, οι οποίες καθορίζουν πότε η αμοιβή των Εναγόντων καθίσταται οφειλόμενη και πληρωτέα. Η σύμβαση περιλαμβάνει την έκδοση τιμολογίων ξεχωριστά από τις Ενάγουσες 1 και 2 ως μέρος της διαδικασίας που προβλέπεται, βάση των οποίων στη συνέχεια οι χρεώσεις θα καταστούν οφειλόμενες και πληρωτέες εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Τα τιμολόγια των Εναγόντων έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 11Α και 11Β αντίστοιχα. Η έκδοση τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ωστόσο αμφισβητείται η αποστολή τους καθώς επίσης η λήψη τους από τους Εναγομένους. Είναι γεγονός ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει επίδοση, παράδοση ή αποστολή με οποιονδήποτε τρόπο των τιμολογίων στους Εναγομένους. Η μη αποστολή και/ή λήψη ενός τιμολογίου δεν αποτελεί δικαιολογία για την αποφυγή εξόφλησης του οφειλομένου ποσού, το μηνιαίως ύψος του οποίου καθορίζεται στη σύμβαση. Οι Εναγόμενοι παρέμειναν υπόλογοι στην εξόφληση του δεσμευόμενοι από τη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση με τις επιστολές της δικηγόρου της Ενάγουσας 1 ημερομηνίας 18.02.10 και 23.03.10 προς τους Εναγομένους (Τεκμήρια 12Α και 12Γ), η αποστολή και η λήψη των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγομένους, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν γραπτώς για το ποσό που είχε καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο μέχρι τη χρονική στιγμή της παράβασης της σύμβασης. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο ποσό που οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν και αφορούν την υπόλοιπη περίοδο της σύμβασης, η καταχώριση της παρούσας αγωγής το καταγράφει αναλυτικά. Ανταπαίτηση των Εναγομένων: Μέσα από τις προηγούμενες αναφορές μου, εξετάστηκε και η ανταπαίτηση των Εναγομένων. Στη βάση του σκεπτικού που αναπτύχτηκε, καταλήγω ότι η ανταπαίτηση δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αντίθετα, τα ποσά που υπολογίστηκαν ως αποζημιώσεις για τις ζημιές που οι Ενάγοντες υπέστηκαν δύναται να φέρουν νόμιμο τόκο. Κατάληξη: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, σε σχέση με την απαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Εναγομένων ως εξής: (α) Οι Εναγόμενοι να πληρώσουν στην Ενάγουσα 1 το ποσό των €77.194,31 + Φ.Π.Α. ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που αυτή υπέστηκε συνεπεία παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας τους, (β) Οι Εναγόμενοι να πληρώσουν στην Ενάγουσα 2 το ποσό των €58.159,63 + Φ.Π.Α. ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που αυτή υπέστηκε συνεπεία παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας τους. Αμφότερα ποσά θα επιβαρύνονται με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, με γνώμονα όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους εναντίον των Εναγόντων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έπεται ότι η ανταπαίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Σε σχέση με τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει για την επιδίκαση τους (άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 Κανονισμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ήτοι απαίτησης και ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.