Γ. Χ. ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 2884/2014, 23/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 2884/2014 Μεταξύ: Γ. Χ. από την Πάφο Ενάγοντα και
- TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD
- Ε. Λ. Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 03/12/2021 Ημερομηνία: 23/03/
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Ε. Κορακίδης για EΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε και κα. Γεωργία Μέη. Για τoυς Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους για κ.κ. CHRYSES DEMETRIADES & CO LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 γενικές ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο επεσυνέβην κατά τις 12/03/2013 ένεκα της κατ' ισχυρισμό υπαιτιότητας της εναγόμενης αρ.
- Η εναγόμενη αρ. 2 είναι η κατ' ισχυρισμό ασφαλιστική εταιρεία η οποία δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου κάλυπτε την εναγόμενη αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με την παρούσα αίτηση, ο ενάγοντας - αιτητής, αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του ως ακολούθως: «
(1)Με την προσθήκη της φράσης «με μηνιαίες απολαβές τουλάχιστον €640» μετά τη λέξη «λαχειοπώλη», που βρίσκεται στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 1.
(2)Με την προσθήκη της φράσης «με μηνιαίες απολαβές τουλάχιστον €145» μετά την λέξη «εφημερίδα», που βρίσκεται στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 1.
(3)Με την αντικατάσταση των λέξεων «μελλοντικά εισοδήματα», που βρίσκεται στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 6, με την φράση «απώλεια απολαβών, απώλεια μελλοντικών απολαβών».
(4)Με την αντικατάσταση της λέξης «απώλειες», που βρίσκεται στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 8, με την φράση «απώλεια απολαβών, απώλεια μελλοντικών απολαβών».
(5)Με την αντικατάσταση της υποπαραγράφου (γ) της παραγράφου 11 με την ακόλουθη υποπαράγραφο «(γ) Απώλεια από την εργασία του ως λαχειοπώλης του Κρατικού Λαχείου μέχρι την 12/02/2016, 26 μήνες Χ €640 = €16.640, ή μέχρι την ακρόαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, τον αριθμό των μηνών από 12/12/2013 επί €640, ή όπως θα καθορίσει το Δικαστήριο.»
(6)Με την αντικατάσταση της υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου 11 με την ακόλουθη υποπαράγραφο «(δ) Απώλεια από την εργασία του ως εισπράκτορας στην εφημερίδα «Η Φωνή της Πάφου (ΠΑΦΩΝΗ ΛΤΔ) μέχρι την 12/2/2016, 26 μήνες Χ €145 = €3.770 ή μέχρι την ακρόαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, τον αριθμό των μηνών από 12/12/2013 επί €145, ή όπως θα καθορίσει το Δικαστήριο.»
(7)Με την αντικατάσταση του ποσού των €26.360,38 που αναφέρεται μετά την φράση «ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ...» με την ακόλουθη φράση «€39.860,78, η οποιοδήποτε ποσό θα καθορίσει το Δικαστήριο.»
(8)Με την προσθήκη της φράσης «απώλεια μελλοντικών απολαβών από 12/12/2016» μετά την λέξη «σοκ», που βρίσκεται στη δεύτερη γραμμή της παραγράφου 14(α).
(9)Με την αντικατάσταση της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου 14 με την ακόλουθη υποπαράγραφο «(β) Ποσό «€39.860,78, η οποιοδήποτε άλλο ποσό καθορίσει το Δικαστήριο, ως ειδικές αποζημιώσεις.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Α. Χ., γιου του ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ήταν πάντοτε η θέση του ενάγοντα ότι από το επίδικο ατύχημα κατέστη ανίκανος για εργασία και αυτό προκύπτει και από την ίδια την Έκθεση Απαίτησης στην οποία παραπέμπει. Ο ενόρκως δηλών προσπαθεί να εξηγήσει γιατί στην Έκθεση Απαίτησης, ο τότε δικηγόρος του ενάγοντα αξιώνει απώλειες απολαβών μόνο για 6 μήνες προβαίνοντας σε συγκεκριμένες αναφορές. Από όσα του αναφέρουν οι νέοι δικηγόροι του ενάγοντα, συνεχίζει, το πιθανόν δίλημμα του προηγούμενου δικηγόρο ήταν μέχρι πότε θα έπρεπε να αξιώνει απώλειες απολαβών ως ειδικές αποζημιώσεις και από πότε ως γενικές αποζημιώσεις, και η απόφαση του για δικογράφηση των πρώτων 6 μηνών ως ειδικές αποζημιώσεις δεν είναι καταλυτικό, ούτε περιοριστικό εφόσον το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια απολαβών μέχρι την ακρόαση της αγωγής, δηλαδή πολύ μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Επειδή όμως σε πρόσφατες συζητήσεις με τους δικηγόρους των εναγόμενων προβλήθηκε η θέση ότι εκτός για μια περίοδο των 6 μηνών δεν δικογραφούνται και αξιώνονται απώλειες απολαβών, οι νέοι δικηγόρου του ενάγοντα εισηγήθηκαν την καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση για να μην υπάρχει αμφιβολία για την αξίωση της απώλειας απολαβών. Περαιτέρω, από προσεχτική μελέτη της υπόθεσης, οι νέοι δικηγόροι του ενάγοντα εισηγήθηκαν τον καθορισμό των ελάχιστων μηνιαίων εισοδημάτων του ενάγοντα έτσι ώστε να μην υπάρξει αμφισβήτηση. Από όσα τον πληροφορούν οι νέοι δικηγόροι του ενάγοντα είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθούν οι αιτούμενες ώστε να προωθηθούν ορθά οι αξιώσεις του ενάγοντα, χωρίς αχρείαστες αμφισβητήσεις. Ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι εναγόμενοι η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους γιατί η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι εν λόγω λόγοι φαίνονται στο σώμα της ένστασης. Συνοπτικά και ουσιαστικά οι εναγόμενοι επικαλούνται την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης από τον ενάγοντα και την μη ύπαρξη οποιασδήποτε δικαιολογίας περί τούτου. Επίσης, αναφέρουν ότι δεν δίνονται λόγοι που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα των επίδικων τροποποιήσεων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Μ. Τ., δικηγορικής υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου επίδοσης των δικηγόρων των εναγόμενων και η οποία στην ουσία υιοθετεί και επεξηγεί τους λόγους της ένστασης. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ. 1, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όλο ζήτημα αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΚAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, Ημερ. 4 Μαρτίου 2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από τη νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Εκείνο το οποίο στην ουσία επιδιώκεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι να διευκρινιστούν και να συγκεκριμενοποιηθούν οι αξιώσεις του ενάγοντα σε σχέση με την απώλεια των απολαβών του μέχρι τη δική και την μελλοντική απώλεια απολαβών χωρίς να μου διαφεύγει ότι το ποσό των ειδικών ζημιών που αξιώνεται ως απώλεια απολαβών αυξάνεται. Στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος αξιώνονται αποζημιώσεις για απώλεια μελλοντικών απολαβών και απώλεια εισοδημάτων καθώς επίσης και ειδικές αποζημιώσεις. Στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας κάτω από τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ» στην παράγραφο 11(γ) αξιώνει απώλειες από την εργασία του ως λαχειοπώλης του κρατικού λαχείου ...6 μήνες Χ €960=€5,760 και στην παράγραφο 11(δ) αξιώνει απώλειες από την εργασία του ως εισπράκτορας στην εφημερίδα «Η Φωνή της Πάφου» (ΠΑΦΩΝΗ ΛΤΔ) ..€191.60 Χ 6 μήνες=€1,149.60». Στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εξασκούσε το επάγγελμα του λαχειοπώλη και του εισπράκτορα σε τοπική εφημερίδα. Στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, υλικές ζημιές, απώλειες, έξοδα και μελλοντικά εισοδήματα και/ή έξοδα. Επίσης, στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης του υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας από το επίδικο δυστύχημα κατέστη ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία. Και ενώ προβαίνει σε αυτές τις αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση για απώλεια μελλοντικών απολαβών στο αιτητικό και επίσης στα πλαίσια των ειδικών ζημιών αναφέρεται σε απώλεια από τις εργασίες που ασκούσε για περίοδο 6 μηνών μόνο. Είναι γεγονός ότι από την Έκθεση Απαίτησης φαίνεται να περιορίζει την αξίωση του για απώλεια εισοδημάτων μόνο για περιόδο 6 μηνών, ενώ όπως αναφέρθηκε ανωτέρω υπάρχει η δικογραφημένη του θέση ότι κατέστη ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία ενώ δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ή αξίωση στο αιτητικό του για απώλεια μελλοντικών απολαβών ενώ στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά σε μια τέτοια απώλεια. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να διασαφηνιστούν αλλά και να εξειδικευθούν οι αξιώσεις του που σχετίζονται με τις απώλειες εισοδημάτων και απώλειες μελλοντικών απολαβών, μέχρι τη δίκη αλλά και στο μέλλον. Επίσης, επιχειρείται να τροποποιηθεί το μηνιαίο του εισόδημα και αυτό να είναι €640 από την εργασία του ως λαχειοπώλης και €145 από την εργασία του ως εισπράκτορας της συγκεκριμένης εφημερίδας. Οι πιο πάνω κατ' ουσία τροποποιήσεις είναι αναγκαίες έτσι ώστε να τεθούν στο δικόγραφο του ενάγοντα με σαφήνεια και την αναγκαία λεπτομέρεια οι ειδικές αυτές αποζημιώσεις που σχετίζονται με την απώλεια των απολαβών του, ως δικονομικά απαιτείτο, αλλά και να προβληθεί ξεκάθαρα και η αξίωση του για την απώλεια των μελλοντικών απολαβών. Όσον αφορά το χρόνο και το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας αίτησης, παρατηρούνται τα εξής: Είναι γεγονός ότι η παρούσα αγωγή είναι πολύ παλαιά και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν των 7 χρόνων. Η γενική οπισθογράφηση καταχωρήθηκε στις 19/12/2014 ενώ η Έκθεση Απαίτησης στις 16/02/
- Ορίστηκε επίσης κατ' επανάληψη για ακρόαση και είναι προφανές ότι όλα τα πιο πάνω τα οποία επιζητεί ο ενάγοντας θα μπορούσε να τα διαπιστώσει και να αποταθεί στο Δικαστήριο νωρίτερα. Είναι επίσης γεγονός ότι προσφάτως ο ενάγοντας άλλαξε δικηγόρο λόγω διαφωνίας χειρισμού της υπόθεσης του με τον προηγούμενο δικηγόρο του. Είναι νομολογημένο όμως ότι η αλλαγή δικηγόρου από μόνη της δεν μπορεί να αποτελεί επαρκή δικαιολογία για τροποποίηση των δικογράφων (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.α. (ανωτέρω). Επιχειρείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να δικαιολογηθεί κατά κάποιο τρόπο η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, με την αναφορά ότι προσφάτως και σε διαπραγματεύσεις με την αντίδικη πλευρά διαπιστώθηκε ότι αυτή ισχυριζόταν ότι δεν περιλαμβάνεται αξίωση για απώλεια εισοδημάτων πέραν των 6 μηνών και ούτε απώλεια μελλοντικών απολαβών και ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία η επίδικη τροποποίηση για να ξεκαθαρίσουν τα πιο πάνω ζητήματα. Λαμβάνω υπόψη μου τους πιο πάνω ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ορθή δικογράφηση και οι αιτούμενες θεραπείες αποτελούν ευθύνη του ενάγοντα και όχι το τί θα αναφερθεί από την αντίδικη πλευρά. Σε κάθε περίπτωση έχω αναφερθεί ανωτέρω στο τί στοχεύουν οι επίδικες τροποποιήσεις με αναφορά σε υφιστάμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται αύξηση των ποσών που αξιώνονται ως ειδικές αποζημιώσεις και διασαφηνίζεται η αξίωση επίσης της απώλειας μελλοντικών απολαβών. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα γεγονότα η μη δέουσα και ορθή δικογράφηση ανάγεται σε λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης. Παρά το καθυστερημένο του αιτήματος όμως και των πιο πάνω που ανάφερα, σε κάθε περίπτωση, δεν διαπιστώνεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις διαπνέονται από κακή πίστη εκ μέρους του ενάγοντα. Η καθυστέρηση και η αύξηση των αξιώσεων ως ανωτέρω αναφέρθηκε δεν καταδεικνύουν χωρίς άλλο κάτι τέτοιο. Τα γεγονότα της παρούσας κρίνω ότι διακρίνονται από εκείνα στην Κράσιμιρ Βασίλιεφ Δημητρωφ v. Κυριάκου Ιωάννου
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1645. Σε εκείνη την υπόθεση η αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε εν μέρει καθότι ήταν η τέταρτη στη σειρά και τα γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή από το χρόνο υποβολής των προηγούμενων αιτήσεων. Κρίθηκε ότι η έλλειψη δικαιολογίας για το καθυστερημένο στην υποβολή της ενείχε κακοπιστία και προσπάθεια εξόγκωσης των ειδικών αποζημιώσεων. Στην παρούσα η αύξηση των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων και η διευκρινιστική αξίωση απώλειας μελλοντικών απολαβών σε συνάρτηση με το χρόνο που αυτή υποβάλλεται, δεν είναι αρκετά από μόνα τους να καταδείξουν κακοπιστία. Αντιθέτως, ο Αιτητής επιχειρεί να θέσει τις αξιώσεις του με σαφήνεια, οι οποίες προκύπτουν από τους υφιστάμενους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς επαναλαμβάνω να παραγνωρίζω ότι αυξάνει και τις αξιώσεις των ειδικών ζημιών ως απώλεια απολαβών μέχρι την έκδοση απόφασης. Εκείνο το οποίο προέχει, σύμφωνα με την νομολογία είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ουδόλως παραγνωρίζω το χρόνο που παρήλθε και την καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης και ότι αυτός από μόνος του μπορεί υπό κατάλληλες περιστάσεις να αποβεί μοιραίος σε μια αίτηση τροποποίησης (βλ. IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, Ημερ. 20/03/2014). Παρόλα αυτά κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εφόσον η θέση του ενάγοντα ήταν ότι προ του ατυχήματος εργαζόταν στις συγκεκριμένες εργασίες και είχε εισοδήματα και ότι μετά το ατύχημα κατέστη ανίκανος, είναι ορθό και δίκαιο να του δοθεί η ευκαιρία να θέσει δικογραφικά με ευκρίνεια τις αξιώσεις του για την απώλεια εισοδήματος και την απώλεια μελλοντικών απολαβών έτσι ώστε να δύναται να προσκομίσει μαρτυρία και να προωθήσει τις εν λόγω αξιώσεις. Η ακρόαση επίσης της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και δεν τίθεται ζήτημα εκτροχιασμού της διαδικασίας. Περαιτέρω, δεν αναφύεται ότι οι εναγόμενοι με την έγκριση του αιτήματος θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, χωρίς επαναλαμβάνω να παραγνωρίζω το παλαιό της υπόθεσης και την ανάγκη για άμεση εκδίκαση της. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν επιτύχουν και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η αίτηση μπορεί να εγκριθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος Α
(1)-
(10)συμπεριλαμβανομένων της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο της να παραδοθεί στους εναγόμενους. Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί στον ενάγοντα. Απάντηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 5 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης. Το διάταγμα να ζητηθεί άμεσα και χωρίς καθυστέρηση και να ετοιμαστεί κατά προτεραιότητα έτσι ώστε να ολοκληρωθούν οι τροποποιήσεις έγκαιρα και να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο συντομότερων δυνατό. Τα έξοδα της αίτησης αλλά και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο