← Κύπρος

Μ. Κ. ν. Α. Α. κ.α., Αρ. Αγωγής: 172/2022, 10/5/2022

Μ. Κ. ν. Α. Α. κ.α., Αρ. Αγωγής: 172/2022, 10/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 172/2022 Μεταξύ: Μ. Κ. (Α.Δ.Τ. [ ]) από την Πάφο Ενάγουσα και

  1. Α. Α. (Α.Δ.Τ. [ ]) από την Πάφο
  2. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ (αρ. εγγραφής 88) από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10/05/
  3. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μαργαρόνης για κ.κ. Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΟΥ - ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη αρ. 2: κα. Μ. Κωνσταντινίδου για κ.κ. Ε & Μ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα στις 06/04/2022 καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2, Θ.1) και αξιώνει εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 συγκεκριμένες Δηλωτικές Αποφάσεις και Διατάγματα του Δικαστηρίου, ως φαίνονται στα Αιτητικά (Α) - (ΣΤ) καθώς επίσης Αποζημιώσεις ύψους €500,000 για ζημιά και/ή αθέτηση συμφωνίας και/ή λόγω διαβεβαιώσεων και/ή δόλου και/ή άλλως πως. Η ενάγουσα - αιτήτρια, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δηλαδή στις 06/04/2022 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς με την οποία αξιώνει τα κάτωθι προσωρινά διατάγματα: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον σκοπούμενο πλειστηριασμό με την ειδοποίηση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού - Δελτίο ημερ. 18/02/2022 (επισυνάπτεται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) της εναγόμενης αρ. 2, ο οποίος είναι ορισμένος στις 11/05/2022 και ώρα 10.00 π.μ. στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού www.eauction-cy.com, του ενυπόθηκου ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, ήτοι του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/[ ], Φ/ΣΧ. 45/41 Ε1, Τεμάχιο [ ], τμήμα 2 του τεμαχίου [ ] που βρίσκεται στην Τοποθεσία Ψύλλου στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου για όλο το ακίνητο και/ή για το 52% του μεριδίου του ακινήτου και/ή για το μέρος του ακινήτου που βρίσκεται κτισμένη η κατοικία στην οποία διαμένει η Αιτήτρια (ως φαίνεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β με αριθμούς 4, 5 και 6 με κτίτρινο χρώμα), μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό τίτλο αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 και/ή στην Εναγόμενη αρ. 2 και/ή σε οποιονδήποτε τρίτο και/ή άλλο πρόσωπο έλκει δικαιώματα από αυτούς να αποξενώσει και/ή πωλήσει δια πλειστηριασμού και/ή άλλως πως και/ή μεταβιβάσει και/ή παραδώσει την κατοχή και/ή άλλως πως του 52% μεριδίου του τεμαχίου 135 με αρ. εγγραφής 2/[ ], Φ/ΣΧ. 45/41 Ε1 Τεμάχιο [ ], τμήμα 2 που βρίσκεται στην Τοποθεσία Ψύλλου στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου και/ή της οικίας που βρίσκεται κτισμένη στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/[ ], Φ/ΣΧ. 45/41 Ε1, Τεμάχιο [ ], τμήμα 2 που βρίσκεται στην Τοποθεσία Ψύλλου στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό τίτλο αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Γ. Οιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ως ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο, υπό τις συνθήκες.» Η αίτηση ορίστηκε αυθημερόν, πλην όμως τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της ενάγουσας - αιτήτριας, διέταξε την επίδοση της αίτησης. Μετά από αυτό υπήρξε εμφάνιση από την πλευρά των εναγομένων αρ. 2 - καθ' ών η αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση παραθέτοντας σειρά λόγων για τους οποίους τα αιτούμενα διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθούν, στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω. Η πλευρά της εναγόμενης αρ. 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, παρά την προς αυτήν επίδοση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας, στην οποία αναφέρει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν επισυνάπτοντας σε αυτή και τεκμήρια. Η ουσία των όσων επικαλείται η ενάγουσα είναι η εξής: Η εναγόμενη αρ. 1 είναι η μητέρα της ενάγουσας και η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/[ ], Φ/ΣΧ. 45/41 Ε1, Τεμάχιο [ ], τμήμα 2 που βρίσκεται στην Τοποθεσία Ψύλλου στην Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου. Περί τον Αύγουστο του 1998, η εναγόμενη 1, δυνάμει συμφωνίας δωρέας, συμφώνησε ότι θα μεταβίβαζε στην ενάγουσα το 52% του εν λόγω ακινήτου της ώστε να ανεγείρει την οικία της, γεγονός που δεν μπορούσε να το πράξει εκείνη τη στιγμή καθότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, όπως της έλεγε, για κάποια άλλη οφειλή του πατέρα της. Η ενάγουσα, ισχυρίζεται, βασιζόμενη στην πιο πάνω συμφωνία και υπόσχεση της μητέρας της ότι το 52% του ακινήτου της άνηκε, περί το 1999 ολοκλήρωσε την ανέγερση της οικίας της στην οποία διαμένει με την οικογένεια της από τότε μέχρι σήμερα. Η ανέγερση της κατοικίας της έγινε από δάνειο το οποίο εξασφάλισε από το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου με την γνώση της εναγόμενης 1, αφού ήταν και εκείνη πρωτοφειλέτιδα, και το οποίο περί το 2006 εξοφλήθηκε από την ίδια την ενάγουσα. Όταν η ενάγουσα εξόφλησε το δάνειο και η σχετική υποθήκη διαγράφηκε, ζήτησε από την εναγόμενη 1 να της μεταβιβάσει το μερίδιο βάση της συμφωνίας δωρεάς, σε μέρος του οποίου ανεγρέρθηκε η κατοικία της, αλλά η εναγόμενη 1 της είπε ότι θα το πράξει αργότερα γιατί στο ακίνητο υπήρχαν άλλες υποθήκες που αφορούσαν δανεισμούς του πατέρα της και ότι ήθελε να της το μεταβιβάσει χωρίς επιβαρύνσεις. Η ίδια είχε εμπιστοσύνη στην μητέρα της και βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις της. Περί το 2020, η εναγόμενη 1 της αποκάλυψε ότι όλο το ακίνητο είχε υποθηκευτεί προς όφελος της εναγόμενης 2 για δανεισμούς των υιών της στους οποίους δανεισμούς ήταν και η ίδια πρωτοφειλέτιδα, χωρίς ποτέ κανείς να την ενημερώσει προς τούτο, με τις Υποθήκες Υ3334/2007 για το ποσό των €256.290,22, Υ3335/2007 για το ποσό των €51.258,04, Υ561/09 για το ποσό των €103.000 και Υ3770/09 για το ποσό των €170,
  4. Τότε κατάλαβε ότι η εναγόμενη 1, όλα αυτά τα χρόνια, της έλεγε ψέματα για το λόγο που δεν ήθελε να της μεταβιβάσει το μερίδιο της αφού αυτή είχε σκοπό να χρησιμοποιεί το μερίδιο της και να το υποθηκεύει προς όφελος των αδελφών της. Ακολούθως, αναφέρεται στις προσπάθειες που κατέβαλε η ίδια σε μια προσπάθεια να επέλθει κάποια διευθέτηση με την εναγόμενη 2 ώστε να σωθεί η κατοικία της φέρνοντας σε γνώση της την ύπαρξη της οικίας της εντός του επίδικου ακινήτου. Αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενες 1 και 2 γνώριζαν την ύπαρξη της οικίας της κατά τη σύναψη των επίδικων Υποθηκών αλλά κανένας δεν την ενημέρωσε για τις υποθήκες που θα συνάπτονταν ή όταν υπήρξαν καθυστερήσεις στις πληρωμές των δανεισμών των πρωτοφειλετών. Οι εναγόμενες 1 και 2 γνώριζαν για την συμφωνία δωρεάς και τη συμφωνία διανομής κατά την έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού και για το ότι έχει δικαιώμα οικήσεως, χρήσης και επικαρπίας της οικίας και ότι μέρος του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθή η οικία ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγόμενης 1 ως κατεπιστευματοδόχου της. Πιο κάτω στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι στις 27/08/2021 καταρτίστηκε «Συμφωνία Διανομής» μεταξύ της ίδιας και της μητέρας της με την οποία διαχωρίστηκε το επίδικο ακίνητο σε δύο μέρη και το δεύτερο μέρος ήταν αυτό που θα της μεταβιβαζόταν δια δωρεάς (βλ. τεκμήριο 8). Η εναγόμενη 1 παραβίασε ισχυρίζεται τη συμφωνία δωρεάς επί της οποίας βασίστηκε και ανέγειρε την κατοικία της στην οποία διαμένει αφού δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε το ακίνητο να διαχωριστεί και να μην υποθηκευτεί το μέρος που της είχε δοθεί με αποτέλεσμα να διατρέχει σήμερα κίνδυνο να μείνουν, τόσο αυτή όσο και η οικογένεια της, άστεγοι. Όσο αφορά τον επικείμενο πλειστηριασμό του ακινήτου ο οποίος θα λάβει χώρα στις 11/05/2022, κανένας δεν την ειδοποίησε γι αυτόν και το ανακάλυψε η ίδια μετά από έρευνα της στο διαδίκτυο περί τις 30/03/2022 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με λειτουργό της εναγόμενης 2 για σκοπούς εξεύρεσης λύσης και οποίος της ανάφερε ότι νομίζει ότι έχει οριστεί ο πλειστηριασμός ολόκληρου του ακινήτου. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 2 όφειλε να της είχε επιδόσει όλες τις σχετικές ειδοποιήσεις του πλειστηριασμού, ως ενδιαφερόμενο μέρος, αφού γνωρίζει για την ύπαρξη της οικίας της εντός του επίδικου ακινήτου καθώς επίσης για την ύπαρξη δωρεάς μεταξύ εναγομένης 1 και της ιδίας. Στη συνέχεια αναφέρει ότι πιστεύει ότι δόλια οι εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν στην υποθήκευση με τις πιο πάνω υποθήκες ολόκληρου του ακινήτου ενώ γνώριζαν ότι είχε δικαίωμα οίκησης, χρήσης, επικαρπίας και γνώριζαν ότι η εναγόμενη 1 θα της μεταβίβαζε το 52% του μεριδίου του επίδικου ακινήτου δια δωρεάς και δόλια η εναγόμενη 1 δεν προέβη ακόμα σε μεταβίβαση του εν λόγω μεριδίου του ακινήτου στην ίδια. Ο δόλος των εναγόμενων 2 διακρίνεται αφού η ειδοποίηση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού είναι ελλιπής εφόσον δεν αναφέρονται πάνω σε αυτήν όλα τα νομικά στοιχεία όπως προνοείται από το Νόμο και είναι επίσης παραπλανητική καθότι αναφέρει ότι το είδος του ακινήτου είναι «Αμπέλι» και δεν αναφέρεται καθόλου η ύπαρξη της οικίας, αλλά και ότι διαφέρουν οι κάτοχοι αυτής από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 2, ενώ γνώριζε τη συμφωνία της με την εναγόμενη 1, την παρότρυναν να αθετήσει την συμφωνία δωρεάς ενεγράφοντας προς όφελος τους όλες τις πιο πάνω υποθήκες και προχωρώντας σε εκποίηση ολόκληρου του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται και η οικία της. Κατά συνέπεια, αναφέρει, η εγγραφή των υποθηκών και η προώθηση της πώλησης της οικίας της είναι παράνομες ενέργειες, έγιναν δόλια και άνευ εννόμου δικαιώματος ώστε το δικαίωμα οικήσεως, χρήσης, επικαρπίας και εγγραφής που έχει πάνω στην οικία και στο 52% του μεριδίου να καταστρατηγηθεί. Τέλος, αναφέρει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και θα παραβιαστούν τα δικαιώματα της αφού στην ουσία θα χάσει το σπίτι της. Από την αντίπερα όχθη, η εναγόμενη 2 προβάλλει 25 λόγους ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως φαίνονται στο σώμα της. Κατ' αρχάς η εναγόμενη 2 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να αποδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται η αναστολή ή ακύρωση του πλειστηριασμού δυνάμει της παρούσας αγωγής και του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  5. Τέτοιες θεραπείες μπορούν αποδοθούν μόνο με έφεση δυνάμει του Άρθρου 44Γ

(3)του Νόμου 9/
  1. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η εναγόμενη 2 επικαλείται, ουσιαστικά, την μη πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και ειδικότερα την μη αποκάλυψη βάσης αγωγής και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Η ένστση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Α. Χ., υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία διαχειρίζεται τις πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορά η παρούσα αγωγή εκ μέρους της εναγόμενης 2 - καθ' ης η αίτηση. Η εν λόγω ενόρκως δηλούσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και παραθέτει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρασχεθήκαν από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κισσόνεργας προτού λάβουν χώρα οι συγχωνεύσεις και μετονομασίες που οδήγησαν στην σημερινή καθ' ης η αίτηση. Οι εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τον οποιονδήποτε, ούτε και από την αιτήτρια και δόθηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών. Αμφισβητεί την συμφωνία δωρεάς, τεκμήριο 2 και το χρόνο που κατ' ισχυρισμό αυτή έλαβε χώρα ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι εκ των υστέρων εφεύρημα της αιτήτριας για να αποφευχθεί ο επικείμενος πλειστηριασμός. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται περαιτέρω, ουδέποτε η εν λόγω συμφωνία τέθηκε υπόψη της καθ' ης η αίτηση. Η εναγόμενη 1 είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και από τα τεκμήρια 3 και 4 προκύπτει ότι τόσο τα αρχιτεκτονικά σχέδια της εν λόγω κατοικίας όσο και η Πολεοδομική Άδεια εκδόθηκαν στο όνομα της εναγόμενης 1 και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ότι η εν λόγω κατοικία, αν υφίσταται, είναι της αιτήτριας και όχι της εναγόμενης
  2. Δεν υφίσταται ούτε αποκαλύπτεται οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ αιτήτριας και καθ' ης η αίτηση και το μόνο το οποίο αποκαλύπτει είναι μια υπόσχεση δωρεάς της εναγόμενης 1 προς το πρόσωπο της. Τυχόν εγειρόμενα θέματα αφορούν την εναγόμενη 1 και την αιτήτρια και όχι την εναγόμενη
  3. Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα ότι η αιτήτρια, σύμφωνα με τα λεχθέντα της, ανέλαβε το ρίσκο όπως ανεγείρει κατοικία εντός ακινήτου το οποίο όχι μόνο δεν ήταν ιδιοκτησίας της αλλά επιβαρύνετο, όπως η ίδια παραδέχεται, με πληθώρα υποθηκών. Η αιτήτρια δεν είχε κανένα δικαίωμα πληροφόρησης για τις πιστωτικές διευκολύνσεις αφού η ίδια δεν είχε σχέση με αυτές. Ούτε όφειλε η καθ' ης η αίτηση να της αποστείλει τις ειδοποίησεις που προβλέπονται από το Μέρος VIA του Νόμου 9/65 και ορθά ακολουθήκε η διαδικασία του εν λόγω Νόμου. Η αιτήτρια, ισχύριζεται περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα, μετά που έλαβε γνώση για τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προφανώς από τη μητέρα της, εσκεμμένα κατάρτισε «σχέδιο διανομής και δωρεάς» ως μια ύστατη προσπάθεια παρεμπόδισης των καθ' ων η αίτηση από το να εισπράξουν το λαβείν τους. Ουδέποτε έχει κατατεθεί το εν λόγω σχέδιο ή έχει προχωρήσει η εν λόγω δωρεά, αν και όπως η ίδια ισχυρίζεται, η συμφωνία δωρεάς έλαβε χώρα το
  4. Η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση για την ύπαρξη κατοικίας το 2021 μετά τις συνομιλίες με την ατήτρια και όχι προηγουμένως, ενώ ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι η αιτήτρια έχει δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί δόλου εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την αναγραφή των στοιχείων του ακινήτου στην ειδοποίηση πλειστηριασμού, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η εναγόμενη 1 ως η ιδιοκτήτρια του, ήταν η μοναδική αρμόδια να εκσυγχρονίσει τον τίτλο του ακινήτου της πράγμα που δεν έπραξε και εν πάση περιπτώση αυτό ουδόλως επηρεάζει τον πλειστηριασμό. Επίσης, καμία λεπτομέρεια του ισχυριζόμενου δόλου παρέχει εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Οι συσταθείσες υποθήκες είναι καθόλα νόμιμες, καταρτίσθηκαν σωστά και νομότυπα και η αιτήτρια ουδέν έννομο συμφέρον έχει τόσο επί του ακινήτου όσο και επί αμφισβητήσεως αυτών ως μη συμβαλλόμενο μέρος επί των πιστωτικών διευκολύνσεων στη βάση των οποίων παρασχέθηκαν. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή, έχω μελετήσει επισταμένα τα όσα οι συνήγοροι αναφέρουν σε αυτές και τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτά στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: H γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  5. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 αναλύθηκαν και εξηγήθηκαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και οι αρχές που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι οι Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re Χ΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Λαμβάνοντας υπόψη το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τις θεραπείες που η ενάγουσα αξιώνει αλλά και όλα τα γεγονότα τα οποία η ίδια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προκύπτει ότι βασίζει την αγωγή στην ύπαρξη και/ή δημιουργία κατεμπιστεύματος, ρητού ή εξυπακουόμενου με την εναγόμενη 1 καθώς και στην παράβαση συμφωνίας. Συγκεκριμένα, επικαλείται συμφωνία δωρεάς που έγινε περί το έτος 1998 με την εναγόμενη 1, μητέρα της και ότι το 52% του επίδικου ακινήτου το οποίο ήταν και εξακουθεί να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγόμενης αρ. 1, δυνάμει της οποίας ισχυρίζεται ότι θα της ανήκει ή θα της μεταβιβαζόταν. Η ίδια βασιζόμενη στην πιο πάνω συμφωνία δωρεάς και/ή υπόσχεσης της μητέρας της, προχώρησε και έκτισε την κατοικία της εντός μέρους του επίδικου ακινήτου. Κατά παράβαση όμως των πιο πάνω συμφωνηθέντων, η εναγόμενη 1, ισχυρίζεται η ενάγουσα, παρέλειψε να της μεταβιβάσει το πιο πάνω μερίδιο επί του ακινήτου της και/ή να προβεί σε διαχωρισμό του και να της μεταβιβάσει το ανάλογο μέρος εντός του οποίου έχει ανεγείρει την κατοικία της. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 προχώρησε κατά τα έτη 2007 και 2009 και ενέγραψε συγκεκριμένες υποθήκες προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων των αδελφιών της χωρίς την γνώση της και προς όφελος της εναγόμενης
  2. Σε σχέση με την εναγόμενη 2, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι γνώριζε για τη συμφωνία δωρεάς της εναγόμενης 1 προς την ίδια και ότι στο επίδικο ακίνητο βρισκόταν η κατοικία της και παρά την γνώση της περί τούτου και/ή με δόλο προχώρησε στη σύναψη των επίδικων υποθηκών. Επιπρόσθετα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 2 παρακίνησε και/ή παράτρυνε την εναγόμενη 1 στο να παραβιάσει τη συμφωνία δωρεάς που υπήρχε μεταξύ της ίδιας και της εναγόμενης
  3. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, η ενάγουσα αξιώνει διατάγματα και/ή δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζουν ότι δύναται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του 52% του επίδικου ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονοματι της ενάγόμενης 1 και να αναγνωρίζεται το δικαίωμα της αυτό. Περαιτέρω, αξιώνει τη διαγραφή και/ή ακύρωση των υποθηκών που βαρύνουν το επίδικο ακίνητο και ενεγράφησαν προς όφελος της εναγόμενης 2 επί του 52% του μεριδίου του εν λόγω ακινήτου. Στην ουσία η ενάγουσα επικαλείται την προτεραιότητα που έχει στην ιδιοκτησία του 52% του επίδικου ακινήτου, ένεκα της ύπαρξης του ως ανωτέρω αναφερόμενου εμπιστεύματος το οποίο δημιουργήθηκε με την εναγόμενη 1, κάτι το οποίο ήταν σε γνώση της εναγόμενης
  4. Είναι αναγνωρισμένη από τη νομολογία μας η δυνατότητα δημουργίας απολήγοντων ή εξ' επαγωγής εμπιστευμάτων ή γενικότερα εμπιστευμάτων ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού και σε σχέση με ακίνητη περιουσία, παρά την ύπαρξη των διατάξεων του Άρθρου 65ΙΕ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου Κεφ. 224 το οποίο προνοεί τον τρόπο δημιουργίας και εγγραφής στο Κτηματολόγιο εμπιστεύματος (βλ. Θεοδώρα Θεοδώρου Χριστοφόρου v. Ελένης Θεοδώρου Χριστοφόρου
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1551). Επίσης, προκύπτει να αναγνωρίζεται η παροχή θεραπείας στην βάση των αρχών του δικαίου της επιείκιας, δηλαδή στη βάση δημουργίας εμπιστεύματος. Περαιτέρω, στην περίπτωση που τρίτο πρόσωπο αποκτά δικαιώματα επί περιουσίας για την οποία είχε δημιουργηθεί εμπίστευμα με γνώση του, πραγματική ή εξ' επαγωγής για την ύπαρξη του και τον πραγματικό δικαιούχο της δεν αποκτά προτεραιότητα (βλ. Ανδρέας Πίριλλος v. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1153). Πέραν των πιο πάνω, η ενάγουσα στηρίζει την αξίωση της και στη βάση της αθέτησης συμφωνίας από την εναγόμενη 1 και σε αδικοπραξία εκ μέρους της εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα στη βάση των προνοιών του Άρθρου 34
(1)του Κεφ. 148 επί το ότι η εναγόμενη 2 παρότρυνε την εναγόμενη 1 στο να παραβεί και αθετήση τη συμφωνία δωρεάς. Στην περίπτωση στοιχειοθέτησης της παράβασης σύμβασης και της αδικοπραξίας δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα και η θεραπεία των αποζημιώσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, θεωρώ ότι για σκοπούς του σταδίου αυτού, η ενάγουσα έχει αποκαλύψει καλή βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και/ή 2 και κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του 14/
  1. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, θεωρώ ότι απαιτείται να γίνει πιο λεπτομερής ανάλυση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς φυσικά να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές και ισχυρισμοί. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στο περιεχόμενο τόσο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση όσο και σε αυτό που συνοδεύει την ένσταση και τις εκατέρωθεν εκδοχές. Η ενάγουσα επικαλείται την υπόσχεση της μητέρας της για την μεταβίβαση του 52% του επίδικου ακινήτου δια δωρεάς περί τον Αύγουστο του 1998 και προς τούτο επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 σχετικό έγγραφο δωρεάς. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση 2 αμφισβητεί την γνησιότητα της εν λόγω συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι εκ των υστέρων εφεύρημα της ενάγουσας. Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω, πλην όμως δεν είναι επί του παρόντος και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που θα αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν εκδοχές. Σημειώνεται όμως ότι από το τεκμήριο 2 δεν προκύπτει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο οποίο η εναγόμενη 1 θα μεταβίβαζε το εν λόγω μερίδιο. Αναφέρει η ενάγουσα ότι η μεταβίβαση δεν ήταν εφικτή το διάστημα εκείνο, καθότι υπήρχαν υποθήκες, τις οποίες όμως δεν παρουσιάζει. Σε κάθε περίπτωση όμως, η θέση της ήταν αυτό το οποίο η μητέρα της της ανάφερε και ότι η ίδια αποδέκτηκε να προχωρήσει στη βάση της υπόσχεσης αυτής παρά την ύπαρξη τότε σχετικών υποθηκών επί του ακινήτου. Στην ουσία εκείνο το οποίο προκύπτει, για σκοπούς του σταδίου αυτού, είναι ότι η ενάγουσα βασίστηκε στην πιο πάνω υπόσχεση και/ή συμφωνία η οποία δεν προέβλεπε οποιαδήποτε χρονικά περιθώρια για την μεταβίβαση του εν λόγω μεριδίου επ' ονόματι της αλλά ούτε και οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα την απαγόρευση από το να προβαίνει σε περαιτέρω υποθήκευση του. Προκύπτει δηλαδή να πρόκειται περί μιας γενικής υπόσχεσης, κάτι το οποίο λαμβάνω υπόψη μου. Πέραν των πιο πάνω, αναφύεται από τα όσα η ενάγουσα παρουσιάζει ότι η ίδια προέβηκε σε ανέγερση της κατοικίας της στο επίδικο ακίνητο ή σε μέρος αυτού αφού δανείστηκε το ποσό των £40,000 το οποίο η ίδια εξόφλησε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της. Επισυνάπτει στην αίτηση της ως τεκμήριο 5 συμφωνία δανείου. Δεν είναι επί του παρόντος για το Δικαστήριο στο να ενδιατρίψει λεπτομερώς στα γεγονότα και στην νομική πτυχή του ζητήματος για να αποφασίσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε εμπίστευμα προς όφελος της ενάγουσας για το 52% του επίδικου ακινήτου ή πρόκειται απλώς για μια συμφωνία, την οποία η εναγόμενη 1 παράβηκε και κατά συνέπεια η μόνη θεραπεία που θα δικαιούται είναι αυτή των αποζημιώσεων (βλ.
  2. Χαράλαμπος Ιερείδης, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακούτα κ.α. v. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 Α Α.Α.Δ. 498). Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι γενικότερα για τη δημιουργία εμπιστεύματος σε περιουσία απαιτείται κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον και υπό συνθήκες που θα καθιστούσαν άδικο την μη απόδοση της. Στην παρούσα και με βάση τα γεγονότα το μόνο που παρουσιάζεται είναι μια γενική συμφωνία δωρεάς χωρίς να αναφέρονται οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα, ούτε και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα τήρησης τους. Δεν προτίθεμαι στα στάδιο αυτό να αποφασίσω τελεσίδικα κατά πόσο έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε εμπίστευμα υπό τις περιστάσεις και ότι η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι αναγνώριση του δικαιώματος της ενάγουσας για να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του αναφερόμενου μεριδίου επί του ακινήτου. Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων που η ενάγουσα παρουσιάζει και χωρίς αυτά να αξιολογούνται και να υπεισέρχομαι σε περίπλοκα νομικά ζητήματα στο στάδιο αυτό, φαίνεται να καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της εναντίον της εναγόμενης 1, είτε στη βάση της δημιουργίας εμπιστεύματος είτε στη βάση παράβασης σύμβασης, με τις πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της συμφωνίας δωρεάς. Η όλη ουσία της υπόθεσης της όμως και της παρούσας αίτησης, είναι να αποτρέψει την αποξένωση του επίδικου ακίνητου, η οποία ενδεχομένως να λάβει χώρα με τον επικείμενο πλειστηριασμό στον οποίον έχει προχωρήσει η εναγόμενη 2 - καθ' η η αίτηση, αφού αυτό βαρύνεται με συγκεκριμένη υποθήκη προς όφελος της, την οποία η εναγόμενη 1 παραχώρησε. Η ενάγουσα για να στοιχειοθετήσει το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον της εναγόμενης 2 και για να καταδείξει στην ουσία την προτεραιότητα την οποία, κατ' ισχυρισμό, έχει επί του 52% του επίδικου ακινήτου, προβαίνει σε ισχυρισμούς περί γνώσης της εναγόμενης 2 γι αυτό το δικαίωμα της κατά τη σύναψη των επίδικων ή της επίδικης υποθήκης. Η εν λόγω θέση αμφισβητείται έντονα από την καθ' ης η αίτηση
  1. Αν και δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για την αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, εντούτοις θα πρέπει να παρουσιάζονται από πλευράς ενάγουσας εκείνα τα γεγονότα τα οποία σε περίπτωση αποδοχής τους από το Δικαστήριο θα είναι ικανά να καταδείξουν μια τέτοια γνώση ή από τα όσα τίθενται από την ένσταση να καταδεικνύεται η μη ύπαρξη τέτοιας γνώσης. Κρίνω ότι οι γενικοί και αόριστοι αλλά και αντιφατικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, στην ένορκη της δήλωσης περί γνώσης της συμφωνίας δωρεάς της ίδιας από την μητέρα της σε αντιπαραβολή με τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση 2 στην ένσταση της για το πιο πάνω ζήτημα, δεν στοιχειοθετούν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2, έχοντας υπόψη μου και τις αδυναμίες της μαρτυρίας ως αναφέρθηκε ανωτέρω περί δημιουργίας εμπιστεύματος. Η ενάγουσα στην παράγραφο 8 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση 2 γνώριζε για τη συμφωνία δωρεάς και διανομής - ωστόσο σημειώνεται ότι η συμφωνία φέρεται να έγινε μόλις το 2021 και μετά που η καθ' ης η αίτηση άρχισε τη διαδικασία εκποίσης της υποθήκης. Η γνώση η οποία αποδίδεται στην καθ' ης η αίτηση, τοποθετείται λοιπόν χρονικά, στο στάδιο το οποίο η τελευταία άρχισε τη διαδικασία πλειστηριασμού και τούτο μετά που η ίδια η ενάγουσα άρχισε συζητήσεις με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση με την καθ' ης η αίτηση περί τις αρχές του
  2. Η εκ των υστέρων γνώση όμως της καθ' ης η αίτηση και μετά από πάροδο 15 σχεδόν χρόνων από τη σύσταση των υποθηκών δεν μπορεί να αποτελεί ουσιώδες ζήτημα. Η ουσία είναι ο χρόνος σύστασης των υποθηκών και κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση τις αποδέκτηκε γνωρίζοντας ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, για το 52% του ακινήτου είχε συσταθεί εμπίστευμα, με τις όποιες αδυναμίες τούτου, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας προβάλλεται κατά εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο ο ισχυρισμός περί γνώσης της καθ' ης η αίτηση από το 1999 ότι η εναγόμενη 1 θα της μεταβίβαζε τα εν λόγω μερίδια ως δωρεά, καθώς και για το γεγονός ότι διαμένει στην οικία η ίδια από το
  3. Θέση και ισχυρισμό που η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί έντονα. Όμως δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση των πιο πάνω, ούτε και παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία ή έστω λεπτομέρειες αυτής της θέσης. Γιατί κατ' αρχάς η καθ' ης η αίτηση να έχει γνώση περί τούτου από το 1999, τη στιγμή που οι επίδικες υποθήκες τις οποίες η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή επιχειρεί να εξαλείψει συστάθηκαν τα έτη 2007 και 2009; Ύστερα, με ποιό τρόπο κατά τους εν λόγω χρόνους η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση ή θα μπορούσε να λάβει τέτοια γνώση; Κανένας ισχυρισμός προβάλλεται από την ενάγουσα ότι ο οποιοσδήποτε ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση περί της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας της ενάγουσας με την εναγόμενη 1 και/ή ότι στην ουσία το 52% του ακινήτου της άνηκε στην ενάγουσα. Κατά συνέπεια, όσα η ενάγουσα επικαλείται δεν μπορούν να καταδείξουν πραγματική (actual) γνώση της καθ' ης η αίτηση ή ορθότερα η ενάγουσα δεν επικαλείται οτιδήποτε που να αποδεικνύει την εν λόγω πραγματική γνώση. Ούτε εξ' επαγωγής γνώση (construtctive notice) μπορεί να στοιχειοθετηθεί στην παρούσα περίπτωση, έστω για σκοπούς του σταδίου αυτού. Ακόμα και αν όντως υπήρχε η συμφωνία δωρεάς, μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης 1 από το 1999 με ποιο τρόπο θα μπορούσε η καθ' ης η αίτηση να την ανακάλυπτε; Πουθενά δεν φαινόταν οτιδήποτε στον τίτλο της εναγόμενης
  4. Ούτε ήταν ένα γεγονός το οποίο θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εντοπίσει. Η ύπαρξη επίσης της οικίας της ενάγουσας στο ακίνητο, δεν αναφερόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας και εν πάση περιπτώση πώς θα μπορούσε να γνωρίζει η καθ' ης η αίτηση ποιος την ανέγειρε, ποιος κατοικεί σε αυτήν και σε ποιόν άνηκε και ότι εν πάση περιπτώση το μέρος στο οποίο ανεγέρθηκε θα μεταβιβαζόταν στην ενάγουσα; Ούτε οποιαδήποτε σημείωση στον τίτλο αναγραφόταν περί επικαρπίας, το οποίο επίσης εισάγει η ενάγουσα στους ισχυρισμούς της. Λέγοντας τα πιο πάνω, με κανένα τρόπο δεν προβαίνω σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της ενάγουσας και της καθ' ης η αίτηση. Θα πρέπει όμως στο στάδιο αυτό να γίνει κάποιου είδους αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί ορατή επιτυχία της αγωγής της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης
  5. Η ενάγουσα θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικά στοιχεία και μαρτυρία τα οποία, εφόσον γίνουν αποδεκτά κατά τη δίκη, να δικαιούται σε θεραπεία, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην παρούσα. Στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, σελ 128 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εκείνο που προκύπτει από την καθοδήγηση στην Odysseos είναι ότι ούτε εδώ το επίπεδο είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν αναμένεται από το δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Συνεχίζοντας, προκύπτει η ενάγουσα να αποδίδει και δόλο σε αμφότερες τις εναγόμενες κατά την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου, βασιζόμενη στη γνώση τους περί της συμφωνίας που κατ' ισχυρισμό είχε χωρίς όμως να παραθέτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες περί αυτού του δόλου και για ποιο λόγο να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια αμφότερες οι εναγόμενες 1 και
  6. Ούτε παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και γεγονότα που να καταδεικνύουν, έστω και για σκοπούς του σταδίου αυτού, ότι η καθ' ης η αίτηση παρότρυνε την εναγόμενη 1 στο να παραβεί τη συμφωνία που είχε με την ενάγουσα, ελλείψει και επαρκούς μαρτυρίας περί της γνώσης της καθ' ης η αίτηση για την συμφωνία την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε με την εναγόμενη 1, μητέρα της. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα αναζητεί με την παρούσα αγωγή, κατ' ουσία, θεραπείες δυνάμει του δικαίου της επιείκιας και προκύπτει να αποτάθηκε στο Δικαστήριο με υπέρμετρη καθυστέρηση. Ενώ αναφέρει ή ισχυρίζεται ότι η μητέρα της δυνάμει δωρεάς θα της μεταβίβαζε το 52% του επίδικου ακινήτου και/ή της υποσχέθηκε τούτο το 1998 και η ίδια το 1999 έκτισε το σπίτι της βασιζόμενη στα πιο πάνω, έκτοτε ουδέν διάβημα κάνει για να διεκδικήσει τα κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματα της μέχρι και σήμερα, παρά μόνο αφού η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με τον ορισμό πλειστηριασμού όλου του επίδικου ακινήτου, το οποίο υποθηκεύτηκε από την εναγόμενη 1 κατά τα έτη 2007 και 2009 ήτοι πριν από 15 χρόνια. Δεν προκύπτει να δίδεται αιτιολογία ή επαρκής αιτιολογία από την ενάγουσα για την καθυστέρηση αυτή, η οποία, αντικειμενικά κρίνοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δημιουργούν ερωτηματικά για το βάσιμο της απαίτησης της και αδυνατίζουν περαιτέρω την υπόθεση της. Εκείνο το οποίο προκύπτει στην παρούσα υπόθεση από όλα τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν και χωρίς αυτά να αξιολογούνται είναι ότι η ενάγουσα, βασιζόμενη σε μια υπόσχεση της μητέρας της και/ή δυνάμει συμφωνία δωρεάς προχώρησε και ανέγειρε σε μέρος του επίδικου ακινήτου την οικία της γνωρίζοντας ευθύς εξ' αρχής ότι αυτό ήταν υποθηκευμένο και αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο αυτό. Επίσης, ουδεμία ενέργεια έκανε για να προστατευθεί από ενδεχόμενους κινδύνους περαιτέρω υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη και ούτε καθόρισε το χρόνο που θα έπρεπε η τελευταία να της μεταβιβάσει το εν λόγω μερίδιο. Ούτε επίσης η συμφωνία δωρεάς προέβλεπε οποιοδήποτε όρο απαγόρευσης υποθήκευσης του ακινήτου από την εναγόμενη 1 ή άλλες λεπτομέρειες. Ακόμη και κατά το έτος 2006 όταν η ίδια, κατά τη θέση της, εξόφλησε το δάνειο που είχε λάβει και ζήτησε την μεταβίβαση, η οποία δεν έγινε, ουδέν διάβημα έπραξε αποδεχόμενη στην ουσία ότι είχε εκ νέου υποθηκευτεί το ακίνητο για άλλα χρέη του πατέρα της. Το σημαντικό επίσης είναι ότι έκτοτε ουδέν διάβημα έλαβε για να προστατεύσει τα κατ' ισχυρισμό δικαιώματα της, ενώ κατά έτη 2007 και 2009 η εναγόμενη 1 υποθηκεύει περαιτέρω το επίδικο ακίνητο προς όφελος της εναγόμενης
  7. Ακόμη και το έτος 2020 που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έλαβε γνώση για τις εν λόγω υποθήκες και παραβιάσεις της συμφωνίας της με την εναγόμενη 1, ουδέν δικαστικό διάβημα λαμβάνει παρά μόνο προκύπτει να συζητά με την καθ' ης η αίτηση για εξώδικη διευθέτηση, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά το δικαιώμα τους επί του ακινήτου και τις υποθήκες. Άλλως πως δεν επεξηγείται η στάση της. Και όταν εν τέλει η καθ' ης η αίτηση αρχίζει τη διαδικασία πλειστηριασμού παρουσιάζει συμφωνία διανομής ημερομηνίας 27/08/2021 και συνεχίζει να διαπραγματεύεται με την καθ' ης η αίτηση και όταν δεν υπάρχει κατάληξη, αποφασίζει ένα μήνα περίπου πριν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό να αποταθεί στο Δικαστήριο για να διεκδικήσει τα κατ' ισχυρισμό δικαιώματα της επί του επίδικου ακινήτου ζητώντας και τη διαγραφή πλέον των υποθηκών. Και τούτο στη βάση γενικόλογων και αόριστων ισχυρισμών της ότι η καθ' ής η αίτηση γνώριζε για την συμφωνία της ιδίας με τη μητέρα της, ότι διέπραξαν δόλο εναντίον της αμφότερες οι εναγόμενες και/ή ότι η εναγόμενη 2 παρότρυνε την εναγόμενη 1 να παραβιάσει τη συμφωνία τους χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση των ισχυρισμών της αυτών. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα τα οποία προκύπτουν στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της εναντίον, τουλάχιστον της εναγόμενης 2, έτσι ώστε να δικαιούται σε θεραπεία, ειδικότερα αυτή της εξάλειψης των υποθηκών. Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αίτησης και παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 καθώς επίσης της προδικαστικής ένστασης της καθ' ης η αίτηση περί αδυναμίας αναστολής του πλειστηριασμού δεδομένων των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/65 και του Άρθρου 44(Γ)
(3)και υπό τις περιστάσεις. Σημειώνεται ότι ούτε εναντίον της εναγόμενης 1 μπορεί να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τα οποία στην ουσία, αμφότερα σκοπεύουν στην ακύρωση του πλειστηριασμού και στην απαγόρευση πώλησης του επίδικου ακινήτου. Δεν είναι η εναγόμενη 1 που σκοπεύει να προβεί σε πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό αλλά η εναγόμενη 2. Ούτε έχει καταδειχθεί τέτοια δυνατότητα από την εναγόμενη 1 ή πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου δια της πώλησης της με δημόσιο πλειστηριασμό. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που ανέφερα, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης αρ. 2 - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Καμία διαταγή σε σχέση με την εναγόμενη 1, η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.