← Κύπρος

PITSIAKKOS HOLDINGS LTD ν. Π. Γ. Ε. κ.α., Αρ. Aγωγής: 4061/2012, 30/6/2022

PITSIAKKOS HOLDINGS LTD ν. Π. Γ. Ε. κ.α., Αρ. Aγωγής: 4061/2012, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 4061/2012 Μεταξύ: PITSIAKKOS HOLDINGS LTD από την Πάφο Εναγόντων και

  1. Π. Γ. Ε. από την Πάφο
  2. T. C. από την Πάφο
  3. C. C. από την Πάφο
  4. D. C. P. από την Πάφο Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Ημερ. 21/01/2022 για αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων ημερομηνίας 10/12/2021 με τις οποίες η ενάγουσα διατάχθηκε να παράσχει ασφάλεια εξόδων Ημερ.: 30/06/
  5. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Κουρσάρου για κ.κ. Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Καθ' ου η Αίτηση : κα Κ. Ανδρέου και κ. Χρ. Σιμιλλίδης για κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και Παύλος Γ. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Σ. Δίγκα για κ. Στέλιο Κ. Στυλιανού. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10/12/2021 εκδόθηκαν δύο αποφάσεις από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεων που υποβλήθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, με τις οποίες η ενάγουσα διατάχθηκε όπως εντός 30 ημερών καταθέσει στον Πρωτοκολλητή, υπό μορφή ασφάλειας εξόδων, τραπεζική εγγύηση ύψους €13,000 για έκαστο εναγόμενο. Διατάχθηκε επίσης όπως η διαδικασία της αγωγής ανασταλεί και σε περίπτωση που «εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν υπάρξει από πλευράς ενάγουσας συμμόρφωση με τους πιο πάνω όρους παροχής ασφάλειας εξόδων, τότε η αγωγή θα θεωρείται εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα με έξοδα εις βάρος της.» Σημειώνεται ότι η αγωγή βρισκόταν στο στάδιο της συνέχισης της ακρόασης όταν υποβλήθηκαν οι εν λόγω αιτήσεις και εκδόθηκαν τα πιο πάνω διατάγματα, για τους λόγους και λεπτομέρειες που αναφέρονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/12/
  6. Προς ολοκλήρωση της όλης εικόνας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις πιο πάνω αποφάσεις εντός του τασσόμενου χρονικού διαστήματος και οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, έχοντας υπόψη και το λεκτικό του διατάγματος, προχώρησαν με την καταχώρηση καταλόγων εξόδων, οι οποίοι υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, προχώρησε με την καταχώρηση εφέσεων εναντίον των πιο πάνω αποφάσεων με τις οποίες διατάχθηκε να παράσχει ασφάλεια εξόδων αμφισβητώντας την κατάληξη του Δικαστηρίου, οι οποίες, όπως προκύπτει εκκρεμούν. Στην αγόρευση των συνηγόρων της ενάγουσας αναφέρεται ότι αυτές εντάχθηκαν στη διαδικασία ταχείας εκδίκασης, έλαβαν τους αρ. Ε11/22 και Ε12/22 και ήταν ορισμένες για προγραμματισμό στις 22/06/
  7. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η ενάγουσα καταχώρησε στις 21/01/2022, δηλαδή μετά την λήξη της προθεσμίας για την καταχώρηση ασφάλειας εξόδων, την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αγωγή ημερομηνίας 10/12/2021 που εκδόθηκαν στις Αιτήσεις ημερομηνίας 11/10/2021 και 13/10/2021, μέχρι την εκδίκαση των Εφέσεων που έχουν καταχωρηθεί κατά των εν λόγω αποφάσεων και έκδοσης τελικών αποφάσεων σε αυτές. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αξιώνει Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρατείνει το χρόνο κατάθεσης ασφάλειας εξόδων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γ. Ν., διευθυντή της ενάγουσας. Σε αυτήν ισχυρίζεται ότι υπάρχει καλή υπόθεση για επιτυχία της έφεσης παραθέτοντας τους λόγους και ο χρόνος κατάθεσης της ασφάλειας εξόδων θα πρέπει να παραταθεί διότι το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η έφεση θα χάσει τη σημασία της και η ενάγουσα καλείται να καταθέσει ένα ποσό ύψους €26,000 διαφορετικά η αγωγή της θα απορριφθεί, για την οποία ανάμενε 9 ολόκληρα χρόνια να εκδικαστεί. Από την αντίπερα όχθη, αμφότεροι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν ενστάσεις στην πιο πάνω αίτηση, στις 07/04/2022 και 06/04/2022 αντίστοιχα. Ο εναγόμενος αρ. 1 προβάλλει 14 λόγους ένστασης ως αυτοί φαίνονται και αναγράφονται στο σώμα της ένστασης του. Ουσιαστικά, προβάλλεται η θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι γενικοί και αόριστοι και δεν καταδεικνύονται καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Επίσης, προβάλλεται η θέση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης, θα δημιουργήσει τεράστια αδικία στον εναγόμενο αρ.
  8. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγόμενου αρ. 1, ο οποίος εν πολλοίς επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που καταγράφονται στο σώμα της. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Αιτητές δεν έχουν παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση και εξασφάλιση προς τον ίδιο, ούτως ώστε να μην μένει εκτεθειμένος. Ο εναγόμενος αρ. 2, με τη δική του ένσταση παραθέτει επίσης 14 λόγους για την απόρριψη της αίτησης, ως φαίνονται και καταγράφονται στο σώμα της ένστασης του. Προβάλλεται στην ένσταση του εναγόμενου αρ. 2, ουσιαστικά, η θέση ότι δεν δικαιολογείται το αίτημα και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης, προβάλλεται η θέση ότι οι Αιτητές δεν έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου και με την πάροδο των 30 ημερών η αγωγή έπαυσε να υπάρχει και δεν είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος για παράταση του χρόνου καταχώρησης ασφάλειας εξόδων. Η πιο πάνω ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση κάποιας κας Μαρίας Κάττου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον εναγόμενο αρ. 2 και στην οποία προβάλλει το αβάσιμο της αίτησης. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες όλα τα διάδικα μέρη καταθέσαν στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να αναφερθώ στα όσα εκεί αναφέρονται. Θα προβώ σε αναφορές στις θέσεις των μερών κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, εκεί και όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Προχωρώντας να εξετάσω την παρούσα αίτηση, θα πρέπει, κατ' αρχάς, να διευκρινιστεί τί είναι αυτό που στην ουσία ζητά η αιτήτρια. Με τα αιτητικά υπό στοιχείο Α της αίτηση της αξιώνει την αναστολή εκτέλεσης των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου ενώ με το Αιτητικό υπό στοιχείο Β, προκύπτει να αξιώνει παράταση του χρόνου κατάθεσης της ασφάλειας εξόδων. Στην αγόρευση τους οι συνήγοροι της Αιτήτριας αναφέρουν ότι είναι δίκαιο να παρατεθεί ο χρόνος κατάθεσης ασφάλειας εξόδων και να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης μέχρι να εκδικαστούν οι εφέσεις. Οι εν λόγω αποφάσεις του Δικαστηρίου όμως αποτελούνται από δύο σκέλη. Το ένα αφορά στη διαταγή για την παροχή ασφάλειας εξόδων και το άλλο αφορά στις συνέπειες από την παράλειψη συμμόρφωσης με την εν λόγω διαταγή. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω αποφάσεων στην ολότητα τους θα σήμαινε την μη εφαρμογή τόσο της διαταγής του Δικαστηρίου για την καταβολή ασφάλειας εξόδων όσο των συνεπειών από τη μη συμμόρφωση με αυτήν. Η αξίωση δε για παροχή παράτασης για τη κατάθεση ασφάλειας εξόδων, σημαίνει να δοθεί κάποιο περαιτέρω χρονικό διάστημα για συμμόρφωση με τη διαταγή για καταχώρηση ασφάλειας εξόδων. Εκείνο το οποίο μπορώ να αντιληφθώ από την αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας είναι ότι αυτοί επιχειρούν να διατηρήσουν σε ζωή την παρούσα αγωγή και να παγοποιήσουν την όλη διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο ενόσω εκκρεμούν οι εφέσεις και υποστηρίζουν τα αιτητικά τους βασιζόμενοι μόνο στις αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, σύμφωνα με την αγόρευση των συνηγόρων τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, επειδή όπως είναι διατυπωμένα τα αιτητικά στην παρούσα αίτηση, τυχόν έγκριση τους ενδέχεται να επιφέρει διαφορετικές συνέπειες, θα προχωρήσω να τα εξετάσω ξεχωριστά και στη βάση καθιερωμένων αρχών οι οποίες αφορούν στην αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης εκκρεμούσας της έφεσης και στην παράταση χρονικών προθεσμιών που τάσσονται για να γίνει κάτι. Οι συνήγοροι της ενάγουσας στην αγόρευση τους αναφέρονται στις αρχές αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης ενόσω εκκρεμεί έφεση. Η αίτηση επίσης στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.35, θθ.18 και 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη Δ.40, Θ.
  9. Το απαύγασμα της νομολογίας σε σχέση με την ερμηνεία της Δ.35, Θ. 18 και 19 είναι ότι ο επιτυχόν διάδικος δε θα πρέπει να αποστερείται, εκτός για πολύ καλό λόγο, των καρπών της επιτυχίας του. Το ένδικο μέσο της έφεσης δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν έχουν δεσπόζουσα ή καθοριστική επίπτωση. Εκείνο το οποίο καλείται να εξισορροπήσει το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι η φυσιολογική προσδοκία του ενάγοντα ότι θα απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και, από την άλλη, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην απωλέσει τη σημασία της και να παραμείνει συνεπώς χωρίς αντίκρισμα (βλ. Χρίστος Σωκρατους Ιωάννου v. ΥIANGOS I SOCRATOUS & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 149/2015, Ημερ. 26/09/2015). Στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων

(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγω της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» (βλ. επίσης Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκινά κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1921, 1932-3, P & MA Restaurant Limited κ.ά. ν. Wakeham
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1239, 1243-5, The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 955, 966-8, Χαραλάμπους ν. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978, 1982-3, A.B.P. Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, 293 και Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, 597 και CHRISTAKIS PILIDES CONSTRUCTION LTD v. PHILPOOL LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2019, Ημερομηνίας 12/06/2020). Πέραν των πιο πάνω, η Δ.35, Θ.18 περιορίζεται σε αποφάσεις οι οποίες τελούν υπό έφεση (βλ. Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Στην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 764 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708· In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R.524). Η Δ.35, θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος."» Δικαίωμα αναστολής εκτέλεσης μιας απόφαση ή διατάγματος του Δικαστηρίου παρέχεται και από τη Δ.40, Θ.11, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει. Στην Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης: «Αφετέρου, η δικαιοδοσία η οποία παρέχεται από τις πρόνοιες της Δ.40, κ.11 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την αναστολή εκτέλεσης, περιορίζεται στα θέματα τα οποία εξειδικεύονται από τις διατάξεις της και τα οποία δεν αφορούν την παρούσα αίτηση. Όπως έχει επισημανθεί στην Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449 η πιο πάνω διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης.» Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές επιζητούν την αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων με τις οποίες διατάχθηκαν να παράσχουν ασφάλεια εξόδων διαφορετικά η αγωγή θα θεωρείτο απορριφθείσα και τις οποίες εφεσίβαλαν. Ισχυρίζονται ότι έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση που καταχώρησαν εναντίον των σχετικών αποφάσεων καθότι το Δικαστήριο μετέθεσε το βάρος απόδειξης της φερεγγυότητας τους στους ώμους τους κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας ενώ ήταν οι Αιτητές στις Αιτήσεις για παροχή ασφάλειας εξόδων που είχαν το βάρος να αποδείξουν την αφερεγγυότητα τους, κάτι που είχαν αποτύχει να πράξουν. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση ημερομηνίας 13/10/2021 και η οποία προερχόταν από το δικηγόρο του εναγόμενου αρ. 2 - αιτητή, ήταν παράτυπη και ανεπίτρεπτη και το Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό, παρόλο που προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών. Από την άλλη οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της ορθότητας των εν λόγω αποφάσεων. Έχω λάβει υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και όσα οι Αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και κρίνω ότι δεν είναι η περίπτωση που μπορεί να γίνει ασφαλής πρόβλεψη για το αποτέλεσμα της έφεσης και ο παράγοντας αυτός, υπό τις περιστάσεις, υπέχει οριακής σημασίας. Στις αποφάσεις του Δικαστηρίου γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 13/10/2021, παρά τις οποιεσδήποτε άλλες αναφορές του για το ζήτημα αυτό. Επίσης, για τους λόγους που αναφέρει έκρινε την αφερεγγυότητα των Αιτητών και άσκησε ανάλογα την διακριτική του ευχέρεια. Δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο επιτυχίας της έφεσης αλλά η πρόβλεψη περί τούτου δεν μπορεί να γίνει με ασφάλεια, γι αυτό τούτο δεν μπορεί να υπέχει σημαίνουσας βαρύτητας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης θα πρέπει να συνυπολογιστεί με τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους αιτήσεις, οι οποίοι έχουν και βαρύνουσας σημασίας για την έγκριση της ή όχι. Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές διατάχθηκαν να παράσχουν ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, διαφορετικά δεν θα είχαν δικαίωμα να προωθήσουν περαιτέρω την αγωγή τους και αυτή θα θεωρείτο εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα με τα έξοδα να τους βαραίνουν. Η διαταγή αυτή εκδόθηκε με σκοπό να εξασφαλιστούν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ως προς τα έξοδα τους σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής των Αιτητών. Οι Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί το δεύτερο σκέλος των αποφάσεων. Με το Αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης, οι Αιτητές στην ουσία αιτούνται κατά γενικό τρόπο την αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω αποφάσεων. Τούτο όμως θα έχει ως αποτέλεσμα οι εν λόγω διαταγές και διατάγματα να μην είναι εκτελεστά κάτι το οποίο θα συμπαρασύρει και τις συνέπειες από την μη τήρηση τους και τη διαταγή του Δικαστηρίου ότι οι αγωγές θα θεωρούνται εγκαταλειφθείσες και απορριφθείσες. Οι συνέπειες δηλαδή από την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των εν λόγω διαταγών, θα είναι να επαναφερθεί η κατάσταση πραγμάτων πριν την έκδοση τους και στην ουσία να αναμένεται το αποτέλεσμα της έφεσης για να κριθεί τι μέλλει γένεσθαι με την παρούσα αγωγή και τότε να αποφασίσουν οι Αιτητές τι θα πράξουν. Θα μπορούσε επίσης μια τέτοια διαταγή να ερμηνευθεί ότι με την αναστολή εκτέλεσης των σχετικών διαταγών για ασφάλεια εξόδων μέχρι την έφεση, οι Αιτητές δεν θα έχουν υποχρέωση μέχρι τότε να καταθέσουν την ασφάλεια εξόδων και κατά συνέπεια θα μπορούν να προωθούν την αγωγή τους από το σημείο στο οποίο διακόπηκε. Μια τέτοια εξέλιξη όμως θα ήταν ανορθόδοξη, θα έπληττε το κύρος των διαταγμάτων και/ή αποφάσεων του Δικαστηρίου και την όλη διαδικασία και θα δημιουργούσε μια αβεβαιότητα. Θα παγοποιείτο η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι να αποφασιστεί κατά πόσο ορθώς διατάχθηκε η ενάγουσα να καταβάλει ασφάλεια εξόδων ή όχι. Θα υπήρχε επίσης το ενδεχόμενο να υποχρεώνονταν οι εναγόμενοι να συνεχίσουν να υπερασπίζονται την παρούσα αγωγή, χωρίς αυτοί να είναι εξασφαλισμένοι για τα έξοδα τους σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου και να αναμένεται η απόφαση του εφετείου επί του ζητήματος, με αβέβαιο το αποτέλεσμα. Από την άλλη, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η έφεση δεν θα χάσει το αντικείμενο της. Σε περίπτωση που οι διαταγές του Δικαστηρίου για την παροχή ασφάλειας εξόδων ακυρωθούν κατ' έφεση, θα συμπαρασύρουν και τις όποιες συνέπειες από την μη συμμόρφωση των Αιτητών με αυτές και δη με την απόρριψη της αγωγής τους (βλ. Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσανθής Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592). Στην αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας ουδεμία αναφορά γίνεται το ζήτημα αυτό, το οποίο επικαλείται ο ενόρκως δηλών που συνοδεύει την αίτηση και δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο θα απωλεσθεί το αντικείμενο της έφεσης, υπό τις περιστάσεις. Πέραν των πιο πάνω, οι συνήγοροι της Αιτήτριας στην αγόρευση τους αναφέρουν ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να αποστερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Εκτός από τους ισχυρισμούς που αναφέρουν ότι δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την απόρριψη της παρούσας αγωγής και ούτε προχώρησαν με την ψήφιση καταλόγου εξόδων, επικαλούνται στην ουσία την αφερεγγυότητα της Αιτήτριας και ότι οι εναγόμενοι δεν θα μπορούν να εισπράξουν. Ισχυρίζονται ότι ολόκληρη η περιουσία της Αιτήτριας είναι βεβαρημένη με ΜΕΜΟ, και έτσι και αλλιώς δεν θα μπορούν να εισπράξουν. Η θέση αυτή αποτελεί οξύμορο σχήμα. Δηλαδή, από την μια η Αιτήτρια να επικαλείται την φερεγγυότητα της και να αμφισβητεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου περί τούτου και από την άλλη να ισχυρίζονται οι συνήγοροι της ότι οι εναγόμενοι έτσι και αλλιώς θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους διότι δεν θα μπορούν να εισπράξουν για να δικαιολογήσουν τη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν υποστούν οποιαδήποτε βλάβη από την τυχόν αναστολή εκτέλεσης των επίδικων αποφάσεων. Η ουσία όμως σε κάθε περίπτωση είναι ότι με την έγκριση του αιτήματος πλήττεται η τελεσιδικία των αποφάσεων και στην προκειμένη περιπλέκεται η όλη διαδικασία με επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόμενων. Από την άλλη, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν καταδεικνύεται ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Ούτε στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα που συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση πέραν της αναφοράς του ενόρκως δηλούντα που συνοδεύει την αίτηση ότι το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί. Πέραν των πιο πάνω, πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ή ακόμα και στην αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για την ετοιμότητα της Αιτήτριας να αποδεχθεί όρους σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης της. Σε κάθε περίπτωση είναι νομολογημένο (βλ. Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978) ότι εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους στην περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Στην παρούσα περίπτωση όμως η Αιτήτρια η οποία διατάχθηκε να καταβάλει ασφάλεια εξόδων παρέλειψε να το πράξει και με βάση τα όσα οι συνήγοροι της επικαλούνται, οι εναγόμενοι δεν μπορούν έτσι και αλλιώς να εισπράξουν οτιδήποτε από αυτήν διότι όλη η περιουσία της επιβαρύνεται με ΜΕΜΟ. Δηλαδή, η Αιτήτρια στην ουσία επιζητεί την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης χωρίς να είναι έτοιμη και όπως προκύπτει να είναι και ικανή να παράσχει οποιοδήποτε αντιστάθμισμα το οποίο θα εξασφαλίζει τους εναγόμενους. Όσον αφορά το δεύτερο αιτητικό, δηλαδή της παροχής παράτασης του χρόνου κατάθεσης της ασφάλειας εξόδων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, θα πρέπει αρχικά να εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται η παρούσα αγωγή έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπερ του αιτήματος αυτού αυτόνομα και ανεξάρτητα από το πρώτο αιτητικό. Ανατρέχοντας στο λεκτικό του διατάγματος και/ή της απόφασης του Δικαστηρίου, εκείνο το οποίο προκύπτει να διατάχθηκε ήταν ότι στην περίπτωση μη συμμόρφωσης των Αιτητών με την παροχή ασφάλειας εξόδων εντός 30 ημερών από την έκδοση της διαταγής, η αγωγή θα θεωρείτο εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα, δίδοντας μάλιστα και οδηγίες ως προς τα έξοδα, τα οποία θα βάρυναν τους Αιτητές. Όπως προκύπτει από το νομολογηθέντα στην Adidas Sportschufabriken Adi Dassier Stiftung and Co Ltd v. Krashias Shoe Factory Ltd (Aρ.2)
(1990)1 Α.Α.Δ. 1087, «Βάσει των προνοιών της Δ.60, Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει, κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής για την ασφάλεια των εξόδων την απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.» Αυτό προκύπτει επίσης και από τις υποδείξεις του Εφετείου στην Lupusco Volga Farming Ltd v. Kismetia Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 209/2014, Ημερ. 06/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A77. Σημειώνεται επίσης ότι στην υπόθεση Adidas Sportschufabriken Adi Dassier Stiftung and Co Ltd v. Krashias Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), χρησιμοποιήθηκε το ίδιο λεκτικό όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης και κρίθηκε ότι με την παράλειψη των εφεσειόντων να συμμορφωθούν με τη διαταγή του Δικαστηρίου, επέφερε και την έκπτωση της έφεσης, η οποία κρίθηκε ως απορριφθείσα και η αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης ασφάλειας εξόδων απορρίφθηκε. Παραπέμπω επίσης στην HE.NI.PA ESTATES CO LTD v. CLUB DIDO GESMBH
(1995)1 Α.Α.Δ. 371. Στην παρούσα υπόθεση με βάση το λεκτικό του διατάγματος, το Δικαστήριο διέταξε ότι στην περίπτωση που δεν υπήρχε συμμόρφωση με την διαταγή για την παροχή ασφάλειας εξόδων, η αγωγή δεν θα θεωρείτο μόνο εγκαταλειφθείσα και θα υπόκειτο σε απόρριψη αλλά θα θεωρείτο και απορριφθείσα με τα έξοδα μάλιστα της αγωγής να βάραιναν τους ενάγοντες. Κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή δεν υπάρχει πλέον, έχει απορριφθεί αυτοδίκαια και δεν παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να μεταβάλει τη διαταγή του. Επομένως, αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της ασφάλειας εξόδων από μόνο του είναι άνευ αντικειμένου και δεν μπορεί να εγκριθεί. Τούτο αποτελεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με το αιτητικό Β. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, παρεμφερώς και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί διαφορετικά, δηλαδή ότι το λεκτικό του διατάγματος του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε από μόνο του να επιφέρει την απόρριψη της αγωγής και απαιτείτο η λήψη άλλου μέτρου από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, δηλαδή αίτησης για απόρριψη της παρούσας αγωγής και/ή ότι αίτηση για παράταση του χρόνου, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να καταχωρηθεί και μετά τη πάροδο της προθεσμίας συμμόρφωσης με το διάταγμα, πάλι δεν θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η Δ.57, Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει αιτήσεις για παράταση χρόνου (βλ. Lupusco Volga Farming Ltd v. Kismetia Ltd, (ανωτέρω). Τέτοιου είδους αιτήσεις θα πρέπει, κατά κανόνα, να υποβάλλονται πριν την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας (βλ. Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 1569, Βranco Salvage Ltd v. Republic
(1967)3 C.L.R. 213 και Koni Constructions Ltd v. Marketrends Financial Planning Ltd κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1664). Παρά ταύτα προκύπτει από τη νομολογία ότι παρέχεται ευχέρεια καταχώρησης αίτησης για παράταση του χρόνου, ειδικότερα σε διαταγές για την παροχή ασφάλειας εξόδων, και μετά την εκπνοή της προθεσμίας που καθορίστηκε στο διάταγμα και η πρόνοια στο διάταγμα για απόρριψη της αγωγής δεν εμποδίζει τη λήψη ενός τέτοιου διαβήματος (βλ. Ζεμενίδου v. Zεμενίδη (αρ.2)
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 578, HE.NI.PA ESTATES CO LTD v. CLUB DIDO GESMBH (ανωτέρω) και Lupusco Volga Farming Ltd v. Kismetia Ltd, (ανωτέρω)). Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος, είναι η παροχή εξήγησης για την μη καταχώρηση της αίτησης πριν την εκπνοή της προθεσμίας. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι της μη συμμόρφωσης με την διαταγή για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Στην παρούσα υπόθεση η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 11 μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας για συμμόρφωση με τη διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση. Επίσης, δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή επαρκής δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση των Αιτητών με την διαταγή του Δικαστηρίου. Ο λόγος που προκύπτει να προβάλλεται γι αυτό είναι ότι οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει έφεση εναντίον των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Δηλαδή, οι Αιτητές συνειδητά δεν συμμορφώθηκαν με τη διαταγή του Δικαστηρίου και όχι για λόγους που ενδεχομένως να μπορούσαν να κριθούν δικαιολογημένοι. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι ότι οι Αιτητές διαφωνούν με την απόφαση του Δικαστηρίου, εξ' ου και δεν συμμορφώθηκαν. Τυχόν έγκριση του αιτήματος αυτού, όπως είναι διατυπωμένο και έχει προωθηθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα να παρακαμφθεί η τήρηση των προθεσμιών, χωρίς να παρουσιάζονται επαρκείς λόγοι για τη μη έγκαιρη προώθηση του αιτήματος αυτού και τη μη συμμόρφωση με τη διαταγή του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα και ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, τυχόν έγκριση του εν λόγω αιτητικού με τον γενικό τρόπο που επιζητείται, δηλαδή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, δημιουργεί μια αβεβαιότητα και θα καθυστερήσει την περαιτέρω προώθηση της παρούσας αγωγής για άγνωστο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις κρίνω ότι δεν συντρέχουν λόγοι για παράταση του χρόνου καταχώρησης της ασφάλειας εξόδων, ως οι Αιτητές αξιώνουν, περαιτέρω ή διαζευκτικά. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και εναντίον των Αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από του Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.