← Κύπρος

K. Δ. Κ. κ.α. ν. E&D Silicat Construction & Developing Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 35/2017, 1345/2018, 2/2/2022

K. Δ. Κ. κ.α. ν. E&D Silicat Construction & Developing Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 35/2017, 1345/2018, 2/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 35/2017 Μεταξύ: K. Δ. Κ. Ενάγοντα και

  1. E&D Silicat Construction & Developing Limited
  2. N. Ε.
  3. Σ. Λ.
  4. Σ. Λ. Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 1345/2018 Μεταξύ:
  5. Σ. Λ.
  6. Σ. Λ. Ενάγοντες και
  7. K. Δ. Κ.
  8. E&D Silicat Construction & Developing Limited Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για συνένωση ημερομηνίας 14.07.2021 Ημερομηνία: 02/02/
  9. Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 - αιτητές: κ. Χατζηνικολάου μαζί με κ. Στυλιανίδη για κ.κ. ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα. Σουσανίδη για κ.κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 - αιτητές, ζητούν την συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή με αρ. 1345/18 Ε. Δ. Πάφου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση παρατίθενται στην αίτηση και έχουν ως ακολούθως: «Οι Εναγόμενοι 3 και 4 στην Αγωγή 35/2017 είναι οι Ενάγοντες στην Αγωγή Αρ. 1345/
  10. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1 στην Αγωγή 35/2017 είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Αγωγή 1345/
  11. Τα γεγονότα και τα σημεία στα οποία βασίζεται η Αγωγή 35/2017 αλλά και η Ανταπαίτηση στην Αγωγή 1345/2018 είναι τα ίδια, ήτοι και στις δύο διαδικασίες οι θεραπείες που επιζητεί ο Ενάγοντας στην Αγωγή 35/2017 και Εναγόμενος στην Αγωγή 1345/2018 βασίζονται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας αντιπαροχής ημερομηνίας 01/05/2008 που σύναψε η εναγόμενη 1 στην Αγωγή 35/2017 εταιρεία για ανάπτυξη 6 κατοικιών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στο οποίο ανεγέρθηκε η Κατοικία και στον κατ' ισχυρισμό δόλο/απάτη κατά τη συνομολόγηση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 18/06/2008 μεταξύ των Εναγόμενων 3 και 4, της Εναγόμενης 1 στην Αγωγή 35/2017 και του Ενάγοντα με το οποίο οι Εναγόμενοι 3 και 4 αγόρασαν 1 εκ των 6 κατοικιών που θα ανεγείρονταν στο Οικόπεδο βάσει της συμφωνίας αντιπαροχής. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 ως Ενάγοντες 1 και 2 στην Αγωγή 1345/2018 επιδιώκουν την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου και αποζημιώσεις για δαπάνες που προέβησαν για έκδοση των απαραίτητων αδειών από την Αρμόδια Αρχή σχετικά με την ανέγερση της κατοικίας που αγόρασαν επί του Οικοπέδου. Τόσο με την αγωγή 35/2017 όσο και με την Ανταπαίτηση στην αγωγή 1345/2018, ο Ενάγοντας εγείροντας τα ίδια γεγονότα και σημεία επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς, ήτοι την ακύρωση του Πωλητηρίου Εγγράφου, τη λήψη αποζημιώσεων λόγω δόλου και απάτης καθώς και την άρση της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης στην Κατοικία. Η Εναγόμενη 1 στην Αγωγή 35/2017 / Εναγόμενη 2 στην Αγωγή 1345/2018 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης σε καμία από τις 2 αγωγές και οι διαδικασίες προχωρούν ερήμην της. Το ίδιο ισχύει και για τον Εναγόμενο 2 στην αγωγή 35/
  12. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 και ο Ενάγοντας εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους και στις 2 αγωγές. Αμφότερες οι Αγωγές βασίζονται στο ίδιο θέμα, στους ίδιους νομικούς λόγους και από πλευράς Ενάγοντα σε δύο ταυτόσημες απαιτήσεις. Διαπιστώνεται επομένως η ύπαρξη κοινού πραγματικού και νομικού ζητήματος ως επίσης η έκβαση της αγωγής 35/2017 θα επηρεάσει την έκβαση της αγωγής 1345/
  13. Είναι προς όφελος της σωστής απονομής της δικαιοσύνης όπως αμφότερες οι πιο πάνω Αγωγές συνεκδικασθούν ούτως ώστε να μην υπάρχει σπατάλη του Δικαστικού χρόνου για την εκδίκαση των ίδιων γεγονότων και απαιτήσεων εις διπλούν, ούτε και είναι ορθό για τα ίδια γεγονότα να διεξαχθούν δύο ακροάσεις με κίνδυνο αντιφατικών αποφάσεων.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.14, θ.θ. 2, 3 και 4 και στη Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3 και 9 (e), στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αίτηση των Εναγόμενων 3 και 4 συνάντησε την ένσταση του Ενάγοντα, ο οποίος στις 20/10/2021 καταχώρησε γραπτή ένσταση εκθέτοντας σε αυτή τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ως ακολούθως: « (α) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή νόμω αβάσιμη και/ή η νομική βάση είναι ανύπαρκτη και λανθασμένη. (β) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόβουλη. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος. (δ) Οι επιχειρούμενες προς συνένωση αγωγές στηρίζονται σε ολωσδιόλου διαφορετική και/ή διαφορετική νομική βάση. (ε) Δεν υφίσταται κοινό νομικό ζήτημα που να αιτιολογεί την έκδοση διατάγματος.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου επίδοσης των δικηγόρων του ενάγοντα. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η συνένωση θα περιπλέξει τα γεγονότα και τη διαδικασία εκδίκασης των αγωγών προς όφελος κανενός και κυρίως εις βάρος του Δικαστηρίου και του πολύτιμου χρόνου. Η ύπαρξη νομικού και πραγματικού ζητήματος θα πρέπει να διαπιστώνεται αποκλειστικά από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο αγωγές στηρίζονται σε ολωσδιόλου διαφορετική νομική βάση με μοναδικό κοινό γεγονός το επίδικο ακίνητο στον Κάθηκα και τις δυο συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων. Δηλαδή, η αγωγή 35/2017 αφορά αποζημίωση που ζητεί ο ενάγων ένεκα της παραβίασης συμφωνίας αντιπαροχής και λόγο δόλου. Η δε αγωγή 1345/2018 αφορά Ειδική Εκτέλεση της Σύμβασης Πώλησης μόνον. Οι βάσεις αγωγής είναι διαφορετικές, αφορούν διαφορετικούς νόμους και με αυτές τα μέρη επιζητούν διαφορετικές θεραπείες. Ενόψει τούτου η ύπαρξη κοινού πραγματικού ζητήματος δεν επαρκεί. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερα τα μέρη καταθέσαν στο Δικαστήριο. Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή των εν λόγω αγορεύσεων και λαμβάνω υπόψη μου τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν σε αυτές, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Το ζήτημα της συνένωσης αγωγών διέπεται από την Διαταγή 14 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα η Διαταγή 14, Θεσμός 2 έχει ως ακολούθως: «When two or more actions are pending in the same Court, whether by the same or different plaintiffs against the same or different defendants, and the claims of such actions involve a common question of law or fact of such importance in proportion to the rest of the matters involved in such actions as to render it desirable that the actions should be consolidated, the Court or a Judge may order that the actions be consolidated.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης το ζήτημα της συνένωσης αγωγών επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που επηρεάζουν της άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όπως προκύπτουν από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής έχoυν αναφερθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Samata Enterprises v. Σταυρου

(1998)1 Α.Α.Δ. 1876 έχει αναφερθεί ότι το ουσιώδες κριτήριο για την συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού σημείου όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Η πιο πάνω αρχή επαναβεβαιώθηκε και στην Lukoil Cyprus Ltd v. 1. Ανδρέα Μυλωνά κ.α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1962. Επίσης, στην Medcon Construction Ltd v. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 546 τονίστηκε ότι είναι επιθυμητή η συνένωση αγωγών όταν υπάρχει κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότων τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα έτσι ώστε να είναι επιθυμητό να αποφευχθεί η πολλαπλότητα διαδικασιών και η σπατάλη δικαστικού χρόνου και δαπάνης. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η συνένωση αγωγών εξαρτάται και από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και γενικά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου γίνεται όπου θα προκύψει όφελος από την συνεκδίκαση. Παράγοντες όπως η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των διαδίκων, η καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων, καθώς επίσης και η οικονομία του Δικαστικού χρόνου λαμβάνονται υπόψη (βλ. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ v. Αpak Agro Industries κ.α
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1721 και Κυριάκος Μενελάου v. Κώστα Ξενοφώντος κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 371). Δεν μου διαφεύγει ότι στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ v 1. Apak Agro Industries κ.α (ανωτέρω) γίνεται αναφορά και στα ζητήματα που εγείρονται στις υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις. Προκύπτει γενικότερα όμως, και εντός της πιο πάνω απόφασης, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα περιστατικά κάθε υπόθεσης και ιδιαίτερα τη σημασία της αποφυγής πολλαπλότητας των διαδικασιών, τον περιορισμό εξόδων καθώς και την οικονομία του δικαστικού χρόνου και το όφελος που θα προκύψει από την συνένωση (βλ. Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 και Healey and Others v. A. Waddington and Sons Ltd and Others [1954] 1 ALL E.R. 861). Θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και αφού αναφερθώ και στα γεγονότα και ιδιαίτερα περιστατικά των υποθέσεων όπως αποκαλύπτονται από τα δικόγραφα. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τη Δ.48, Θ. 9(e) η αίτηση δυνάμει της Δ.14, Θ.2 δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αν όλα τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στους φακέλους της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί και στις δύο αγωγές, οι φάκελοι των οποίων έχουν τεθεί ενώπιον μου και στην βάση αυτών θα διαπιστωθεί η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος κτλ και δεν ήταν απαραίτητη η συνοδεία της αίτησης από ένορκη δήλωση. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν προσθέτει οτιδήποτε αφού ουσιαστικά αναφέρεται στα δικόγραφα των αγωγών. Έχω διεξέλθει των Εκθέσεων Απαιτήσεως των δύο αγωγών και από αυτές προκύπτουν τα κάτωθι ισχυριζόμενα γεγονότα: Στην Αγωγή Αρ. 35/2017, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ήταν και είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου εγγραφής με αρ. [ ], τεμάχιο αρ. [ ], στον Κάθηκα της Επαρχίας Πάφου και η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία ανάπτυξης γης με διευθυντή της τον εναγόμενο αρ.
  1. Κατά την 01ην/05/2008 υπογράφτηκε συμφωνία Αντιπαροχής μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης αρ. 1 δια της οποίας ο ενάγοντας παραχωρούσε στην εναγόμενη αρ. 1 το πιο πάνω ακίνητο του με σκοπό την ανέγερση σε αυτό 6 κατοικιών. Ως αντάλλαγμα της αντιπαροχής, η εναγόμενη αρ.1 θα παραχωρούσε στον ενάγοντα δύο κατοικίες πλήρως αποπερατωμένες. Με τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30/05/2008 τα μέρη συμφώνησαν ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες δύο κατοικίες θα ήταν οι κατοικίες με αρ. 5 και
  2. Συμφωνείτο επίσης ότι με την αποπεράτωση και παράδοση της κατοικίας αρ. 5 στον ενάγοντα, η εναγόμενη θα παρέδιδε στον τελευταίο και τις κατοικίες αρ. 2 και 4 ενώ με την αποπεράτωση και παράδοση στον ενάγοντα της κατοικίας αρ. 6 θα του παρέδιδε και τις κατοικίες αρ. 1 και
  3. Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 είναι ζεύγος και κατά τις 18/06/2008 συμφώνησαν δυνάμει Πωλητηρίου Εγγράφου όπως αγοράσουν την κατοικία αρ. 3 επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων έναντι του τιμήματος των €250,000 με ρητό ή εξυπακουόμενο όρο ότι οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 αποδέχονταν τους όρους της Συμφωνίας Αντιπαροχής. Τη συμφωνία αυτή υπέγραψαν, ως πωλητές, ο ενάγοντας και η εναγόμενη αρ.
  4. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη αρ. 1 και/ή 2 εισέπραξαν ολόκληρο το τίμημα πώλησης της κατοικίας αρ. 3 από τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 εν αγνοία του και ότι εκτός από την ανέγερση και αποπεράτωση της εν λόγω κατοικίας, ουδέν άλλο έπραξαν σύμφωνα με τη Συμφωνία Αντιπαροχής. Δεν ανέγειραν τις δύο κατοικίες προς όφελος του ενάγοντα ούτε εξασφάλισαν τις σχετικές άδειες. Ο ενάγοντας αποδίδει δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις στους εναγόμενους αρ. 1 και/ή 2 αφού ανάλαβαν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Συμφωνία Αντιπαροχής χωρίς να είχαν πρόθεση να τις υλοποιήσουν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και/ή 2 ενέργησαν από κοινού και σε συνέργεια με τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 αφού παρέστησαν ψευδώς και/ή αναληθώς και/ή παρέπεισαν τον ενάγοντα να υπογράψει το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 18/06/2008 και/ή ενέργησαν δολίως, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει. Εν όψει των πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τερμάτισε την Συμφωνία Αντιπαροχής στις 08/06/2016 και το Πωλητήριο Έγγραφο στις 10/01/2017 και αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και/ή 2 αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας Αντιπαροχής και γενικές αποζημιώσεις. Αξιώνει επίσης εναντίον όλων των εναγόμενων διάταγμα το οποίο να αναγνωρίζει την ακυρότητα του Πωλητηρίου Εγγράφου και όπως του παραδοθεί το ακίνητο του και να σταματήσει κάθε είδους επέμβαση σε αυτό. Στην Αγ. Αρ. 1345/08 την οποία καταχώρησαν οι πιο πάνω αναφερόμενοι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 εναντίον του ενάγοντα και της εναγόμενης αρ. 1, αξιώνεται ουσιαστικά η Ειδική Εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 18/06/2008 με αρ. ΠΩΕ 2208/2008 καθώς επίσης και διατάγματα που να εξαναγκάζουν τους εναγόμενους να προβούν στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Επίσης, αξιώνουν ένα ποσό της τάξης των €5,700 ως έξοδα τα οποία υποβλήθηκαν για σκοπούς έκδοσης της άδειας οικοδομής για την Κατοικία. Οι ενάγοντες στην Αγωγή αυτή αναφέρονται στην Συμφωνία Αντιπαροχής ημερομηνίας 01/05/2008 και στην τροποποιητική συμφωνία αυτής ημερομηνίας 30/05/
  5. Ειδικότερα αναφέρεται ότι πέραν των δύο κατοικιών που θα παραδίνονταν στον εναγόμενο 1 από την εναγόμενη 2, κατά το χρόνο που αναφέρεται, η εναγόμενη αρ. 2 είχε αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης των υπόλοιπων κατοικιών. Επίσης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 18/06/2008 αγόρασαν την κατοικία αρ. 3 και εξόφλησαν πλήρως το τίμημα πώλησης σύμφωνα με τις υποδείξεις των εναγόμενων αρ. 1 και/ή 2 και κατέχουν σχετική απόδειξη από την εναγόμενη αρ.
  6. Το ποσό αυτό προήλθε από χρηματοδότηση και δάνειο που έλαβαν από τραπεζικό ίδρυμα και στο οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέγραψαν ως εγγυητές και προς περαιτέρω εξασφάλιση ο εναγόμενος αρ. 1 σύνηψε υποθήκη, υποθηκεύοντας μέρος του ακινήτου του. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν την κατοχή της επίδικης κατοικίας από τους εναγόμενους περί τον Αύγουστο του 2009 και ενώ οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση εντός τριών χρόνων από την αποπεράτωση και παράδοση της κατοικίας να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, δεν το έπραξαν. Ούτε εξέδωσαν την άδεια οικοδομής. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προέβησαν με δικά τους έξοδα στην έκδοση της άδειας οικοδομής και για τις 6 κατοικίες με σκοπό να προωθηθεί η διαδικασία Πιστοποιητικού Τελικού Έγκρισης για την Κατοικία που αγόρασαν χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση και καταβάλλοντας το ποσό των €5,
  7. Τελικά στις 25/10/2017 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας με σημειώσεις στο όνομα του εναγόμενου αρ.1 ο οποίος αρνείται να τους μεταβιβάσει την κατοικία. Πέραν των πιο πάνω, δεν παραγνωρίζω τις Εκθέσεις Υπερασπίσεως και στις δύο αγωγές και την Ανταπαίτηση στην Αγ. Αρ. 1345/
  8. Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 στην Αγ. Αρ. 35/2017 ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι ουδέποτε αποδέχτηκαν ή τους ζητήθηκε να αποδεχτούν τους όρους της Συμφωνίας Αντιπαροχής στην οποία δεν ήταν μέρος και δεν είχαν καταστεί ως τέτοιο με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. Ισχυρίζονται επίσης ότι η πωλούμενη σε αυτούς κατοικία παραδόθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 και αφού το τίμημα της είχε εξοφληθεί σύμφωνα με τους όρους του Πωλητηρίου Εγγράφου. Περαιτέρω αναφέρουν ότι το τίμημα καταβλήθηκε στην εναγόμενη 1 κατόπιν υπόδειξης των εναγόμενων 1 και/ή 2 και τούτο ήταν λογικό αφού υπήρχε συμφωνία αντιπαροχής δια της οποίας ο ενάγοντας θα λάμβανε δύο κατοικίες. Ο ενάγοντας ουδέποτε ενημέρωσε τους εναγόμενους 3 και 4 ότι έχει απαίτηση είσπραξης του τιμήματος πώλησης τόσο κατά την καταβολή της προκαταβολής στην εναγόμενη 1 όσο και μεταγενέστερα και απορρίπτει τη θέση του ότι αυτό έγινε εν αγνοία του. Αρνούνται επίσης και απορρίπτουν τις θέσεις περί δόλιων ενεργειών των εναγόμενων 3 και 4 και ισχυρίζονται ότι αγόρασαν την Κατοικία ως καλόπιστοι αγοραστές. Ο εναγόμενος αρ. 1 στην Αγωγή αυτή και ενάγοντας στην Αγωγή Αρ. 35/2017 με την Υπεράσπιση του εγείρει και δι' ανταπαιτήσεως διαδικασία εναντίον των εναγόντων και εναγόμενων 3 και 4 στην Αγωγή 35/2017 και εναντίον της εναγόμενης 2 και εναγόμενης 1 στην Αγ. Αρ. 35/2017 επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους ισχυρισμούς στην Αγωγή του με αρ. 35/2017 και αξιώνοντας τις ίδιες θεραπείες εκτός από την ακύρωση της Συμφωνίας Αντιπαροχής. Eπιπλέον αξιώνει και αποζημιώσεις για αποκατάσταση του ακινήτου του και/ή επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα αυτών κατάσταση. Έχοντας αναφερθεί και ενδιατρίψει στα ιδιαίτερα περιστατικά των επίδικων αγωγών και στις εκκρεμούσες διαδικασίες σε αυτές, θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να αναφερθεί ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να διαταχθεί η συνένωση τους και/ή να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς μια τέτοια κατεύθυνση. Και εξηγώ: Είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι οι παρούσες αγωγές είναι διασταυρούμενες (cross actions) και οι διάδικοι εμφανίζονται με αντίθετη ιδιότητα. Στην Αγ. Αρ. 35/2017 ενάγοντας είναι ο εναγόμενος 1 στην Αγ. Αρ. 1345/2018 και εναγόμενοι 3 και 4 οι ενάγοντες στην Αγ. Αρ. 1345/
  9. Στην τελευταία αυτή αγωγή επίσης υπάρχει και δι' ανταπαιτήσεως διαδικασία εναντίον των εναγόντων - αγοραστών της κατοικίας και της εταιρείας ανάπτυξης γης. Στο Halsbury's Laws of England, fourth edition, para. 69, p. 60 επεξηγούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να προκύψει η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διατάξει τη συνένωση δύο ή περισσότερων αγωγών και οι περιστάσεις που πρέπει να συνυπάρχουν, οι οποίες ως επί των πλείστων αναφέρθηκαν ανωτέρω στην νομολογία στην οποία γίνεται παραπομπή. Συνεχίζοντας πιο κάτω στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η συνένωση είναι αδύνατη ή ανέφικτη ή αυτή δεν μπορεί να διαταχθεί. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οn the other hand, there may be circumstances which may make it undesirable or even impossible, or at least impracticable, to make an order for consolidation. Thus, two actions cannot be consolidated where the plaintiff in one action is the same person as the defendant in another action unless one action can be ordered to stand as a counterclaim in the consolidated action. Again, it is generally impossible to consolidate actions where the plaintiffs in two or more actions are represented by different solicitors. Moreover, a consolidated order will as a matter of discretion be refused where it would be likely to cause embarrassment at the trial.» Στην παρούσα περίπτωση, καθίσταται αδύνατη η συνένωση των δύο αγωγών. Εκτός του ότι πρόκειται για διασταυρούμενες αγωγές, δεν μπορεί να διαταχθεί η μια αγωγή να μπορεί να θεωρηθεί ως ανταπαίτηση στην άλλη. Και τούτο, λόγω της ύπαρξης της δι' ανταπαιτήσεως διαδικασίας στην Αγ. Αρ. 1345/
  10. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί στην εν λόγω διαδικασία του εναγόμενου αρ. 1 και ιδιοκτήτη του ακινήτου, είναι πανομοιότυποι με αυτούς που προβάλλει στην Αγ. Αρ. 35/2017 και επιζητεί τις ίδιες θεραπείες με αυτές της προηγούμενης αγωγής του, πλην του αιτητικού στην παράγραφο 27Α της ανταπαίτησης του, με το οποίο επιζητεί και αποζημιώσεις για αποκατάσταση του ακινήτου και/ή επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα του κατάσταση. Όπως προκύπτει από το φάκελο της Αγ. Αρ. 1345/2018, οι ενάγοντες επιχείρησαν τη διαγραφή της εν λόγω ανταπαίτησης του εναγόμενου αρ. 1 - ιδιοκτήτη λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Το Δικαστήριο όμως (υπό άλλη σύνθεση) έκρινε ότι δεν θα πρέπει να διαγραφεί η εν λόγω ανταπαίτηση για τους λόγους που αναφέρει στην απόφαση του. Η παραμονή όμως της ανταπαίτησης αυτής, καθιστά αδύνατη και μη πρακτική τη συνένωση των αγωγών αυτών. Δεν μπορεί και δεν είναι δυνατό να διαταχθεί όπως η μια αγωγή θα θεωρείται ως ανταπαίτηση στην άλλη. Δεν είναι δυνατό η δεύτερη αγωγή να μπορεί να διαταχθεί όπως θεωρηθεί ως ανταπαίτηση στην πρώτη, όπως εισηγείται ο συνήγορος των αιτητών και ταυτόχρονα εντός αυτής της δεύτερης αγωγής να υπάρχει διαδικασία δι' ανταπαιτήσεως και στην οποία να αξιώνεται και επιπρόσθετη θεραπεία. Η αδυναμία αυτή στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα συνένωσης των εν λόγω αγωγών. Είναι προφανές επίσης ότι δημιουργούνται και ουσιαστικά προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο θα ρυθμιστεί η διαδικασία κατά την ακροαματική διαδικασία με ορατό το ενδεχόμενο πρόκλησης αδικίας κάτι το οποίο δεν θα αποβεί στο τέλος προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Κρίνω ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις, όπως ο συνήγορος των αιτητών αναφέρει στην αγόρευση του, που το ζήτημα αυτό είναι καθαρά διαδικαστικό και το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί χωρίς να προκαλεί πρόβλημα και/ή πρακτική δυσκολία. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η εκκρεμούσα δι' ανταπαιτήσεως διαδικασία στην Αγ. Αρ. 1345/2018 ασχέτως του περιεχομένου των ισχυρισμών της, τη στιγμή που όπως έκρινε το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή, σε αυτή υπάρχει και διαφορετική θεραπεία και ότι αυτή δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο και δεν θα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να παραγνωριστεί ή εμμέσως να ανατραπεί μέσω της παρούσας διαδικασίας. Τα ζητήματα που αναφύονται εδώ είναι ζητήματα ουσίας και όχι απλά διαδικαστικά ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν με κάθε τρόπο να ρυθμιστούν και να χαρακτηριστούν ως δευτερεύοντα και στο τέλος της ημέρας αναφύεται να αποτελούν κατά κάποιο τρόπο και δικαιοδοτικά ζητήματα. Δεν μπορεί να διαταχθεί η συνένωση διασταυρούμενων αγωγών εκτός και αν μπορεί να διαταχθεί όπως η μια θεωρείται ότι αποτελεί ανταπαίτηση της άλλης με όλα όσα αυτό συνεπάγεται σε σχέση με το βάρος απόδειξης και τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες της Διαταγής 30, Θεσμός
  11. Τούτο όμως δεν μπορεί να γίνει στην παρούσα. Η παραπομπή στην απόφαση στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ v. Αpak Agro Industries κ.α (ανωτέρω) κρίνω ότι δεν βοηθά τη θέση του συνηγόρου των αιτητών, καθότι σε εκείνη την υπόθεση δεν επρόκειτο για διασταυρούμενες αγωγές. Εκεί οι ενάγοντες ήταν οι ίδιοι σε όλες τις αγωγές και υπήρχαν ανταπαιτήσεις που ήγειραν τα ίδια ζητήματα και ήταν απλό και εύκολο να καθοριστεί η διαδικασία. Τυχόν διαταγή για συνένωση στην παρούσα θα περιπλέξει τη διαδικασία, θα προκαλέσει αμηχανία και στο τέλος της ημέρας θα οδηγήσει σε αδιέξοδο κατά την ακρόαση και σε ενδεχόμενη αδικία. Η κατάληξη λοιπόν είναι ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχία, υπό τις περιστάσεις, και θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης, παρεμφερώς και για σκοπούς πληρότητας, θα προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις της Διαταγής 14, οι οποίες θα έπρεπε να ικανοποιούνταν για να μπορούσε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω που έχουν αναφερθεί αλλά ιδιαιτέρως από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των δύο αγωγών και συνυπολογίζοντας τις Εκθέσεις Υπεράσπισης και την Ανταπαίτηση, παρατηρούνται τα εξής σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα: Στην Αγ. Αρ. 35/2017 ο ενάγοντας επιχειρεί να ακυρώσει τόσο τη Συμφωνία Αντιπαροχής που σύνηψε με την εναγόμενη 1 όσο και το Πωλητήριο Έγγραφο το οποίο συνάφθηκε από τον ίδιο και την εναγόμενη 1 με τους εναγόμενους 3 και
  12. Στην Αγ. Αρ. 1345/2018 οι ενάγοντες και εναγόμενοι 3 και 4 στην πρώτη αγωγή επιζητούν την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου. Το ακίνητο δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ανεγέρθηκε σε μέρος του τεμαχίου του ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 35/2007 δυνάμει Συμφωνίας Αντιπαροχής του ιδίου με την εναγόμενη 1 και στην οποία δεν ήταν μέρος οι εναγόμενοι 3 και
  13. Ο,τι επιχειρεί ο ενάγοντας με την Αγωγή Αρ. 35/2007 είναι να ακυρώσει και/ή τερματίσει την Συμφωνία Αντιπαροχής που σύνηψε με την εναγόμενη 1 και να ανακτήσει ολόκληρο το ακίνητο του, στο οποίο περιλαμβάνεται και η Κατοικία που οι εναγόμενοι 3 και 4 αγόρασαν. Προς τούτο επιζητεί και την ακύρωση και/ή τον τερματισμό του Πωλητηρίου Εγγράφου επί του οποίου οι ενάγοντες στην Αγ. Αρ. 1345/2018 στηρίζονται και αξιώνουν την ειδική εκτέλεση του. Φαίνεται και προκύπτει ότι πλείστα εκ των γεγονότων είναι κοινά, αν ληφθούν υπόψη και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 στην Αγ. Αρ. 1345/2018 όπως προβάλλονται στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, όσον αφορά το ζήτημα της ακυρότητας του Πωλητηρίου Εγγράφου αφού σε αυτό περιορίζονται και όχι και στην Συμφωνία Αντιπαροχής αφού δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία για αυτήν, όπως ζητείται στην Αγωγή του με αρ. 35/
  14. Περιλαμβάνονται όμως και τα γεγονότα της Αγωγής Αρ. 35/17 σε αυτήν που αφορούσε τη συμπεριφορά της εναγόμενης 2 και δι ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 σε σχέση με τη Συμφωνία Αντιπαροχής. Τα γεγονότα λοιπόν τα οποία θα ακουστούν στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 35/2017 και στην Αγωγή Αρ. 1345/2018 προκύπτει κατά ένα μεγάλο μέρος τους να είναι κοινά, εκτός από τα γεγονότα που θα πρέπει να ακουστούν στην Αγ. Αρ. 1345/2018 που αφορούν στις περαιτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου και οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες των εκεί εναγόντων για έκδοση ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας. Σημαντικό όμως είναι ότι στην Αγ. Αρ. 35/2007 ο ενάγοντας επιζητεί τόσο την ακύρωση της Συμφωνίας Αντιπαροχής όσο και του Πωλητηρίου Εγγράφου επί του οποίου οι εναγόμενοι 3 και 4 και ενάγοντες στην Αγ. Αρ. 1345/2018 βασίζονται. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι αιτίες αγωγής των δύο αγωγών είναι διαφορετικές. Στην Αγ. Αρ. 35/2017 επιζητείται η ακύρωση τόσο της Συμφωνίας Αντιπαροχής όσο και του Πωλητηρίου Εγγράφου λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων ενώ στην Αγ. Αρ. 1345/2018 επιζητείται η Ειδική Εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται όμως ότι και στην περίπτωση της Αγωγής Αρ. 1345/2018 θα πρέπει να αποδειχθεί η εγκυρότητα του Πωλητηρίου Εγγράφου, το οποίο ο ενάγοντας στην Αγ. Αρ. 35/2017 επιδιώκει να ακυρώσει προβάλλοντας ζητήματα δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων, κάτι που επαναλαμβάνει στα πλαίσια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του στην Αγ. Αρ. 1345/
  15. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι τόσο τα πραγματικά γεγονότα όσο και τα νομικά ζητήματα συμπλέκονται και στις δύο αγωγές και παρουσιάζονται κοινά χωρίς να παραγνωρίζεται η διαφορετική αιτία των αγωγών και η ανάγκη για κρίση της εγκυρότητας της Συμφωνίας Αντιπαροχής στην Αγ. Αρ. 35/2017, στην οποία αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι ενάγοντες στην Αγ. Αρ. 1345/2018 δεν ήταν μέρος. Αποδίδεται όμως και σε αυτούς γνώση των όρων και δόλος ή ψευδείς παραστάσεις σε συνέργεια με τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι τα γεγονότα τα οποία θα ακουστούν και στις δύο αγωγές ή τουλάχιστον πλείστα εξ' αυτών που αφορούν το ζήτημα της εγκυρότητας τόσο της Συμφωνίας Αντιπαροχής όσο και του Πωλητηρίου Εγγράφου είναι τα ίδια και εξέχουσας σημασίας για την έκβαση και των δύο αγωγών σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα. Θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης τα γεγονότα αυτά να ακουστούν μια φορά κάτι το οποίο θα εξοικονομούσε και πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και έξοδα. Αμφότερες οι αγωγές αφορούν σε συναφή ζητήματα που προέκυψαν από τη συμφωνία αντιπαροχής και το πωλητήριο έγγραφο, ως αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας αντιπαροχής με την ισχυριζόμενη εμπλοκή των διαδίκων και στις δύο αγωγές. Περαιτέρω, προκύπτει να υπάρχει ταυτοσημία των διαδίκων και στις δύο αγωγές, με τη διαφοροποίηση ότι στην Αγ. Αρ. 35/2007 διάδικος είναι και ο διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας, ο εναγόμενος αρ. 2, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην Αγ. Αρ. 1345/2018 και ούτε στα πλαίσια της δι' ανταπαιτήσεως διαδικασίας. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι 1 και 2 στην Αγ. Αρ. 35/2017 και η εναγόμενη 2 στην Αγ. Αρ. 1345/2018 δεν εμφανίζονται στη διαδικασία ενώ οι υπόλοιποι διάδικοι έχουν τον ίδιο δικηγόρο. Παρά την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων, παραμένει ως δεδομένο όμως ότι η παρούσα περίπτωση είναι από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορεί να διαταχθεί η συνένωση των αγωγών και/ή να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Δεν είναι εφικτό, υπό τις περιστάσεις να γίνει κάτι τέτοιο. Διευκρινίζω και επαναλαμβάνω ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία κατά την ακρόαση μπορεί να ρυθμιστεί, με αποτέλεσμα τούτο να έχει δευτερεύον ρόλο. Είναι από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, δεν μπορεί να διαταχθεί η συνένωση των αγωγών και κατ' επέκταση να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν παραγνωρίζω τον κίνδυνο της έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων και την ανάγκη που θα υπάρξει να ακουστούν δύο φορές τα ίδια γεγονότα. Τούτο όμως μπορεί να αποφευχθεί από τους ίδιους τους συνηγόρους με άλλο τρόπο κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της μιας εκ των δύο αγωγών. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, δεδομένου ότι δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος να αποκλίνω από τον κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 και 4 - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.