← Κύπρος

Γ. Χ. ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 2884/2014, 28/6/2022

Γ. Χ. ν. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 2884/2014, 28/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 2884/2014 Μεταξύ: Γ. Χ. από την Πάφο Ενάγοντα και

  1. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD
  2. Ε. Λ. Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 26/05/2022 Ημερομηνία: 28/06/
  3. Εμφανίσεις: Για τoυς Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους για κ.κ. CHRYSES DEMETRIADES & CO LLC. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης για EΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε και κα. Γεωργία Μέη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δόθηκε Αυθημερόν) Ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο επεσυνέβην κατά τις 12/12/2013 ένεκα της κατ' ισχυρισμό υπαιτιότητας της εναγόμενης αρ.
  4. Η εναγόμενη αρ. 1 είναι η κατ' ισχυρισμό ασφαλιστική εταιρεία η οποία δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου κάλυπτε την εναγόμενη αρ. 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, την οποία καταχώρησαν την 01ην/03/2016 αρνούνται ότι η εναγόμενη αρ. 2 φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και ισχυρίζονται ότι αυτό επεσυνέβη ένεκα της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσα αμέλειας του ενάγοντα, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτουν στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, υπό στοιχεία α) - ε) συμπεριλαμβανομένων. Αρνούνται επίσης τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Με την παρούσα αίτηση, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - Αιτητές, αιτούνται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης με το οποίο να επιτρέπεται η προσθήκη της εξής υποπαραγράφου (στ) στην παράγραφο 5, κάτω από τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα: «(στ) παρέλειψε να φέρει προστατευτικό κράνος και/ή να το προσδέσει επαρκώς στο κεφάλι του με αποτέλεσμα να συμβάλει στην πρόκληση των τραυμάτων του και/ή να προκαλέσει τον τραυματισμό του.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Στυλιάνας Ματθαίου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων αρ. 1 και
  5. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι στην έκθεση της αστυνομίας αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος γίνεται αναφορά στα γεγονότα και συγκεκριμένα ότι ενώ εντοπίστηκε κράνος στην σκηνή εντούτοις είναι άγνωστο αν ο ενάγων το φορούσε την στιγμή του δυστυχήματος. Αυτή ήταν η θέση και της εναγόμενης αρ. 2, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν έφερε προστατευτικό κράνος. H ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι η παράλειψη του ενάγοντα να φέρει προστατευτικό κράνος, συνέβαλε σε τεράστιο βαθμό στην πρόκληση των τραυμάτων του, αφού το κυριότερο κτύπημα αφορά το κεφάλι. Η θέση αυτή δεν περιλήφθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης από καλόπιστο λάθος. Διέλαθε της προσοχής τόσο των εναγόμενων όσο και των δικηγόρων τους με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα αναγκαία η τροποποίηση της υπεράσπισης. Η καθυστέρηση που προέκυψε σε καμία περίπτωση δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα του ενάγοντα, αφού ακόμα η ακρόαση να αρχίσει και μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, ο ενάγοντας έχει ήδη προκαλέσει καθυστέρηση στην έναρξη της ακρόασης, αφού υπέβαλε στο Δικαστήριο μέσω του εκάστοτε δικηγόρου του αριθμό αιτημάτων αναβολής για διάφορους λόγους ενώ στη συνέχεια και πολύ πρόσφατα, αιτήθηκε τροποποίησης, κάτι που ενέκρινε το Δικαστήριο. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας 7 συνολικά λόγους γιατί η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ακολούθως: «
  6. H αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη.
  7. Η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα εισάξει νέα ζητήματα, θα προκαλέσει περιπλοκή, αναζήτηση νέας μαρτυρίας και περαιτέρω καθυστέρηση.
  8. Η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει ζημιά στην πλευρά του ενάγοντα που δεν αποζημιώνεται με την επιδίκαση εξόδων.
  9. Το αίτημα υποβάλλεται υπερβολικά καθυστερημένα ώστε η έγκριση του αναπόφευκτα να προκαλεί ζημιά στην πλευρά του ενάγοντα, περιπλοκή και περαιτέρω καθυστέρηση.
  10. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και υπάρχει αντιφατικότητα μεταξύ αιτήματος και περιεχομένου ένορκης δήλωσης.
  11. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι από μόνη της αντιφατική και προκαλεί σύγχυση και περιπλοκή.
  12. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Έλλης Κορακίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα. Σε αυτήν η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι είναι πασιφανές ότι οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν νέους ισχυρισμούς στην υπεράσπιση τους με υπερβολική καθυστέρηση κάτι το οποίο προκαλεί τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά του ενάγοντα διότι αν οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί προβάλλονταν από την αρχή θα αντιμετωπίζονταν κατάλληλα ενώ τώρα είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν. Όπως επεξηγεί, η πλευρά του ενάγοντα θα φρόντιζε να εξασφαλίσει μαρτυρία για το εξωτερικό τραύμα του ενάγοντα που θα αποκάλυπτε κατά πόσο ήταν το γυμνό κεφάλι του που ήρθε σε επαφή με την άσφαλτο ή κατά πόσο ήταν το κεφάλι του φέροντας το κράνος που κτύπησε στην άσφαλτο. Τέτοια μαρτυρία πλέον είναι αδύνατον αν εξευρεθεί λόγω της παρόδου σχεδόν 9 χρόνων από το δυστύχημα. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι περιστάσεις δεν καταδεικνύουν ότι πρόκειται για σφάλμα ή παράλειψη. Απλά καταδεικνύεται ότι η πλευρά των εναγόμενων αφού εντόπισαν ότι στην αστυνομική έκθεση περιλαμβάνεται η αναφορά ότι «αν και εντοπίστηκε κράνος, είναι άγνωστο κατά πόσο ο ενάγων το φορούσε», αποφάσισαν να κτίσουν ένα νέο ισχυρισμό. Και ενώ από την ένορκη δήλωση υποστηρίζεται ότι ο ενάγων δεν φορούσε κράνος, στην αιτούμενη τροποποίηση γίνεται αναφορά και στην εναλλακτική θέση το κράνος να μην είχε προσδεθεί επαρκώς στο κεφάλι του ενάγοντα. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καλόπιστο λάθος όταν επιδιώκεται να εισαχθούν αντιφατικοί ισχυρισμοί που οδηγούν μόνο σε περιπλοκή. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση περιλαμβάνει και ένα άλλο σημαντικό ισχυρισμό. Ότι ο ενάγων, επειδή δήθεν δεν φορούσε κράνος ή ότι δεν το είχε προσδέσει επαρκώς, συνέβαλε στα τραύματα του. Δηλαδή, εγείρεται πλέον ζήτημα που απαιτεί μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, εάν θεωρηθεί ότι ο τραυματισμός στο κεφάλι είχε γίνει χωρίς κράνος κατά πόσο θα ήταν λιγότερο σοβαρός ή διαφορετικός εάν το κεφάλι έφερε κράνος. Μια τέτοια εξέλιξη περιπλέκει την υπόθεση και δημιουργεί την ανάγκη για συλλογή περαιτέρω μαρτυρίας που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να συλλεγεί. Είναι φανερό, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ότι η έγκριση της αίτησης των εναγόμενων θα προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα η οποία δεν αποζημιώνεται με καταδίκη στα έξοδα. Η έγκριση της αίτησης θα προσθέσει ένα ασήκωτο φορτίο στην πλευρά του ενάγοντα για αναζήτηση μαρτυρίας που είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να συλλεγεί 9 χρόνια μετά το ατύχημα. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων απέστειλαν ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ. 1, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όλο ζήτημα αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΚAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, Ημερ. 4 Μαρτίου 2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από τη νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Εκείνο το οποίο στην ουσία επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να καταστεί επίδικο θέμα η συμβολή της παράλειψης του ενάγοντα και/ή η μη πρόσδεση του κράνους στο κεφάλι επαρκώς στην πρόκληση των τραυμάτων του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι φορούσε το κράνος του, ισχυρισμό τον οποία η πλευρά των εναγόμενων αρνείται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους. Προκύπτει δηλαδή ότι το ζήτημα κατά πόσο ο ενάγοντας φορούσε ή όχι το κράνος του, αποτελεί ήδη επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Οι εναγόμενοι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρούν στην ουσία να διασαφηνίσουν και/ή να επεκτείνουν την άρνηση τους για το ζήτημα του κράνους και να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι ένεκα της παράλειψης του ενάγοντα να φέρει το κράνος του ή να το έχει επαρκώς προσδεμένο στο κεφάλι τούτο είχε ως αποτέλεσμα να συμβάλει στον τραυματισμό του, κάτι το οποίο αναγνωρίζεται ότι, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των γενικών αποζημιώσεων που ενδεχομένως να δικαιούται. Για να διασαφηνιστεί ή έστω να επεκταθεί η άρνηση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας έφερε το κράνος του και να προβληθεί η θέση ότι τούτο συνέβαλε στον τραυματισμό του, απαιτείται οι ισχυρισμοί αυτοί να δικογραφηθούν έτσι ώστε ο ενάγοντας να γνωρίζει (ξεκάθαρα) τη θέση της Υπεράσπισης και να προσκομιστεί η αναγκαία μαρτυρία για να κριθεί το ζήτημα τούτο και κατά πόσο στο τέλος της ημέρας συνέβαλε ή όχι στους επίδικους τραυματισμός και σε ποιο βαθμό. Πέραν των πιο πάνω, η αιτούμενη τροποποίηση ούτε προκύπτει να είναι αντιφατική και ούτε προκύπτει με αυτή να προκαλείται οποιαδήποτε περιπλοκή, ως ισχυρίζεται η πλευρά του ενάγοντα. Όπως έχει αναφερθεί, οι εναγόμενοι ήδη αρνούνται ότι ο ενάγοντας έφερε το κράνος του. Αυτό επιζητούν να περιλάβουν ρητά στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας του και/ή ότι δεν το είχε επαρκώς προσδεμένο στο κεφάλι του με αποτέλεσμα την πρόκληση ή τη συμβολή στην πρόκληση των τραυμάτων του. Η διαζευκτική αυτή εκδοχή, που φαίνεται να στηρίζεται στην αστυνομική έκθεση στην οποία γίνεται αναφορά για την παρουσία του κράνους στη σκηνή, κρίνω ότι δεν είναι αντιφατική και δεν μπορεί να προκαλεί περιπλοκή. Η ουσία των εν λόγω ισχυρισμών είναι ότι, είτε ο ενάγοντας δεν φορούσε το κράνος του είτε ότι δεν το είχε προσδέσει επαρκώς, με αποτέλεσμα να συμβάλει στην πρόκληση των τραυμάτων του. Αυτή τη θέση επιχειρεί να δικογραφήσει η πλευρά των εναγόμενων και δεν διακρίνω οποιαδήποτε αντίφαση ή ειδικότερα το ενδεχόμενο να προκληθεί οποιαδήποτε περιπλοκή. Σε κάθε περίπτωση η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών είναι ζήτημα το οποίο θα κριθεί κατά τη δίκη. Πέραν των πιο πάνω, είναι νομολογημένο ότι ακόμη και στην περίπτωση εισαγωγής νέων ισχυρισμών ή βάσης υπεράσπισης, τούτο δεν απαγορεύει την έγκριση αίτησης τροποποποίησης. Στην Αντώνης Ανδρέου v. Αdboard Media Ltd κ.α. Αγ. Αρ. 4/11, Ημερ. 16/09/2014 η οποία αφορούσε αίτηση τροποποίησης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης και λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η εισαγωγή νέου ζητήματος, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου πάντοτε, ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά.» Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην πιο πάνω απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση της εισαγωγής νέου ζητήματος ή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχος παράγοντας κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, συνιστά το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η πλευρά του ενάγοντα συσχετίζει την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία κατά τη θέση του εισάγει νέα βάση υπεράσπισης, με το γεγονός ότι στο χρόνο που υποβάλλεται το αίτημα, θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εξασφαλίσει μαρτυρία να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των εναγόμενων για συμβολή στον τραυματισμό του ενάγοντα ένεκα του γεγονότος ότι αυτός δεν έφερε το κράνος του. Η θέση αυτή προκύπτει να μην τεκμηριώνεται με την ένσταση και η ενόρκως δηλούσα αρκείται μόνο στην πιο πάνω αναφορά. Δεν επεξηγείται γιατί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο στάδιο αυτό να προσκομιστεί μαρτυρία ή να αντικρουστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός περί συμβολής στον τραυματισμό του ενάγοντα της μη ύπαρξης ή ορθής χρήσης του κράνους. Είναι γεγονός ότι το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στις 12/12/2013 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/12/2014 με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου όμως ότι η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 16/02/2016 και η Έκθεση Υπεράσπισης την 01ην/03/
  2. Κατά συνέπεια ο χρόνος που θα μπορούσε να λάβει γνώση ο ενάγοντας για την θέση αυτή που επιχειρείται να εισαχθεί με την τροποποίηση ήταν ο χρόνος καταχώρησης της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης του, δηλαδή την 01ην/03/2016, δυόμιση σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα. Δεν επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση ότι αν κατ' εκείνο το χρόνο περιλαμβανόταν ο επιχειρούμενος να εισαχθεί ισχυρισμός θα ήταν εφικτό να εξασφαλιστεί μαρτυρία για το ζήτημα αυτό από τον ενάγοντα ενώ σήμερα δεν είναι. Ούτε παρουσιάζεται οποιοδήποτε υποστηρικτικό στοιχείο για τη θέση αυτή που προβάλλεται με την ένσταση. Κατά συνέπεια η θέση που στηρίζεται στην αδυναμία εξεύρεσης μαρτυρίας για το ζήτημα αυτό σε περίπτωση που επιτραπεί να επίδικη τροποποίηση, δεν τεκμηριώνεται και γενικά δεν τεκμηριώνεται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα ένεκα του χρόνου που η αίτηση υποβάλλεται, του ισχυρισμού που επιζητείται να προστεθεί και σε συνάρτηση με τη δυνατότητα εξεύρεσης μαρτυρίας προς αντίκρουση του. Πέραν των πιο πάνω, σε περίπτωση που ίσχυε η πιο πάνω θέση κατ' ανάλογο τρόπο θα ίσχυε και για τους εναγόμενους, οι οποίοι επιχειρούν να εισάξουν στο δικόγραφο τους τέτοιους ισχυρισμούς και δεν έχει τεθεί από όλα τα ενώπιον μου στοιχεία ότι αυτοί ενέργησαν άμεσα και κατέχουν τέτοια μαρτυρία και η παρούσα αίτηση γίνεται στο στάδιο αυτό για να εξασφαλίσουν αθέμιτο πλεονέκτημα εις βάρος του ενάγοντα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κρίνω ότι στο ζήτημα το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση μπορεί να γίνει αναφορά από τους ιατρούς - εμπειρογνώμονες που έκαστη πλευρά θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει προς απόδειξη της φύσης και έκτασης των τραυμάτων του ενάγοντα. Όσον αφορά το χρόνο και το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας αίτησης, παρατηρούνται τα εξής: Είναι γεγονός ότι η παρούσα αγωγή είναι πολύ παλαιά και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν των 7 χρόνων. Η γενική οπισθογράφηση καταχωρήθηκε στις 19/12/2014 ενώ η Έκθεση Απαίτησης στις 16/02/2016 και η Έκθεση Υπεράσπισης την 01ην/03/
  3. Ορίστηκε επίσης κατ' επανάληψη για ακρόαση και είναι προφανές ότι όλα τα πιο πάνω τα οποία επιζητούν οι εναγόμενοι να εισάξουν στο δικόγραφο τους, θα μπορούσαν να τα διαπιστώσουν τόσο κατά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και μεταγενέστερα και να είχαν αποταθεί στο Δικαστήριο νωρίτερα. Οι εναγόμενοι επικαλούνται το καλόπιστο λάθος και/ή αβλεψία στην μη συμπερίληψη των αιτούμενων ισχυρισμών. Δεν προκύπτει όμως από τα ενώπιον μου γεγονότα ότι η αίτηση υποβάλλεται στο στάδιο αυτό κακόπιστα. Η καθυστέρηση από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει την τελευταία δικάσιμο στις 26/05/2022 δηλώθηκε από το συνήγορο των εναγόμενων ότι είχε διαπιστωθεί η παράλειψη αυτή και προτίθετο να προβεί στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Δεν παραγνωρίζω ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής είναι ορισμένη στις 19, 20 και 21/09/
  4. Ο προγραμματισμός αυτός όμως δεν ανατρέπεται με την τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι προσφάτως εγκρίθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα, αυξάνοντας κατά κάποιο τρόπο τις αξιώσεις του και προκαλώντας ο ίδιος περαιτέρω καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Η εν λόγω αίτηση του εγκρίθηκε στις 23/03/
  5. Εκείνο το οποίο προέχει, σύμφωνα με την νομολογία είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ουδόλως παραγνωρίζω το χρόνο που παρήλθε και την καθυστέρηση στον εντοπισμό της παράλειψης αυτής και στην προώθηση της παρούσας αίτησης και ότι αυτός από μόνος του μπορεί υπό κατάλληλες περιστάσεις να αποβεί μοιραίος σε μια αίτηση τροποποίησης (βλ. IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, Ημερ. 20/03/2014). Παρόλα αυτά κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εφόσον η θέση του ενάγοντα ότι φορούσε το κράνος του κατά την ώρα του επίδικου δυστυχήματος αμφισβητείται ήδη με την Έκθεση Υπεράσπισης και είναι ήδη επίδικο ζήτημα, είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να εγερθεί θετικός πλέον ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης περί του ζητήματος τούτου και συγκεκριμένα στις λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό αμέλειας του ενάγοντα και να διασυνδεθεί με τη συμβολή του στην πρόκληση των τραυμάτων του ενάγοντα έτσι ώστε να δύναται η πλευρά των εναγόμενων να προσκομίσει μαρτυρία και να προωθήσει την εν λόγω θέση. Κατ' αυτό τον τρόπο θα δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους θα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλους του ισχυρισμούς και θέσεις που επιθυμούν και να επιλυθούν κατά ολοκληρωμένο και δίκαιο τρόπο όλες οι διαφορές των διαδίκων. Η ακρόαση επίσης της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και δεν τίθεται ζήτημα εκτροχιασμού της διαδικασίας, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, δεν αναφύεται ότι οι εναγόμενοι με την έγκριση του αιτήματος θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ως επίσης έχει εξηγηθεί ανωτέρω χωρίς επαναλαμβάνω να παραγνωρίζω το παλαιό της υπόθεσης, την ανάγκη που υπάρχει τα δικόγραφα να συντάσσονται με τον ορθό τρόπο από την αρχή και να περιλαμβάνουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα καθώς επίσης την ανάγκη για άμεση εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν επιτύχουν και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η αίτηση μπορεί να εγκριθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους του ενάγοντα. Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 5 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης. Το διάταγμα να ζητηθεί άμεσα και χωρίς καθυστέρηση και να ετοιμαστεί κατά προτεραιότητα έτσι ώστε να ολοκληρωθούν οι τροποποιήσεις έγκαιρα και να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης κατά τις ημερομηνίες που είναι ορισμένη και/ή το συντομότερων δυνατό. Τα έξοδα της αίτησης αλλά και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. ΠιστόνΑντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.