A. M. ν. G. J. D. κ.α., Αρ. Αγωγής: 829/2021, 12/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 829/2021 Μεταξύ: A. M., από το Ισραήλ [ ] Ενάγουσας και
- G. J. D. [ ]
- B. M. D. [ ] Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 19.01.22 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 12.08.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Χρ. Περικλέους για κ.κ. Michael Kyprianou & Co LLC Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κα Ε. Μαυρικίου, προσωπικά και για κ. Λ. Μαυρίκιο και για κα Ν. Νικόλα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε δυνάμει γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η Ενάγουσα ζητεί επιστροφή ποσού €160.000 που έχει πληρώσει ως προκαταβολή στους Εναγομένους 1 και 2 για την αγορά έπαυλης στην κοινότητα Γιόλου της επαρχίας Πάφου υπό τη μορφή αποζημιώσεων λόγω επικαλούμενης παράβασης σύμβασης πώλησης από τους Εναγομένους, την οποίαν έχει τερματίσει. Εναλλακτικά η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό αυτό ως χρήματα που οι Εναγόμενοι προσπορίστηκαν εις βάρος της αδικαιολόγητα και που αυτή τους κατέβαλε αχρεωστήτως, τα οποία, σύμφωνα με την Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να επιστρέψουν δυνάμει των αρχών του δικαίου αποκατάστασης. Σε σχέση με τη σύμβαση, η Ενάγουσα επιδιώκει δήλωση του Δικαστηρίου ότι ορθά, νόμιμα και δίκαια προχώρησε στον τερματισμό της. Περαιτέρω η Ενάγουσα διεκδικεί επιπλέον αποζημιώσεις για διάφορες άλλες αιτίες που αναφέρει, όπως παράβαση σύμβασης, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και αμέλεια, την ευθύνη των οποίων επιρρίπτει στους Εναγομένους. Να σημειωθεί ότι δεν έχουν καταχωριστεί δικόγραφα στην αγωγή μέχρι σήμερα. Η Ενάγουσα προώθησε την παρούσα αίτηση ημερ. 19.01.22 με την οποία ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος που «απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 είτε προσωπικά, είτε ενεργώντας μέσω των αντιπροσώπων τους και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου φυσικού ή νομικού προσώπου και/ή άλλως πως όπως αποξενώσουν και/ή αποσύρουν και/ή μεταφέρουν και/ή προβούν σε ανάληψη και/ή διενεργήσουν οποιαδήποτε τραπεζική πράξη και/ή συναλλαγή μέχρι του χρηματικού ποσού των €160.000 από τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται από τους Εναγομένους-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην Τράπεζα [ ] στην Γερμανία με τα ακόλουθα στοιχεία λογαριασμού: Αριθμός λογαριασμού: [ ], IBAN No.: [ ], Swift (BIC): [ ] και/ή από οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 διατηρούν στην τράπεζα [ ] στην Γερμανία, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Από την πιο πάνω απαγόρευση εξαιρείται λογικό ποσό που δύναται να δαπανηθεί από τους Εναγομένους 1 και 2 για την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων που τυχόν απαιτηθούν στα πλαίσια παρουσίασης της υπεράσπισης τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με όλες τις διαδικασίες της παρούσας αγωγής.» Νομική βάση της αίτησης είναι, μεταξύ άλλων τα άρθρα 29
(1)(γ), 31 & 32 του Ν.14/60, το Κεφ.6, η Δ.48 Θ.1-4 & Θ.7-9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αρχές που σχετίζονται με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου mareva (mareva injunctions), στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στις αρχές επιείκειας (equity). Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Ενάγουσα δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος του εκδομένου ενδιάμεσου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή της Ενάγουσας στο σύνολο της. Με βάση την ένορκη δήλωση, η Ενάγουσα είναι συνταξιούχα και κατάγεται από το Ισραήλ. Επειδή αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο μαζί με τη θυγατέρα της και τον εγγονό της, αναζήτησε κατοικία. Εντόπισε μία έπαυλη στην κοινότητα Γιόλου την οποίαν αγόρασε από τους Εναγομένους 1 και 2 δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης ημερ. 22.07.21 που υπέγραψε (Τεκμήριο 'Α'). Στα πλαίσια της σύμβασης αγοράς της έπαυλης η Ενάγουσα πλήρωσε στους Εναγομένους ποσό €160.000 ως προκαταβολή στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα [ ] στην Γερμανία (Τεκμήριο 'Β'). Στις 26.08.21 η Ενάγουσα κατέθεσε τη σύμβαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Τεκμήριο 'Γ'). Ακολούθως στις 24.08.21 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου για εξασφάλιση άδειας για απόκτηση του συγκεκριμένου ακινήτου, η οποία της χορηγήθηκε στις 17.09.21 (Τεκμήριο 'Δ'). Ωστόσο, όπως σημειώνεται στην ένορκη δήλωση, περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2021 η Ενάγουσα προς μεγάλη της έκπληξη αντιλήφθηκε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας δεν περιγράφεται και κατ' επέκταση δεν συμπεριλαμβάνεται η έπαυλη που αγόρασε δυνάμει της σύμβασης αλλά σημειώνεται ως εγγεγραμμένη περιουσία μόνο το χωράφι εντός του οποίου έχει ανεγερθεί η εν λόγω έπαυλη (Τεκμήριο 'Ε'). Σύμφωνα με την Ενάγουσα, θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να είχαν προβεί σε μέτρα για εκσυγχρονισμό του τίτλου ιδιοκτησίας πριν από την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. Το έπραξαν όμως μετέπειτα και συγκεκριμένα στις 30.09.21 που καταχώρισαν σχετική αίτηση. Από πληροφορίες που η Ενάγουσα έλαβε, η αίτηση βρίσκεται στο αρχικό στάδιο εξέτασης της και θα χρειαστούν αρκετοί μήνες ώστε αρμόδιοι λειτουργοί του Τμήματος Χωρομετρίας επισκεφθούν το ακίνητο για να ελέγξουν τα σύνορα του ακινήτου προβαίνοντας σε χωρομετρική εργασία της υφιστάμενη κατάστασης, παρόλο ότι δόθηκαν οδηγίες για επίσπευση της διαδικασίας. Είναι γι' αυτό που το πιστοποιητικό έγκρισης το οποίο εκδόθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση στις 23.09.21 (Τεκμήριο 'Η') και αφορά την έπαυλη («μία μεμονωμένη κατοικία με κολυμβητική δεξαμενή») περιέχει σημείωση που αναφέρει ρητά ότι «εάν κατά την χωρομετρική εργασία διαπιστωθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας οποιαδήποτε επέμβαση επί δημόσιων χώρων ή ομόρων τεμαχίων η ευθύνη θα βαρύνει τους ιδίους τους αιτητές», δηλαδή τους Εναγομένους. Σε σχέση με την ανέγερση της έπαυλης, υπάρχει πολεοδομική άδεια ημερ. 11.11.09 (Τεκμήριο 'Ζ') καθώς και άδεια οικοδομής ημερ. 26.07.12 (Τεκμήριο 'ΣΤ'). Όπως εξηγεί η Ενάγουσα, το Τεκμήριο 'Η' εκδόθηκε επειδή η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου δεν εντόπισε παρανομίες συγκρίνοντας την κατασκευή της έπαυλης με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής. Ο έλεγχος όμως της χωρομετρικής κατάστασης του ακινήτου ανήκει στο Τμήμα Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Αν το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου εντοπίσει παρανομίες αναφορικά με τα σύνορα του τεμαχίου και γενικότερα με τη χωρομετρική κατάσταση του ακινήτου, θα ενημερώσει την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου η οποία θα εκδώσει πιστοποιητικό μερικής έγκρισης, αλλιώς αν δεν ανευρεθεί οτιδήποτε το χωρομετρικά επιλήψιμο θα εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Από ότι η Ενάγουσα ανακάλυψε μετά την υπογραφή της σύμβασης και την πληρωμή της προκαταβολής, η επίμαχη έπαυλη δεν ανεγέρθηκε εις το τεμάχιο σύμφωνα με τα εγκριμένα από την αρμόδια αρχή αρχιτεκτονικά σχέδια. Αυτό σύμφωνα με την Ενάγουσα θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης απαλλαγμένο από σημειώσεις. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο αρχιτέκτονας που εκπόνησε την αρχιτεκτονική μελέτη του έργου, κ. Β. Μ., πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι η έπαυλη ανεγέρθηκε σε λανθασμένη θέση και εκτός των συνόρων του τεμαχίου. Ειδικότερα μέρος της έπαυλης είναι κτισμένη εκτός των επιτρεπομένων ορίων του τεμαχίου, κοντά στην κοίτη του ποταμού. Προς ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού επισυνάπτεται σχετική φωτογραφία από αέρος ως Τεκμήριο 'Θ' στην οποίαν οριοθετούνται με κόκκινο χρώμα τα σύνορα του τεμαχίου σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση. Επειδή ένεκα της πιο πάνω ανακάλυψης η Ενάγουσα διαπιστώνει παράβαση ουσιωδών όρων του πωλητηρίου εγγράφου, με επιστολή της ημεε. 22.09.21 που απέστειλε μέσω των διαδικτυακών κοινωνικών πλατφόρμων Viber και Whatsapp τερμάτισε τη σύμβαση απαιτώντας να της επιστραφεί αμέσως το ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή (Τεκμήριο 'Ι'). Με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 23.09.21 οι Εναγόμενοι απέρριψαν τα όσα η Ενάγουσα τους καταλόγιζε και αρνήθηκαν την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής (Τεκμήριο 'Κ'). Ακολούθησε γραπτή επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια 'Λ', 'Μ' & 'Ν'). Σύμφωνα με την Ενάγουσα η πιο πάνω εξέλιξη της δημιουργεί απώλειες επειδή αναγκάζεται να ενοικιάζει διαμέρισμα και αποθηκευτικό χώρο για φύλαξη των επίπλων και αντικειμένων της. Παράλληλα η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί της προκαλεί ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη. Η Ενάγουσα θεωρεί ότι πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και γι' αυτό ζητεί όπως το ενδιάμεσο διάταγμα καταστεί απόλυτο. Οι Εναγόμενοι 1 & 2 αντέδρασαν στις 18.03.22 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 29 λόγους. Επειδή ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους, ταξινομώντας τους σε ομάδες ουσιαστικά πρόκειται για τους εξής:
(1)Το ενδιάμεσο διάταγμα δεν δύναται να έχει ισχύ εκτός δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
(2)Το ενδιάμεσο διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και καταπιεστικό για τους Εναγομένους.
(3)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή είναι αντικανονική επειδή βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της.
(4)Το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα και η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους σύμφωνα με τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 44/01 και 1393/07.
(5)Η Ενάγουσα δεν επέδωσε στους Εναγομένους την αίτηση στην οποίαν βασίστηκε το Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος καθώς και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής.
(6)Η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παραπλανώντας το Δικαστήριο όταν ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια για να εκδώσει το εν λόγω ενδιάμεσο διάταγμα.
(7)Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος.
(8)Υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από μέρους της Ενάγουσας.
(9)Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας επειδή η Ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και προσπαθεί να επωφεληθεί από τη δική της παρανομία.
(10)Η αίτηση είναι κακόπιστη (mala fide) και προκαλεί καταπίεση (oppression) στους Εναγομένους.
(11)Δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και η σχετική επί του θέματος νομολογία.
(12)Η Ενάγουσα, η οποία κατάγεται από χώρα μη μέλους Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρόλο ότι υπέγραψε εγγύηση ύψους €200.000 στερείται φερεγγυότητας επειδή δεν έχει προσκομίσει, ως όφειλε, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο το οποίο δύναται να καλύψει τυχόν ζημιές και έξοδα που ήθελαν προκύψει από την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων εδράζεται, ανάμεσα σ' άλλα, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 & 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου mareva (mareva injumctions), στους Ε.Κ. αρ. 44/2001 & 1393/07, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ευανθίας Μαυρικίου, ενός εκ των δικηγόρων και συνάμα πληρεξουσίων αντιπροσώπων των Εναγομένων (Τεκμήρια 'Α' & 'Β'). Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Θα αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο της προκειμένου να γίνει αντιληπτή η εκδοχή των Εναγομένων στην ολοκληρωμένη της μορφή. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά ότι οι Εναγόμενοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Γερμανίας και ότι είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίμαχης έπαυλης με κολυμβητική δεξαμενή στο τεμάχιο που βρίσκεται στην κοινότητα Γιόλου, τα χαρακτηριστικά του οποίου σημειώνονται στην παράγραφο 6(β) αυτής. Σύμφωνα με την ομνύουσα η σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων και αφορά την επίμαχη έπαυλη αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μέσω των δικηγόρων τους. Η Ενάγουσα περί τις 26.08.21 κατέθεσε την εν λόγω σύμβαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Με αναφορά σε όρους του πωλητηρίου εγγράφου, η ομνύουσα δηλώνει πως η Ενάγουσα δεν έχει συμμορφωθεί μ' αυτούς, όπως η μη πληρωμή του υπολοίπου ποσού του τιμήματος που ανέρχεται στις €100.000 και η παράλειψη της να συμπληρώσει και υπογράψει σχετικό ερωτηματολόγιο που της έχει ζητηθεί και αφορά την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η Ενάγουσα συνοδευόμενη από κτηματομεσίτη επιθεώρησε αρκετές φορές την κατοικία, το περιεχόμενο της και την κολυμβητική δεξαμενή, για την κατάσταση των οποίων ήταν ικανοποιημένη. Αν και δεν προνοείτο στους όρους της σύμβασης, οι Εναγόμενοι κατάθεσαν αίτηση για εκσυγχρονισμό του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου και εξασφάλισαν πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή περί τον Σεπτέμβριο
- Παράλληλα αποτάθηκαν στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος για εξασφάλιση των σχετικών απαλλακτικών πιστοποιητικών φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και κεφαλαιουχικών κερδών για να προχωρήσουν σε μεταβίβαση του τίτλου της κατοικίας στο όνομα της Ενάγουσας. Επίσης προέβηκαν σε εκκένωση του χώρου της εν λόγω έπαυλης μετακινώντας τα προσωπικά τους αντικείμενα, τα οποία και μετέφεραν στη Γερμανία πληρώνοντας γι' αυτό το ποσό των €375 (Τεκμήριο 'Ν'). Ακόμη από πληροφόρηση που έλαβε η ομνύουσα από υπάλληλο του Τμήματος Χωρομετρίας, το επίδικο ακίνητο επιθεωρήθηκε επί τόπου, η χωρομετρική εργασία έχει πραγματοποιηθεί και δεν διαπιστώθηκαν παρανομίες. Επομένως είναι θέμα χρόνου η έκδοση εκσυγχρονισμένου τίτλου ιδιοκτησίας. Σχολιάζοντας την αναφορά του αρχιτέκτονα Μ., η ενόρκως δηλούσα είπε ότι ο εν λόγω αρχιτέκτονας προσπάθησε κακόβουλα να ακυρώσει την παρούσα συναλλαγή επειδή του οφείλεται ποσό εξόδων από την αρχική πωλήτρια του ακινήτου. Κατά την ομνύουσα όλα όσα ισχυρίζεται είναι ψέματα και εκδικητικά επειδή αντιμετωπίζει την αίτηση ενοικιοστασίου υπ' αριθμό [ ] που αφορά έξωση του από υποστατικό που κατέχει, την οποίαν καταχώρησε το δικηγορικό της γραφείο. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται αλληλογραφία των δικηγόρων της Ενάγουσας (επιστολές ημερ. 13.09.21, 14.09.21 και 24.09.21) με την οποίαν επιβεβαίωσαν στο δικηγόρο τους ότι η Ενάγουσα θα προχωρούσε με την αγορά της έπαυλης και με την πληρωμή του υπολοίπου ποσού του τιμήματος (Τεκμήρια 'Θ' & 'Κ'). Εξ' ου και διευθετήθηκε ραντεβού στο Κτηματολόγιο Πάφου για τη μεταβίβαση της έπαυλης, το οποίο ορίστηκε στις 29.09.
- Οι δικηγόροι της Ενάγουσας έλαβαν γραπτές απαντήσεις στις πιο πάνω επιστολές τους από το δικηγόρο των Εναγομένων (Τεκμήριο 'Λ'). Σύμφωνα με την ομνύουσα ο πραγματικός λόγος είναι ότι η Ενάγουσα υπαναχώρησε και επιθυμεί την ακύρωση της σύμβασης όταν διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατο να ικανοποιηθεί η επιθυμία της να επεκτείνει την έπαυλη με την προσθήκη τρίτου υπνοδωματίου και την ανέγερση κυνοτροφείου και ξενοδοχείου σκύλων. Προς ενίσχυση της θέση της ότι η Ενάγουσα διακατέχεται από αλλότριους σκοπούς, η ομνύουσα επικαλείται σειρά γεγονότων που η Ενάγουσα απέκρυψε σκόπιμα από το Δικαστήριο ώστε να το παραπλανήσει κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της έκδοσης του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η Ενάγουσα είναι αυτή που διέρρηξε τη σύμβαση παραβιάζοντας ουσιώδεις όρους της αφού παρέλειψε να συμπληρώσει σχετικό ερωτηματολόγιο που της δόθηκε (Τεκμήριο 'Ε'), αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος προβάλλοντας διάφορους αβάσιμους ισχυρισμούς και υπαναχώρησε αδικαιολόγητα από τη σύμβαση χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται. Καταλήγοντας η ομνύουσα αναφέρει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε και γι' αυτό ζήτησε την ακύρωση του. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία και νομοθεσίες, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ξεκινώ την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίον οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι το παρόν ενδιάμεσο διάταγμα δεν μπορεί να έχει ισχύ εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που παρέμεινε στη σφαίρα της λεκτικής διατύπωσης και συνεπώς στερείται νομικής θεμελίωσης. Στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε σοβαρό νομικό επιχείρημα που να υποστηρίζει την εν λόγω θέση της. Η πληρωμή μέρους του τιμήματος πώλησης με έμβασμα σε τράπεζα του εξωτερικού, ως επικαλέστηκε η πλευρά των Εναγομένων, δεν βοηθά τη θέση τους επειδή παραγνωρίζει τον σκοπό για τον οποίον το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων ανά τον κόσμο (διάταγμα τύπου worldwide mareva όπως αλλιώς είναι γνωστό), ως είναι το παρόν επίδικο, εκδίδεται. Το συγκεκριμένο διάταγμα τύπου worldwide mareva απευθύνεται στους Εναγομένους προσωπικά με αφορμή το αντικείμενο σύμβασης που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Ως τέτοιο που είναι πρόκειται για διάταγμα «in personam», πράγμα που διαπιστώνεται τόσο από το λεκτικό του διατάγματος όσο και από το περιεχόμενο της οπισθογράφησης (κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελίδα 207). Αν ο εν λόγω ισχυρισμός των Εναγομένων ήταν ορθός, τότε δεν θα υπήρχε δυνατότητα έκδοσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού η νομολογία μας αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιας δυνατότητας στο κυπριακό δίκαιο προς εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίον ένα διάταγμα τέτοιου τύπου εκδίδεται, ο οποίος, όπως υποδείχτηκε από την κυπριακή νομολογία, αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός είτε εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που το εκδίδει (Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. v. Joseph P. Lasala κ.α. (2007 1Α Α.Α.Δ. 162). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης τους οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα που έχει εκδοθεί είναι γενικό, αόριστο και καταπιεστικό για τους Εναγομένους. Πρόκειται για άλλο ένα ισχυρισμό των Εναγομένων, ο οποίος παρέμεινε μετέωρος και δίχως υποστηρικτικό υπόβαθρο. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Μαυρικίου περιορίζεται σε εκ νέου διατύπωση του λόγου ένστασης χωρίς να εξηγεί γιατί θεωρεί το περιεχόμενο του εν λόγω διατάγματος γενικό και/ή αόριστο. Ούτε η γραπτή νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου των Εναγομένων πραγματεύεται το ζήτημα αυτό. Δεν αναφέρει που νομικά υστερεί το εν λόγω διάταγμα και ποια συγκεκριμένα είναι τα νομικά κενά και/ή αδυναμίες που έχει εντοπίσει ότι παρουσιάζει. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει το συγκεκριμένο κομμάτι του λόγου ένστασης. Σε ότι αφορά το σκέλος του λόγου ένστασης που χαρακτηρίζει το εν λόγω διάταγμα 'καταπιεστικό', δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο λόγος που προβάλλεται, ότι δηλαδή δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός της κατάθεσης της σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της, δεν συνιστά μορφή καταπίεσης για τους Εναγομένους. Είναι ένα διάταγμα που συνάδει με το πνεύμα και τον σκοπό του είδους του. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι πτυχές του συγκεκριμένου λόγου ένστασης στερούνται τεκμηρίωσης. Το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα διαθέτει σαφές και συγκεκριμένο περιεχόμενο καλύπτοντας όλες τις πτυχές που σχετίζονται με τον σκοπό για τον οποίον αυτό εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο λόγος ένστασης αυτός δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον τρίτο λόγο ένστασης οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή είναι αντικανονική επειδή βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν συμμερίζομαι τη θέση τους αυτή. Η Ενάγουσα είναι διάδικος στην αγωγή αυτή και εκ των πρωταγωνιστών της υπόθεσης. Είναι λογικό να εκθέτει τα γεγονότα που αποτελούν την εκδοχή της όπως αυτή προσωπικά τα αντιλαμβάνεται. Αυτό εξάλλου το αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης της. Μάλιστα διευκρινίζει ότι για θέματα που δεν εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης, η ίδια έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της. Αναφέρω αυτούσιο το κομμάτι που σχετίζεται με το ζήτημα αυτό, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Είμαι η Ενάγουσα στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εξ ιδίας πείρας και γνώσης. Δια θέματα τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου στην παρούσα αγωγή.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Τα πιο πάνω επαληθεύονται από το συγκεκριμένο λεκτικό που χρησιμοποιείται μέσα από το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Για παράδειγμα στις παραγράφους 4-10 η ίδια περιγράφει γεγονότα από τη σκοπιά της δικής της αντίληψης ενώ στην παράγραφο 11 διευκρινίζει με σαφήνεια ότι έλαβε πληροφόρηση από τους δικηγόρους της σε σχέση με το θέμα που αναφέρει. Κατά συνέπεια δεν εντοπίζω οτιδήποτε που καθιστά την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας αντικανονική και/ή να μην συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με το εγειρόμενο ζήτημα με αποτέλεσμα ο λόγος ένστασης αυτός να απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι το επίμαχο ενδιάμεσο διάταγμα και η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους σύμφωνα με τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 44/01 και 1393/
- Πράγματι τα πιο πάνω έγγραφα δεν επιδόθηκαν στους Εναγομένους δυνάμει των επικαλούμενων ευρωπαϊκών κανονισμών. Η Ενάγουσα επέδωσε στους Εναγομένους τόσο την υπό κρίση αίτηση όσο των εγγράφων που τη συνοδεύουν αλλά και το διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που εξασφάλισε. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι την επίδοση των εγγράφων με βάση το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και ότι έλαβαν γνώση για το περιεχόμενο τους. Ο σκοπός της επίδοσης που είναι οι Εναγόμενοι να λάβουν γνώση για τη διαδικασία που τους αφορά ώστε να εμφανιστούν και να λάβουν μέρος σ' αυτήν εάν επιθυμούν, επιτεύχθηκε. Αν οι Εναγόμενοι διαφωνούσαν με τον τρόπο επίδοσης των εγγράφων, είχαν δικαίωμα να προβούν στη λήψη δικονομικού μέτρου με σκοπό τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του δικαστικού διατάγματος επίδοσης. Ωστόσο επέλεξαν συνειδητά να μην το πράξουν και παράλληλα αποφάσισαν να συμμετέχουν στον σκοπό της συγκεκριμένης διαδικασίας καταχωρώντας ένσταση. Συνεπώς ο λόγος ένστασης αυτός κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης οι Εναγόμενοι παραπονιούνται ότι η Ενάγουσα δεν επέδωσε στους Εναγομένους την αίτηση στην οποίαν βασίστηκε το Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος καθώς και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Η πιο πάνω θέση περιλαμβάνει δύο σκέλη. Σε σχέση με το πρώτο μέρος που αφορά τον ισχυρισμό για μη επίδοση της αίτησης βάση της οποίας εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι αυτό δεν έγινε. Επιδόθηκε η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η ένορκη δήλωση, τα επισυνημμένα έγγραφα και το ενδιάμεσο διάταγμα αλλά όχι η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημερ. 04.02.22 αυτών των εγγράφων. Θα έπρεπε η αίτηση αυτή να είχε επιδοθεί στους Εναγομένους. Παρόλα αυτά οι Εναγόμενοι δεν αντέδρασαν νομικά όταν τους επιδόθηκαν η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η ένορκη δήλωση τα επισυνημμένα έγγραφα και το προσωρινό διάταγμα. Αντίθετα επέλεξαν να λάβουν μέρος στη διαδικασία προβάλλοντας νομικά και πραγματικά επιχειρήματα ώστε να πείσουν το Δικαστήριο γιατί το ενδιάμεσο διάταγμα και όχι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των εγγράφων που εκδόθηκε θα πρέπει να παύσει να ισχύει. Με την πιο πάνω στάση τους οι Εναγόμενοι έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος τους σχετικά με ζήτημα επίδοσης και συνεπώς κωλύονται να προβάλλουν εκ των υστέρων τέτοιο ισχυρισμό. Σε ότι αφορά τη δεύτερη πτυχή που σχετίζεται με η θέση των Εναγομένων ότι δεν τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, παρατηρώ ότι όντως αυτό ισχύει.. Η πλευρά της Ενάγουσας παραδέχεται ότι μέχρι σήμερα το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους (γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Ενάγουσας, σελίδα 44, 2η παράγραφος). Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στις 19.01.22 η Ενάγουσα εξασφάλισε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος καθώς επίσης εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση του εν λόγω εγγράφου στους Εναγομένους με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού (Ε.Κ.) αριθμ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου
- Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την Ενάγουσα όταν αναφέρει ότι δεν κατέστη μέχρι σήμερα δυνατή η επίδοση του εγγράφου αυτού στους Εναγομένους με την πιο πάνω μέθοδο. Ανεξάρτητα όμως το κλητήριο ένταλμα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε αποσταλεί μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για υποκατάστατη επίδοση και με τα οποία σχετιζόταν άμεσα. Η Εναγόμενη προωθεί την παρούσα διαδικασία στοχεύοντας στην οριστικοποίηση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος επικαλούμενη κλητήριο ένταλμα επί του οποίου στηρίζεται, χωρίς όμως να μεριμνήσει ώστε το περιεχόμενο του να κοινοποιηθεί στους Εναγομένους, εναντίον των οποίων συνεχίζει τη διαδικασία σχετικά με την ισχύ του ενδιάμεσου διατάγματος που εξασφάλισε. Η επίδοση του εν λόγω εγγράφου δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα από την Ενάγουσα και επομένως οι Εναγόμενοι δίκαια παραπονιούνται. Προχωρώ με την εξέταση του ένατου λόγου ένστασης μέσω του ο οποίου η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας επειδή η Ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και προσπαθεί να επωφεληθεί από τη δική της παρανομία. Ως δικαιολογία προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα κατέστη ουσιώδης παραβάτης του επίμαχου συμφωνητικού εγγράφου και προσπαθεί να το εκμεταλλευτεί προς όφελος της. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους, η θέση τους αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Ενάγουσα δεν έχει πληρώσει το υπόλοιπο ποσό του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης. Η ίδια επικαλείται ουσιώδη παράβαση της σύμβασης εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, πράγμα που την οδήγησε, όπως ισχυρίζεται, σε τερματισμό της σύμβασης. Από την άλλη οι Εναγόμενοι θεωρούν την Ενάγουσα ως υπεύθυνη για παράβαση όρων της σύμβασης με την μη πληρωμή του ποσού και τη συμπλήρωση και υπογραφή ερωτηματολογίου που της έδωσαν. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στο στάδιο αυτό δεν θα αποφασιστεί ποια εκδοχή αληθεύει. Το κατά πόσο ο εν λόγω τερματισμός δικαιολογείται ή όχι και το εάν ή όχι η Ενάγουσα παραβίασε όρους του συμφωνητικού εγγράφου αποτελούν μέρος της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, η οποία δεν εκδικάζεται τώρα (The Junitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Πρόκειται για επίδικα νομικά θέματα που χρήζουν ενδελεχούς εξέτασης. Σε σχέση με την επίλυση τους η δικαστική κρίση χρειάζεται την προσκόμιση μαρτυρίας από τους διαδίκους και την παρουσίαση λεπτομερούς νομικής επιχειρηματολογίας από τους συνηγόρους τους. Το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν τέτοια επίδικα θέματα είναι όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να τα αποφασίσει τώρα χωρίς προηγουμένως να προβεί σε ώριμη εξέταση τους μέσα από εκτίμηση των αναλυμένων θέσεων των διαδίκων και αφού πρώτα αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που θα τεθεί ενώπιον του (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται ανυπόστατος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έπεται η εξέταση του έκτου λόγου ένστασης, μέσα από τον οποίον η οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παραπλανώντας το Δικαστήριο όταν ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια για να εκδώσει μονομερώς το εν λόγω ενδιάμεσο διάταγμα. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή (εδώ Ενάγουσας) που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση (εδώ οι Εναγόμενοι) δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Ένα από τα σημεία που οι Εναγόμενοι εκλαμβάνουν ότι η Ενάγουσα έχει αποκρύψει είναι η προηγούμενη διατυπωθείσα θέση τους ότι η Ενάγουσα είναι ουσιώδης παραβάτης του επίμαχου πωλητηρίου εγγράφου για τους λόγους που έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω αυτά που έχω καταγράψει προηγουμένως. Ισχύουν αυτά που έχω εξηγήσει, στα οποία και παραπέμπω. Στη βάση του σκεπτικού του Δικαστηρίου δεν υφίσταται θέμα απόκρυψης σε σχέση με το θέμα αυτό. Ένα άλλο σημείο που οι Εναγόμενοι επικαλούνται είναι η μη αναφορά από την Ενάγουσα για την ύπαρξη της αγωγής αρ. 804/21 που εκκρεμεί στο Ε.Δ. Πάφου με Ενάγοντες τους εδώ Εναγομένους και Εναγόμενη την εδώ Ενάγουσα. Η θέση αυτή των Εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο επειδή παραγνωρίζει το γεγονός ότι η Ενάγουσα αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη της αγωγής αυτής όταν αυτή της επιδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της παρούσας αγωγής και προώθησης της υπό κρίση αίτησης. Μάλιστα η υπ' αναφορά αγωγή επιδόθηκε στην Ενάγουσα μετά την έκδοση του επίμαχου ενδιάμεσου διατάγματος, η ακύρωση του οποίου ζητείται μέσα από την παρούσα διαδικασία. Επομένως δεν υφίσταται θέμα απόκρυψης του συγκεκριμένου θέματος από την Ενάγουσα επειδή κατά το χρόνο ετοιμασίας και καταχώρησης της παρούσας αίτησης η ίδια δεν γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω αγωγής Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται διάφορα άλλα ζητήματα ότι δεν αποκαλύφτηκαν από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα επικαλούνται μη αναφορά για πληρεξούσιο έγγραφο από δικηγόρο, ότι τους δόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, ότι ήταν εις γνώση τους η ανάγκη εκσυγχρονισμού του τίτλου ιδιοκτησίας, ότι επιθεωρήθηκε η οικία, το περιεχόμενο της και ο κήπος της από την κατάσταση των οποίων η Ενάγουσα έμεινε ευχαριστημένη, ότι ζήτησε να έχει την κατοχή της οικίας, ότι η Ενάγουσα άλλαξε γνώμη μη επιθυμώντας πλέον να αγοράσει την οικία όταν διαπίστωσε, κατόπιν έρευνας της δικηγόρου της, ότι δεν μπορούσε να προστεθεί τρίτο υπνοδωμάτιο στην οικία και να ανεγερθεί εκεί κυνοτροφείο και ξενοδοχείο σκύλων λόγω της περιοχής και του συντελεστή δόμησης του τεμαχίου. Επειδή τα ζητήματα που επικαλούνται οι Εναγόμενοι συνδέονται μεταξύ τους, θα τα εξετάσω ως μία ενιαία πτυχή και όχι αποσπασματικά και ξεχωριστά. Πράγματι, στα πλαίσια της συναλλαγής αυτής, η Ενάγουσα εκπροσωπείτο από πληρεξούσιους αντιπροσώπους που ήταν οι μέχρι πρόσφατα δικηγόροι της στη συγκεκριμένη υπόθεση, δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 25.06.22 (Τεκμήριο 'Γ' 'στην ένορκη δήλωση Μ.). Μία από τις εξουσίες τους με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν να εξασφαλίσουν οποιοδήποτε έγγραφο χρειαζόταν από οποιαδήποτε υπηρεσία και/ή οργανισμό για σκοπούς διεκπεραίωσης της διαδικασίας πώλησης. Είναι γι' αυτό που στην κατοχή της πλευράς της Ενάγουσας βρέθηκαν διάφορα σημαντικά έγγραφα, όπως ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου, η πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής. Παρόλο που τα έγγραφα αυτά επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 'Ε', 'ΣΤ' και 'Ζ' στην ένορκη δήλωση της, η Ενάγουσα απέφυγε να αναφέρει από πότε το περιεχόμενο τους ήλθε στην κατοχή της, σε αντίθεση με την πλευρά των Εναγομένων που ανέφεραν ότι της τα έδωσαν από τις 30.06.21 (§10, σελίδα 9 Ε/Δ Μ.). Η παράλειψη αυτή συνιστά σημαντικό στοιχείο επειδή η Ενάγουσα, δια των δικηγόρων της και ταυτόχρονα πληρεξουσίων αντιπροσώπων της, φαίνεται να είχαν την ευκαιρία και συνάμα δυνατότητα να γνωρίζουν από τότε την υπάρχουσα κατάσταση του ακινήτου, πλην όμως προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μία αντίθετη εικόνα αντίληψης της κατάστασης. Η πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής σε συνδυασμό με το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας φαίνεται να απεικονίζουν το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του τίτλου. Η Ενάγουσα δια των αντιπροσώπων της λογικά, λόγω της νομικής τους κατάρτισης, θα πρέπει να αντιλήφθηκαν το ζήτημα ανάγκης εκσυγχρονισμού του τίτλου αφού με βάση αυτά τα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους στις 24.08.21 προχώρησαν και υπέβαλαν αίτηση για χορήγηση άδειας στην αρμόδια αρχή (Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου) για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία εγκρίθηκε στις 17.09.21 (Τεκμήριο 'Δ' Ε/Δ Ενάγουσας). Συνεπώς η αναφορά της Ενάγουσας ότι περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2021 αντιλήφθηκε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας αναφέρει την εγγραφή μόνο του χωραφιού και όχι της έπαυλης, φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού παραμένει εκτεθειμένη από τα πιο πάνω στοιχεία. Η Ενάγουσα, παρά την διαπίστωση της για ζήτημα εκσυγχρονισμού τίτλου, δεν προβαίνει σε διαβήματα απόσυρσης της πιο πάνω αίτησης της στην Επαρχιακή Διοίκηση που αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο, αλλά επέμεινε στην έγκριση και εξασφάλιση της. Μάλιστα φαίνεται στις 06.07.21 με ηλεκτρονικό μήνυμα της δικηγόρου της να υποδεικνύει στους Εναγομένους ότι τα προσωπικά αντικείμενα τους παρέμεναν εντός της έπαυλης που είχε αγοράσει και γι' αυτό θα έπρεπε να τα μετακινούσαν (Τεκμήριο 'Ζ' Ε/Δ Μ.). Αυτή η αλληλογραφία δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Είναι σημαντικό γεγονός επειδή τείνει να δείξει την πρόθεση της να προχωρήσει με την ολοκλήρωση της αγοράς της έπαυλης παρά τα προβλήματα που εντόπισε. Πέραν αυτού η Ενάγουσα φαίνεται να ήταν ενήμερη για την απουσία πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από τότε που περιήλθαν στην κατοχή της τα προαναφερόμενα έγγραφα και από τότε ήταν που αντιλήφθηκε να υπάρχει θέμα εκσυγχρονισμού του τίτλου ιδιοκτησίας με την εγγραφή της έπαυλης στο σχετικό πιστοποιητικό. Ωστόσο φαίνεται να μην το θεωρεί εμπόδιο για τη συνέχιση της διαδικασίας αγοράς της έπαυλης αφού με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 14.09.21 η δικηγόρος της πληροφορεί την πλευρά των Εναγομένων ότι θα προχωρήσει παρόλο ότι το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης δεν έχει εκδοθεί (Τεκμήριο 'Θ' Ε/Δ Μ.). Αυτή η αλληλογραφία επίσης δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Πρόκειται για σημαντικό γεγονός επειδή φανερώνει την επιθυμία της Ενάγουσας να προχωρήσει με την ολοκλήρωση της αγοράς της έπαυλης παρά το ζήτημα της μη έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Αντίθετα η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση της παρουσιάζει προγενέστερη επιστολή ημερ. 07.09.21 των δικηγόρων της (Τεκμήριο 'Λ' στην Ε/Δ Ενάγουσας) με την οποίαν εμφανίζει το ζήτημα της μη έκδοσης τελικού πιστοποιητικού έγκρισης ως πρόβλημα που εμποδίζει την Ενάγουσα να υλοποιήσει την αγορά της έπαυλης. Η επιλογή της Ενάγουσας να παρουσιάσει μόνο την επιστολή αυτή δημιουργεί παραπλανητική εικόνα της εξέλιξης των γεγονότων από μέρους της. Η Ενάγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν θα μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, παρόλο ότι στις 23.09.21 εκδόθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου έγγραφο υπό τον τίτλο 'Πιστοποιητικό Έγκρισης' σε σχέση με την έπαυλη και την κολυμβητική δεξαμενή αλλά με εκκρεμότητα τη διεξαγωγή χωρομετρικής εργασίας, επειδή, όπως αντιλήφθηκε, η επίμαχη έπαυλη δεν ανεγέρθηκε εις το τεμάχιο σύμφωνα με τα εγκριμένα από την αρμόδια αρχή αρχιτεκτονικά σχέδια. Προς στήριξη της θέσης της η Ενάγουσα παρουσίασε μία αεροφωτογραφία (Τεκμήριο 'Θ' Ε/Δ Ενάγουσας) και τα όσα της είπε ο αρχιτέκτονας Μ. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται στοιχείο προσωπικού οικονομικού συμφέροντος από τον πιο πάνω αρχιτέκτονα. Είναι αλήθεια ότι η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση της δεν αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπήρξε επικοινωνία με τον συγκεκριμένο αρχιτέκτονα. Ουδεμία λεπτομέρεια αναφέρει ως προς το πότε, που, πως, με ποια αφορμή και τι ακριβώς αυτός τις ανέφερε σε σχέση με το θέμα που προβάλλει. Περιορίζεται σε μία μονολεκτική δήλωση που της είπε κάποιος άλλος προφορικά σε ανύποπτη στιγμή, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω, σε αντίθεση με τους Εναγομένους που αναφέρουν πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό τους για το εν λόγω ζήτημα. Αν υπήρχε κάποια έκθεση εμπειρογνώμονα το περιεχόμενο της λογικά θα διαφώτιζε το Δικαστήριο σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα αφού προφανώς θα έλεγε αν εντοπίστηκε κάποιο πρόβλημα, θα περιέγραφε το πρόβλημα, θα σχολίαζε την έκταση και όποιαν τυχόν σοβαρότητα του και τη δυνατότητα κάποιας θεραπείας / λύσης, αν βέβαια υπάρχει. Την ίδια στιγμή θεωρώ ότι με εύλογη επιμέλεια η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε ενημερωθεί αυτά που περιήλθαν εις γνώση των Εναγομένων ώστε να διασταυρωθούν οι πληροφορίες. Από ότι φαίνεται για ένα σοβαρό ζήτημα η Ενάγουσα μετέφερε μία εικόνα στο Δικαστήριο που τελικά δεν είχε ελέγξει, η οποία μόνο παραπληροφόρηση παρέχει στο Δικαστήριο. Έχω πιο πάνω αναφερθεί σε διάφορα επιλήψιμα ζητήματα. Αν η Ενάγουσα παρουσίαζε τα γεγονότα ολοκληρωμένα, όπως έπρεπε και με ειλικρίνεια, χωρίς απόκρυψη, παραπλάνηση και παραπληροφόρηση, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Η μη αναφορά των σημείων που έχουν επισημανθεί πιο πάνω σε συνδυασμό με την παρουσίαση γεγονότων σε παραπλανητική μορφή και σε εικόνα παραπληροφόρησης από την Ενάγουσα, ως εξηγήθηκαν στο σκεπτικό του Δικαστηρίου, αποτελούν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που αν αποκαλύπτονταν στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης θα ασκούσαν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω ο έκτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Αυτή η εξέλιξη μοιραία σφραγίζει το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Παρά την προδιαγραφόμενη κατάληξη της υπό κρίση αίτησης θα εξετάσω τον ενδέκατο λόγο ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Αυτό γίνεται σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης η προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με τον έκτο λόγο ένστασης. Είναι βασικά η θέση των Εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Ενάγουσα θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Από το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι η Αιτήτρια ουσιαστικά επικαλείται ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δικαιολογείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και επί των αρχών που σχετίζονται με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου mareva (mareva injunctions). Η παρούσα περίπτωση αφορά παρεμπίπτον διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας, αλλιώς γνωστό ως ενδιάμεσο διάταγμα τύπου worldwide mareva injunction ή freezing order αποκτώντας βασικά την ονομασία του από την ομώνυμη αγγλική υπόθεση Mareva Compania Naviera St. v. International Bulk Carriers SA [1980] 1 All Er. 213. Μ' αυτό το ενδιάμεσο διάταγμα ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να αποξενώσει ή ακόμη και να χρησιμοποιήσει περιουσιακά στοιχεία οπουδήποτε και αν αυτά βρίσκονται, δηλαδή εντός ή εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δυνατότητα έκδοσης του αναγνωρίστηκε στην Κύπρο από την υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 162 και επιβεβαιώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλου v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403. Όπως λέχθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις, η δυνατότητα για τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα τύπου Mareva, ακόμη και αν αφορούν περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας, κρίθηκε υπό το φως της ευρύτατης εξουσίας που παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 ότι είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων που να λαμβάνουν υπόψη «... τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων», εξουσία η οποία επιτρέπει την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων που να δεσμεύουν περιουσιακά στοιχεία εναγομένων εκτός δικαιοδοσίας. Επομένως το άρθρο 32 αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, περιλαμβανομένου του είδους ενδιάμεσου διατάγματος που αφορά την προκειμένη περίπτωση. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω) και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Επιπροσθέτως υπάρχουν και ειδικές προϋποθέσεις που αφορούν το διάταγμα τύπου mareva injunction όπου ο αιτητής θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι: (α) υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσης τους, (γ) υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του αιτητή ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης. Σχετική είναι η υπόθεση Poltava Petroleum Co. V. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1301. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει μόνο καταχωρημένο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί που συνιστούν τις εκδοχές των διαδίκων περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις τους και στα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα. Όπως έχει ήδη λεχθεί προηγουμένως, η παρούσα αγωγή αφορά σύμβαση αγοράς έπαυλης, η οποία στη συνέχεια τερματίστηκε από την Ενάγουσα επικαλούμενη παράβαση ουσιωδών όρων από τους Εναγομένους, χωρίς να εξοφληθεί το τίμημα πώλησης. Έχω ήδη αναφερθεί στις αξιώσεις της Ενάγουσας. Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των επισυνημμένων σ' αυτές εγγράφων, καθίσταται αντιληπτό ότι τα επίδικα θέματα εμπίπτουν στον τομέα των συμβάσεων. Το Κεφ. 149 πραγματεύεται το δίκαιο των συμβάσεων υπό το φως της σχετικής νομολογίας. Το άρθρο 73
(1)της νομοθεσίας παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις, αλλιώς αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις (Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ 824, Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679). Από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο της καταχωρημένης δικογραφίας, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας απέναντι στους Εναγομένους, το οποία βεβαίως θα εξεταστεί μεταγενέστερα σε βάθος και με λεπτομέρεια. Υπάρχει μία σαφής και συγκεκριμένη νομική αξίωση που απαιτείται από πλευράς της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων, το πλαίσιο της οποίας προσδίδει στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή παραλείψεις που συνιστούν παράβαση σύμβασης από μέρους τους, εάν τυχόν τέτοια παράβαση αφορά ουσιώδη όρο του συμφωνητικού εγγράφου, εάν ο τερματισμός της σύμβασης από την Ενάγουσα δικαιολογείται ή αποτελεί αδικαιολόγητη υπαναχώρηση από μέρους της και κατά πόσο η συμπεριφορά των Εναγομένων προκάλεσε οποιεσδήποτε ζημιές και/ή απώλειες στην Ενάγουσα. Σε ότι αφορά αυτό, το Δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει αν η Ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση ειδικών και/ή γενικών και/ή άλλους είδους αποζημιώσεων και κατά πόσο θα πρέπει θα πρέπει ή όχι να της επιστραφεί το ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση θα ικανοποιείτο. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα (εδώ εναγόμενοι) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας (εδώ εναγόμενοι) έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς είτε απαίτησης είτε ανταπαίτησης. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει ούτε σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων οι οποίες θα αξιολογηθούν ενδελεχώς όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης, αυτό που παραμένει και αποτελεί κοινό έδαφος των μερών είναι το γεγονός ότι η ανέγερση της έπαυλης δεν περιλαμβάνεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης περιουσίας. Η εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας περιορίζεται σε αναφορά για χωράφι. Με βάση το συμφωνητικό έγγραφο που υπέγραψαν οι διάδικοι οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να παραχωρήσουν την αποκλειστική κυριότητα και να μεταβιβάσουν τον τίτλο ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας που πώλησαν στην Ενάγουσα ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις. Η σύμβαση προσδιορίζει την ακίνητη περιουσία που έχει πωληθεί έναντι καθορισμένου χρηματικού ανταλλάγματος ως την έπαυλη που βρίσκεται κατασκευασμένη εντός του χωραφιού με τα χαρακτηριστικά που εκτίθενται. Δυνάμει των όρων της σύμβασης η υποχρέωση της Ενάγουσας είναι να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς της έπαυλης εντός 30 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης και ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας εις το όνομα της. Με γνώμονα ότι η σύμβαση φαίνεται να υπογράφηκε στις 22.07.21 και μέχρι σήμερα το πιστοποιητικό εγγραφής δεν περιλαμβάνει την έπαυλη ως μέρος του τίτλου ιδιοκτησίας παρά το ότι η Ενάγουσα αποτάθηκε στους Εναγομένους και από τη στιγμή που στο συμφωνητικό έγγραφο αναφέρεται ρητά ότι όλοι οι όροι του είναι ουσιώδεις, θεωρώ ότι υπάρχουν παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Ενάγουσας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της. Επομένως καταλήγω ότι θα πληρείτο και η δεύτερη προϋπόθεση. Παράλληλα στην παρούσα υπόθεση επιδιώκεται η δέσμευση συγκεκριμένου χρηματικού ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκει και λειτουργεί για τους Εναγομένους σε τραπεζικό οργανισμό στη Γερμανία. Ο κίνδυνος να μεταφερθούν ή να αποξενωθούν τα χρήματα του εν λόγω λογαριασμού στην τράπεζα του εξωτερικού ή ακόμη να τερματιστεί η λειτουργία του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού είναι περισσότερο από εμφανής. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία και νοουμένου ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στην οικονομική θέση που μπορεί να αποζημιώσει εάν και εφόσον χρειαστεί, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Οι αξιώσεις στην παρούσα υπόθεση είναι χρηματικής φύσεως. Μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο δεν θα μπορεί να εκτελεστεί δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας εκτός αν δεσμευτεί το αξιούμενο ποσό από τον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων στο εξωτερικό. Η απάντηση θα ήταν καταφατική αν η σύμβαση πώλησης δεν είχε κατατεθεί στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Το ότι η σύμβαση έχει κατατεθεί και συνεχίζει να είναι κατατιθεμένη στο Κτηματολόγιο είναι παραδεκτό από την Ενάγουσα. Το έπραξε για κατοχύρωση των συμφερόντων ως ήταν δικαίωμα της. Έχω παρατηρήσει ότι από τότε μέχρι σήμερα η κατάσταση δεν έχει διαφοροποιηθεί. Από την τελευταία φορά μέχρι σήμερα εξακολουθούν να ισχύουν τα ίδια δεδομένα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Με αυτόν τον τρόπο η Ενάγουσα έχει εγκλωβίσει προς όφελος της το ενδεχόμενο πώλησης ή άλλου είδους αποξένωσης του ακινήτου που έχει αγοράσει από τους Εναγομένους σε άλλο πρόσωπο. Η κατάθεση της σύμβασης στο Κτηματολόγιο επενεργεί ως εμπράγματο βάρος, το οποίο αν αξιοποιηθεί κατάλληλα παρέχει μορφή κάλυψης στην Ενάγουσα. Κάτω από αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν βλέπω πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ούτε θα διευκολυνόταν η εκτέλεση δικαστικής απόφασης σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας για αποτροπή κατάχρησης. Συνεπώς κρίνω ότι δεν θα ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Παρόλο ότι δεν θα ικανοποιούνταν σωρευτικά τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60, εντούτοις για τον ίδιο λόγο όπως και προηγουμένως, θα προχωρούσα με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η μη συνέχιση της ισχύος του αιτούμενου διατάγματος συντηρεί την κατάσταση πραγμάτων που ίσχυε προηγουμένως πριν από την έκδοση του παρά η συνέχιση της ισχύος του επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα προκληθεί αδικία στους Εναγομένους τη στιγμή που η Ενάγουσα επέλεξε να συνεχίσει την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της με την διατήρηση του κατατιθεμένου συμφωνητικού εγγράφου στο μητρώο του Κτηματολογίου. Έπεται ότι, υπό τις περιστάσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της συνέχισης της κατάστασης πραγμάτων που ίσχυε πριν από την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Συνεπώς ο ενδέκατος λόγος ένστασης επίσης επιτυγχάνει. Ενόψει της επιτυχίας του έκτου και ενδέκατου λόγου ένστασης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31.01.22 ακυρώνεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγoμένων 1 & 2 και εναντίον της Ενάγουσας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο