← Κύπρος

Αίτηση εκ μέρους της ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Αναφορικά με τον Β. Γ., Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 74/2021, 4/1/2022

Αίτηση εκ μέρους της ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Αναφορικά με τον Β. Γ., Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 74/2021, 4/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: ΠΣΑ 74/2021 Αναφορικά με τον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Aπαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 και Αναφορικά με τον Β. Γ., Α.Δ.Τ. [ ], από [ ] 30, [ ], [ ], [ ], Πάφος, χρεώστης. Αίτηση εκ μέρους της ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αιτήτριας. ------------------------------------------------------------------------------ Ημερ.:04/01/

  1. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Πιστωτές: κ. Ε. Κορακίδης για κ.κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση - Οφειλέτη: κ. Χ. Σιαηλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια Τράπεζα στην παρούσα, Alpha Bank Cyprus Ltd, αιτείται τον παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 15/10/
  2. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015, άρθρα 23-77 και στον Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  3. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Μ. Μ., υπαλλήλου των Αιτητών. Σε αυτή αναφέρεται ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της έκδοσης του επίδικου Προστατευτικού Διατάγματος σε σχέση με τον χρεώστη Β. Γ. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι ο εν λόγω χρεώστης δεν είναι αφερέγγυο πρόσωπο και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος. Τούτη η θέση του εδράζεται επί των γεγονότων που ο ίδιος ο χρεώστης αποκάλυψε και σύμφωνα με την Κατάσταση (ΚΠΟΣ). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ο χρεώστης έχει καθαρό διαθέσιμο εισόδημα που ανέρχεται περίπου στο ποσό των €827 και ενώ αυτός πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου του, καθυστερεί την τελευταία πληρωτέα δόση, προφανώς διότι έχει ξεκινήσει διαδικασία για ΠΣΑ και όχι λόγω αδυναμίας. Αναφέρεται επίσης ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου του χρεώστη ανέρχεται στο ποσό των CHF 162.000,00, ισάξιο με περίπου €151,000 και για το οποίο πρέπει να καταβάλλεται μηνιαία δόση ύψους €925,
  4. Υπάρχει ως εξασφάλιση συμφωνία εκχώρησης πωλητηρίου της κατοικίας για την οποία έγινε το δάνειο, αξίας €183.975 και επίσης ο χρεώστης κατέχει και άλλη ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας €63,
  5. Περαιτέρω, ο χρεώστης διαθέτει καταθέσεις ύψους €4.764,
  6. Αποτελεί περαιτέρω θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οποιαδήποτε δυσκολία στην καταβολή των δόσεων του δανείου του χρεώστη μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά και όχι με την έκδοση προστατευτικού διατάγματος ή προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Η διατήρηση του προστατευτικού διατάγματος απλά περιπλέκει ανεπανόρθωτα τις υποχρεώσεις και δικαιώματα όπως καθορίζονται στο στεγαστικό δάνειο του χρεώστη και στη συμφωνία εκχώρησης πωλητηρίου εγγράφου και εμποδίζει την ALPHA BANK CYPRUS LTD από την διεκδίκηση των δικαιωμάτων της και ουσιαστικά επιτρέπει στον χρεώστη να μην συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του που ζημιώνει την ALPHA BANK CYPRUS LTD και μπορεί τελικά να ζημιώσει τον ίδιο τον χρεώστη αντί να τον ωφελήσει. Κανένας άλλος καθορισμένος πιστωτής δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού του προστατευτικού διατάγματος. Ο χρεώστης καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση προβάλλοντας 8 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ακολούθως: «
  7. Ο αιτητής πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας χρεώστη για προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής.
  8. Ο αιτητής είναι αφερέγγυος.
  9. Δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για παραμερισμό του προστατευτικού διατάγματος.
  11. Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή δεν είναι ορθή.
  12. Η αίτηση δεν απαριθμεί και/ή δεν προσδιορίζει συγκεκριμένους λόγους για παραμερισμό του προστατευτικού διατάγματος ως ορίζει ο νόμος και οι κανονισμοί.
  13. Οι αιτητές στηρίζουν την αίτηση τους σε λανθασμένη νομική βάση.
  14. Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του χρεώστη ο οποίος αναφέρεται στη διαδικασία την οποία ξεκίνησε μέσω του συμβούλου αφερεγγυότητας κ. Έ. Μ. τον Ιούνιο 2021 με σκοπό την έκδοση προστατευτικού διατάγματος και προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 την επιστολή του πιο πάνω Συμβούλου του και αίτηση του προς την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας ότι πληρεί τα κριτήρια επιλεξιμότητας καθώς επίσης και την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (ΚΠΟΣ) ως τεκμήριο
  15. Πέραν των πιο πάνω, επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 το επίδικο διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερής αίτησης ημερομηνίας 08/10/2021 του Επίσημου Παραλήπτη, αφού τόσο αυτός όσο και το Δικαστήριο ικανοποιήθηκαν ότι πληρούνται τα κριτήρια του Νόμου. Αποτελεί θέση του χρεώστη ότι είναι αφερέγγυος αφού το διαθέσιμο του εισόδημα δεν είναι ικανό για να πληρώσει τη δόση του και δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος του. Αναφέρεται επίσης στην υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του την οποία επεξηγεί και ισχυρίζεται ότι από ότι τον ενημερώνει ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας του η ύπαρξη της δεν επηρεάζει το γεγονός ότι είναι αφερέγγυος. Πέραν των πιο πάνω, ο χρεώστης αναφέρει ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν ότι μετά από έγκριση τους εντάχθηκε σε σχέδιο αναστολής πληρωμής δόσεων για περίοδο 9 μηνών από τον Απρίλιο του 2020 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020, λόγω του κορονοϊού και προς απόδειξη τούτου επισυνάπτει τα τεκμήρια 4, 5 και
  16. Το ποσό της δόσης του ανέρχεται στα €925 περίπου ενώ το διαθέσιμο του εισόδημα είναι €827, δηλαδή €100 λιγότερα και κατά συνέπεια είναι αφερέγγυος και η δυσκολία που αντιμετωπίζει μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την έκδοση προστατευτικού διατάγματος και προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων καταθέσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή των εν λόγω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να προβώ σε λεπτομερή αναφορά στο περιεχόμενο τους. Αναφορά σε θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, κρίνει ορθό να προβώ σε αναφορά στο σκοπό και στις πρόνοιες του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωµής και ∆ιάταγµα Απαλλαγής Οφειλών) Νόµος του 2015, Nόμος 65(Ι)/2015, όπως τροποποιήθηκε. Όπως προκύπτει από το προοίμιο του πιο πάνω Νόμου, η θέσπιση του κατέστη αναγκαία λόγω της οικονομική κρίσης που έπληξε την Κύπρο το 2012 και εντάσσεται στα πλαίσια των διαφόρων μέτρων που λήφθηκαν για να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηµατοοικονοµικού συστήµατος και να εξασφαλιστεί η προστασία του δηµοσίου συµφέροντος. Παράλληλα, εκτός από την προστασία του χρηµατοπιστωτικού τοµέα, πρέπει να αποτραπεί ταυτόχρονα και η µετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης του στην ευρύτερη οικονοµία και κοινωνία και πρέπει να προφυλαχθούν τα δικαιώµατα του κοινωνικού συνόλου στη ∆ηµοκρατία. Εν όψει των πιο πάνω και των όσων υπολοίπων αναφέρονται στο προοίμιο του εν λόγω Νόμου, έπρεπε να θεσπιστεί ειδική διαδικασία και πρόνοιες με τις οποίες να υποβοηθούν αφερέγγυοι χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και τις έκτακτες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση από τη μια και από την άλλη να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των πιστωτών επί των οφειλόμενων από αφερέγγυους χρεώστες με λογικό και οργανωμένο τρόπο και με γνώμονα ότι δεν θα βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Πέρι Πτώχευσης Νόμου. Σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται με βάση τον εν λόγω Νόμο αναφορικά με την έκδοση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Κεφαλαίου 2 του Νόμου. Η έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος είναι η πρώτη επίσημη εμπλοκή του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή. Σύμφωνα με το Άρθρο 39

(2): «Το δικαστήριο παραλαµβάνει τη µονοµερή αίτηση της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας ή του χρεώστη για έκδοση προστατευτικού διατάγµατος, εξετάζει την αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(3)ενεργεί ως ακολούθως: (α) Εάν ικανοποιηθεί ότι τα κριτήρια επιλεξιµότητας που καθορίζονται στο άρθρο 35 πληρούνται και ότι οι άλλες προϋποθέσεις που σχετίζονται µε την αίτηση για έκδοση προστατευτικού πιστοποιητικού πληρούνται, εκδίδει προστατευτικό διάταγµα· (β) εάν δεν ικανοποιηθεί ότι πληρούνται τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (α), δεν εκδίδει η προστατευτικό διάταγµα.
(3)Όταν το δικαστήριο κρίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην απόφασή του δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(2), δύναται να ορίζει την αίτηση αυτή για ακρόαση και ειδοποιεί την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, το χρεώστη και το σύµβουλο αφερεγγυότητας.
(5)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων
(6),
(7)και (7Α) του παρόντος άρθρου, των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 59 και των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 72, το προστατευτικό διάταγµα ισχύει για περίοδο ενενήντα πέντε
(95)ηµερών από την ηµέρα έκδοσής του.
(6)Όταν εκδίδεται προστατευτικό διάταγµα δυνάµει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2), το δικαστήριο δύναται µετά από αίτηση του συµβούλου αφερεγγυότητας, να παρατείνει την περίοδο του προστατευτικού διατάγµατος για επιπρόσθετο χρόνο που δεν θα ξεπερνά τις σαράντα
(40)µέρες, όταν- (α) Ο χρεώστης και ο σύµβουλος αφερεγγυότητας, ικανοποιούν το δικαστήριο ότι ενήργησαν καλή τη πίστει και εντός εύλογου χρόνου· και (β) το δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει προοπτική, η πρόταση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής να εγκριθεί από τους πιστωτές και το σχέδιο να ολοκληρωθεί µε επιτυχία από το χρεώστη.
(7)Όταν προστατευτικό διάταγµα έχει εκδοθεί δυνάµει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2). ή παρατείνεται δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(6), το δικαστήριο δύναται µετά από αίτηση του συµβούλου αφερεγγυότητας να παρατείνει την περίοδο ισχύος του προστατευτικού διατάγµατος για περαιτέρω περίοδο που να µην ξεπερνά τις σαράντα
(40)µέρες, όταν - (α) Ο σύµβουλος αφερεγγυότητας έχει διοριστεί σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 25 µέχρι 27, ανάλογα µε την περίπτωση· και (β) το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η παράταση είναι αναγκαία για να µπορέσει ο σύµβουλος αφερεγγυότητας να εκτελέσει τα καθήκοντα του δυνάµει του παρόντος Κεφαλαίου.» Στο Άρθρο 35 του Νόμου περιλαμβάνονται τα κριτήρια επιλεξιμότητας τα οποία πρέπει να πληρούνται για την έκδοση Προστατευτικού Πιστοποιητικού. Το εν λόγω Άρθρο έχει ως ακολούθως: «35.-
(1)Τηρούµενων των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του παρόντος Κεφαλαίου, χρεώστης είναι επιλέξιµος για να υποβάλει πρόταση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, εάν πληροί τα ακόλουθα κριτήρια - (α) έχει τη συνήθη του διαµονή στη ∆ηµοκρατία: Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο είχε τη συνήθη διαµονή του στη ∆ηµοκρατία µέχρι και τρία
(3)χρόνια πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόµου, δεν απαιτείται να πληροί το κριτήριο της συνήθους διαµονής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγµατος· (β) είναι αφερέγγυος· (γ) υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συµµετοχή του χρεώστη σε τέτοιο διακανονισµό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι µεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών, σύµφωνα µε την δήλωση του συµβούλου αφερεγγυότητας, δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 32· (δ) έχει συµπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων και υπέβαλε ένορκη δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, εσόδων και εξόδων του είναι ακριβής και πλήρης· (ε) ο σύµβουλος αφερεγγυότητας του χρεώστη έχει συµπληρώσει τη γραπτή δήλωση δυνάµει των διατάξεων της παραγράφου (δ), του άρθρου 32, σε σχέση µε το χρεώστη· (στ) ο χρεώστης έχει συγκατατεθεί σε επιβεβαίωση των οικονοµικών του στοιχείων από το Σύµβουλο Αφερεγγυότητας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28· (ζ) ο χρεώστης δεν είναι: (i) Πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε· (ii) πτωχεύσας που αποκαταστάθηκε και υπόκειται σε διάταγµα για πληρωµή µισθού ή αποδοχών, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 52 του περί Πτώχευσης Νόµου. (η) ο χρεώστης: (i) ∆εν υπήρξε καθορισµένος χρεώστης σε προστατευτικό διάταγµα κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα
(12)µηνών πριν από την ηµεροµηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής· (ii) δεν έχει απαλλαγεί από τα χρέη του δυνάµει ∆ιατάγµατος Απαλλαγής Οφειλών, κατά τη διάρκεια περιόδου τριών
(3)ετών πριν από την ηµεροµηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής· (iii) δεν έχει αποκατασταθεί, σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε
(5)ετών, πριν από την ηµεροµηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής.
(2)∆ιαγράφηκε µε το άρθρο 8 του 85(Ι) του 2018.
(3)Χρεώστης δεν είναι επιλέξιµος για υποβολή πρότασης για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 91 και 92 του παρόντος Νόµου.» Το αποτέλεσμα της έκδοσης Προστατευτικού Διατάγματος είναι ότι οι πιστωτές εμποδίζονται από το να διεκδικήσουν ή να στραφούν εναντίον του χρεώστη για να εισπράξουν το χρέος τους για όσον χρόνο αυτό διαρκεί (βλ. Άρθρο 40 του Νόμου). Σκοπός, περαιτέρω, του Προστατευτικού Διατάγματος είναι να δώσει την ευκαιρία στον χρεώστη να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για έγκριση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, η οποία θα ακουστεί και θα αποφασιστεί επί της ουσίας της. Ο χρεώστης δεν απαιτεί να ειδοποιεί τον πιστωτή για την υποβολή της αίτησης για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος και κατά κάποιο τρόπο αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως μονομερής αίτηση. Το Άρθρο 41 του Νόμου όμως παρέχει το δικαίωμα στον πιστωτή να αποταθεί στο Δικαστήριο για να παραμερίσει το εκδοθέν υπό αυτού Προστατευτικό Διάταγμα, προβάλλοντας συγκεκριμένους λόγους, μεταξύ άλλων και αυτών που προνοούνται στο συγκεκριμένο Άρθρο. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω Άρθρο: «41.-
(1)Καθορισµένος πιστωτής, ο οποίος θίγεται από την έκδοση προστατευτικού διατάγµατος δύναται, εντός δεκατεσσάρων
(14)ηµερών από την επίδοση της ειδοποίησης έκδοσης του διατάγµατος, να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για παραµερισµό του προστατευτικού διατάγµατος σε σχέση µε τον ίδιο.
(2)Αίτηση δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δυνατό να βασίζεται στους πιο κάτω λόγους: (α) ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιµότητας που ορίζονται στο άρθρο 35 όταν η αίτηση δυνάµει του άρθρου 39 υποβλήθηκε εκ µέρους του. (β) ισχύουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα, τα οποία προκαλούν ή έχουν προκαλέσει σηµαντική ζηµιά στον καθορισµένο πιστωτή: (
  1. i)υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων ή στις άλλες πληροφορίες που παρέχονται ή στα έγγραφα που προσκοµίζονται από το χρεώστη ή για λογαριασµό του δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 28· (
  2. ii)ο χρεώστης παρέλειψε να συµµορφωθεί µε τις υποχρεώσεις του δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 63· (iii) ο χρεώστης έχει κηρυχθεί πτωχεύσας χωρίς το διάταγµα του δικαστηρίου να έχει ακυρωθεί ή να έχει αποκατασταθεί ο χρεώστης· (
  3. iv)ο χρεώστης, µετά την έναρξη ισχύος του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής διέπραξε αδίκηµα δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου· (
  4. v)οι διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο για την έκδοση προστατευτικού διατάγµατος δεν τηρήθηκαν· (
  5. vi)ο χρεώστης διά των ενεργειών του κακόπιστα ή εκ προθέσεως, εντός περιόδου έξι
(6)µηνών, η οποία λήγει κατά την ηµεροµηνία της αίτησης έκδοσης προστατευτικού διατάγµατος έχει τακτοποιήσει τις οικονοµικές του υποθέσεις κατά τρόπο που αποσκοπεί κυρίως στο να καταστεί επιλέξιµος για την έκδοση Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο χρεώστης έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκηµα δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου ή για οποιαδήποτε δόλια µεταβίβαση περιουσίας δυνάµει οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόµου, η προθεσµία των δεκατεσσάρων
(14)ηµερών για την υποβολή αίτησης παραµερισµού δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρµόζεται.
(3)Καθορισµένος πιστωτής ο οποίος καταχωρεί αίτηση δυνάµει του εδαφίου
(1), την επιδίδει στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και στο σύµβουλο αφερεγγυότητας καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο µε οδηγίες του δικαστηρίου.
(4)Κατά την εξέταση αίτησης δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο δεν εκδίδει το ζητούµενο διάταγµα παραµερισµού του προστατευτικού διατάγµατος σε σχέση µε το συγκεκριµένο καθορισµένο πιστωτή εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι - (α) Η µη έκδοση του διατάγµατος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζηµία στον καθορισµένο πιστωτή, η οποία δεν θα επροκαλείτο µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο· και (β) κανένας άλλος καθορισµένος πιστωτής στον οποίο έχει επιδοθεί το διάταγµα δεν θα επηρεαστεί δυσµενώς σε περίπτωση έκδοσης του αιτούµενου διατάγµατος.
(5)Τα έξοδα αίτησης που υποβάλλεται δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, επιδικάζονται στη βάση της αρχής ότι ο κάθε διάδικος αναλαµβάνει τα έξοδά του, εκτός και εάν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εφαρµογή της εν λόγω αρχής, θα οδηγούσε σε σοβαρή αδικία σε οποιοδήποτε από τα µέρη τέτοιας αίτησης, και διατάζει διαφορετικά.
(6)Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγµα παραµερισµού δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εκτός και εάν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιµοι λόγοι να µην το πράξει, διατάσσει τον καθορισµένο πιστωτή που καταχώρισε την αίτηση, να κατέχει οποιοδήποτε χρηµατικό ποσό ή άλλα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη τα οποία ανακτήθηκαν στο πλαίσιο της αίτησης, ως εµπίστευµα προς όφελος των άλλων πιστωτών οι οποίοι περιλαµβάνονται στο προστατευτικό διάταγµα, µέχρι την έκδοση νέων οδηγιών του δικαστηρίου.
(7)Η ακρόαση της αίτησης δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(1)γίνεται το συντοµότερο δυνατόν.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό ενός Προστατευτικού Διατάγματος είναι διακριτική και ασκείται μόνο όταν ικανοποιηθεί ότι ο μη παραμερισμός του, μεταξύ άλλων, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον καθορισµένο πιστωτή (βλ. επίσης τον Κανονισμό 15 (ε) και (στ) του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016). Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι η εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ για να μπορεί να δίνεται η ευκαιρία στον χρεώστη να προχωρήσει με την ετοιμασία ενός ολοκληρωμένου Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής, στο καθορισμένο διάστημα που τάσσει ο Νόμος. Η ίδια πρόνοια υπάρχει στο Personal Insolvency Act του 2012 (όπως τροποποιήθηκε) της Ιρλανδίας, Άρθρο 97. Σημαντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό ενός Προστατευτικού Διατάγματος είναι κατά πόσο υπήρξε ουσιώδης απόκρυψη στοιχείων από τον οφειλέτη κατά το στάδιο εξασφάλισης του διατάγματος από το Δικαστήριο. Στην περίπτωση όμως μη ουσιώδης παράλειψης, αυτό δεν θα μπορεί από μόνο του να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος. Στην Τanager Dac v. Ryan & Anor [2019] IEHC 659 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «There will, of course, be cases where the setting aside of a protective certificate will be justified because of a material non - disclosure. It would undermine the objective of expedition which underlies the legislation, however, if creditors were, as a matter of routine, to make applications to set aside orders based on inaccuracies or omissions which are immaterial. A proliferation of such applications would take up scarce court time unnecessarily, and ultimately delay the final determination of the insolvency process. The Personal Insolvency Act provides ample safeguards for creditors at the stage of an application to confirm or approve a personal insolvency arrangement. The existence of these protections will, in most cases, make a separate application to set aside a protective certificate unnecessary. Στην In the Matter of Part 3, Chapter 3 of the Personal Insolvency Act 2012 (As Amended) v. In the Matter of Fergal McManus of Santa Maria Alacken, Cavan, a Debtor, εξηγήθηκε η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει Προστατευτικά Διατάγματα κατόπιν αίτησης του πιστωτή και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 97 του Ιρλανδικού Νόμου το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 41
(4)του δικού μας Νόμου. Όσον αφορά την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα υποστεί ο πιστωτής από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, αναφέρθηκε ότι αυτή θα πρέπει να είναι ζημιά η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα προκαλείτο. Στην παράγραφο 10 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται τα εξής: «[10] ....Τhe section is stated in the negative such that the court shall not make such order unless it is satisfied, not merely that irreparable harm will be done to the creditor were the order not made, but that irreparable harm would not otherwise occur. This suggests that the burden is on the applicant creditor.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκε ότι η έκδοση ενός Προστατευτικού Διατάγματος προκαλεί κάποια ζημιά στον πιστωτή λόγω της ολικής προστασίας που παρέχει στον χρεώστη. Τούτο όμως δεν είναι αρκετό για να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην παράγραφο 34 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «[34] I consider that for a creditor to seek relief under s. 97 it is necessary to show that something other than the ordinary statutory consequence of the issue of the protective certificate has occurred. The legislation grants an umbrella of protection for the purposes of giving a debtor the opportunity of resolving his indebtedness in a rational way, and a creditor who wishes to breach that umbrella or seek an order that the debtor is not protected from action by him must show some specific and distinct prejudice.» Στην ίδια πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση γίνεται αναφορά και στην μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων από τον χρεώστη και ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η ακύρωση του Προστατευτικού Διατάγματος παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ αφού βασικός σκοπός του Νόμου είναι να διατηρήσει τον χρεώστη στην οικονομική ζωή του τόπου (βλ. παράγραφο [36] της πιο πάνω απόφασης). Το Άρθρο 41 του Νόμου, πέραν των προνοιών περί απόδειξης από το χρεώστη την ύπαρξης ανεπανόρθωτης ζημιάς που είναι το βασικό ζητούμενο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, παρατίθενται συγκεκριμένοι, αλλά όχι εξαντλητικοί λόγοι, για τους οποίους ο πιστωτής μπορεί να αιτηθεί τον παραμερισμό ενός προστατευτικού διατάγματος, ως αυτοί αναφέρονται στο Άρθρα 41
(2). Τούτοι όπως προκύπτει αφορούν την μη πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας όταν η αίτηση του χρεώστη υποβλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 39 αλλά και στην περίπτωση που ισχύουν ένα ή περισσότερα από αυτά που ορίζονται στο Άρθρο 41
(2)(β) τα οποία προκαλούν ή έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στον καθορισμένο πιστωτή. Όλα τα πιο πάνω που αναφέρονται στο Άρθρο 41
(2)του Νόμου, είναι λόγοι στους οποίους δύναται να βασίζεται η αίτηση του πιστωτή για παραμερισμό του Προστατευτικού Διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση όμως η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό του και η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του Άρθρου
  1. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω εδαφίου και δεν διαχωρίζει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η αίτηση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται ο παραμερισμός του Προστατευτικού Διατάγματος στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές. Θα ξεκινήσω όμως από τους λόγους ένστασης αρ. 5, 6 και 7, οι οποίοι αφορούν στο παράτυπο της αίτησης και στην λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική της βάση. Αίτηση για παραμερισμό προστατευτικού διατάγματος θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 1 του Δευτέρου Παραρτήματος του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 (βλ. Κανονισμό 15(α)). Ο Τύπος αυτός δεν προνοεί ότι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός θα πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της αίτησης αλλά στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση. Στην παρούσα, η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι που ζητείται ο παραμερισμός του Προστατευτικού Διατάγματος. Είναι δε ξεκάθαρο ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν στην φερεγγυότητα του χρεώστη και στην μη ικανοποίηση αυτού του κριτηρίου επιλεξιμότητας. Πέραν των πιο πάνω, παρά την ευρεία νομική βάση που αναφέρεται στην αίτηση (Άρθρο 23 - 77), συγκαταλέγεται σε αυτήν και το Άρθρο 41 του Νόμου που είναι το σχετικό Άρθρο υπό τις περιστάσεις. Είναι φανερό επίσης και από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Η ένσταση επίσης προκύπτει να περιλαμβάνει όλα τα σχετικά Άρθρα του Νόμου και να απαντά ξεκάθαρα στα όσα αναφέρονται στην Αίτηση. Οι δε αγορεύσεις και επιχειρηματολογία αμφοτέρων των πλευρών βασίστηκε στις πρόνοιες του Άρθρου 41 του Νόμου. Δεν κρίνω ότι ήταν απαραίτητο στην νομική βάση να αναφερόταν το Άρθρο 2 του Νόμου, όπως εισηγείται ο συνήγορος του χρεώστη, το οποίο είναι το ερμηνευτικό Άρθρο του Νόμου. Το δικαιοδοτικό Άρθρο 41, περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, το ίδιο και ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός. Σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται ούτε φάνηκε να προκύπτει οποιαδήποτε παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός του χρεώστη. Κατά συνέπεια οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Το όλο επιχείρημα των πιστωτών είναι ότι ο χρεώστης δεν είναι αφερέγγυος και κατά συνέπεια δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας κατά την έκδοση του Προστατευτικού Διατάγματος. Σημαντικό στοιχείο της παρούσας αίτησης είναι ότι οι πιστωτές δεν επικαλούνται οποιαδήποτε ουσιώδη παράλειψη ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον χρεώστη κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, βασίζονται επί της ΚΟΠΣ που καταχώρησε και στη βάση των όσων αποκαλύπτει σε εκείνη την κατάσταση επικαλούνται την φερεγγυότητα του. Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, οι πιστωτές επικαλούνται το γεγονός ότι ο χρεώστης πλήρωνε τις δόσεις του κανονικά και καθυστερεί την τελευταία πληρωτέα δόση προφανώς, όπως ισχυρίζονται, διότι έχει ξεκινήσει την διαδικασία ΠΣΑ και όχι λόγω αδυναμίας. Τούτος ο ισχυρισμός όμως παρέμεινε μετέωρος αφού δεν επισυνάπτονται οποιαδήποτε στοιχεία που να τον τεκμηριώνουν. Με την ένσταση του ο χρεώστης αρνείται την πιο πάνω θέση και περαιτέρω επικαλείται το γεγονός ότι εντάχθηκε στο πρόγραμμα αναστολής δόσεων για περίοδο 9 μηνών από τον Απρίλιο του 2020 μέχρι τον Δεκέμβριο του
  2. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι δεν προκύπτει να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιώδης απόκρυψη στοιχείων από τον χρεώστη κατά την υποβολή της αίτησης του και κατά συνέπεια δεν έχει παραβιάσει την αρχή της καλής πίστης που θα πρέπει να διαπνέει την αίτηση του. Δεδομένου τούτου, όπως προκύπτει από όλα τα ενώπιον μου δεδομένα είναι ότι με βάση την Κατάσταση που παρουσίασε ο χρεώστης, τόσο στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας όσο και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και έπειτα στο Δικαστήριο, κρίθηκε ουσιαστικά, μεταξύ άλλων, ότι είναι αφερέγγυος και πληρούσε όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι ένα ομόβαθμο Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του και να ανατρέψει προηγούμενη απόφαση και/ή διάταγμα του στην απουσία αποκάλυψης οποιοδήποτε νέων στοιχείων και γεγονότων τα οποία θα τον οδηγούσαν στην μη έκδοση του αν ήταν σε γνώση του. Τούτο προκύπτει από την εφαρμογή της Δ.48
(8)
(4)όπου δίνεται το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από την έκδοση μονομερούς διατάγματος να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τον παραμερισμό του. Εξετάζοντας τις πρόνοιες της παρούσας νομοθεσίας, η οποία θεσπίζει μια συγκεκριμένη διαδικασία και έχοντας υπόψη μου τον κύριο σκοπό και πνεύμα της αλλά και τους λόγους που δύναται ο πιστωτής να υποβάλει την αίτηση του, μεταξύ των οποίων και η μη ικανοποίηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, αλλά και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει εκ νέου το βάσιμο της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, πάντοτε στα πλαίσια της εξουσίας που του δίνει ο Νόμος. Δίνεται αυτό το δικαίωμα στον πιστωτή μετά που αυτός λάβει γνώση του εν λόγω διατάγματος, το οποίο θα πρέπει να επιδίδεται σε αυτόν. Το ζήτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο όντως ο χρεώστης δεν είναι αφερέγγυος εν τη έννοια του Νόμου, πάντα για σκοπούς έκδοσης Προστατευτικού Διατάγματος. Είναι κοινό έδαφος η περιουσιακή κατάσταση του χρεώστη. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι το διαθέσιμο εισόδημα του χρεώστη για αποπληρωμή των υποχρεώσεων του είναι €827 ενώ η μηνιαία του δόση €
  1. Κατά συνέπεια είναι κοινό έδαφος ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει ολόκληρη την οφειλόμενη δόση. Τη δυσκολία αυτή του χρεώστη, προκύπτει να την αναγνωρίζουν και οι πιστωτές αφού ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρει ότι η οποιαδήποτε δυσκολία στην καταβολή των δόσεων του δανείου μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Εκείνο το οποίο προβάλλουν για να καταδείξουν την φερεγγυότητα του είναι ότι αυτός είναι κάτοχος κινητής και ακίνητης περιουσίας και επίσης η εξασφάλιση του δανείου του είναι μεγαλύτερης αξίας από το υπόλοιπο του δανείου του. Σύμφωνα όμως με το ερμηνευτικό Άρθρο 2, «αφερέγγυος, σε σχέση µε χρεώστη, σηµαίνει χρεώστη ο οποίος αδυνατεί να αποπληρώσει όλα του τα χρέη όπως αυτά προκύπτουν·» ενώ «φερέγγυος σε σχέση µε χρεώστη, σηµαίνει ότι ο χρεώστης είναι σε θέση να αποπληρώνει τα χρέη του·». O συνήγορος των πιστωτών παράπεμψε σε δύο Αγγλικές αποφάσεις, στην Paulin v. Paulin & Anor [2009] EWCA Civ. 221 (17 March 2009) και στην Gittins v. Serco Home Affairs [2012] EWHC 651 (Ch) (20 March 2012) όπου ερμηνεύτηκε ο όρος αδυναμία του χρεώστη να πληρώνει τα χρέη του ή δυνατότητα να το πράττει στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για ακύρωση διατάγματος πτώχευσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 282 του Αγγλικού Νόμου του 1986 καθώς και της αναφοράς του Άρθρου 272 του εν λόγω Νόμου ότι ο χρεώστης είναι ανίκανος να πληρώνει τα χρέη του ως προϋπόθεση υποβολής αίτησης για πτώχευση. Η ουσία των εν λόγω αποφάσεων και το πρωταρχικό τεστ το οποίο τέθηκε, στα πλαίσια πάντα της διαδικασίας πτώχευσης, είναι η ύπαρξη ρευστότητας του χρεώστη σε σχέση με τη περιουσία του και τις άμεσες υποχρεώσεις του. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 65(Ι)/2015 αποτελεί ένα νέο και ολοκληρωμένο κώδικα με κύριο σκοπό να εξομαλύνει (ameliorate) τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας χρεώστης αποφεύγοντας την πτώχευση ως αποτέλεσμα της αφερεγγυότητας του και να βοηθήσει τους πιστωτές να εισπράξουν το λαβείν τους από αφερέγγυους πιστωτές στο βαθμό που τα μέσα που ο χρεώστης διαθέτει του επιτρέπουν. Ο σκοπός του Νόμου είναι να αποτελέσει εναλλακτική επιλογή της πτώχευσης και ρυθμίζει την αφερεγγυότητα φυσικών προσώπων και δεν έχει σχέση με την αφερεγγυότητα των εταιρειών και του σχετικού Νόμου που τις ρυθμίζει. Oύτε μπορεί να συσχετιστούν οι πρόνοιες του με τον Περί Πτώχευσης Νόμο (βλ. Re O' Connor, (A Debtor) [2015] IEHC 320). Σε κάθε περίπτωση αν θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αφερεγγυότητα του χρεώστη στις πιο πάνω αποφάσεις στα πλαίσια διαδικασίας πτώχευσης, μπορεί να αποτελεί βάση ή καθοδήγηση για την ερμηνεία του όρου αφερέγγυος χρεώστης στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το κατά πόσο ο χρεώστης διαθέτει την απαραίτητη ρευστότητα για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Αυτό θα πρέπει να είναι το ζητούμενο και όχι ο συμψηφισμός της περιουσίας του με τις υποχρεώσεις του. Είναι δεδομένο με τα στοιχεία που προκύπτουν στην Κατάσταση που καταχώρισε ο χρεώστης ότι η ρευστότητα του και το διαθέσιμο εισόδημα του μηνιαίως για αποπληρωμή των υποχρεώσεων του ανέρχεται σε €827 ενώ οι υποχρεώσεις του και η μηνιαία του δόση ανέρχεται στα €
  2. Φαίνεται δηλαδή ότι η μηνιαία ρευστότητα του δεν αρκεί στο να καλύπτει τις υποχρεώσεις του. Η ακίνητη περιουσία που κατέχει αποτελεί μερίδια ακινήτων, για τα οποία δεν προκύπτει και/ή δεν αποκαλύπτεται να υπάρχει προοπτική άμεσης ρευστοποίησης τους. Προκύπτει επίσης ότι με την έγκριση των πιστωτών, ο χρεώστης βρισκόταν σε πρόγραμμα αναστολής πληρωμής των δόσεων του για την περίοδο από Απρίλιο του 2020 μέχρι Δεκέμβριο του
  3. Ο συνήγορος των πιστωτών αναφέρει ότι ο χρεώστης έχει καταθέσεις ύψους €4.764,24 οι οποίες μπορούν να διατεθούν για καταβολή των καθυστερημένων δόσεων του και κατά συνέπεια στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν μπορεί να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Στην ένσταση αναφέρεται ότι το ποσό αυτό συσσωρεύτηκε κατά την περίοδο που ο χρεώστης βρισκόταν σε αναστολή καταβολής των δόσεων του και μάλιστα σε μικρότερο βαθμό από ότι θα έπρεπε καθότι χρειαζόταν να καλύψει τις ανάγκες του. Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω γεγονότα και το ύψος των καταθέσεων που ο χρεώστης διαθέτει αλλά και τον τρόπο που αυτές έχουν προκύψει. Αυτά είναι χρήματα τα οποία συσσωρεύτηκαν από την περίοδο αναστολής καταβολής των δόσεων του επίδικου δανείου και μάλιστα λιγότερα από αυτά τα οποία έπρεπε να συσσωρευθούν. Είναι επίσης χρήματα που προορίζονταν για την καταβολή των δόσεων του δανείου και φαίνεται ότι μέρος αυτών χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη των αναγκών του χρεώστη. Κρίνω στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, ότι προκύπτει να υπάρχει αδυναμία του χρεώστη να ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις του. Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό εκείνο το οποίο ζητείται από τον χρεώστη είναι να του δοθεί η ευκαιρία να υποβάλει μια ολοκληρωμένη πρόταση για να αντιμετωπίσει την αδυναμία καταβολής των υποχρεώσεων του και η οποία θα πρέπει να είναι προς όφελος και των πιστωτών. Επομένως, θεωρώ ότι δεν είναι το παρόν στάδιο κατάλληλο για ενδελεχή εξέταση της όλης οικονομικής κατάστασης του χρεώστη ούτε κατά πόσο η αδυναμία του χρεώστη για πληρωμή των δόσεων του θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά και όχι με την έκδοση προστατευτικού σχεδίου, όπως ο ενόρκως δηλών της αίτησης αναφέρει. Ο Νόμος παρέχει ασφαλιστικές δικλίδες στους πιστωτές στο στάδιο της αίτησης για έγκριση ή απόρριψη του προτεινόμενου σχεδίου αποπληρωμής. Το ουσιώδες όμως το οποίο θα πρέπει κριθεί είναι κατά πόσο με την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στους πιστωτές εν τη έννοια του Νόμου. Αυτό είναι σε κάθε περίπτωση το κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Άρθρο 41
(4)(α). Οι πιστωτές για να μπορούσαν να επιτύχουν στην παρούσα αίτηση τους θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αποδείκνυαν και την πρόκληση σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς για να μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει και να αποφασίσει κατά πόσο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε το συγκεκριμένο προς αυτή την κατεύθυνση. Οι αναφορές στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικές. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω η έκδοση ενός προστατευτικού διατάγματος επηρεάζει σε κάποιο βαθμό τα δικαιώματα του πιστωτή, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι η έκδοση του προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν (τον καθορισμένο πιστωτή) η οποία δεν θα προκαλείτο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω τα οποία προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 41
(5)και έχοντας υπόψη μου τα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω διαπιστώσει ότι τυχόν διαταγή όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της θα οδηγούσε σε αδικία, υπό τις περιστάσεις. Κατά συνέπεια, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.