← Κύπρος

Κ. Π. ν. MINE ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 770/2021, 25/1/2022

Κ. Π. ν. MINE ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 770/2021, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 770/2021 Μεταξύ: Κ. Π., από την Πάφο Ενάγοντα και MINE ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο

  1. Ν. Μ., από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 25/01/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης για κ.κ. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Κ. Μιχαήλ για κ.κ. Κ.Ν. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O ενάγοντας στις 02/11/2021 καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2, Θ.1) και αξιώνει εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 συγκεκριμένες Δηλωτικές Αποφάσεις και Διάταγμα του Δικαστηρίου, ως φαίνονται στα Αιτητικά (Α), (Β) και (Γ) καθώς επίσης Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης αρ. 1 και για πρόκληση οικονομικής ζημιάς και βλάβης στην υπόληψη, στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία και απασχόληση του. Ουσιαστικά ο εναγόντας αξιώνει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 οφείλουν να του παρέχουν και/ή δεν έχουν κανένα δικαίωμα να του απαγορεύουν τη χρήση ιατρείου εντός του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου «Ευαγγελισμός» στην Πάφο και στο παράρτημα αυτού στην Πόλη Χρυσοχούς και οτιδήποτε απαραίτητο περιλαμβανομένης της δυνατότητας χρήσης των χειρουργείων του νοσηλευτηρίου. Αξιώνει επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να προγραμματίζουν τα χειρουργεία που θα τους ζητούνται από τον ενάγοντα να γίνουν στο πιο πάνω αναφερόμενο ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Ο ενάγοντας - αιτητής στις 02/11/2021 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς με την οποία αξιώνει τα κάτωθι προσωρινά διατάγματα: «Α. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2 η ακύρωση των προγραμματισμένων χειρουργείων του ενάγοντα στο ιδιωτικό νοσηλευτήριο "Eυαγγελισμός" στην Πάφο, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2, να επαναπρογραμματίσουν τα χειρουργεία του ενάγοντα στο ιδιωτικό νοσηλευτήριο "Eυαγγελισμός" στην Πάφο που θα τους καθορίσει ο ενάγων, τα οποία έχουν ακυρώσει, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 να προγραμματίζουν τα χειρουργεία που θα τους ζητείται από τον ενάγοντα να γίνουν από αυτόν στο ιδιωτικό νοσηλευτήριο "Ευαγγελισμός" στην Πάφο και να παρέχουν στον ενάγοντα το ιατρείο του εντός του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" στην Πάφο, ιατρείο κάθε δεύτερη Τετάρτη του μηνα στο ιατρικό παράρτημα του νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" στην Πόλη Χρυσοχούς, γραμματειακό και άλλο αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό, πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της εναγομένης 1 για προγραμματισμό ιατρικών επισκέψεων και χειρουργικών επεμβάσεων, δυνατότητα χρήσης της μονάδας ημερήσιας νοσηλείας του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" περιλαμβανομένης της δυνατότητας διενέργειας ενδοσκοπήσεων, δυνατότητα χρήσης των χειρουργείων και μικροχειρουργείων του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός", με όλα τα αναγκαία εργαλεία και μηχανήματα και το αναγκαίο υποστηρικτικό προσωπικό, δυνατότητα χρήσης των θαλάμων νοσηλείας του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" για τους ασθενείς του και πρόσβαση και χρήση του χώρου στάθμευσης εργαζομένων/συνεργατών του "Eυαγγελισμού", μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και λογικό να χορηγήσει.» Η αίτηση ορίστηκε αυθημερόν, πλην όμως τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης. Μετά από αυτό υπήρξε εμφάνιση από πλευράς εναγομένων αρ. 1 και 2 - καθ' ών η αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση παραθέτοντας σειρά λόγων για τους οποίους τα αιτούμενα διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθούν, στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω. Η μονομερής αίτησης ημερομηνίας 02/11/
  3. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στην Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία και στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 48, Κανονισμοί 1 -
  4. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σε αυτή ο ενάγοντας αναφέρει ότι είναι αδειούχος ιατρός χειρουργός από το 2002 με ειδικότητα στην ουρολογία και η εναγόμενη αρ. 1 διαχειρίστρια και/ή ιδιοκτήτρια του αδειούχου νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" που βρίσκεται Πάφο και του παρατήματος του, αδειούχου ιατρικού Κέντρου "Eυαγγελισμός", που βρίσκεται στην Πόλη Χρυσοχούς. Ο εναγόμενος αρ. 2 είναι ιατρός με ειδικότητα στη μαιευτική - γυναικολογία, ένας από τους διευθυντές και μεγαλομέτοχους της εναγόμενης 1, διευθύνον σύμβουλος της εναγομένης 1 και το πρόσωπο που ασκεί την διοίκηση της επιχείρησης της εναγόμενης
  5. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συνεργασία του με την εναγομένη αρ. 1 άρχισε το
  6. Αν και δεν καταρτίστηκε μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία, προφανώς κατ' επιλογή της εναγομένης 1, ήταν ξεκάθαρο από τις προφορικές συνεννοήσεις και την πρακτική που ακολουθήθηκε τα επόμενα χρόνια ότι η εναγόμενη 1 θα του πρόσφερε ιατρείο εντός του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" στην Πάφο, ιατρείο κάθε δεύτερη Τετάρτη του μήνα στο ιατρικό παράρτημα του νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" στην Πόλη Χρυσοχούς, γραμματειακό και άλλο αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό, πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της εναγομένης αρ. 1 για προγραμματισμό ιατρικών επισκέψεων και χειρουγργικών επεμβάσεων, δυνατότητα χρήσης της μονάδας ημερήσιας νοσηλείας του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" περιλαμβανομένης της δυνατότητας διενέργειας ενδοσκοπήσεων, δυνατότητα χρήσης των χειρουργείων και μικροχειρουργείων του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" με όλα τα αναγκαία εργαλεία και μηχανήματα και το αναγκαίο υποστηρικτικό προσωπικό, δυνατότητα χρήσης των θαλάμων νοσηλείας του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου "Eυαγγελισμός" για τους ασθενείς του και πρόσβαση και χρήση του χώρου στάθμευσης εργαζομένων/συνεργατών του "Eυαγγελισμού". Όλα τα πιο πάνω περιλαμβάνονταν στις παροχές της εναγομένης 1 προς τον ίδιο ως συνεργάτης της για να είναι δυνατή η συνεργασία μεταξύ τους. Αν και ο τρόπος διακοπής της συνεργασίας τους δεν συμφωνήθηκε, εξυπακούετο ότι δεν θα μπορούσε να γίνει μονομερώς κατά τρόπο που να προκαλέσει ζημιά είτε στο ένα μέρος ή στο άλλο κατά τρόπο είτε συμφωνημένο ή που, τουλάχιστον, θα παρείχε στα δύο μέρη λογικό χρόνο για την σύναψη νέας συνεργασίας με τρίτους. Με την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας, από το 2019 και εξής τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο ίδιος, ως ειδικός ιατρός, ενεγράφησαν σε αυτό ως μεταξύ τους συνεργάτες με τις ανάλογες υποχρεώσεις, δηλαδή ο ίδιος την άσκηση της ειδικότητας του και η εναγομένη 1 την παροχή σε αυτόν των πιο πάνω αναφερόμενων υπηρεσιών. Για όλες τις ιατρικές του πράξεις εκτός ιατρείου (χειρουργεία, μικροχειρουργεία και νοσηλεία ασθενών) και τις δικές της υπηρεσίες, η εναγομένη 1 λάμβανε αμοιβή από το Γενικό Σύστημα Υγείας και ακολούθως κατέβαλλε τη δική του αμοιβή με συχνές περικοπές που επέβαλλε αυθαίρετα η ίδια. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας αναφέρεται στον αριθμό των χειρουργικών επεμβάσεων τις οποίες διενέργησε στα πλασία της συνεργασίας του με τη εναγομένη 1 και στην προσφορά που είχε σε αυτή καθώς επίσης και στο εξαιρετικό όνομα που δημιούργησε ως ιατρός χειρουργός ουρολόγος. Ακολούθως, ο ενάγοντας αναφέρεται στην συμπεριφορά του εναγομένου 2, στις τακτικές που άρχισε να εφαρμόζει για μεγιστοποίηση των κερδών της εναγόμενης 1 και στην αποπομπή κάποιων ιατρών και άλλου προσωπικού. Προκαλούσε επίσης κλίμα τρομοκρατίας εντός του εργασιακού χώρου και όταν επιχείρησε ο ίδιος να θέσει τις απόψεις του αντιμετωπίστηκαν με την οργή του εναγομένου 2 ο οποίος άρχισε να τηρεί εχθρική στάση απέναντι του και να προγραμματίζει τη δική του αποπομπη. Πριν από περίπου 6 μήνες αλλά και κατά τις αρχές Οκτωβρίου του 2021 ο εναγόμενος φρόντισε να απασχοληθούν άλλοι δύο ιατροί ουρολόγοι. Κατά τις 18/10/2021, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον εναγόμενο 2, ο οποίος του ανάφερε ότι θα διακόψει τη συνεργασία μαζί του και ότι δεν θα του επιτρέπει πλέον να χειρουργεί στον "Eυαγγελισμό", με την πρόφαση ότι δεν τον εμπιστεύεται, λόγω δήθεν επιπλοκών που έχουν τα χειρουργεία του και επικαλέστηκε ως αφορμή την περίπτωση ενός ασθενούς που χειρούργησε μαζί με άλλο ιατρό για ένα ουρολογικό πρόβλημα. Ο ενάγοντας περιγράφει την εν λόγω επιπλοκή του συγκεκριμένου ασθενή και αναφέρει ότι αυτή είναι μια πιθανή επιπλοκή όλων των χειρουργικών επεμβάσεων και ο ασθενής χειρουρήγθηκε ξανά στις 18/10/2021 για την αντιμετώπιση της, όπως προβλέπεται από τα πρωτόκολλα και ξανά στις 26/10/2021 όμως για άλλο λόγο, που δεν σχετίζεται με την αρχική επέμβαση. Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ως τεκμήριο Α την άποψη του συναδέλφου του Χ. Γ. για να καταδείξει ότι το μετεγχειριτικό έλκος στομάχου είναι μια πιθανή επιπλοκή οποιασδήποτε χειρουργικής επέμβασης. Παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 είναι χειρουργός και το γνωρίζει αυτό και παρά την προσπάθεια του να του εξηγήσει τί είχε γίνει, δεν ήθελε να ακούσει και ότι δήθεν είχε μαζέψει και άλλα στοιχεία εναντίον του, ότι του απαγορεύει τη χρήση των χειρουργείων και διακόπτει τη συνεργασία του με την εναγομένη
  7. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας επισυνάπτει ως τεκμήριο Β την καταγεγραμμένη άποψη του συναδέλφου του Ν. Μ. αναφορικά με την επάρκεια και καταλληλότητα του. Στις 20/10/2021 πληροφορήθηκε από τον λειτουργό του "Eυαγγελισμού" ότι ο εναγόμενος 2 τον ενημέρωσε ότι τα προγραμματισμένα για την επομένη μέρα χειρουργεία του ακυρώνονται, χωρίς άλλες εξηγήσεις και ότι θα ακυρωθούν όλα τα χειρουργεία των επόμενων μηνών. Πληροφορήθηκε επίσης ότι η εναγομένη αρ.1 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους ασθενείς του για την ακύρωση των χειρουργείων τους χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, κάτι οποίο διαπίστωσε και ο ίδιος από το ηλεκτρονικό πρόγραμμα των χειρουργείων, ειδικότερα όταν διαπίστωσε ότι ακυρώθηκε η πλειοψηφία των προγραμματισμένων χειρουργείων. Όλα τα προγραμματισμένα του χειρουργεία ήταν τουλάχιστον 18 και το τελευταίο ήταν προγραμματισμένο στις 18/01/
  8. Κάποιοι από τους ασθενείς του τον έπαιρναν τηλέφωνο και ζητούσαν να μάθουν τί είχε γίνει ενώ κάποιοι άλλοι δεν τον πήραν, προφανώς, διότι δυσαρεστήθηκαν. Σε ένα άλλο ασθενή που έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα, του σύστησε να χειρουργηθεί από άλλο συνάδελφο. Κάθε μέρα προκύπτουν ανάγκες των ασθενών του για χειρουργεία, τα οποία δεν μπορεί να εκτελέσει λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων αρ. 1 και 2 και τίθεται σε κίνδυνο η υγεία τους και η επαγγελματική του αξιοπιστία και φήμη. Στις 26/10/2021 ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο των μικροχειρουγείων της βραχείας νοσηλείας ότι του απαγορεύεται η χρήση της μονάδας βραχείας νοσηλείας και ακυρώνονται τα μικροχειρουργεία του που ήταν προγραμματισμένα για τις 27/10/21 και μετέπειτα. Ο ενάγοντας αναφέρει επίσης ότι το παράδοξο της συμπεριφοράς του εναγομένου 2, είναι ότι ενώ παραμένει στο Γενικό Σύστημα Υγείας ως συνεργάτης της εναγομένης 1 ως ειδικός χειρουργός ουρολόγος, η εναγομένη 1 αρενείται να του προσφέρει τις υπηρεσίες που χρειάζονται οι ασθενείς του, προφανώς για να τον εξαναγκάσουν να λύσει ο ίδιος τη συνεργασία τους. Η τακτική των εναγόμενων, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, έχει σκοπό να τον εξουδετερώσει ως ιατρό και να του υποκλέψει ασθενείς αφού η ιατρική του οντότητα είναι άμεσα συνυφασμένη και εξαρτώμενη από τα χειρουργεία. Η ενέργεια τους επίσης να ακυρώσουν τα προγραμματισμένα χειρουργεία ήταν δεδομένο ότι θα δημιουργούσε ερωτήματα στους ασθενείς του αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο σε σχέση με την καταλληλότητα του. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής του Γενικού Συστήματος Υγείας δεν του παρέχεται η δυνατότητα για άμεση σύναψη συμφωνίας συνεργασίας με άλλο ιδιωτικό νοσηλευτήριο και εξηγεί τον τρόπο που λειτουργεί το εν λόγω Σύστημα. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι εκείνο το οποίο οι εναγόμενοι επιδιώκουν να πετύχουν δόλια, χωρίς κανένα δικαίωμα και νόμιμη αιτία είναι να τον καταστρέψουν επαγγελματικά και οικονομικά και αν δεν χορηγηθεί άμεσα από το Δικαστήριο κατάλληλη θεραπεία, η ζημιά για τον ίδιο θα είναι ανυπολόγιστη αλλά και οι ασθενείς του θα υποστούν μεγάλη ταλαιπωρία, ενώ περαιτέρω θα επιτύχουν οι εναγόμενοι 1 και 2 να δημιουργήσουν ψιθύρους για την επαγγελματική του ικανότητα, κάτι που ήδη άρχισαν να το πετυχαίνουν. Είναι αδύνατον για τον ίδιο να εξεύρει άμεσα και ενδεχομένως μακροπρόθεσμα άλλο νοσηλευτήριο ώστε να συνάψει μαζί του συνεργασία και να συνεχίσει να λειτουργεί ως ιατρός καθότι δεν υπάρχει ικανός αριθμός διαθέσιμων χειρουργικών μονάδων στο νοσηλευτήρια της Πάφου και της Κύπρου γενικότερα, που να μπορούν να καλύψουν τις χειρουργικές του ανάγκες. Η Ένσταση: Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στις 02/12/2021 καταχώρησαν ένσταση στην οποία προβάλλουν 19 λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της. Η ένσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου αρ. 2, η οποία είναι πολυσέλιδη και σε αυτή επισυνάπτονται σωρεία τεκμηρίων. Ορκίζεται επίσης και για λογαριασμό της εναγομένης αρ. 1, της οποία είναι ο κατά νόμον υπεύθυνος έναντι κάθε αρχής. Συνοπτικά όμως ο ενόρκως δηλών, αναφερέται στο έτος ίδρυσης και λειτουργίας του ιδιωτικού Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», στην μετεξέλιξη του και δομή της εταιρείας για να πει ότι αυτό από τις 30/04/2013 ανήκει στην εναγόμενη
  9. Κατά συνέπεια η συνεργασία της εναγόμενης 1 με τον ενάγοντα άρχισε από τις 30/04/2013 και όχι από το 2008 όπως αυτός ισχυρίζεται. Επίσης, ο εναγόμενος 2 στην ουσία παραδέχεται ότι η εναγόμενη 1 είχε συνεργασία με τον ενάγοντα, τόσο για την παροχή από αυτόν εξωνοσοκομειακών όσο και ενδονοσοκομεικών υπηρεσιών τις οποίες επεξηγεί. Η εναγόμενη 1 παρείχε άδεια χρήσης γραφειακού χώρου εντός του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός τον οποίο ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε ως χώρο που έκανε εξωτερικό ιατρείο και σε αυτόν προσφέρονταν μια σειρά από υπηρεσίες που τον διευκόλυναν για αυτό. Το ίδιο ισχύει και για το παράρτημα της εναγομένης 1 στην Πόλη Χρυσοχούς. Έναντι αυτών των εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών, η εναγόμενη προχωρούσε κάθε μήνα σε σχετικές χρεώσεις προς τον ενάγοντα, οι οποίες από τον Φεβρουάριο του 2020 γίνονταν επ' ονόματι της εταιρείας που ο ενάγοντας ενέγραψε. Οι εν λόγω υπηρεσίες, αναφέρει ο εναγόμενος 1, δεν έχουν διακοπεί και η παροχή τους θα συνεχιστεί μέχρι την 01ην/03/2022 ως κατωτέρω εξηγεί. Σε σχέση με τις ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες, ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι η εναγόμενη 1 εντάχθηκε στο Γενικό Σύστυμα Υγείας και έχει συμβληθεί με τον ΟΑΥ στις 30/05/2020 (βλ. τεκμήριο Β). Στη βάση της συμφωνίας αυτής αλλά και της κείμενης νομοθεσίας επιτρέπεται η διεξαγωγή χειρουργικών επεμβάσεων δικαιούχων του ΓΕΣΥ από ειδικού ιατρούς που είναι συμβεβλημένοι με το ΓΕΣΥ εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου Ευαγγελισμός. Δεν είναι ανάγκη οι εν λόγω ιατροί να είναι υπάλληλοι του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου αλλά μπορεί να είναι και ανεξάρτητοι συνεργάτες και ο ΟΑΥ συμβάλλεται μόνο με εγκεκριμένα νοσηλευτήρια. Παρά ταύτα δίνεται η ευχέρεια με βάση το Νόμο αλλά και τη συμφωνία της εναγόμενης 1 με τον ΟΑΥ, συγκεκριμένοι ειδικοί ιατροί που είναι συμβεβλημένοι με το ΓΕΣΥ να ενταχθούν «υπό την σκέπη» της εναγόμενης 1 και να εκετελούν χειρουργεία εντός των δομών της. Αυτό ονομάζεται σύνδεση ενός ειδικού ιατρού με ένα ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Ο ενάγοντας, ο οποίος είχε ενταχθεί στο ΓΕΣΥ αναφορικά με την άσκηση της εξωνοσοκομειακής ιατρικής του, μετά την ένταξη της εναγόμενης 1 στο ΓΕΣΥ για τις ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες, έγινε αποδεκτό σχετικό αίτημα για σύνδεση του με την εναγόμενη 1 από την 01/06/2020 (βλ. τεκμήριο Γ). Αποτελεί θέση του εναγόμενου 2 ότι καμία συμφωνία υφίσταται της εναγόμενης 1 με τον ενάγοντα σε σχέση με τις ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες και ούτε η συμφωνία της εναγόμενης 1 με τον ΟΑΥ προβλέπει κάτι τέτοιο και ούτε συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τις εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες που προσφέρει η εναγόμενη 1 προς τον ενάγοντα. Ο αιτητής είναι ελεύθερος και έχει δικαίωμα να ενεργήσει και να διεκπεραιώσει έναντι του ΟΑΥ, στη βάση και στο πλαίσιο της απευθείας συμφωνίας μεταξύ Αιτητή και του ΟΑΥ για την εξωνοσοκομειακή άσκηση της ιατρικής του Αιτητή, σε οποιοδήποτε κατάλληλο χώρο και με οποιοδήποτε κατάλληλο εξοπλισμό εκτός των δομών και εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 2 αναφέρει ότι ο όγκος των περιστατικών που καλούνται οι δομές της κλινικής να διαχειριστούν καθημερινά, τόσο σε σχέση με εξωνοσοκομειακά και διαγνωστικά ζητήματα όσο και σε σχέση με ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες έχουν αυξηθεί σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό και απαιτείται οργάνωση και αγαστή συνεργασία του προσωπικού και των συνεργατών ιατρών. Επίσης, αναφέρει ότι η εναγόμενη αρ. 1, είναι υποχρεωμένη, ως παρεπόμενο της συμφωνίας της με τον ΟΑΥ, να διατηρεί σε ισχύ ιδιωτική ασφάλιση έναντι επαγγελματικής αμέλειας με ελάχιστα όρια κάλυψης, ύψους τουλάχιστον €4,000,000.00 και έχει συνάψει μια ιδιαίτερα δαπανηρή ασφάλιση, κόστους περί των €200,000.00 ετησίως. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με την αύξηση του όγκου των ενδονοσοκομειακών περιστατικών σε συνδυασμό με την αύξηση των παραπόνων ασθενών για κατ' ισχυρισμό ζητήματα ιατρικών αμελειών από ιατρούς που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες, επιβάλλουν μια ακόμη αυστηρότερη προσέγγιση σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αποχρώσεις ή επιμέρους ενδείξεις, πιθανής ιατρικής αμέλειας. Ο εναγόμενος αρ. 2 αφού εξηγεί τον τρόπο αμοιβής της κλινικής από τον ΟΑΥ και αναφέρεται στην πανδημία του Κορονοϊού COVID 2019 η οποία έχει συνέπειες τόσο στην ορθολογιστική διαχείριση των διαθέσιμων χειρουργείων καθώς και στη μείωση και ελάττωση ή αναβολή αυτών σε σχέση με μη επείγοντα χειρουργεία, αναφέρεται στην συμπεριφορά του αιτητή και στα προβλήματα τα οποία προκάλεσε τα τελευταία χρόνια και επισυνάπτει σχετική αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια Δ, Ε, Ζ και Η. Αναφέρει επίσης ότι σε διάφορα χρονικά σημεία τα τελευταία χρόνια, ο αιτητής σε δημόσιες τοποθετήσεις του στην παρουσία του προσωπικού ή και συνεργατών της κλινικής, αναφερόταν με αρνητικά σχόλια για τις ενέργειες της διοίκησης του νοσοκομείου και εναντιωνόταν σε μια σειρά από πρωτοβουλίες και ενέργειες για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία αυτής. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι κατέβαλε προσπάθειες ζητώντας από τον αιτητή να κατέβουν οι τόνοι και ότι δεν μπορεί ο κάθε συνεργάτης της κλινικής να λειτουργεί κατά το δοκούν και να μην συμμορφώνεται με τις εισηγήσεις ή οδηγίες της κλινικής. Επίσης, συνέστησε κατ' επανάληψη στον αιτητή ιδιαίτερη προσοχή κατά την εκτέλεση των χειρουργικών επεμβάσεων και ιδίως αναφορικά με χειρουργικές επεμβάσεις αυξημένης δυσκολίας ή ασθενών που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα ζητήματα ή προβλήματα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 υπογραμμίζει ότι ένα σημαντικό ποσοστό των περιστατικών που έχει εγχειρίσει ο αιτητής στο πλαίσιο των ενδονοσοκομειακών υπηρεσιών έχουν παρουσιάσει ουσιώδεις επιπλοκές ή παρέστη ανάγκη επαναεισαγωγής αυτών λίγο μετά την αρχική επέμβαση. Σε σχέση με τα περιστατικά αυτά υπάρχουν σοβαρότατες ενδείξεις ή έστω μη αμελητέες υποψίες ιατρικού σφάλματος από πλευράς αιτητή και αναφέρεται σε εννέα περιστατικά κατά τα έτη 2020 -
  10. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ο αιτητής κατά τις 14/10/2021 εγχείρισε συγκεκριμένο ασθενή και μετά από αυτό χρειάστηκε να ακολουθήσουν δύο άλλα χειρουργεία για να αντιμετωπιστούν οι επιπλοκές που ήταν αποτέλεσμα του χειρουργείου που διεκπεραίωσε ο αιτητής. Το εν λόγω περιστατικό εν τέλει έλαβε εξιτήριο στις 26/11/2021 αφού χρειάστηκε να παραμείνει για σημαντικό χρονικό διάστημα στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της κλινικής. Από τα πορίσματα των υπόλοιπων θεραπόντων ιατρών καταγράφεται ξεκάθαρα η εικόνα, αναφέρει, του εν λόγω περιστατικού και τις πασιφανείς και ξεκάθαρες μετεγχειρητικές επιπλοκές ή και συναφή ζητήματα ως αποτέλεσμα του πρώτου χειρουργείου που διεκπεραίωσε ο αιτητής στις 14/10/2021 (βλ. τεκμήριο Θ). Μετά και το πιο πάνω περιστατικό, περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2021, η εναγόμενη 1 έλαβε την απόφαση και ενημέρωσε δια του ιδίου τον Αιτητή ότι πλέον δεν θα του επιτρεπόταν να διενεργεί άλλες χειρουργικές επεμβάσεις στο πλαίσιο των ενδονοσοκομειακών υπηρεσιών εντός του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» και ότι θα διακοπτόταν, μόλις λάμβανε εξιτήριο ο ασθενής, κωδικοποιόταν και υποβάλλονταν στον ΟΑΥ το πιο πάνω περιστατικό, η σύνδεση του αιτητή από την εναγόμενη 1 αναφορικά με την Ενδονοσοκομειακή Φροντίδα Υγείας, ήτοι τις Ενδονοσοκομειακές Υπηρεσίες στο πλαίσιο του ΓΕΣΥ ως ανωτέρω. Σημειώνει ο εναγόμενος 2 ότι η εναγόμενη 1 επέτρεψε στον αιτητή να εκτελέσει δύο προγραμματισμένα χειρουργεία των οποίων οι ασθενείς είχαν ήδη γίνει ειαγωγή ή είχε προγραμματιστεί η εισαγωγή τους, προς αποφυγή περιττής ταλαιπωρίας των ασθενών, καθώς και ενός περιστατικού οξείας πυελονεφρίτιδας, λόγω του είδους της σχετικής επέμβασης. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 2 αναφέρεται σε επιστολή του αιτητή η οποία τους αποστάληκε στις 16/11/2021, μετά την καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας με την οποία τους καλούσε να ανακαλέσουν την απόφαση τους και του διαθέσουν χειρουργείο καθώς και την απάντηση τους ημερομηνίας 22/11/2021 (βλ. τεκμήρια ΘΒ και Ι). Στο τεκμήριο Ι αναφερόταν ότι ουσιαστικά οι εναγόμενοι λόγω της παρούσας αγωγής και διαδικασίας και την αναστάτωση που ο αιτητής τους έχει προκαλέσει και με τις αναφορές του, επιφύλασσαν τα δικαιώματα τους για τον τερματισμό της προφορικής τους συμφωνίας και/ή συνεργασίας που αφορά στην παραχώρηση άδειας χρήσης χώρου ιατρείου εντός του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» καθώς και αναφορικά με τις υπηρεσίες που του παρέχονται από τις δομές και το προσωπικό των πελατών τους για την διεκπεραίωση του εξωτερικού ιατρείου του εντός των εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου, εκτός και αν σεβόταν την απόφαση τους σε σχέση με τη διεκπεραίωση από πλευράς του χειρουργικών επεμβάσεων, συνεργαζόταν για να λάβει εξιτήριο το περιστατικό το οποίο χειρούργησε και απέσυρε την παρούσα αγωγή και διαδικασία. Ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω επιστολή των εναγόμενων. Στη συνέχεια και αφού το περιστατικό το οποίο ο αιτητής χειρούργησε και κωδικοποιήθηκε, υποβλήθηκε από τον ίδιο στον ΟΑΥ και μετά από αίτημα της εναγόμενης αρ.1, στις 30/11/2021 έγινε αποδεκτό από τον ΟΑΥ το αίτημα για τερματισμό της σύνδεσης του αιτητή με την εναγόμενη 1 σε σχέση με τις Ενδονοσοκομειακές Υπηρεσίες (βλ. τεκμήριο ΙΑ). Στις 30/11/2021 επίσης αποστάληκε επιστολή των δικηγόρων της εναγόμενης 1 με το οποίο ενημερωνόταν ο αιτητής για τη πιο πάνω διακοπή της σύνδεσης του με αυτή και περαιτέρω, ενημερωνόταν ότι είχε αποφασιστεί ο τερματισμός και η διακοπή των Εξωνοσοκομειακών Υπηρεσιών με ισχύ από 01/03/2022, δηλαδή δίνοντας του τρίμηνη προειδοποίηση (βλ. τεκμήριοΙΒ). Ο εναγόμενος αρ. 2 προς υποστήριξη της απόρριψης της αίτησης του αιτητή και κατόπιν νομικής συμβουλής αναφέρει ότι η εναγόμενη 1 είναι φερέγγυα και προς τούτο επισυνάπτει αντίγραφο ηλεκτρονικής κατάστασης του λογαριασμού της (βλ. τεκμήριο ΙΓ). Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή όπως διατυπώνονται στην ένορκη του δήλωση και αναφέρει, κατά τη θέση του, τα πραγματικά γεγονότα. Όπως ανάφερε και ανωτέρω δεν ενεγράφηκε η εναγόμενη 1 με τον αιτητή στο ΓΕΣΥ ως συνεργάτες με τις ανάλογες υποχρεώσεις και ότι η συνεργασία του με την εναγόμενη 1 δεν θα μπορούσε να είχε αρχίσει πριν τις 17/04/2013, καθότι εκείνη την ημέρα ενεγράφηκε (βλ. τεκμήριο ΙΔ). Απορρίπτει επίσης την έκθεση του Δρ. Γ. που επικαλείται ο αιτητής και αναφέρει ότι η εναγόμενη 1 τερμάτισε τη συνεργασία της με το συγκεκριμένο χειρουργό το 2019 λόγω αντιδεοντολογικής και αντισυναδελφικής συμπεριφοράς (βλ. τεκμήριο ΙΕ) και κατά συνέπεια δεν μπορεί οι αναφορές του να θεωρηθούν ανεξάρτητες. Ο Εναγόμενος 2, ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι οι οποιεσδήποτε αποφάσεις λήφθηκαν από αυτόν, λήφθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγομένης 1 στο πλαίσιο των θέσεων που του έχουν δοθεί από το διοικητικό συμβούλιο της. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η εναγόμενη 1 θα υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά καθώς και ζημιά στην φήμη και πελατεία του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Η εν λόγω ζημιά θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να προξενηθεί στον ενάγοντα. Περαιτέρω, είναι τεράστια και πολύ δύσκολα αποτιμητή σε χρήμα η ζημιά που θα υποστεί η εναγόμενη 1 από λειτουργικής και οργανωτικής πλευράς των δραστηριοτήτων της. Το πρόγραμμα των χειρουργείων των επόμενων εβδομάδων έχει ήδη γεμίσει με διάφορα περιστατικά ενώ η διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα σε σχέση με το ανώτατο όριο που θέτει ο Υπουργός Υγείας σε κλίνες νοσηλείας και στις κλίνες της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας λόγω της πανδημίας του κορονοϊού Covid - 19, καθιστά κρίσιμη και ιδιαίετερα δύσκολη την διαχείριση της κατάστασης ως έχει, η οποία θα επιδεινωθεί δραματικά αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα σε σχέση με την εκτέλεση χειρουγργικών επεμβάσεων από τον αιτητή. Θα παραβιαστεί επίσης ουσιωδώς η νομοθεσία του ΓΕΣΥ και οι σχετικές οδηγίες και κανονισμοί που έχει θεσπίσει ο ΟΑΥ λαμβάνοντας υπόψη τη διακοπή σύνδεσης του αιτητή και εναγόμενης αρ. 1 σε σχέση με τις Ενδονοσοκομειακές Υπηρεσίες. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι αόριστα, ασαφή και θα δημιουργήσουν εξαιρετικά μεγάλα ερωτηματικά και αμφιβολίες σε σχέση με τη συμμόρφωση με αυτά σε περίπτωση έκδοσης τους. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να αποτύχει διότι δεν έχουν καταστεί διάδικοι πρόσωπα που οφείλουν να έχουν λόγο, θέση και τοποθέτηση σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα και την επίδικη αίτηση, συμπεριλαβανομένων, ενδεικτικά και μεταξύ άλλων του ΟΑΥ, των ασθενών που επικαλείται ο αιτητής, των ασθενών και των λοιπών ιατρών που θα επηρεαστούν σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, ο αιτητής δεν έχει παρουσιάσει καμία νομιμοποίηση και δεν έχει καταστήσει διάδικους στην αγωγή τους ασθενείς που ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να εγχειρίσει εντός του Νοσοκομείου ενώ παράλληλα δεν κατονομάζει και δεν καθορίζει τους εν λόγω ασθενείς και μελλοντικούς ασθενείς που επιθυμεί να χειρουργεί εντός του Νοσοκομείου, οπότε αυτός θα αποφασίσει, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή, έχω μελετήσει επισταμένα τα όσα οι συνήγοροι αναφέρουν σε αυτές και τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτά στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Εκείνο το οποίο αξίζει να σημειωθεί όμως, είναι ότι ο συνήγορος του αιτητή, με την γραπτή του αγόρευση προκύπτει να περιορίζει τα αιτήματα του μόνο για τα χειρουργεία τα οποία είχαν ήδη προγραμματιστεί και επαναδιατυπώνει τα αξιούμενα διατάγματα, ως φαίνονται στη σελίδα 6, 9 και 10 της γραπτής του αγόρευσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: H γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  11. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 αναλύθηκαν και εξηγήθηκαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και οι αρχές που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι οι Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re Χ΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Λαμβάνοντας υπόψη το γενικώς οπισθογφραφημένο κλητήριο ένταλμα αλλά και τα όλα τα γεγονότα τα οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προκύπτει ότι η αιτία αγωγής του είναι η παράβαση της συμφωνίας συνεργασίας με την εναγόμενη αρ.
  2. Επικαλείται επίσης τις ενέργειες του εναγόμενου 2 και τον ετσιθελικό τρόπο δράσης του και την άμεση εμπλοκή του στο να επέλθει η διακοπή της εν λόγω συνεργασίας, χωρίς να παραγνωρίζω την ιδιότητα που αυτός κατέχει στην εναγόμενη αρ.
  3. Είναι αναγνωρισμένο από το Νόμο ότι παράβαση συμφωνίας και/ή συμφωνίας συνεργασίας δίδει δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να προβάλει αξιώσεις ενώπιον Δικαστηρίου. Επίσης, τρίτο πρόσωπο προς τα μέρη σε μια συμφωνία, μπορεί να κριθεί υπόλογος σε περίπτωση που οι ενέργειες του προκαλούν τη διάρρηξη της συμφωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, θεωρώ ότι για σκοπούς του σταδίου αυτού, ο ενάγοντας έχει αποκαλύψει καλή βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 και κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του 14/
  4. Ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, ισχυρίζεται ότι είχε μακρόχρονη συνεργασία με την εναγόμενη 1, περιλαμβανομένης της παροχής Ενδονοσοκομεικών Υπηρεσιών από την τελευταία σε αυτόν, την οποία διέκοψε άμεσα χωρίς καν προειδοποίηση εμπλέκοντας και τον εναγόμενο αρ. 2 καταλογίζοντας του συγκεκριμένες ενέργειες. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η απότομη αυτή διακοπή της συνεργασίας του με την εναγόμενη αρ. 1, αναπόφευκτα οδηγεί και σε πληγμα στην φήμη του έναντι των ασθενών του. Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι παρά την εικόνα που επιχειρείται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα περί παρανομίας και αποστέρησης από αυτόν του δικαιώματος του για περίθαλψη των ασθενών του από τους εναγόμενους αρ. 1 και/ή 2, εντούτοις είναι ξεκάθαρο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράβαση κατ' ισχυρισμό σύμβασης συνεργασίας στην οποία, όπως ισχυρίζεται, υπήρχε όρος και/ή η υποχρέωση της εναγόμενης αρ. 1 και/ή του εναγόμενου αρ. 2 να του παρέχουν τις δομές και εγκαταστάσεις του ιδιωτικού τους νοσηλευτηρίου για τη διενέργεια των χειρουργείων του. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, θεωρώ ότι απαιτείται να γίνει πιο λεπτομερής ανάλυση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς φυσικά να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές και ισχυρισμοί. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στο περιεχόμενο τόσο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση όσο και σε αυτό που συνοδεύει την ένσταση και τις εκατέρωθεν εκδοχές. Με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου από τον ενάγοντα προκύπτει ότι ο τελευταίος ξεκίνησε να έχει συνεργασία με την ιδιωτική κλινική «Ευαγγελισμός» κατά το Νοέμβριο του
  5. Με την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι η εναγόμενη αρ. 1, η οποία πλέον διαχειρίζεται την εν λόγω κλινική ενεγράφηκε στις 17/04/2013 και δεν θα μπορούσε να υπάρχει προγενέστερα συνεργασία με την αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει τόσο από την ένορκη ομολογία του ενάγοντα όσο και από την ένσταση ότι υπήρχε συνεργασία με τον αιτητή και το ιδιωτικό νοσηλευτήριο «Ευαγγελισμός». Περαιτέρω, είναι φανερό από την ένορκη ομολογία του αιτητή ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε έγγραφη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης αρ. 1, με την οποία να καθορίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών, αλλά και ο τρόπος τερματισμού και/ή ακύρωσης της συμφωνίας, ρητώς και εγγράφως. Εκείνο το οποίο επικαλείται είναι τις προφορικές συνεννοήσεις και την πρακτική που ακολουθήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Επι τούτου, προκύπτει να αποτελεί κοινό έδαφος ότι για σκοπούς άσκησης της Εξωνοσοκομειακής ιατρικής του ενάγοντα, η εναγόμενη αρ. 1 του παρείχε ιατρείο εντός ιδιωτικού νοσηλευτηρίου στην Πάφο και στο παράρτημα της στην Πόλη Χρυσοχούς μαζί με όλες τις υπόλοιπες υπηρεσίες για να καταστεί εφικτή η άσκηση αυτών των υπηρεσιών από τον αιτητή. Με την ένσταση επίσης αναφέρεται ότι ο αιτητής κατέβαλε στην εναγόμενη 1 και συγκεκριμένο μηνιαίο ποσό για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Όσον αφορά τις Ενδονοσοκομειακές Υπηρεσίες, δηλαδή τη δυνατότητα χρήσης των χειρουργείων και όλων των αναγκαίων υπηρεσιών, ο αιτητής επίσης επικαλείται την ύπαρξη συνεργασίας του με την εναγόμενη αρ. 1 για πολλά χρόνια και τις προφορικές συνεννοήσεις και την πρακτική που ακολουθήθηκε μεταξύ των μερών. Αναφέρει επίσης ότι στα τόσα χρόνια συνεργασίας του με την εν λόγω κλινική και την εναγόμενη αρ. 1 διενέργησε πέραν των 600 χειρουργικών επεμβάσεων και μικροχειρουργείων. Η συνεργασία αυτή, ισχυρίζεται ο αιτητής συνεχίστηκε και μετά την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας από το 2019 και στο εξής, αφού τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο ίδιος ενεγράφησαν σε αυτό. Με την ένσταση των εναγομένων αμφισβητείται η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας και/ή υποχρεώσης της εναγόμενης αρ. 1 για παροχή στον ενάγοντα των πιο πάνω υπηρεσιών της για σκοπούς άσκηση Ενδονοσοκομειακών Υπηρεσιών από τον αιτητή στις εγκαταστάσεις της. Παρόλα αυτά και οι εναγόμενοι με την ένσταση συμφωνούν ότι τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο αιτητής εντάχθηκαν στο Γενικό Σύστημα Υγείας και περαιτέρω ότι ο αιτητής εντάχθηκε «υπο τη σκέπη» της εναγόμενης αρ. 1 και υπήρχε η ονομαζόμενη σύνδεση ενός ειδικού ιατρού με ένα ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Χωρίς στο στάδιο αυτό να υπεσέρχομαι σε λεπτομερή ανάλυση και αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών αναφορικά με τη φύση και είδος της συνεργασίας που οι διάδικοι είχαν, παρουσιάζεται να υπήρχε συνεργασία αυτών σε σχέση και με αυτές τις υπηρεσίες και η εναγόμενη αρ. 1 να παρείχε στον αιτητή τις εγκαταστάσεις, δομές και όλα τα αναγκαία για να διεκπεραιώνει τις Ενδονοσοκομειακές Υπηρεσίες και τα χειρουργεία του. Το κατά πόσο η εναγόμενη αρ. 1 είχε υποχρέωση να πράξει τούτο ή υπήρχε συμφωνία με την οποία ανέλαβε μια τέτοια υποχρέωση, είναι ζητήματα που θα αξιολογηθούν κατά τη δική. Σημειώνεται επίσης ότι οι εναγόμενοι, παρά την άρνηση τους περί ύπαρξης συμφωνίας με την οποία είχαν υποχρέωση να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες προς τον εναγόντα, στη συνέχεια προκύπτει να επικαλούνται διαζευτική υπεράσπιση και συγκεκριμένα ότι ο λόγος απαγόρευσης του ενάγοντα να χειρουργεί στην κλινική αφορούσε ζητήματα επάρκειας του και κατά συνέπεια διακαιολογημένα διάκοψαν τη «συνεργασία» αυτή. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αιτητή ότι στις 18/10/2021 ο εναγόμενος 2 τηλεφωνικώς ανάφερε στον αιτητή ότι θα διακόψει τη συνεργασία μαζί του και ότι δεν θα του επιτρέπει να χειρουργεί στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Επίσης, προκύπτει ότι με οδηγίες του εναγόμενου 2, ακυρώθηκαν όλα τα χειρουργεία τα οποία ο αιτητής είχε προγραμματισμένα μέχρι τις 18/01/2022, 18 περίπου στον αριθμό, του απαγορεύθηκε η χρήση της μονάδας βραχείας νοσηλείας και ακυρώθηκαν τα μικροχειρουργεία που ήταν προγραμματισμένα για τις 27/10/2021 και μετέπειτα. Οι εναγόμενοι με την ένσταση τους, δεν αμφισβητούν στην ουσία τα πιο πάνω γεγονότα αλλά επικαλούνται τους λόγους που κατά τη θέση τους δικαιολούσαν την απόφαση τους αυτή και το δικαιώμα τους να το πράξουν αφού δεν είχαν υποχρέωση ή οποιαδήποτε συμφωνία για να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές στον αιτητή. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, οι εναγόμενοι επικαλούνται επίσης κατά διαζευτικό τρόπο επαρκείς λόγους και δικαιολογία για την ενέργεια τους αυτή. Ισχυρίζονται πιθανή ιατρική αμέλεια στο τελευταίο χειρουργείο που έκανε ο αιτητής αλλά και σε άλλα χειρουργεία κατά τα έτη 2020 και
  6. Επικαλούνται επίσης ανάρμοστη συμπεριφορά που επεδείκνυε ο αιτητής το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα αυτό που καταλογίζεται στον αιτητή στην τελευταία εγχείριση του ή αυτή που διενέργησε στις 14/10/2021 απορρίπτονται από τον αιτητή, παραθέτωντας γνωματεύσεις για το είδος των επιπλοκών που παρουσιάστηκαν στον συγκεκριμένο ασθενή. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα. Τα γεγονότα τα οποία παραθέτει ο αιτητής με επαρκείς λεπτομέρειες και τα οποία στην ουσία δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους είναι η συνεργασία του σε σχέση με τη διενέργεια χειρουργείων και μικροχειρουργείων στις δομές και εγκατατάσεις της εναγόμενης 1 και η οποία διακόπηκε άμεσα χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή εύλογη προειδοποίηση. Το κατά πόσο η ενέργεια αυτή δικαιολογείτο στη βάση των ισχυρισμών των εναγομένων ένεκα του τρόπου με τον οποίο ο αιτητής αντιμετώπισε το τελευταίο περιστατικό ή και των περιστατικών που προηγήθηκαν για τα οποία υπάρχουν παρόμοιοι ισχυρισμοί, είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν από την αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών κατά τη δίκη. Από τα ενώπιον μου γεγονότα προκύπτει να υπήρχε συνεργασία της εναγόμενης αρ.1 και του αιτητή. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ τους ή έστω και συγκεκριμένη προφορική συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της συνεργασίας αυτής αλλά και τον τρόπο τερματισμού της, δεν είναι ικανό να οδηγήσει στην ανυπαρξία ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής του αιτητή, υπό τις περιστάσεις. Κατ' ουσία υπήρχε συνεργασία μεταξύ αιτητή και εναγομένης αρ. 1 ως περιγράφηκε ανωτέρω από τον αιτητή, η οποία όμως δεν καθόριζε τη διάρκεια της και τον τρόπο τερματισμού της. Είναι νομολογημένο ότι σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο έχει το καθήκον και την ευθύνη να κρίνει ποιός ήταν ο εύλογος χρόνος τερματισμού και η εύλογη προειδοποίηση που απαιτείτο να δοθεί (βλ. Α. Κωνσταντινίδης & Υιός Λιμιτεδ v. FIRERO SYSTEMS LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. 140/2014, Ημερ. 06/12/2021 και Chitty on Contracts 28th ed., vol. 1, p.655). Εν όψει των πιο πάνω και χωρίς να αξιολογώ τις εκατέρωθεν θέσεις κρίνω ότι έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης αρ. 1 για αρκετά χρόνια με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω και ότι ο εναγόμενος 2, με τις πράξεις ή ενέργειες του και συμπεριφορά που του καταλογίζεται από τον ενάγοντα, μεθόδευσε την αποπομπή και διακοπή της συνεργασίας του με την εναγόμενη αρ. 1 και εν τέλει στις 18/10/2021 του ανακοίνωσε χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση ότι στην ουσία διακόπτεται η εν λόγω συνεργασία και του απαγορεύεται πλέον να χειρουργεί στις εγκαταστάσεις της εναγομένης αρ.
  7. Παρεπόμενο της διακοπής αυτής της συνεργασίας ήταν να ακυρωθούν όλα τα προγραμματισμένα χειρουργεία του ενάγοντα μέχρι τις 18/01/2022 που ήταν το τελευταίο. Το κατά πόσο αυτή η διακοπή της συνεργασίας του εναγόντα με την εναγόμενη αρ. 1 δικαιολογείτο για τους λόγους που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, δηλαδή ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της εναγόμενης 1 να επιτρέπει στον εναγόντα να χειρουργεί στις εγκαταστάσεις της και/ή ότι αυτή δικαιολογείτο ένεκα του τελευταίου συμβάντος με τον ασθενή που χειρούργησε ο εναγόντας και για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες για ιατρική αμέλεια και/ή ότι ο ενάγοντας έθετε σε κίνδυνο της φήμη της εναγομένης αλλά την εξέθετε και σε οικονομικές ζημιές και απώλειες, είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν κατά τη δίκη. Ο ενάγοντας δεν έχει υποχρέωση στο παρόν στάδιο να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτό θα γίνει κατά το στάδιο της δίκης στην οποία θα μπορεί να προσκομίσει και άλλη επιπρόσθετη μαρτυρία. Εκείνο που απαιτείται στο παρόν στάδιο είναι κάτι λιγότερο από απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα και η μαρτυρία που παρουσιάζεται να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Δεδομένων των ισχυρισμών του ενάγοντα και χωρίς να παραγνωρίζω αυτούς που προβάλλονται από τους εναγόμενους και/ή λαμβάνοντας και αυτούς υπόψη, κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα και ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  8. Η τρίτη και τελευταία προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι η δυσκολία ή η αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Στις περιπτώσεις που η απόδοση στον ενάγοντα αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε το προσωρινό διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδίδεται. Στην Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 έχει λεχθεί ότι το θέμα δεν είναι η οικονομική δυνατότητα του εναγομένου να ικανοποιήσει ενδεχόμενη επιτυχή αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις, αλλά το κατά πόσο η μη άμεση παράδοση κατοχής στον ενάγοντα θα καθιστούσε δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης, στην Κυρρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 λέχθηκε ότι η εξέταση της πιο πάνω προϋπόθεσης περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην παρούσα περίπτωση, παρόλο που στην αίτηση του ενάγοντα ζητείτο και το αιτητικό Γ με οποίο αξιωνόταν προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους εναγόμενους να προγραμματίζουν τα χειρουργεία που θα τους ζητούνταν από τον ενάγοντα, κατά γενικό τρόπο, και ουσιαστικά την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας των μερών, εντούτοις με την αγόρευση του ο συνήγορος του ενάγοντα το περιόρισε να αφορά μόνο τα ήδη προγραμματισμένα και ακυρωθέντα χειρουργεία σε συνάρτηση με τα αιτητικά Α και Β, τα οποία αξιώνει. Κατ' ουσία εκείνο που αξιώνει πλέον είναι διατάγματα που να διατάσσουν τους εναγόμενους να επαναπρογραμματίσουν τα ήδη ακυρωθέντα χειρουργεία του ενάγοντα, περίπου 18 μέχρι και τις 18/01/2022 και να παράσχουν σε αυτό τη δυνατότητα χρήσης των χειρουργείων με όλα τα αναγκαία με σκοπό να διεκπεραιωθούν τα εν λόγω χειρουργεία. Ο συνήγορος του ενάγοντα, στην αγόρευση του αναφέρει ότι η ζημιά του δεν είναι μόνο χρηματική, που εν πάση περιπτώσει είναι αδύνατον να υπολογιστεί, αλλά πλήττει την αξιοπιστία του ως ιατρού χειρουργού, τον εμποδίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ιατρός για τις οποίες έχει ήδη δεσμευτεί και τις οποίες είναι συνταγματικό δικαίωμα να παρέχει. Κανένας, αναφέρει δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα να παρέχει τις υπηρεσίες του προς τους ασθενείς που τον επιλέγουν και να κανένας δεν μπορεί να τον απαλλάξει από αυτή την υποχρέωση του. Έλαβα σοβαρά υπόψη μου τα πιο πάνω που ο συνήγορος του ενάγοντα αναφέρει. Κατ' αρχάς κρίνω ότι η ζημιά που προκύπτει από την ακύρωση των προγραμματισμένων χειρουργείων του ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη μου τον αριθμό τους, τον οποίο ο ίδιος επικαλείται στην ένορκη του δήλωση και προφανώς την φύση τους, δεδομένου και του γεγονότος ότι τούτα εντάσσονται στα πλαίσια του ΟΑΥ και της λειτουργίας του Γενικού Συστήματος Υγείας, είναι ζημιά υπολογίσιμη και θα μπορεί να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον ο ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του. Πέραν των πιο πάνω, έχω διευκρινηστεί ανωτέρω ότι η παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει να αφορά παρανομία και στέρηση του δικαιώματος του ενάγοντα να παράσχει τις υπηρεσίες του προς στους ασθενείς του αλλά αφορά παράβαση σύμβασης συνεργασίας. Έχω αναφερθεί στα γεγονότα που συνθέτουν και ικανοποιούν τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Η ακύρωση των προγραμματισμένων χειρουγργείων ήταν παρεπόμενο και το άμεσο αποτέλεσμα του τερματισμού ή της διακοπής της συνεργασίας του ενάγοντα με την εναγόμενη αρ.
  2. Εκείνο το οποίο οι εναγόμενοι πράττουν είναι να μην του επιτρέπουν να τους χειρουργήσει στις εγκαταστάσεις τους και να παραβαίνουν την κατ' ισχυρισμό συμφωνία συνεργασίας τους. Δεν παραγνωρίζω τη δυσκολία του ενάγοντα να εξεύρει άλλη κλινική άμεσα για την διενέργεια των εν λόγω επεμβάσεων για τους λόγους που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, πλην όμως τούτο δεν συνεπάγεται και στέρηση του δικαιώματος του για την παροχή των υπηρεσιών του στους εν λόγω ασθενείς, όπως αναφέρεται ανωτέρω από το συνήγορο του κατά γενικό τρόπο. Σημειώνεται επίσης ότι, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, δεν προκύπτει να υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και υποχρέωση των εναγόμενων για παροχή των διευκολύνσεων αυτών στον ενάγοντα για συγκεκριμένη χρονική περίοδο κατά την οποία ο ενάγοντας θα εμποδιζόταν να παράσχει τις υπηρεσίες του αυτές σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Ούτε ο συγκεκριμένος Νόμος που αφορά την λειτουργία του Γενικού Συστήματος Υγείας, προκύπτει να του το απαγορεύει, υπό τις περιστάσεις. Κατά συνέπεια δεν προκύπτει να παραβιάζεται το γενικό δικαίωμα του για την παροχή αυτών των υπηρεσιών προς τους εν λόγω ασθενείς, όπως τίθεται από το συνήγορο το οποίο θα πρέπει να προστατευθεί με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράβαση σύμβασης συνεργασίας. Πέραν των πιο πάνω, το όποιο πλήγμα στη φήμη και αξιοπιστία του ενάγοντα από την παράβαση της συμφωνίας συνεργασίας από τους εναγόμενους δεν είναι κάτι το οποίο δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα στο τέλος. Το όλο ζήτημα, κρίνω, μπορεί να επιλυθεί στη βάση αποζημιώσεων που θα μπορούν να επιδικαστούν στον ενάγοντα στο τέλος της αγωγής, εφόσον αυτή θα έχει επιτυχή κατάληξη. Περαιτέρω, ο ενάγοντας περιορίζει την αξίωση του μόνο στον επαναπρογραμματισμό των ακυρωθέντων χειρουργείων του και όχι στην εν γένει διατήρηση της συνεργασίας του με την εναγόμενη αρ. 1 εν ισχύ και την ειδική εκτέλεση της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας, με σκοπό όπως υποστηρίζεται να περιορίσει τη ζημιά του, η οποία είναι τεράστια. Η ζημιά όμως αυτή από την ακύρωση των εν λόγω προγραμματισμένων ραντεβού του, κρίνω ότι θα μπορεί να υπολογιστεί και να αποζημιωθεί σε χρήμα. Το ίδιο ισχύει και για την ζημιά που κατ' ισχυρισμό προέκυψε αν αυτή εν τέλει αποδειχθεί μετά την ακρόαση, και στο οποιοδήποτε πλήγμα στη φήμη και αξιοπιστία του Ενάγοντα. Άλλωστε στην αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τα πιο πάνω. Να αναφερθεί επίσης ότι δεν τίθεται ζήτημα αφερεγγυότητας των εναγομένων. Ούτε επικαλείται κάτι τέτοιο ο ενάγοντας. Εν πάση περιπτώσει αποκαλύπτεται με την ένσταση, η φερεγγυότητα τουλάχιστον της εναγόμενης αρ.
  3. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω και το ισοζύγιο της ευχέρειας και άλλα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των διαταγμάτων που αξιώνονται και τα οποία σχετίζονται με την παροχή ιατρικών υπηρεσιών για να κριθεί κατά πόσο το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της έκδοσης τους, ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα. Όπως είναι γνωστό η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εμπίπτει σε κάθε περίπτωση στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία είναι ευρεία χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι ασκείται πάντοτε δικαστικά. Στην παρούσα ο ενάγοντας στηρίζει την αγωγή του σε παράβαση συνεργασίας που είχε με την εναγόμενη αρ. 1, μεταξύ άλλων, για τη διενέργεια των χειρουργείων του στις δομές και εγκαταστάσεις της. Είναι κοινό έδαφος ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία με συγκεκριμένους όρους και ειδικότερα τη διάρκεια της και τον τρόπο τερματισμού της. Η εναγόμενη αρ. 1 και/ή ο εναγόμενος αρ. 2 στις 18/10/2021 προχώρησε κατ' ουσία στον τερματισμό αυτής της συνεργασίας και ακολούθησε η ακύρωση των προγραμματισμένων χειρουργείων του ενάγοντα χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ενάγοντα και/ή εύλογη προειδοποίηση. Από την άλλη η εναγόμενη αρ. 1 αμφισβητεί έντονα την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας με τον εναγόντα ή την υποχρέωση της να του παράσχει τα χειρουργεία της και όλα τα αναγκαία για να διεκπεραιώνει ο ενάγοντας τις ενδονοσοκομειακές του υπηρεσίες. Επικαλείται επίσης τις πρόνοιες του Άρθρου 31 του Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου του 2001 (Ν.89(Ι)/2001) με το οποίο ο ΟΑΥ συμβάλλεται μόνο με εγκεκριμένα νοσηλευτήρια για την παροχή ενδονοσοκομειακής φροντίδας και ότι αυτά έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν σε ιατρούς που είναι συμβεβλημένοι με τον ΟΑΥ να εκτελούν χειρουργεία. Πέραν τούτου, αναφέρουν, δεν έχουν άλλη υποχρέωση και ούτε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με τον ενάγοντα. Έχουν προχωρήσει, περαιτέρω αναφέρουν, με τη διαγραφή της σύνδεσης του ενάγοντα με την εναγόμενη αρ.1 στις 30/11/
  4. Πέραν των πιο πάνω, επικαλούνται τη λύση της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα και/ή την απαγόρευση στον ενάγοντα να χειρουργεί στην κλινική τους και/ή να ασκεί ενδονοσοκομειακή φροντίδα εξαιτίας του χειρουργείου που ο ενάγοντας διενέργησε σε ασθενή στις 14/10/2021 για την οποία υπήρχαν επιπλοκές, χρειάστηκε ο εν λόγω ασθενής να υποβληθεί σε δύο άλλες εγχειρίσεις για την αντιμετώπιση τους και ότι υπάρχει ενδεχόμενο ιατρικής αμέλειας του ενάγοντα. Επίσης, επικαλούνται άλλα περιστατικά με υπόνοια να υπάρχει ιατρική αμέλεια εκ μέρους του ενάγοντα προγενέστερα. Στην βάση αυτών αναφέρονται στο Άρθρο 13 του Περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (Έλεγχος Ίδρυσης και Λειτουργίας) Νόμου (Ν.90(Ι)/2001) το οποίο επιβάλλει υποχρέωση στη διεύθυνση αδειούχου νοσηλευτηρίου έναντι των εισαγόμενων σε αυτό ασθενών, να βεβαιώνεται ότι αυτοί λαμβάνουν την καλύτερη δυνατή, υπό τις κρατούσες επιστημονικές ιατρικές γνώσεις και αντιλήψεις περίθαλψη και περιποίηση για σκοπούς θεραπείας κτλ. Κατά συνέπεια, ισχυρίζονται, τυχόν έκδοση των επίδικων διαταγμάτων θα καταστρατηγούν τον εν λόγω Νόμο. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αναφέρονται και στην πανδημία του Κορονοϊου, στα διατάγματα του Υπουργού Υγείας και περιορισμό ακόμη και απαγόρευση σε κάποιες περιόδους διενέργειας ψυχρών χειρουργείων και την δυσκολία και αναστάτωση που θα επιφέρει στους εναγόμενους αλλά και σε άλλους ιατρούς και προγραμματισμένα χειρουργεία, τυχόν έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και όσα αναφέρονται τόσο στην ένορκη δήλωση της αίτησης όσο και της ένστασης και όσα περαιτέρω τέθηκαν ενώπιον μου και τα έχω ισοζυγίσει. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι κατ' ουσία τα διατάγματα που ζητούνται, έστω στο βαθμό που έχουν περιοριστεί, είναι προστακτικά. Είναι νομολογημένο ότι τέτοιου είδους διατάγματα και ειδικότερα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο θα πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και σε σπάνιες περιπτώσεις (βλ. RKB Leathergoods Limited v. Aγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Τσιαρκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734 και Starport Nominees Ltd κ.α. (Αρ.1)
(2010)1Β Α.Α.Δ.1271). Στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - ΙΝJUCTIONS, των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, παράγραφος 31, σελ. 179, 180 και 181, αναφέρεται ότι τα δικαστήρια διστάζουν να εκδώσουν διατάγματα στο παρεπίμπτον στάδιο τα οποία διαταράσσουν το status quo. Συνήθως, τα δικαστήρια, προτού εκδώσουν ένα προστακτικό διάταγμα, αναζητούν κάποιες ειδικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπερ της έκδοσης τους, χωρίς να σημαίνει ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδοθεί στις κατάλληλες περιπτώσεις. Εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι η υπόθεση να είναι ξεκάθαρη, ώστε το δικαστήριο να θεωρήσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί ένα προστακτικό διάταγμα. Πιο κάτω επίσης στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι κατά κανόνα δεν εκδίδεται προστακτικό διάταγμα εκτός αν ο ενάγων υποδείξει με σαφήνεια τί ακριβώς θα πρέπει να πράξει ο εναγόμενος για να συμμορφωθεί. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν έχει τρόπο να ελέγξει την εφαρμογή του διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ακόμη και στην περίπτωση που θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπήρχε παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτη ζημιάς, δεν θα ήταν πρόσφορο υπο τις περισταστείς να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε συμφωνία συνεργασίας η οποία προκύπτει από την πρακτική που ακολουθήθηκε από το 2008 και μετά, κατά τη θέση του και συνεχίστηκε και από το 2020 μετά την εφαρφογή του Γενικού Συστήματος Υγείας. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν έντονα την ύπαρξη συμφωνίας και ειδικότερα ότι είχαν υποχρέωση να παρέχουν στον ενάγοντα τις αξιούμενες διευκολύνσεις για την διεκπεραίωση των ενδονοσοκομειακών υπηρεσιών του, ως αναφέρθηκε ανωτέρω με παραπομπή στις πρόνοιες του Νόμου που ρυθμίζει τη εφαρμογή και λειτουργία του Γενικού Συστήματος Υγείας. Προβάλλουν επίσης συγκεκριμένους λόγους διακοπής της επίδικης συνεργασίας με τον ενάγοντα με στοιχεία που αφορούν ζητήματα κινδύνου έκθεσης του νοσηλευτηρίου. Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει στο στάδιο αυτό ότι τούτα ευσταθούν εν όψει και των όσων αναφέρει ο ενάγοντας στη δική του ένορκη δήλωση. Αυτά αλλά και τα πιο πάνω που λέχθηκαν, αναφέρονται για να καταδειχθεί ότι δεν πρόκειται για μια ξεκάθαρη υπόθεση για την οποία το Δικαστήριο νοιώθει ασφάλεια να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα στο στάδιο αυτό. Πέραν τούτου, δεν είναι ξεκάθαρο, ούτε βέβαιο, ότι με την έκδοση των προστακτικών διαταγμάτων θα θεραπευθει η όποια ενδεχόμενη ζημιά τυχόν επήλθε στη φήμη και αξιοπιστία του ενάγοντα από την ακύρωση των προγραμματισμένων χειρουργείων του και από την άμεση διακοπή της συνεργασίας του με την εναγόμενη 1, με τον άμεσο επαναπρογραμματισμό των ακυρωθέντων ραντεβού. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά όλων των ανωτέρω, τα επίδικα διατάγματα, έστω στο βαθμό που έχουν περιοριστεί, ζητούνται κατά γενικό και αόριστο τρόπο και όχι με την απαραίτητη σαφήνεια και λεπτομέρεια που απαιτείται για τέτοιου είδους διατάγματα. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - ΙΝJUCTIONS, των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 93 αναφέρονται τα εξής: «Από τη στιγμή που ο εναγόμενος θα διαταχθεί να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, θα πρέπει να του καθορίζεται, με σαφήνεια και με λεπτομέρεια, τί ακριβώς θα πρέπει να πράξει για να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Σε περίπτωση που το διάταγμα λόγω αντικειμενικών δυσκολιών δεν μπορεί να καθορίσει με σαφήνεια τις πράξεις που θα πρέπει να προβεί ο εναγόμενος, τότε το δικαστήριο δεν αναμένεται να προχωρήσει στην έκδοση προστακτικού διατάγματος.» Στην ίδια σελίδα επίσης, πιο κάτω αναφέρεται ότι «Το διάταγμα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει επακριβώς το χρόνο μέσα στον οποίο αναμένεται να ενεργήσει ο εναγόμενος.» Στην παρούσα περίπτωση, δεν συγκεκριμενοποιούνται: ο αριθμός των ακυροθέντων ραντεβού, τα ονόματα ή έστω τα αρχικά των ονομάτων των ασθενών, η ημέρα και ώρα εκάστου ακυρωθέντος ραντεβού και το τί είδους επέμβαση κάθε ένα από αυτά αφορά. Στην ένορκή του δήλωση ο ενάγοντας αναφέρει ότι ο αριθμός αυτός ήταν τουλάχιστον 18, χωρίς καμία λεπτομέρεια. Επίσης, δεν προκύπτει από την ένορκο δήλωση του ενάγοντα κατά πόσο οι ασθενείς αυτοί για τους οποίους είχαν διευθετηθεί τα χειρουργεία και ακυρώθηκαν, εξακολουθούν να είναι διαθέσιμοι και να επιθυμούν να επαναπρογραμματιστούν τα χειρουργεία τους. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε συγκατάθεση τους και/ή συναίνεση τους στο να επαναπρογραμματιστούν τα ραντεβού τους. Ο ίδιος ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι κάποιοι από αυτούς επικοινώνησαν μαζί του και ζητούσαν να μάθουν τί είχε γίνει ενώ κάποιοι άλλοι δεν τον πήραν τηλέφωνο, προφανώς διότι δυσαρεστήθηκαν μαζί του και αναζήτησαν άλλο ιατρό. Κατά συνέπεια δεν προκύπτει να συγκεκριμενοποιείται ποιών ασθενών τα χειρουργεία θα πρέπει να επαναπρογραμματιστούν. Ούτε η επαναφορά της προτέρας κατάστασης είναι προφανές ότι μπορεί επιτευχθεί. Τα προστακτικά διατάγματα, θα πρέπει να είναι συγκεκριμένα για να μπορεί να γνωρίζει ο εναγόμενος το τί θα πρέπει συγκεκριμένα να πράξει και πότε για να μπορεί να ελεχθεί η συμμόρφωση του αλλά και η δυνατότητα του προς αυτήν. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ακόμη και στην περίπτωση που πληρείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δεν θα έκρινα ότι ήταν η κατάλληλη περίπτωση, υπό τις περιστάσεις, για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που ανέφερα, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.