GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ANDREAS I. GEORGIOU HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγ. : 605/2021, 4/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. : 605/2021 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED από τη Λευκωσία. Ενάγουσας και
- ANDREAS I. GEORGIOU HOLDINGS LTD από την Πάφο.
- Ρ. Γ. από την Πάφο. Εναγομένων Ημερομηνία: 04/03/
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα. Ε. Χαραλάμπους για κ.κ. Μ. VIOLARIS LLC. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ι. Τηλεμάχου για κ.κ. ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στις 30/07/2021 καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.6, Θ.1) και με αυτήν αξιώνουν Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 να τους παραδώσουν κατάσταση των εισπραχθέντων ενοικίων των ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/[ ], ΦΥΛ.ΣΧ. 51/10.3.4, Τεμ. [ ] και [ ], ΦΥΛ.ΣΧ. L1/12, Τεμ. 2, Aπόφαση όπως πληρώσουν όλα τα εισπραχθέντα ενοίκια που θα διαφανεί ότι εισέπραξαν σε σχέση με τις ενοικιάσεις των πιο πάνω ακινήτων και την ειδική εκτέλεση του όρου 10 των Εγγράφων Υποθήκης, σε σχέση με τις Υποθήκες [ ]/2008 και [ ]/2008 και τις πρόνοιες του όρου 12 των Εγγράφων Υποθήκης, σε σχέση με τις Υποθήκες [ ]/2005, [ ]/2011 και [ ]/
- Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, οι εναγόμενοι αρ. 1 και άλλη εταιρεία του ιδίου ομίλου εταιρειών μεταξύ των ετών 1998 - 2012 έλαβαν σειρά πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, οι οποίες αργότερα μεταβιβαστήκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και πλέον στους ενάγοντες. Οι εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις τερματίστηκαν λόγω παραβίασης των όρων τους και καταχωρήθηκαν σειρά αγωγών εναντίον των εν λόγω νομικών προσώπων και των εγγυητών και ενυπόθηκων οφειλετών, λεπτομέρειες των οποίων οι ενάγοντες παραθέτουν. Μεταξύ των εξασφαλίσεων που παραχωρήθηκαν για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις είναι οι Υποθήκες [ ]/2008 και [ ]/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη αρ. 1 και αφορούν το ακίνητο με 0/[ ], ΦΥΛ.ΣΧ. 51/10.3.4, Τεμ. [ ] καθώς επίσης και οι Υποθήκες [ ]/2005, [ ]/2011 και [ ]/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη αρ. 2 και αφορούν το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ], ΦΥΛ.ΣΧ. L1/12, Τεμ.
- Με τις ήδη εγερθείσες αγωγές ζητείται η εκποίηση των εν λόγω Υποθηκών και η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα πιο πάνω ακίνητα ενοικιάζονται έναντι μηνιαίων μισθωμάτων ύψους €1,200 και €2,600 αντίστοιχα, ενοίκια τα οποία εισπράττονται από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 για ίδιον όφελος κατά παράβαση συγκεκριμένων όρων των εγγράφων Υποθηκών, στους οποίους γίνεται αναφορά. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν και αίτηση δια κλήσεως με την οποία αξιώνουν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται τους εναγόμενους να εισπράττουν τα ενοίκια των πιο πάνω ακινήτων, να επιτρέπεται στους ενάγοντες να τα εισπράττουν και να τα καταθέτουν σε δεσμευμένο λογαριασμό και να φυλάσσονται εκεί μέχρι εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, αξιώνεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται ο εναγόμενοι αρ. 1 και 2 όπως καταχωρήσουν ένορκες δηλώσεις με τις οποίες να αποκαλύπτουν τα ενοικιαστήρια έγγραφα σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα, κατάσταση και σχετικές αποδείξεις των εισπραχθέντων ενοικίων από την ημερομηνία έναρξης της περιόδου έκαστης ενοικίασης μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και στις 29/11/2021 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των εναγόντων. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω στην αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθότι δεν είναι αυτή το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η Αίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ημερομηνίας 22/10/2021 με την οποία αξιώνονται οι κάτωθι θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή της Δικαστικής Διαδικασίας που αφορά την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή λόγω κατάχρησης και/ή λόγω καταπιεστικής διαδικασίας και/ή λόγω σύγκρουσης δικαιοδοσίας ομόβαθμων Δικαστηρίων επί του ιδίου και/ή όμοιου νομικού θέματος, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στις Αγωγές υπ' Αρ. 834/2017, Αρ. 837/2017, Αρ. 838/2017, Αρ. 839/2017, Αρ. 841/2017, Αρ. 842/2017 του Ε.Δ. Πάφου. Β. Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά του (Α) ανωτέρω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή την διαγραφή και/ή την απόρριψη της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ως καταχρηστικής και/ή καταπιεστικής και/ή ενοχλητικής και/ή εκδικητικής και/ή λόγω σύγκρουσης δικαιοδοσίας ομόβαθμων Δικαστηρίων. Γ. Περαιτέρω και/ή άνευ βλάβης των Αιτητικών (Α) και (Β) ανωτέρω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή της περαιτέρω προώθησης της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής συμπεριλαμβανομένης και της εκδίκασης της Δια Κλήσεως Αίτησης ημερ. 30 Ιουλίου του 2021 (stay of proceedings) μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης.» Σημειώνεται ότι με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, εκδικάστηκε πρώτα η παρούσα αίτηση. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Θ. 26, Δ.20, Δ.27, Θ. 3, Δ.48, Θ. 1 - 12 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο [Ν. 14/60] Άρθρα 21, 22, 29 και 30, ως επίσης και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται - όπως αναφέρεται - φαίνονται από το φάκελο της διαδικασίας και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Α. Γ. Ο πιο πάνω ενόρκως δηλών, διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 και σύζυγος της εναγόμενης αρ. 2, επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία από την εναγόμενη αρ. 1 και την εναγόμενη αρ. 2 των επίδικων ακινήτων και την υποθήκευση αυτών με τις αναφερόμενες στην Έκθεση Απαίτησης Υποθήκης καθώς επίσης και τον τερματισμό των συμφωνιών δανείων στα πλαίσια των οποίων παραχωρήθηκαν οι εν λόγω υποθήκες και την έγερση των συγκεκριμένων αγωγών. Ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν υπερασπίσεις σε όλες τις αγωγές προωθώντας μεταξύ άλλων την ακυρότητα των υποθηκών, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτει ως τεκμήριο
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες γνώριζαν πριν από την έγερση των αγωγών κατά το έτος 2017, για τις ενοικιάσεις των υποθηκευμένων ακινήτων παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση τους που συνοδεύει την αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασίας για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση. Οι ενάγοντες με τις αγωγές που καταχώρησαν το έτος 2017 αξιώνουν θεραπείες που είναι άμεσα συνυφασμένες με τις Συμφωνίες Υποθήκης χωρίς να συμπεριλάβουν την θεραπεία που σήμερα αξιώνουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, η οποία επίσης απορρέει από τις ίδιες συμφωνίες. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η νομιμότητα των συμφωνιών Υποθήκης και κατ' επέκταση η εμβέλεια αυτών αποτελεί επίδικο θέμα δυνάμει των καταχωρηθέντων Υπερασπίσεων στις Αγωγές του 2017 και οι ενάγοντες με την ενέργεια τους να καταχωρήσουν και να προωθήσουν την παρούσα αγωγή, εντάσσουν το ίδιο επίδικο θέμα σε περισσότερες από μια αγωγή. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση με την οποία εγείρουν 12 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως αυτοί φαίνονται στο σώμα της. Συνοπτικά, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες της Δ.19, Θ. 26 και Δ.27, Θ. 3 δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο για να διατάξει την αναστολή της παρούσας αγωγής. Ούτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν παρέχει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο στην απουσία σχετικής νομοθετικής ή διαδικαστικής πρόνοιας. Οι ενάγοντες επί της ουσίας ισχυρίζονται ότι η αξίωση τους δυνάμει της παρούσας αγωγής αφορά την ειδική εκτέλεση των συγκεκριμένων όρων των Εγγράφων Υποθήκης σε σχέση με την είσπραξη των ενοικίων ενώ οι αγωγές που επικαλούνται οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αφορούν την καταβολή των οφειλόμενων ποσών που προκύπτουν από τις δανειακές συμβάσεις και η βάση των εν λόγω αγωγών είναι διαφορετική από την βάση της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση οι εκεί εναγόμενοι δεν προβάλλουν κανένα ειδικό ισχυρισμό περί ακυρότητας των εγγράφων υποθήκης. Ούτε οι διάδικοι είναι ακριβώς οι ίδιοι. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Χωραϊτη, υπαλλήλου των εναγόντων, στην οποία ουσιαστικά επεξηγεί και αναπτύσσει τους λόγους της ένστασης. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταθέσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή και έχω μελετήσει τις εν λόγω αγορεύσεις, τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο τους για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αναφορά σε θέσεις των μερών, θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Eίναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι οι αιτητές επιδιώκουν τον πλήρη παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής. Το δικονομικό πλαίσιο το οποίο, μεταξύ άλλων, στηρίζουν την παρούσα αίτηση, είναι η Δ.19, Θ. 26, η οποία όμως κατά την κρίση μου δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για να παράσχει τέτοιες θεραπείες. Η Δ.19, Θ. 26 προνοεί για την διαγραφή δικογράφου ως μη αναγκαίου ή σκανδαλώδους ή που τείνει να προκαταβάλει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «Τhe Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Η πιο πάνω πρόνοια, δεν σχετίζεται κατά την κρίση μου με τις αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες αφορούν τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Δεν θα μπορούσε να αποδοθεί τέτοια θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, με την οποία ουσιαστικά ζητείται ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής (βλ. Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1988)1 Α.Α.Δ. 1338). Οι αιτητές στηρίζουν επίσης την αίτηση τους στην Δ.27, Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ούτε η παρούσα δικονομική πρόνοια παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παράσχει τις αιτούμενες θεραπείες. Είναι γεγονός ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή. Επικαλούνται όμως κατάχρηση της διαδικασίας και ότι η παρούσα αγωγή στην ουσία είναι ενοχλητική και καταπιεστική, κάτι το οποίο εντάσσεται στα πλαίσια της εν λόγω δικονομικής διάταξης. Στο Halsbury's Laws of Engalnd, 4th edition, vol.37, para.430 αναφέρονται γενικά οι εξουσίες του Δικαστηρίου να διατάσσει τον παραμερισμό δικογράφων ή να απορρίπτει αγωγές. Στην παράγραφο 431 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τις πιο πάνω εξουσίες του για συγκεκριμένους λόγους. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: "These powers may be exercised on the ground:
(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. Στην .....Νεοφύτου v. 1. ....ΜALAK κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 118/12, Ημερ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A297 όπου εξεταζόταν απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος που εγειρόταν στην υπεράσπιση αυτεπάγγελτα, έγινε αναφορά στις πρόνοιες της Δ.27, Θ. 1 και 2 και αποφασίστηκε ότι δυνάμει των προνοιών των πιο πάνω θεσμών, το ζήτημα, το οποίο ήταν νομικό και στην ουσία δικαιοδοτικό, μπορούσε να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προδικασμό. Συνεχίζοντας, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά το θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48, θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα.» Ζητήματα απόρριψης αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.27, Θ. 3 εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα (βλ. Daimler & Co. v. Continental Tyre Co Ltd
(1916)2 A.C. 307). Σύμφωνα με την νομολογία η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316). Aναφορικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιου είδους αιτήματος, στην Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246 λέχθηκε ότι αίτηση για διαγραφή αίτησης για εκκαθάριση σαν μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexation) και σαν αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) δυνάμει των προνοιών της Δ.27, Θ.3, κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. Επίσης, στο Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436 αναφέρεται ότι «..if the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible» (βλ. επίσης 1. Νoskov xxx κ.α. v. xxx Gavrilenko, Πολ. Έφεση Αρ. Ε101/2017, Ημερ. 14/10/2021 και ARTESA TRADING CO LIMITED κ.α. v. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολ. Έφεση Αρ. 147/2012, Ημερ. 3/4/2018). Η εξουσία διαγραφής δικογράφου ή απόρριψης μιας αγωγής για τους πιο πάνω λόγους ασκείται με φειδώ και διατάσσεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Στην Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα κάτωθι: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφεύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αποτελούν δεδικασμένο. Στο Annual Practice
(1958), σελ. 575 αναφέρονται τα κάτωθι: «So if in an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiffs and the defendant ....; or no contract valid in law...; or if the matter be already res judicata ...; or if the action be brought solely to obtain relief which the court has no power to grant ...; or if relief be asked on a ground which is no ground for such relief .., the Statement of Claim will be struck out, and the action dismissed.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά υπάρχει και υποχρέωση και γενικό καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κατά πόσο αυτή αποτελεί κατάχρηση, εφόσον φυσικά όλα τα γεγονότα επί των οποίων θα κριθεί το ζήτημα βρίσκονται ενώπιον του. Πέραν λοιπόν του πιο πάνω διαδικαστικού κανονισμού που αναφέρθηκε, υπάρχει και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφα ή να απορρίπτει αγωγές όταν αυτές αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Μια διαδικασία είναι καταχρηστική όταν χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς και μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Tζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της ALDI MARINE LTD,
(2012)1Β Α.Α.Δ 1069) λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση In re Beogradska D.D. [1996] 1 Α.Α.Δ. 911 λέχθηκε ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών που συνίσταται στην επιδίωξη όμοιου σκοπού με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Παράλληλα επισημάνθηκε το γεγονός ότι το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να απορρίπτει διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή και να αναστέλλει τη μεταγενέστερη μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης, ανάλογα με την περίπτωση. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην εν λόγω υπόθεση έχει ως εξής: "Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας."» Η κατάχρηση διαδικασίας μπορεί να υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία προωθούνται πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία (βλ. Σοφία Κοζάκη v. Γεωργίου Κοζάκη
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1710 στην οποία γίνεται παραπομπή στην Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Kλασσική απόφαση για το ζήτημα του δεδικασμένου, που κατά κάποιο τρόπο καλύπτει και το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, είναι η Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare, 100, 115, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.» Το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και εξέταση καθότι διαπίστωση του εξυπακούει δραστική αντιμετώπιση, όπως διακοπή μιας δικαστικής διαδικασίας. Απαιτείται η επιδίωξη όμοιου σκοπού με διάφορα ένδικα μέσα. (Βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 και Πολ. Εφ. Αρ. 198/2012, Rashid ν. Παπόρη, ημερ. 6 Ιουνίου 2018). Όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο οφείλει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Pambos Kostakis Moleskis Trading Ltd κ.ά. ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd
(2011)2 A.A.Δ. 365 και Χαραλαμπίδης Μιχάλης ν. Νικολάου Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά αποκαλύπτονται και επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι δεν εξετάζεται περίπτωση επιδίωξης όμοιου σκοπού με την προώθηση παράλληλων ένδικων μέσων. Είναι κοινό έδαφος ότι οι προγενέστερες αγωγές που καταχωρήθηκαν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αφορούν δανειακές συμβάσεις και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις και σε εκείνες αξιώνεται το υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών και η εκποίηση των υποθηκών που καταχωρήθηκαν στο Κτηματολόγιο και κατ' ισχυρισμό αποτελούν εξασφάλιση των ως άνω αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. Με την παρούσα αγωγή αξιώνεται στην ουσία η ειδική εκτέλεση συγκεκριμένων όρων των εγγράφων υποθηκών που οι εναγόμενοι υπέγραψαν σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες, οι οποίοι αφορούν στο ζήτημα της ενοικίασης των ενυπόθηκων ακινήτων και την καταβολή των ενοικίων. Κατά συνέπεια δεν αξιώνονται με τις προηγούμενες αγωγές και την παρούσα οι ίδιες θεραπείες και ούτε αυτές εδράζονται επί των ίδιων γεγονότων, πέραν το ότι προκύπτουν από τα έγγραφα υποθήκης που υπογράφηκαν. Προκύπτει από τα τεκμήρια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ότι οι Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης, συνοδεύονται και από έγγραφα υποθήκης με συγκεκριμένους όρους. Εκείνο το οποίο στην ουσία θα πρέπει να εξεταστεί υπό τις περιστάσεις και αυτό είναι το όλο επιχείρημα των αιτητών, είναι κατά πόσο οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής μπορούσαν και έπρεπε να είχαν περιληφθεί στις προγενέστερες αγωγές, στις οποίες γίνεται αναφορά στις επίδικες υποθήκες και αξιώνεται η εκποίηση τους και κατά πόσο η παράλειψη των εναγόντων να το πράξουν και να εγείρουν την παρούσα αγωγή, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έλαβα σοβαρά υπόψη το πιο πάνω επιχείρημα και έχω διεξέλθει των γεγονότων, όπως αυτά αποκαλύπτονται στο στάδιο το οποίο βρίσκεται η παρούσα διαδικασία. Έχω λάβει υπόψη μου τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης και αυτά που αποκαλύπτονται από το φάκελο της διαδικασίας και τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση των Αιτητών. Το τι θα μπορούσε να περιληφθεί σε μια αγωγή και να εκδικαστεί μαζί με τις αιτίες αγωγής που εγείρονται σε αυτήν έτσι ώστε να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας είναι ζήτημα γεγονότων σε κάθε περίπτωση. Στην Ηλίας Μ. Τσιακλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 768 όπου εξετάστηκε ζήτημα δεδικασμένου, οι αρχές του οποίου, όπως λέχθηκε, ισχύουν και για το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, υιοθετήθηκε απόσπασμα από την πρωτόδικη κρίση το οποίο είχε ως ακολούθως: «Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίσθηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και θέματα που μπορούσαν κατάλληλα να συμπεριληφθούν, αν βέβαια αυτά αποτελούσαν μέρος της διαφοράς (part of the contest) και/ή ήσαν σημεία τα οποία κανονικά ανήκαν στο επίδικο θέμα (points which properly belonged to the subject of litigation) και τα οποία μπορούσαν οι διάδικοι με εύλογη φροντίδα να εντοπίσουν και συμπεριλάβουν στην πρώτη αγωγή τους. Είναι δηλαδή φανερό ότι η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί να θέσουν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια μόνο αγωγή όλες τις διαφορές τους γενικά, αλλά μόνο εκείνες που είναι μέρος του επίδικου θέματος. Επομένως ουσιώδη σημασία για το θέμα που εξετάζουμε είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, 12η έκδοση, σελ. 543 §1343 κάτω από τον τίτλο «Whole case» μεταξύ άλλων διαβάζουμε: "But plaintiffs are not bound, nor estopped if they fail to join dinstict causes of action though arising in respect of the same transaction."» Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, Eighteeth edition, σελ.1534 § 43 - 46 κάτω από τον τίτλο «Claims which could and should have been brought previously:» αναφέρονται τα εξής: «To bring a claim that could and should have been made as part of previous litigation is a form of abuse of process. "The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue estoppel or cause of action estoppels. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do. The distinction from even the extended doctrine of res judicata is important because abuse of process is not confined by the rules that restrict res judicata estoppels and is potentially more flexible.» (η υπογράμμιση δική μου). Αναφορικά με τη διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση του ζητήματος του δεδικασμένου από αυτό της κατάχρησης της διαδικασίας, σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του Auld L.J στην Bradford & Bingley Building Society v. Seddon Hancock and Others (third parties) [1999] 1 WLR 1482: " In my judgment, it is important to distinguish clearly between res judicata and abuse of process not qualifying as res judicata, a distinction delayed by the blurring of the two in the court's subsequent application of the above dictum. The former, in its cause of action estoppels form, is an absolute bar to relitigation, and in its issue estoppel form also, save in "special cases" or "special circumstances". ...The latter, which may arise where there is no cause or issue estoppel, is not subject to the same test, the task of the court being to draw the balance between the competing claims of one party to put his case before the court and of the other not to be unjustly hounded given the earlier history of the matter." (η υπογράμμιση δική μου). Πιο κάτω στο ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα αναφέρεται ότι «A decision as to whether to strike out a claim on the basis that it should have been brought in previous proceedings is decision involving the assessment of a number of factors to which there is only one correct answer as to whether or not there is an abuse of process, as opposed to a decision involving the exercise of discretion. The court should adopt broad - merits approach.» Προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από όλα όσα αναφέρονται στο εν λόγω σύγγραμμα (βλ. παραγράφους 43 - 47) ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες για να αποφασιστεί κατά πόσο μια μετέπειτα διαδικασία είναι καταχρηστική και στοιχεία που καταδεικνύουν μια τέτοια κατάχρηση (elements of abuse) (βλ. επίσης Τime Group Ltd v. Computer 2000 Distribution Ltd [2002] EWHC 126 QBD (TCC)). Σχετικό επίσης είναι και το κάτωθι απόσπασμα στη σελ. 1538 § 43 - 49 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος κάτω από την αναφορά «Should have been litigated in earlier proceedings:» "This form of abuse of process is usually relied on between the parties in previous litigation. As such it operates as, in effect, an extension of the doctrine of merger and cause of action estoppel: although the subsequent litigation does not rely on identical cause of action, the argument is that because the second claim "covers issues of facts which are so clearly part of the subject - matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the court to allow a new proceedings to be started in respect of them". In MCC Proceeds Inc v. Lehman Brothers International, Mummery L.J. treated it as critical that "the essential factual basis of the claims is the same in both cases" and that joinder of the defendants in the second action as a defendant in the first would not have "overloaded, or introduced complexity into, the first action". A party would be unlikely to be able successfully to allege that a claim "could and should" have been litigated in previous proceedings if in all likelihood the judge in the previous proceedings would have directed that it should be held over to await the conclusion of the previous claim.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι είναι μόνο στις περιπτώσεις που τα ζητήματα της δεύτερης αγωγής είναι ξεκάθαρα μέρος της αρχικής διαφοράς και προγενέστερης διαδικασίας και ξεκάθαρα μπορούσαν να εγερθούν σε εκείνη τη διαδικασία, που η μεταγενέστερη αγωγή θα κριθεί ως καταχρηστική. (βλ. επίσης Greenhalgh v. Mallard [1947] 2 ALL E.R. 255, 257). Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος ο διάδικος να εμποδιστεί από το να προωθήσει μια γνήσια απαίτηση του (βλ. Βoard in Brisbane City Council v. Attorney - General for Queensland [1979] A.C. 411, 425). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι δεν πρέπει να γίνεται προσπάθεια να οριστεί (define) ή να κατηγοριοποιηθεί πλήρως (categorise fully) το τι μπορεί να συνιστά κατάχρηση μιας διαδικασίας oύτε να τίθενται αυστηροί κανόνες διότι ο σκοπός είναι να αποτρέπεται η κατάχρηση και δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο η διατήρηση γνήσιων απαιτήσεων (βλ. Barrow v. Bankside Agency Ltd [1996] 1W.L.R. 257). Aκόμη και στην περίπτωση που η αξίωση της νέας αγωγής ή διαδικασίας θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της προηγούμενης διαδικασίας, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και εκ πρωιμίου ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δεν πρέπει να τίθενται αυστηροί κανόνες. Ούτε στην περίπτωση που η δεύτερη διαδικασία συγκρούεται με την πρώτη αποτελεί κατάχρηση χωρίς άλλο (βλ. Bradford & Bingley Building Society v. Seddon Hancock and Others (third parties) (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής ότι στις Αγ. Αρ. 834/2017, 837/2017, 838/2017, 839/17, 841/2017 και 842/2017, οι ενάγοντες επικαλούνται τις επίδικες υποθήκες ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους εκεί εναγόμενους, οι οποίες πιστωτικές διευκολύνσεις τερματίστηκαν και ζητούν την εκποίηση τους για κάλυψη και/ή εξόφληση των εν λόγω αξιούμενων οφειλών. Στην ουσία αξιώνουν σε εκείνες τις αγωγές τα υπόλοιπα των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν στους εκεί εναγόμενους λόγω παράβασης των δανειακών συμβάσεων και εκποίηση των επίδικων υποθηκών, οι οποίες παραχωρήθηκαν ως εξασφάλιση τους. Οι Αιτητές στην ουσία ισχυρίζονται ότι εφόσον στις πιο πάνω αγωγές γίνεται αναφορά και επίκληση των επίδικων υποθηκών και εφόσον οι ενάγοντες, όπως οι ίδιοι αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή γνώριζαν για την ενοικίαση των υποθηκευμένων ακινήτων από τις 17/03/2015, δηλαδή πριν από την καταχώρηση των προηγούμενων αγωγών, τότε η παρούσα αξίωση έπρεπε και θα μπορούσε να περιληφθεί σε εκείνες τις αγωγές. Το ζήτημα το οποίο στην ουσία εγείρεται είναι ότι εφόσον πρόκειται για τις ίδιες συμφωνίες υποθήκης οποιεσδήποτε άλλες αξιώσεις πηγάζουν από αυτές, τότε θα έπρεπε να εγερθούν στις προγενέστερες αγωγές και όχι να προωθούνται τμηματικά. Το ζήτημα όμως δεν περικλείεται στην πιο πάνω γενική αναφορά αλλά απαιτεί ιδιαίτερη εξέταση των γεγονότων και των περιστατικών της υπόθεσης αλλά και την φύση των επίδικων συμφωνιών, οι οποίες αποτελούν κατ' ισχυρισμό υποθήκες οι οποίες κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο με τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης και περαιτέρω συνοδεύονται και από έγγραφα υποθήκης. Οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή τους επικαλούνται συγκεκριμένους όρους των εν λόγω εγγράφων υποθήκης, οι οποίοι σχετίζονται με τις αξιώσεις τους για το ζήτημα των ενοικίων και αυτοί προκύπτει να μην επηρεάζουν τα οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα τους απορρέουν από τις εν λόγω υποθήκες. Προκύπτει επίσης να αξιώνουν την εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων ή να προβάλλουν αξιώσεις για παράβαση των όρων αυτών μέχρι και σήμερα. Αξιώνουν συγκεκριμένα Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους να καταχωρήσουν κατάσταση των εισπραχθέντων ενοικίων μέχρι και σήμερα και απόφαση για καταβολή αυτών των ενοικίων που θα αποκαλυφθούν στους εναγόντες. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής, αν και προκύπτουν από την ίδια συναλλαγή και συγκεκριμένα από τα έγγραφα υποθήκης τα οποία συνοδεύουν τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών, των οποίων ζητείται η εκποίηση στις προγενέστερες αγωγές, είναι ανεξάρτητες και δεν απορρέουν από τα επίδικα ζητήματα εκείνων των αγωγών, έτσι ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι ξεκάθαρα έπρεπε να περιληφθούν στις αγωγές εκείνες και να εκδικαστούν μαζί. Η οποιαδήποτε αιτούμενη χρηματική θεραπεία αξιώνεται με τις προγενέστερες αγωγές δεν βασίζεται στις Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών αλλά στις δανειακές συμβάσεις και εγγυήσεις. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι γίνεται επίκληση των εν λόγω συμφωνιών υποθηκών για σκοπούς εξόφλησης όμως των υπολοίπων των πιστωτικών διευκολύνσεων. Τούτο όμως, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι δεν εμποδίζει τους ενάγοντες από το να επανέλθουν με την παρούσα αγωγή και να διεκδικήσουν χρηματικές αξιώσεις δυνάμει συγκεκριμένων όρων των επίδικων εγγράφων υποθηκών (βλ. Securum Finance Ltd v. Ashton and another [1999] 2 All E.R. (Comm) 331). Οι Αιτητές στην παρούσα, πέραν από το γεγονός ότι οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής προκύπτουν από τις συμφωνίες υποθήκης, δεν αναφέρουν ούτε επικαλούνται ότι οι αυτές θα μπορούσαν και καταλλήλως να εγερθούν στις προγενέστερες αγωγές και να εκδικαστούν μαζί με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα ως παρεπόμενα αυτών. Επικαλούνται μόνο τις υπερασπίσεις τους σε εκείνες τις αγωγές, οι οποίες όμως αφορούν κατ' ουσία στην ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων και στην παρεπόμενη εξάλειψη των υποθηκών. Από την αντίπερα όχθη οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους ισχυρίζονται ότι οι διάδικοι στην παρούσα αγωγή δεν είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους διάδικους στις άλλες αγωγές και οι θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή είναι διαφορετικές και ανεξάρτητες. Στην βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, η παρούσα αγωγή εδράζεται σε εντελώς διαφορετικά γεγονότα από αυτά των προγενέστερων αγωγών, σε διαφορετική αιτία αγωγής και αξιώνονται διαφορετικές θεραπείες εναντίον μόνο των ενυπόθηκων οφειλετών που εδράζονται κατ' αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένους όρους των επίδικων εγγράφων υποθηκών και οι οποίοι προκύπτει να είναι ανεξάρτητοι και να μην επηρεάζουν το δικαίωμα των εναγόντων για εκποίηση των υποθηκών που αξιώνεται με τις προγενέστερες αγωγές. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι επικαλούνται τις επίδικες υποθήκες στις προγενέστερες αγωγές για σκοπούς έκδοσης διατάγματος εκποίησης τους με απώτερο σκοπό την κάλυψη των αξιούμενων υπολοίπων των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχώρησαν, τότε και οι παρούσες αξιώσεις θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί σε εκείνες τις αγωγές. Ο πυρήνας των γεγονότων και των αξιώσεων σε εκείνες τις αγωγές, κρίνω ότι δεν περιλαμβάνει τις αξιώσεις της παρούσας αγωγής έτσι ώστε να έπρεπε να περιληφθούν στις αρχικές αγωγές. Δεν μου διαφεύγει ότι υπό διαφορετικές περιστάσεις δυνατό να μπορούσαν να περιληφθούν. Ωστόσο, προκύπτει ότι η κατ' ισχυρισμό προνοούμενη διαδικασία για την εφαρμογή των επίδικων όρων των υποθηκών και συγκεκριμένα η ειδοποίηση 7 ημερών για την κατάθεση των ενοικίων που οι εναγόμενοι λάμβαναν έλαβε χώρα τις 19/04/2021. Δηλαδή, αναφύονται γεγονότα τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεση απαίτησης, για την στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος, τα οποία έλαβαν χώρα μεταγενέστερα των αγωγών που καταχωρήθηκαν κατά το έτος 2017. Επαναλαμβάνω ότι τα επίδικα ζητήματα στις προγενέστερες αγωγές είναι διαφορετικά, αφορούν δανειακές συμβάσεις και οφειλές, περιλαμβάνουν εκείνες οι αγωγές και άλλους διαδίκους και δεν έχει καταδειχθεί ότι η μόνη κατάλληλη περίπτωση ήταν η περίληψη και εκδίκαση των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα στις προγενέστερες διαδικασίες. Το γεγονός και μόνο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι η αιτία της παρούσας αγωγής προκύπτει από την ίδια συναλλαγή, δεν εμποδίζει τους ενάγοντες να την προωθούν και ούτε υπό τις περιστάσεις απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί και οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγόμενων με την έγερση της παρούσας αγωγής, οι οποίοι θα έχουν την ευχέρεια να επικεντρωθούν στα ιδιαίτερα και ξεχωριστά ζητήματα που αφορούν στις επίδικες υποθήκες και να υπερασπιστούν την υπόθεση τους. Ούτε έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε κίνητρο ή σκοπιμότητα των εναγόντων στο να προωθούν την παρούσα αγωγή ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση που να δικαιολογούσε το συμπέρασμα για κατάχρηση της διαδικασίας. Κρίνω ότι στην βάση των γεγονότων της παρούσας περίπτωσης ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που οι ενάγοντες έπρεπε και θα μπορούσαν να περιλάβουν την αξίωση τους στις προγενέστερες αγωγές χωρίς άλλο. Αλλά ακόμη και έτσι να ήταν η περίπτωση, δεν έχει καταδειχθεί ότι πρόκειται για μια ξεκάθαρη περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας, εν τη έννοια και σκοπό της όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, έτσι ώστε να πρέπει να εμποδιστούν οι ενάγοντες να προβάλουν τις αξιώσεις τους, οι οποίες βασίζονται σε όρους εγγράφων υποθήκης που συνόδευαν τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης που παραχωρήθηκαν και υπέγραψαν οι εναγόμενοι. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί κατάχρηση και η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Απορρίπτεται με έξοδα υπερ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο