T. P. M. LTD ν. Α. Κ. Π. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1427/2011, 25/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1427/2011 Μεταξύ: T. P. M. LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και 1. Α. Κ. Π., από την Αργάκα 2. Μ. Π., από την Αργάκα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.06.21 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 25.08.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1 & 2: κα Α. Καραμανή για κ.κ. Κώστας Μελάς (Εναγόμενοι 1 & 2) & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Ανδρέας Δημητριάδης & (Ενάγοντες) Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.11.12 εκδόθηκε ερήμην δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €167.519,91 πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.11.11 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], φ/σχ. [ ]/[ ] στο χωριό Αργάκα της επαρχίας Πάφου που υποθηκεύτηκε με την υποθήκη αρ. [ ]/[ ] στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί έναντι και/ή προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού πλέον των τόκων με οποιονδήποτε τυχόν υπόλοιπο να επιστραφεί στην Εναγόμενη 1. Επίσης οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες τα έξοδα της αγωγής. Στις 11.06.21 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποίαν αξιώνουν την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει (set aside) την πιο πάνω δικαστική απόφαση. Νομική βάση της αίτησης είναι, μεταξύ άλλων, η Δ.5 θ.2, 3 & 5, η Δ.17 θ.1(β) & 10, η Δ.48 θ.2-5 & 9(
- h)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, η πρακτική, οι γενικές, εγγενείς και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Εναγομένους δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων στο σύνολο της. Αυτό που κατ' αρχάς σημειώνεται είναι ότι η Εναγόμενη 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι σύζυγος του Εναγομένου 2. Στις 09.11.07 δυνάμει σχετικής συμφωνίας (Τεκμήριο 4) η πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «πρώην Λαϊκή») παραχώρησε δάνειο στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.£100.000 (ισότιμο σε €170.816,14). Το δάνειο δόθηκε για τον σκοπό απόκτησης κατοικίας. Ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της, η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε προς όφελος της πρώην Λαϊκής το ιδιοκτησίας της ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], φ/σχ. [ ] /[ ] στο χωριό Αργάκα της επαρχίας Πάφου με την υποθήκη αρ. [ ]/[ ] στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Στα πλαίσια δε περαιτέρω κάλυψης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε σχετική συμφωνία εγγύησης. Από το έτος 2007 μέχρι 2011 οι δόσεις πληρώνονταν έγκαιρα αλλά έπειτα υπήρξε αδυναμία καταβολής τους. Σχετική κατάσταση λογαριασμού δανείου για την περίοδο 2007-2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7. Ένεκα της πιο πάνω αδυναμίας πληρωμής δόσεων, η πρώην Λαϊκή καταχώρισε αγωγή εναντίον των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι υπάρχει πιθανότητα στις 09.04.12 η Εναγόμενη 1 όντως να υπέγραψε τα κλητήρια εντάλματα της αγωγής αυτής, πλην όμως το έγγραφο αυτό ουδέποτε περιήλθε εις γνώση του. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σοβαρότητα των εγγράφων λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Αυτό ισχύει επειδή, όπως ο ίδιος αναφέρει, η σύζυγος του από το έτος 2003 μέχρι σήμερα πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση κατά πλάκα, η οποία είναι συνδεδεμένη με χρονίζοντα ψυχολογικά προβλήματα. Παρακολουθείται από διάφορους ιατρούς και ιατρικά πιστοποιητικά επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1,2 & 3. Με βάση το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 10.05.21 του ιδιώτη ψυχίατρου Δρ. Α. η κατάσταση της υγείας της Εναγομένης 1 επιδεινώθηκε μετά το έτος 2012 όπου, ανάμεσα σ' άλλα, παρουσιάζει περιορισμένη δυνατότητα λεκτικής επικοινωνίας ενώ οι νοητικές της λειτουργίες έχουν σοβαρή έκπτωση και η συναισθηματική κατάσταση είναι χρόνια καταθλιπτική. Στις 19.11.12 εκδόθηκε η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση ερήμην των Εναγομένων, η οποία αφορά την παρούσα αγωγή. Επικαλούμενος τα πιο πάνω γεγονότα, ο Εναγόμενος 2 αξιώνει παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ex debito justitiae. Ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης του, ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του ότι υπάρχει πολύ καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων η οποία θα πρέπει να ακουστεί στο Δικαστήριο. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι ο χρόνος που παρήλθε δικαιολογείται με αποτέλεσμα να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από το 2012 που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση μέχρι το 2019 τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του είχαν συχνή τηλεφωνική επικοινωνία με τραπεζικούς λειτουργούς χωρίς όμως να πληροφορηθούν για την ύπαρξη δικαστικής απόφασης που αφορούσε την περίπτωση τους. Κατά τις αρχές του έτους 2019 λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ (στο εξής η 'Τράπεζα Κύπρου») που είχαν αναλάβει την περίπτωση τους, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων που είχαν μεταξύ τους, τους ενημέρωσαν ότι για τον εν λόγω λογαριασμό δανείου είχε εκδοθεί απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην αγωγή αρ. 1427/2011. Την ίδια περίοδο οι τραπεζικοί λειτουργοί τους ενημέρωσαν ότι θα πωλούσαν το υποθηκευμένο ακίνητο με πλειστηριασμό. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2020 οι Εναγόμενοι ανέθεσαν την υπόθεση τους σε δικηγόρο. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι ο λόγος που το 2019 δεν προέβηκαν σε μέτρα ακύρωσης μέχρι σήμερα είναι επειδή οι διάδικοι ήλθαν πολύ κοντά σε συμφωνία διευθέτησης, προσπάθειες όμως που τελικά ναυάγησαν. Στο μεταξύ κατόπιν εντολής που έλαβαν από το δικηγόρο τους, οι Εναγόμενοι έσπευσαν και παρουσιάστηκαν στο Πρωτοκολλητείο Πάφου για να ερευνήσουν το δικαστικό φάκελο της υπόθεσης τους. Οι προσπάθειες διευθέτησης συνεχίστηκαν και από το δικηγόρο των Εναγομένων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σχετική γραπτή αλληλογραφία επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 11, 12, 13 & 14. Επίσης, όπως ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκε από το δικηγόρο του, η συμφωνία δανείου πάσχει από ακυρότητα λόγω από τη μια έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας εκ μέρους της Εναγομένης 1 και από την άλλη παράλειψης της υποχρέωσης των Εναγομένων να τους ενημερώσουν σχετικά με τα θέματα που εγείρονται στην §17 της ένορκης δήλωσης κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 34 του Ν.39(Ι)/2001 και της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ. Παράλληλα είναι η θέση του ενόρκως δηλών ότι το σημερινό υπόλοιπο που είναι απόρροια του επιδικασμένου ποσού αποτελεί προϊόν παράνομων, καταχρηστικών και αυθαίρετων χρώσεων. Η επίμαχη σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες ενώ, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες χρώσεις και υπερχρεώσεις. Αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού της τράπεζας από το 2011 μέχρι το 2020 χρησιμοποιώντας επιδικασμένο τόκο 14% επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, ενώ κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας για την ίδια περίοδο χρησιμοποιώντας χρέωση τόκου 6,35% παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 9. Οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν σε εμπειρογνώμονα για να αναλύσει τους τόκους, τα επιτόκια και άλλες χρεώσεις που περιέχονται στον εν λόγω λογαριασμού δανείου, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση ημερομηνίας 27.05.21 (Τεκμήριο 10). Με βάση την έκθεση, η τράπεζα δεν έχει τηρήσει τα επιτόκια που επέβαλλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αποτέλεσμα να ενεργεί παράνομα και κατά παράβαση των εξουσιών της επιβάλλοντας καταχρηστικά επιτόκια και πρόσθετες χρεώσεις, πολύ υψηλότερα από αυτά που θα έπρεπε δυνάμει της συμφωνίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του εμπειρογνώμονα οι υπερχρεώσεις κατά τις 31.12.20 ανέρχονταν περίπου στα €100.000. Οι Ενάγοντες αντέδρασαν στις 13.01.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 17 λόγους. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Μέσα από αυτούς ουσιαστικά προβάλλεται η κοινή θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομολογία για να δικαιολογείται η έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στη Δ.5 θ.1, 2 & 3, στη Δ.16 θ.7, στη Δ.17 θ.10, στη Δ.26 θ.14, στη Δ.48 θ.1-9 και στη Δ.64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Α. K., λειτουργού στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου από τον Μάιο 2000 μέχρι 03.06.21 και από 04.06.21 στην υπηρεσία των Εναγόντων, στον οργανισμό που δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 04.06.21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με διάφορες περιπτώσεις δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων στον οποίον έχουν μεταφερθεί, μία εκ των οποίων είναι η παρούσα υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγόντων στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά ότι όντως στην Εναγόμενη 1 παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή δανείου μετά από αίτηση της, εις εξασφάλιση των οποίων, μεταξύ άλλων, έχει εγγραφεί η υποθήκη αρ. [ ]/2007 για το ποσό των €170.860,14 (Λ.Κ.£100.000) πλέον τόκους. Ουδεμία επίκληση προβλημάτων υγείας έγινε στο στάδιο εκείνο. Επειδή παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις στις πληρωμές, η τράπεζα στις 19.01.11 τερμάτισε τον σχετικό λογαριασμό και το οφειλόμενο ποσό μαζί με το ενυπόθηκο χρέος κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Περί τις 17.05.11 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. Στις 06.04.12 επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην Εναγόμενη 1, η οποία το παρέλαβε προσωπικά για την ίδια αλλά και για τον Εναγόμενο 2 χωρίς να επικαλεστεί οποιαδήποτε προβλήματα υγείας και αδυναμία παραλαβής των εγγράφων για οποιονδήποτε λόγο. Επειδή δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης, στις 08.11.12 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση. Στις 19.11.12 εκδόθηκε η δικαστική απόφαση για την οποίαν ζητείται παραμερισμός (Τεκμήριο 3). Είναι η θέση της ομνύουσας ότι μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Δεν έχουν παρουσιαστεί αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να διαφαίνονται επαρκείς λεπτομέρειες για την ύπαρξη καλής και γνήσιας εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ώστε να αποσείσουν το βάρος που έχουν σε τέτοιου είδους αιτήσεις όπως την παρούσα. Οι δε ισχυρισμοί των Εναγομένων για παράνομες και λανθασμένες χρεώσεις και υπερχρεώσεις αποτελούν αυθαίρετες θεωρήσεις και υποθετικά σενάρια που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επίσης είναι η θέση της ομνύουσας ότι δεν δίνονται επαρκείς και λογικοί λόγοι τόσο για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης όσο για την καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Παρόλο ότι, όπως ισχυρίζονται, από τις αρχές 2019 πληροφορήθηκαν για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο αρχές Δεκεμβρίου 2020 και καταχώρισαν την παρούσα αίτηση τις 11.06.21 ενώ στις 25.05.21 προώθησαν την αγωγή αρ. 369/21 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την έκθεση απαίτησης να καταχωρείται τις 07.10.21. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι Εναγόμενοι παραπλανητικά αναφέρουν ότι έλαβαν γνώση για την έκδοση δικαστικής απόφασης αρχές του έτους 2019 επειδή στις 19.06.15 είχαν δώσει οδηγίες σε δικηγόρο να προβεί σε έρευνα και επιθεώρηση του δικαστικού φακέλου της υπόθεσης και ακολούθως οδηγίες σε άλλο δικηγόρο για νέα έρευνα και επιθεώρηση του ιδίου φακέλου (Τεκμήριο 4). Επομένως οι Εναγόμενοι γνώριζαν για την έκδοση δικαστικής απόφασης από τον Μάιο 2015. Καταλήγοντας η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι επέδειξαν πλήρη αδιαφορία και η αδικαιολόγητη συμπεριφορά τους συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος όχι με το δέοντα και νόμιμο τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο, ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Στην πρώτη περίπτωση όταν καταδειχτεί ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν παράνομη και αντικανονική η απόφαση παραμερίζεται χωρίς δεύτερη σκέψη. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για περαιτέρω επεξήγηση της πτυχής αυτής παραπέμπω στα αγγλικά νομικά συγγράμματα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 καινΤόμος 37, παράγραφος 403 και Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση, σελίδα 58 καθώς επίσης στο νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση, σελίδα 177. Εάν όμως εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289. Η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης συνιστά κυριαρχικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως στην παρούσα περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (πιο πάνω) λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής σχετικά: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Παρόλο ότι το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του όταν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Phylactou v Michael (πιο πάνω), το Δικαστήριο μπορεί ν' αρνηθεί να παραμερίσει μια εκδοθείσα δικαστική απόφαση και ουσιαστικά το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης εάν η διαγωγή του αιτούντος είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010 ημερ. 14.10.15, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345). Στη δε υπόθεση Millouka Motor Trading Ltd v Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε ότι η χωρίς λόγο παράλειψη εμφάνισης και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί ένας για παραμερισμό δικαστικής απόφασης μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγομένου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος θα επέλεγε για να καταχωρήσει την αίτηση. Ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767 χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: "Ο Εναγόμενος, για να επιτύχει παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να εξηγήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία, όπως και την όποια καθυστέρηση του να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης." Ανάλογη δε αντιμετώπιση υπήρξε και στην υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, ημερ. 21.05.15, στην οποία και παραπέμπω. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως της ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ισχύουν και οι δύο περιπτώσεις που δικαιολογούν παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους. Θα εξετάσω ευθύς την πρώτη περίπτωση, δηλαδή κατά πόσο η ερήμην εκδοθείσα δικαστική απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Η επίδοση δικαστικών εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Δ.5 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους και παραπέμπω. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής, το κλητήριο ένταλμα αν δεν επιδοθεί προσωπικά στον κατονομαζόμενο εναγόμενο, δύναται να επιδοθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και διαμένει στην ίδια πόλη ή χωριό ή περιοχή που διαμένει ο εναγόμενος και σε τέτοια περίπτωση θα θεωρείται καλή επίδοση του εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη 1 στις 06.04.12, η οποία το παρέλαβε για λογαριασμό της ως μία εκ των δύο κατονομαζόμενων εναγομένων της αγωγής. Παράλληλα την ίδια ημέρα της επιδόθηκε και άλλο πιστό αντίγραφο κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, το οποίο παρέλαβε η ίδια εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου 2 που είναι ο δεύτερος κατονομαζόμενος εναγόμενος της αγωγής. Αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγος της Εναγομένης 1 και αμφότεροι κατά τον ουσιώδη χρόνο συζούσαν και εξακολουθούν να συζούν στην ίδια οικογενειακή κατοικία. Η επίδοση των εγγράφων στην Εναγόμενη 1 έγινε με ιδιώτη επιδότη, ο οποίος προέβηκε σε ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 09.04.
- Οι ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Ανατρέχοντας το δικαστηριακό φάκελο τις έχω εντοπίσει. Το περιεχόμενο τους επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Δηλαδή ότι της επιδόθηκε προσωπικά για λογαριασμό της το κλητήριο ένταλμα, το οποίο και παρέλαβε καθώς επίσης παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου 2, το ονοματεπώνυμο του οποίου σημειώνεται επί της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Επίσης στην ένορκη δήλωση σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγος της Εναγομένης 1 και ότι αμφότεροι συζούν μαζί. Η πλευρά των Εναγομένων ουσιαστικά δεν αμφισβητεί ότι πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω επιδόσεις του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη
- Ωστόσο ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η σύζυγος του παρέλαβε τα πιο πάνω έγγραφα χωρίς να ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σοβαρότητα τους ένεκα του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Το αποτέλεσμα λέει ήταν να μην περιέλθει το εν λόγω έγγραφο ποτέ εις γνώση του. Αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η Εναγόμενη 1 παρέλαβε τα έγγραφα τόσο για λογαριασμό της όσο και για τον σύζυγο της (Εναγόμενο 2) με τη δική της θέληση χωρίς να επικαλεστεί οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Είναι γεγονός ότι ένα από τα τρία επισυνημμένα ιατρικά πιστοποιητικά και συγκεκριμένα αυτό του ιδιώτη ψυχίατρου Δρ. Αργυρίου καταγράφει ότι οι νοητικές λειτουργίες της Εναγομένης 1 έχουν έκπτωση λόγω της επιδείνωσης της κατάσταση της υγείας της, η οποία όμως επιδείνωση επήλθε μετά το έτος
- Αυτό που πρέπει να λεχθεί είναι ότι τα επίμαχα έγγραφα της επιδόθηκαν στις 06.04.
- Επομένως στο χρονικό σημείο που της επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα η κατάσταση της υγείας της δεν είχε χειροτερέψει με αποτέλεσμα οι νοητικές της λειτουργίες να μην είχαν ακόμη επηρεαστεί δυσμενώς. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, αν λεχθεί ότι στο χρονικό σημείο που της επιδόθηκαν τα κλητήρια εντάλματα η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σοβαρότητα εγγράφων που τίθενται ενώπιον της, ως απόρροια που ο Εναγόμενος 2 αποδίδει στο πρόβλημα υγείας που η σύζυγος του αντιμετωπίζει από το έτος 2003, ώστε να έχει έρεισμα εξέτασης ο ισχυρισμός που αυτός προβάλλει ως λόγο για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους τους, παρατηρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έρχεται σε αντίφαση με τον ενεργό ρόλο που ο Εναγόμενος 2 περιγράφει μέσα από την ένορκη δήλωση του ότι η Εναγόμενη 1 είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι μαζί με την σύζυγο του είχαν συχνά τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους Ενάγοντες την περίοδο 2012-
- Επίσης επικαλείται κοινή συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις που είχαν με τραπεζικούς λειτουργούς το έτος 2019 σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ακόμη εμφανίζει την Εναγόμενη 1 να συμμετέχει στη λήψη απόφασης για να ανατεθεί η παρούσα υπόθεση σε δικηγόρο όπως και στην επιλογή του ονόματος του δικηγόρου που θα τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή. Επιπλέον παρουσιάζει την Εναγόμενη 2 να μεταβαίνει μαζί με τον ίδιο στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου, κατόπιν οδηγιών που έλαβαν από το δικηγόρο που είχαν διορίσει, προέβηκαν σε επιθεώρηση του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης τους. Η χρήση λέξεων και φράσεων σε πληθυντικό αριθμό από τον Εναγόμενο 2 στην ένορκη δήλωση του δείχνει ότι το ζεύγος προέβαινε σε κοινές ενέργειες. Η πιο πάνω ενεργή συμπεριφορά της Εναγομένης 1 κάθε άλλο παρά δείχνει άτομο να μην ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τη σοβαρότητα εγγράφων που τίθονταν ενώπιον της καθώς και αναφορών ή δηλώσεων που της υποβάλλονταν. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 για το λόγο που δεν έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης κρίνεται ότι στερείται τεκμηρίωσης και πειστικότητας. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα καταλήγω ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε νόμιμα και δεόντως στους Εναγομένους 1 & 2 σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου του. Κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την ύπαρξη αγωγής εναντίον τους και ακόμη έλαβαν γνώση για το χρόνο που είχαν στη διάθεση τους για να λάβουν μέρος στη διαδικασία προβαίνοντας στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Ωστόσο επέλεξαν να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης ως είχαν δικαίωμα και άφησαν τη διαδικασία να συνεχίσει χωρίς την παρουσία τους, η οποία ολοκληρώθηκε με την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Έπεται ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων για παραμερισμό της ερήμη τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος. Προχωρώ στη δεύτερη περίπτωση. Θα εξετάσω το ενδεχόμενο να υπάρχει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι ικανοποιούν την παράμετρο αυτή και μέσα από την ένορκη δήλωση τους προβάλλουν διάφορες νομικές θέσεις που σύμφωνα με τους ιδίους αποτελούν το πλαίσιο υπεράσπισης τους. Ως μέρος της υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι θέτουν θέμα εγκυρότητας της σύμβασης δανείου επικαλούμενοι: (α) έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας της Εναγομένης 1 και (β) παράλειψη της υποχρέωσης των Εναγομένων να τους ενημερώσουν σχετικά με τα θέματα που εγείρονται στην §17 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2 κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 34 του Ν.39(Ι)/2001 και της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας της Εναγομένης 1 στο στάδιο σύναψη της σύμβασης δανείου, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου συγκεκριμένα στοιχεία που να εξηγεί πως και γιατί στις 09.11.07 που συνομολογήθηκε και υπογράφτηκε η σύμβαση δανείου η Εναγόμενη 1 υστερούσε σε δικαιοπρακτική ικανότητα. Η ανάγκη παροχής διευκρινίσεων στη βάση προσκόμισης στοιχείων και λεπτομερειών αναδύεται περισσότερο έχοντας υπόψη μου τα όσα έχω σχολιάσει προηγουμένως αναφορικά με το πότε φαίνεται από τα επισυνημμένα ιατρικά πιστοποιητικά να παρουσιάστηκε στην Εναγόμενη 1 πρόβλημα έκπτωσης στη νοητική της λειτουργία. Ακόμη τέτοια πληροφόρηση έπρεπε να καλύψει σε ποιο βαθμό και έκταση υπήρχε το πρόβλημα και τι ακριβώς προκαλούσε στην Εναγόμενη 1, σε συνάρτηση με τον ενεργό ρόλο που ο Εναγόμενος 2 περιγράφει να είχε η σύζυγος του περιλαμβάνοντας την ανάληψη θετικών ενεργειών από μέρους της, συμμετοχή της στη λήψη αποφάσεων, στη διεξαγωγή συζητήσεων και διαπραγματεύσεων με τραπεζικούς λειτουργούς. Ότι τελικά παρέχεται από τον Εναγόμενο 2 είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός που έγινε στη βάση μιας μονολεκτικής τοποθέτησης που δεν συνοδεύεται από λεπτομέρειες δημιουργώντας έτσι μόνο εντυπώσεις γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα. Ένας άλλος ισχυρισμός των Εναγομένων που παρουσιάζεται ως μέρος της υπεράσπισης του αφορά την θέση τους για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών. Πρόκειται για ένα γενικό, αόριστο και ασαφή ισχυρισμό. Παρόλο ότι επισυνάπτονται τα συμφωνητικά έγγραφα, εντούτοις δεν υποδεικνύονται συγκεκριμένα ποιοι όροι σε ποια ή ποιες συμβάσεις θεωρούνται από τους Εναγομένους καταχρηστικοί και για ποιο λόγο εκλαμβάνονται ως τέτοιοι. Επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των επιδίκων συμφωνιών και κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να διαπραγματευτούν τα έγγραφα και χρόνο να τα μελετήσουν προτού τα υπογράψουν. Η συγκεκριμένη θέση των Εναγομένων τέθηκε με νεφελώδες και καθόλου πειστικό τρόπο και χωρίς την αναγκαία επεξήγηση, συνθέτοντας έτσι ένα ομιχλώδες ισχυρισμό αφηρημένης παραπομπής. Δεν υπάρχει τίποτε το απτό και συγκεκριμένο και δεν παρατίθενται θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων για παράβαση προνοιών του άρθρου 34 του Ν.39(Ι)/2001 και της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ, ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του απαριθμεί κατάλογο ζητημάτων που δεν τους έχουν εξηγηθεί κατά τη σύναψη του δανείου (§17 Ε/Δ σημεία (α)-(κ)). Παράλληλα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτεται η σύμβαση δανείου και όλα τα άλλα συναφή έγγραφα καθώς επίσης γίνεται παραπομπή στις νομοθεσίες επί των οποίων προβάλλεται ο ισχυρισμός για υπεράσπιση. Εδώ φαίνεται να υπάρχουν τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθιστούν το προβαλλόμενο σημείο υπεράσπισης καλόπιστα συζητήσιμο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (πιο πάνω). Μία άλλη θέση που προβάλλεται ως μέρος υπεράσπισης των Εναγομένων είναι ο ισχυρισμός για διενέργεια από μέρους των Εναγόντων παράνομων χρεώσεων, καταχρηστικών χρεώσεων και υπερχρεώσεων στον επίμαχο λογαριασμό δανείου. Οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν σε εμπειρογνώμονα, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 10). Μέσα από το περιεχόμενο της σημειώνεται ότι από το τέλος του έτους 2008 και έπειτα που το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας άρχισε να μειώνεται, το περιθώριο κέρδους της κυπριακής τράπεζας στη συμφωνία δανείου άρχισε να αυξάνεται παράνομα και καταχρηστικά. Αυτό, σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα, οδηγούσε σε αύξηση του επιτοκίου και αυτό με τη σειρά του με την επιβολή χρεώσεων που δεν έπρεπε. Καταλήγοντας ο εν λόγω εμπειρογνώμονας συμπεραίνει ότι η κυπριακή τράπεζα δεν έχει τηρήσει τα επιτόκια που επέβαλλε το αρμόδιο σώμα που ήταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αλλά χρησιμοποιούσε ρήτρες που είχαν κριθεί καταχρηστικές και επέβαλλε επιτόκια κατά πολύ υψηλότερα από αυτά που έπρεπε. Ασχολούμενος με τις κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις, καταχρηστικές χρεώσεις και υπερχρεώσεις, υπολόγισε ότι το ύψος τους μέχρι τις 31.12.20 ανερχόταν σε €90.440,70 και ότι το ποσό που θεωρούσε νόμιμα οφειλόμενο ήταν σε €213.762,
- Σχετικός πίνακας υπολογισμού επισυνάπτεται στην έκθεση του εμπειρογνώμονα. Αντίθετα η κυπριακή τράπεζα, βάση κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 8) και χρησιμοποιώντας το ύψος του επιδικασμένου επιτοκίου (14%) υπολογίζει το οφειλόμενο ποσό μέχρι 18.11.20 σε €617.878,74 ενώ βάση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που ετοίμασε χρησιμοποιώντας επιτόκιο ύψους 6,35% (Τεκμήριο 9) υπολογίζει το οφειλόμενο ποσό μέχρι 18.11.20 σε €304.203.,
- Επί του προκειμένω σημείου υπεράσπισης παρατηρώ ότι υπάρχουν στοιχεία που το καθιστούν καλόπιστα συζητήσιμο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που εκ πρώτης όψεως καταδεικνύουν μία λογικοφανή υπεράσπιση, στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί. Θα εξετάσω τώρα εάν η διαγωγή των Εναγομένων είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, εκδόθηκε δικαστική απόφαση ερήμην των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι προέβαλαν θέση που εξετάστηκε. Έχω ήδη αναφερθεί στη θέση τους αυτή. Για τους λόγους που έχουν σημειωθεί προηγουμένως έχει απορριφθεί. Διαπιστώθηκε ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους ήταν νόμιμη και κανονική και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.
- Παρόλα αυτά οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Οι Εναγόμενοι άφησαν την υπόθεση αυτή να προχωρήσει σε έκδοση δικαστικής απόφασης επιλέγοντας να μην συμμετέχουν σ' αυτήν και χωρίς να επεξηγούν το λόγο. Μετά από πάροδο 8,5 ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να καταχωρίσουν την παρούσα αίτηση με την οποίαν επιδιώκεται ο παραμερισμός της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι περί τις αρχές του έτους 2019 πληροφορήθηκαν από τραπεζικούς λειτουργούς για την ύπαρξη δικαστικής απόφασης εναντίον τους σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους ο εν λόγω ισχυρισμός τους δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής αλλά ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ' αρχήν οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι είχε καταχωριστεί αγωγή εναντίον τους όταν τους είχαν επιδοθεί τα κλητήρια εντάλματα κάτω από τις συνθήκες που έχω αναφέρει. Εφόσον οι ίδιοι επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη διαδικασία, ήταν αναμενόμενο ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν χωρίς αυτούς. Αυτό εξάλλου αναφέρεται στο σώμα του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή περιέχεται σημείωση στην οποίαν επισημαίνεται η δυνατότητα έκδοσης ερήμην δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου υπάρχει παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Επομένως ήταν εις γνώση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες θα προωθούσαν την διαδικασία στην απουσία τους. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι στα πλαίσια συχνής επικοινωνίας που είχαν με τραπεζικούς λειτουργούς την περίοδο 19.11.12 μέχρι αρχές του έτους 2019 δεν τους αναφέρθηκε η ύπαρξη δικαστικής απόφασης. Πρόκειται για μία τοποθέτηση που δεν συνάδει με τη λογική. Η απόκρυψη ενός τέτοιου γεγονότος δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της τράπεζας που ήταν η είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Αντίθετα οι τραπεζικοί λειτουργοί είχαν κάθε λόγο αλλά και κίνητρο να αναφέρουν από την πρώτη στιγμή στους Εναγομένους την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους ώστε στις μεταξύ τους επικοινωνία να συζητούσαν από θέση ισχύος προκειμένου να απαιτήσουν αυτά που θεωρούσαν ότι δικαιούνταν. Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω ισχυρισμός των Εναγομένων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Κ. διαπιστώνεται ότι τον Μάιο 2015 σε δύο περιπτώσεις ξεχωριστά δύο διαφορετικοί δικηγόροι, κατόπιν εντολών που έλαβαν από τους Εναγομένους και ειδικά από τον Εναγόμενο 2 αντίστοιχα, προέβηκαν σε γενική έρευνα και επιθεώρηση του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης. Σχετικά έντυπα ημερομηνίας 19.05.15 και 25.06.15 που αποδεικνύουν τις ενέργειες αυτές αναφέροντας το είδος της ενέργειας, το πότε αυτή ζητήθηκε και κατονομάζοντας τους εμπλεκόμενους δικηγόρους, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης των Εναγόντων. Η αναφορά του πιο πάνω γεγονότος επαληθεύτηκε όταν ανάτρεξα το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Αυτό σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν για την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους από τον Μάιο 2015 και όχι από τις αρχές του έτους 2019 που αυτοί ισχυρίστηκαν. Ουδεμία δικαιολογία παρέχεται από τους Εναγομένους για το χρόνο που διέρρευσε. Ακόμη όμως και να γίνει δεκτό, για χάριν συζήτησης, ότι οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν την ύπαρξη δικαστικής απόφασης εναντίον τους τις αρχές του έτους 2019 δεν παρέχουν ικανοποιητική εξήγηση γιατί αποτάθηκαν σε δικηγόρο σχεδόν μετά από δύο χρόνια (περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2020) και γιατί τελικά η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε τον Ιούνιο 2021, ήτοι έπειτα από 2,5 χρόνια. Ο λόγος που προβάλλουν για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που παρατηρείται δεν είναι καθόλου πειστικός. Οι ανεπίσημες προσπάθειες που γίνονταν εκτός Δικαστηρίου με το ρυθμό και τη συχνότητα που τα μέρη επέλεγαν δεν αποτελούν ικανοποιητική εξήγηση μπροστά στην ανάγκη ταχείας προώθησης ένδικων μέτρων εντός του Δικαστηρίου. Αυτό που παραμένει και διερωτώμαι αν είναι ή όχι σύμπτωση είναι ότι οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να αποταθούν σε δικηγόρο με σκοπό τη διαφοροποίηση της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί με την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους όταν οι τραπεζικοί λειτουργοί τους είχαν ενημερώσει ότι θα πωλούσαν το υποθηκευμένο ακίνητο με πλειστηριασμό. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι επέδειξαν ενδιαφέρον και αποφάσισαν να κινηθούν νομικά σχετικά με τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης όταν θεώρησαν ότι τους βόλευε. Η αδικαιολόγητη εμφάνιση των Εναγομένων στο Δικαστήριο και γενικά η συμπεριφορά που επέδειξαν προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών αλλά και έλλειψης σεβασμού στα δικαιώματα των Εναγόντων. Η διαγωγή τους είναι όντως ασυγχώρητα αδικαιολόγητη και παρά την αποκάλυψη καλόπιστα συζητήσιμης υπεράσπισης δεν θα ήταν ορθό να τους επιτραπεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης τους. Τυχόν έγκριση του αιτουμένου διατάγματος, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, θα διαβιβάσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι η πορεία της δικαστικής διαδικασίας είναι δέσμια της κρίσης των Εναγομένων ως προς το χρόνο που επιλέγουν για να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και ότι όποτε το θελήσουν μπορούν να εγκλωβίσουν δικαιώματα των Εναγόντων. Ισοζυγίζοντας με μεγάλη προσοχή και προβληματισμό τους δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο γνωρίζει ότι το δικαίωμα των Εναγομένων να ακουστούν είναι κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν διαφεύγει της προσοχής του δικαστηρίου ότι και το δικαίωμα των Εναγόντων να έχουν εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρο 30.
- Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ψαράς v. Γιάγκου (πιο πάνω), το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))." Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 & 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο