← Κύπρος

CAC CORAL LIMITED ν. J. P. O. κ.α., Αγ. Αρ.: 2395/2013, 24/6/2022

CAC CORAL LIMITED ν. J. P. O. κ.α., Αγ. Αρ.: 2395/2013, 24/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2395/2013 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και

  1. J. P. O.
  2. S. W. O.
  3. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγόμενων Kαι Δυνάμει Ειδοποίησης ημερ. 13/02/2019 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED Εναγόντων και
  4. J. P. O.
  5. S. W. O.
  6. PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 24/06/
  7. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Χρίστια Μιχαήλ για κ.κ. ΒΕΛΑΡΗΣ & ΒΕΛΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Γεώργιος Θ. Κούμα για κ.κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Θ. ΚΟΥΜΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 3: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για κ.κ. A.G. EROTOKRITOU LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων το ποσό των €230,854.66 πλέον τόκο προς 14% το χρόνο από 05/06/2012 με τον τόκο κεφαλαιοποιούμενο κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης. Εναντίον της εναγόμενης αρ. 3 αξιώνεται επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση των Υποθηκών με αρ. Υ10103996/2006 και Υ4514/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και δυνάμει του Νόμου, σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού και Διατάγματος του Δικαστηρίου, αντικατέστησαν και υποκαταστήσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (από τώρα και στο εξής η «Τράπεζα») στα δικαιώματα της επί, μεταξύ άλλων, των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων αυτών. To πιο πάνω αξιούμενο ποσό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, αποτελεί υπόλοιπο δανειακών συμβάσεων ημερομηνίας 10/08/2007, τις οποίες οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέγραψαν μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους, δικηγόρου κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία και με τις οποίες η Τράπεζα παραχώρησε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 οικιστικό δάνειο ύψους CHF 251,897.67 (αντίστοιχο σε £89,600 ήτοι €153,090.68) για την αγορά ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων από τους εναγόμενους αρ.3, εταιρεία ανάπτυξης γης. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 παράβηκαν τις εν λόγω συμφωνίες, μη καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις και αυτές τερματίστηκαν με επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 06/06/
  8. Οι εναγόμενοι αρ. 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 και 2 δυνάμει εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 10/08/2007 και επίσης παρείχαν ως περαιτέρω εξασφάλιση την Υποθήκη Υ3996/06 (η οποία στις 10/12/2018 διασπάστηκε σύμφωνα με το Νόμο σε δύο Υποθήκες οι οποίες θα κάλυπταν το υπό κρίση δάνειο και η μια εξ' αυτών, δηλαδή η Υποθήκη με αρ. Υ.10103996/2006 μεταβιβάστηκε από την Τράπεζα στους ενάγοντες) και την Υποθήκη Υ4514/07 ημερομηνίας 10/08/
  9. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται γενικά την απαίτηση των εναγόντων. Ειδικά αρνούνται το δικαίωμα των εναγόντων να εγείρουν και/ή να συνεχίζουν την παρούσα αγωγή. Παραδέχονται ότι αγόρασαν από τους εναγόμενους αρ. 3 το επίδικο διαμέρισμα αλλά ισχυρίζονται ότι ουδέποτε αιτήθηκαν την παραχώρηση δανείου ή άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης. Σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας δανείου, επικαλούνται ακυρότητα αυτής και καταχρηστικότητα των όρων της. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε σε Ελβετικά Φράγκα χωρίς οι ενάγοντες να έχουν ακολουθήσει τις απαραίτητες διαδικασίες που αφορούν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε ξένο νόμισμα και χωρίς να προειδοποιήσουν τους εναγόμενους για τους κινδύνους που συνδέονται με ένα τέτοιο δανεισμό. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους ενάγοντες καθότι το όποιο ποσό αξιώνουν περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις και/ή καταχρηστικά επιτόκια και/ή βασίζεται σε μετατροπή ξένου συναλλάγματος μη έγκυρη και/ή μη επιτρεπτή και/ή μη συμφωνηθείσα και/ή σε αμφισβητούμενη ισοτιμία με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι αρ. 3 με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται γενικά την απαίτηση των εναγόντων. Παραδέχονται την ύπαρξη μεταξύ άλλων, της συμφωνίας εγγυήσεως και των Υποθηκών και ότι δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 12/07/2007 πώλησαν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 το επίδικο διαμέρισμα. Ισχυρίζονται όμως ότι σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο την περίοδο εκείνη και επειδή δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για το πωλούμενο διαμέρισμα με σκοπό να μπορεί να υποθηκευτεί, ανέλαβαν την υποχρέωση να εγγυηθούν τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 σε σχέση με το δάνειο που έλαβαν για την αγορά του διαμερίσματος καθώς επίσης και να παράσχουν την Υποθήκη επί των τεμαχίων που θα ανεγειρόταν το διαμέρισμα. Οι εναγόμενοι αρ. 3 ισχυρίζονται ότι υπήρχε παράλληλη συμφωνία και/ή κατανόηση μεταξύ των μερών ότι οι οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις που τους παρείχαν θα τερματίζονταν και/ή θα έπαυαν να ισχύουν και/ή θα αντικαθίσταντο με Υποθήκη επί του ακινήτου κατά την ολοκλήρωση της κατασκευής του και/ή την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή του κατά ή περί τις 02/07/2015 και έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ο οποίος μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος των εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 3 επικαλούνται ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου καθότι δόθηκε σε νόμισμα άλλο από το νόμισμα των εισοδημάτων τους και/ή ότι αυτή περιέχει καταχρηστικές ρήτρες γεγονός που συμπαρασύρει την εγγύηση και την Υποθήκη. Περαιτέρω, ισχυρίζονται μη νόμιμο τερματισμό και ότι οι ίδιοι δεν ειδοποιήθηκαν περί τούτου. Επίσης αρνούνται το αξιούμενο υπόλοιπο. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, τόσο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 όσο και των εναγόμενων αρ. 3, οι ενάγοντες ουσιαστικά απορρίπτουν τους ισχυρισμούς τους. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 , κάλεσαν τρεις

(3)μάρτυρες και συγκεκριμένα την κα Α. Χ. Ι. (Μ.Ε.1), την κα Τ. Θ. (Μ.Ε.2) και τον κ. Ι. Π. (Μ.Ε.3). Από πλευράς εναγόμενων αρ. 1 και 2, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 3 καταθέσαν ο κ. Α. Ν. (Μ.Υ.1) και ο κ. Ν. Π. (Μ.Υ.2). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 41 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Αναφορά σε συγκεκριμένα ουσιώδη τεκμήρια θα γίνει κατωτέρω. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α) και κατάθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 1 - 32, μεταξύ αυτών, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 10/08/2007 (βασική συμφωνία) - τεκμήριο 5, την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 10/08/2007 - τεκμήριο 6, έγγραφο εγγυήσεως ημερομηνίας 10/08/2007 -, τεκμήριο 8, Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. Υ.3996/06 και Υ.4514/07 - τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα, επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 06/06/2012 - τεκμήριο 23 και αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού καθώς επίσης και του λογαριασμού στον οποίο μεταφέρθηκε το επίδικο δάνειο μετά τον τερματισμό του (βλ. τεκμήρια 25 και 26). Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στη θέση της και τα καθήκοντα της στην Τράπεζα και ότι έχει γνώση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο όσο και των εγγράφων και περιστατικών σε σχέση με τη λειτουργία των λογαριασμών των εναγόμενων αρ. 1 και
  1. Αναφέρθηκε στο χρονικό της επίδικης συμφωνίας δανείου και στα γεγονότα που περιβάλλουν την σύναψη και την παραχώρηση της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 καθώς και για την εγγύηση και Υποθήκες που οι εναγόμενοι αρ. 3 παρείχαν ως περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Όσον αφορά την πορεία της δανειοδότησης και τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου, η μάρτυρας είπε ότι όλο το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σε μια εφάπαξ δόση και κατατέθηκε σε καταθετικό δεσμευμένο λογαριασμό. Από τον πιο πάνω λογαριασμό πληρώνονταν οι δόσεις προς την εναγόμενη αρ. 3, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Αναφέρθηκε στους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου και στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ουδέποτε κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των τόκων για τα πρώτα 5 έτη, ως προνοείτο στις συμφωνίες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους και παρά την έγκριση ενός έτους περιόδου χάριτος σε σχέση με την καταβολή των τόκων προβάλλοντας διάφορες αιτιάσεις, ως λεπτομερώς αναφέρθηκε παραπέμποντας σε σχετική αλληλογραφία την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, ο οποίος αφορούσε ξένο νόμισμα. Aντεξεταζόμενη η μάρτυρας από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 είπε ότι η ίδια δεν συναντήθηκε με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 αλλά η συνάδελφος της Ά. Τ. με την οποία μίλησε πολλές φορές τα τελευταία έξι χρόνια και η οποία είχε μια προκαταρκτική συνάντηση μαζί τους. Αμφισβητήθηκε η εξουσία του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των εναγόμενων αρ. 1 και 2 να υπογράψει το τεκμήριο 3, το οποίο αποτελεί την αίτηση για την παροχή του δανείου καθώς επίσης και την βασική συμφωνία και επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 10/07/2008, τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Αμφισβητήθηκε επίσης το δικαίωμα της Τράπεζας να ανοίξει τον ενδιάμεσο λογαριασμό. Περαιτέρω τέθηκε η θέση στη μάρτυρα ότι δεν επεξηγήθηκαν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 οι κίνδυνοι που εμπεριείχε ο δανεισμός σε ελβετικό φράγκο και ότι δεν ακολουθήθηκε η Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμήριο 30), με την μάρτυρα στην ουσία να απορρίπτει τη θέση αυτή και να παραπέμπει στην πρακτική που ακολουθούσαν όλοι οι λειτουργοί της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι οποίοι, είπε, επεξηγούσαν στους πελάτες τους κινδύνους, δίνοντας τους και παραδείγματα. Περαιτέρω, αμφισβητήθηκε το ύψος του επιτοκίου και η αξίωση του από τους ενάγοντες οι οποίοι δεν δύνανται να το διεκδικούν καθώς και η ορθότητα του αξιούμενου υπολοίπου. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 3, η μάρτυρας συμφώνησε ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν με την παραχώρηση των επίδικων Υποθηκών καθότι δεν υπήρχε κατ' εκείνο το χρόνο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πωλούμενου ακινήτου και ότι μόλις αυτός θα εκδιδόταν θα ενεγράφετο Υποθήκη σε αυτό. Συνέχισε ωστόσο, ισχυριζόμενη ότι η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να ζητήσει την εκχώρηση του επίδικου διαμερίσματος σε αυτήν κατά το έτος 2012 ή την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας κατά το έτος 2015 όταν εκδόθηκε και ότι οι εναγόμενοι αρ. 3 δεν επέδειξαν επιθυμία για κάτι τέτοιο. Μια τέτοια ενέργεια δε, δεν θα σήμαινε μείωση ή εξάλειψη του χρέους. Η μάρτυρας συμφώνησε επίσης ότι και η εταιρική εγγύηση παρασχέθηκε από τους εναγόμενους αρ. 3 διότι δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πωλούμενου διαμερίσματος. Διαφώνησε όμως με τη θέση ότι αυτή θα έπαυε να ισχύει με την έκδοση του εν λόγω τίτλου, παραπέμποντας στις πρόνοιες του όρου 2 του εγγράφου εγγύησης, λέγοντας περαιτέρω ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι αρ. 3 ζήτησαν τον τερματισμό της εν λόγω εγγύησης. Όσον αφορά στο κατά πόσο εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι της ισοτιμίας σε σχέση με το Ελβετικό Φράγκο ή όχι, η μάρτυρας αν και δεν ήταν παρούσα κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών και δεν συναντήθηκε η ίδια με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, είπε ότι οι οδηγίες της Τράπεζας τότε, ήταν να αποθαρρύνουν το δανεισμό σε Ελβετικό Φράγκο και ότι αυτή ήταν η διαδικασία που ακολουθείτο. Το προϊόν αυτό είπε δημιουργήθηκε από την Τράπεζα κατόπιν επιθυμίας των εναγόμενων αρ. 3 παραπέμποντας στο τεκμήριο 29, λόγω της καλής συνεργασίας που είχαν. Είπε όμως ότι ήταν επιθυμία των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ο δανεισμός σε Ελβετικό Φράγκο λόγω το χαμηλού επιτοκίου που έφερε. Παρέπεμψε επίσης στο τεκμήριο 6, το οποίο υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 στο οποίο υπογράφει σχετική δήλωση ότι τους έχει υποδειχθεί ο κίνδυνος. Περαιτέρω, ανάφερε ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 διαμαρτυρήθηκαν ή ισχυρίστηκαν ότι δεν τους είχε εξηγηθεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος παραπέμποντας και στο τεκμήριο
  2. Πέραν των πιο πάνω αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση το ύψος των επιτοκίων που επιβλήθηκαν και οι αλλαγές αυτών καθώς επίσης και η παραλαβή της προειδοποιητικής επιστολής και επιστολής τερματισμού. Η Μ.Ε.2 ανάφερε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας από το 1999 και από τον Φεβρουάριο του 2006 μέχρι και σήμερα εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν μεταβιβαστεί στην CAC CORAL LTD και δυνάμει σχετικής συμφωνίας η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης σχετικές με τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις. Η μάρτυρας αυτή προσήλθε στο Δικαστήριο ουσιαστικά για να καταθέσει αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 33) τις οποίες η ίδια ετοίμασε βασιζόμενη στις καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε η Μ.Ε.1, τεκμήρια 25 και
  3. Η μάρτυρας επεξήγησε τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού διευκρινίζοντας ότι οι ενάγοντες δεν παραιτούνται με οποιοδήποτε τρόπο της αξίωσης τους με βάση τα τεκμήρια 25 και
  4. Τις ετοίμασε είπε ως ένα εναλλακτικό σενάριο ως προς τις χρεώσεις που αφορούν στο επιτόκιο υπερημερίας και τα διάφορα έξοδα που χρεώθηκαν στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προωθήσουν τη θέση ότι είναι αντισυμβατικά και παράνομα. Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.2 από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 είπε ότι το ποσό των χρημάτων που τυχόν θα επιδικαστεί ανήκει στην Coral. Αμφισβητήθηκε ωστόσο από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 και 2, το δικαίωμα της εταιρείας αυτής να αξιώνει ποσοστό επιτοκίου ύψους 14%, δεδομένου ότι δεν αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα. Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.2 από τη συνήγορο της εναγόμενης αρ. 3, έδωσε διευκρινήσεις για το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού και αμφισβητήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να χρησιμοποιήσει την ισοτιμία της ημέρας που έπρεπε να πληρωθεί η κάθε δόση και των ποσών που μεταφέρθηκαν ή καταβλήθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 1 και
  5. Ο Μ.Ε.3 ανάφερε ότι ήταν γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2 (βλ. τεκμήριο 2) και υπέγραψε εκ μέρους τους όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για δανειοδότηση τους από την Τράπεζα και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 3, 5, 6 και
  6. Υπέγραψε επίσης τα εντάλματα πληρωμής και τα γραμμάτια είσπραξης, τεκμήριο
  7. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 και 2, είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την πρώτη συνάντηση που οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν με την Τράπεζα. Υπήρχε απευθείας επικοινωνία μεταξύ των πελατών και της Τράπεζας και ο ίδιος υπέγραψε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τις σχετικές συμφωνίες. Ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.3 ότι όταν υπέγραψε τις συμφωνίες δεν έγινε οποιαδήποτε συζήτηση ή επεξήγηση για τον κίνδυνο που εμπεριείχε ο δανεισμός σε Ελβετικό Φράγκο και ότι ούτε ο ίδιος ενεργούσε ως νομικός σύμβουλος των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ούτε εξήγησε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 τους κινδύνους. Τότε άλλωστε δεν γνώριζαν πώς λειτουργεί μια τέτοια δανειοδότηση. Από την αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Μαρτυρία προσκομίστηκε όμως από τους εναγόμενους αρ.
  8. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι εργάζεται στην εναγόμενη αρ. 3, εταιρεία ανάπτυξης γης και ακινήτων από το
  9. Μέχρι το 2016 ήταν σύμβουλος πωλήσεων και από το 2016 και μέχρι σήμερα είναι ο διευθυντής πωλήσεων της εναγόμενης αρ.
  10. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στη διαδικασία την οποία ακολουθούσαν και ακολουθούν οι σύμβουλοι πωλήσεων της εναγόμενης αρ. 3 στις περιπτώσεις αγοραστών ακινήτων από το εξωτερικό, όταν αυτοί προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν και χρηματοδότηση για την αγορά του. Σε σχέση με την επίδικη χρηματοδότηση και αγορά, δεν ενέργησε ο ίδιος ως σύμβουλος πωλήσεων αλλά ο συνάδελφος του κ. Barry Winter. Kατάθεσε δε ότι επιβεβαίωσε με τον τελευταίο ότι ακολουθήθηκε και στην παρούσα περίπτωση η διαδικασία που γενικά ακολουθείτο. Αναφέρθηκε στο ρόλο του λειτουργού της Τράπεζας, στο υποκατάστημα της στην Πάφο, όταν πελάτες των εναγόμενων αρ. 3 τον επισκέπτονταν για να ζητήσουν δάνειο για αγορά ακινήτου λέγοντας ότι ενημέρωνε τους πελάτες για τα προϊόντα χρηματοδότησης που πρόσφερε η Τράπεζα και για τους βασικούς όρους αυτών εν συντομία. Η φύση της συνάντησης αυτής ήταν πληροφοριακή. Κατά την επίδικο ουσιώδη χρόνο, είπε, η Τράπεζα προωθούσε, μέσω την εναγόμενης αρ. 3 τα προϊόντα της σε Ελβετικά Φράγκα. Κατά τη ενημέρωση των πελατών για τα προϊόντα χρηματοδότησης, οι υπάλληλοι της Τράπεζας επισήμαιναν ότι οι χρηματοδοτήσεις σε Ελβετικά Φράγκα από την Τράπεζα έφεραν επιτόκιο το οποίο ήταν χαμηλότερο κατά κάποιες ποσοστιαίες μονάδες και αυτό τις καθιστούσε ελκυστικότερες και ευνοϊκότερες για τους δανειολήπτες. Στην ουσία είπε ότι οι λειτουργοί της Τράπεζας παρότρυναν τους πελάτες να συνάψουν δάνεια σε Ελβετικά Φράγκα. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας - τουλάχιστον σε όλες τις περιπτώσεις που ήταν ο ίδιος παρών - όχι μόνο δεν ενημέρωναν τους εκάστοτε πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των εναγόμενων αρ. 1 και 2 όπως του επιβεβαίωσε ο κ. Barry Winter, για τους κινδύνους που εμπεριέχει η δανειοδότηση σε Ελβετικά Φράγκα αλλά τους παρότρυναν και ενθάρρυναν με διάφορες παραστάσεις να επιλέξουν τη δανειοδότηση σε Ελβετικά Φράγκα. Ακόμα δεν τους έδιναν τα οποιαδήποτε παραδείγματα για το πώς θα μεταβάλλετο η δόση του δανείου τους σε περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Βάσει των λεγομένων των υπαλλήλων της Τράπεζας, η δανειοδότηση της αγοράς ακινήτου σε Ελβετικά Φράγκα ήταν μια άνευ κινδύνου, εγγυημένη και συμφέρουσα επιλογή για τους πελάτες της εναγόμενης αρ.
  11. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι λόγω της στενής συνεργασίας της Τράπεζας με την εναγόμενη αρ. 3, η πρακτική ήταν ότι στην περίπτωση που το ακίνητο το οποίο θα αγοραζόταν δεν είχε ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας, τότε η εναγόμενη αρ. 3, ως εργοληπτική εταιρεία, θα έδινε προς όφελος της Τράπεζας υποθήκη επί του ακινήτου αλλά και εταιρική εγγύηση μέχρι την έκδοση των τίτλων. Με την έκδοση των τίτλων θα παραχωρείτο νέα υποθήκη από τους πελάτες και η εταιρική εγγύηση θα ακυρωνόταν. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν ήρθε στo Δικαστήριο να καταθέσει ο κ. B. W., αλλά ανάφερε ό,τι το εν λόγω πρόσωπο του είχε πει. Ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση για το τι έλαβε χώρα στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με την επίδικη δανειοδότηση. Ούτε γνώριζε κατά πόσο οι πελάτες είχαν άλλες επαφές με τη Τράπεζα. Ο Μ.Υ.2 κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας για το ζήτημα των καταστάσεων λογαριασμών και για τις χρεώσεις σε αυτές, με σκοπό να καταδείξει το λανθασμένο των υπολογισμών και των αξιούμενων ποσών με τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών που η πλευρά της ενάγουσας κατάθεσε στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης στον συναλλαγματικό κίνδυνο που υπάρχει στην περίπτωση δανεισμού σε ξένο νόμισμα και στην ανάγκη που υπάρχει οι Τράπεζες να ενημερώνουν περί τούτου παραπέμποντας στην Εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας του Οκτωβρίου του 2006, τεκμήριο
  12. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε στον ενδιάμεσο τρεχούμενο λογαριασμό που ανοίχθηκε για να πει ότι δεν υπήρχε λόγος για να ανοιχθεί και ότι η πράξη αυτή αποσκοπούσε στην χειραγώγηση των δεικτών κερδοφορίας της ενάγουσας, παρουσιάζοντας ότι το επίδικο δάνειο ήταν εξυπηρετούμενο ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο μελέτη που ετοίμασε (βλ. τεκμήριο 35) για να καταδείξει την ζημιά που προκύπτει από την συναλλαγματική ισοτιμία από τις πιστώσεις που έγιναν καθότι χρησιμοποιήθηκε η συναλλαγματική ισοτιμία της συγκεκριμένης ημέρας που έγινε η πίστωση. Περαιτέρω, κατά τον τερματισμό του δανείου αυτό μετατράπηκε σε Ευρώ χρησιμοποιώντας την συναλλαγματική ισοτιμία της ημέρας εκείνης αντί την ισοτιμία κατά την εκταμίευση του με αποτέλεσμα να προκύπτει μια ζημιά της τάξης των €62,602.
  13. Αμφισβήτησε, επιπρόσθετα, την αύξηση του περιθωρίου κέρδους της Τράπεζας καθότι τούτο έγινε ένεκα της μείωσης του επιτοκίου των 6 μηνών Libor κάτι που δεν αποτελεί κριτήριο για μια τέτοια αύξηση. Επίσης, στο αξιούμενο επιτόκιο περιλαμβάνεται και ένα ποσοστό τόκου υπερημερίας ύψους 3% το οποίο δεν δικαιολογήθηκε από την Τράπεζα. Η ζημιά που προκύπτει τόσο από την αύξηση του επιτοκίου - περιθωρίου όσο και από την επιβολή τόκου υπερημερίας ανέρχεται στα €18,825.
  14. Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.2 κατάθεσε ότι λαμβάνεται από τους ενάγοντες ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες αντί 365 με αποτέλεσμα να προκύπτει ζημιά ύψους CHF 531,11 ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν ακολουθήθηκε το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που θα πρέπει να ισχύει για εγχώριο δανεισμό πριν την 01ην/01/
  15. Κατάθεσε στο Δικαστήριο αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε (βλ. τεκμήριο 40 και 41), οι οποίες δείχνουν το ορθό κατά τη θέση του υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι τις 05/06/2012 και μέχρι την 01/07/2021 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκε η ορθότητα των όσων ανάφερε καθώς επίσης και οι υπολογισμοί του. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη μου τις νομολογιακές αρχές (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.), Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ.454,Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της και να καταθέσει ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας της. Η μάρτυρας αυτή άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και όπως προκύπτει γνώριζε πλήρως τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Τράπεζα κατά τους ουσιώδεις χρόνους ένεκα της θέσης και ιδιότητας της. Μεγάλο μέρος επίσης της μαρτυρίας της συνάδει και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία της οι οποίες να κλονίζουν την αξιοπιστία της. Εκείνο το οποίο κρίνω χρήζει εξέτασης από τη μαρτυρία της, είναι η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε κάποιες από τις θέσεις και γεγονότα που κατάθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, στα οποία η ίδια δεν είχε άμεση εμπλοκή, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Κατ' αρχάς από τη μαρτυρία της μάρτυρος δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι σημερινοί ενάγοντες στην παρούσα αγωγή αντικατέστησαν και υποκατέστησαν την Τράπεζα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και αξιούμενες εξασφαλίσεις, ούτε και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η οποία υποστηρίζεται από τη δέσμη εγγράφων, τεκμήριο
  1. Ούτε το γεγονός ότι η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς τους ενάγοντες για θέματα εκτέλεσης και είσπραξης σχετικά με την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση. Αναφορικά με τις συνθήκες παραχώρησης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στους εναγόμενους αρ. 1 και 2, είναι κοινό έδαφος ότι η αίτηση για την παραχώρηση της ημερομηνίας 21/02/2007 (τεκμήριο 3), η βασική συμφωνία ημερομηνίας 10/08/2007 (τεκμήριο 5) καθώς επίσης η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας επίσης 10/08/2007 (τεκμήριο 6), υπογράφηκαν εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2 από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, δικηγόρο, κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία. Παρά την άρνηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους περί των πιο πάνω, εντούτοις αυτά δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 και αποδεικνύονται από τα πιο πάνω έγγραφα τα οποία η ίδια κατάθεσε, καθώς και από το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 21/02/2007 (τεκμήριο 2). Οι οποιεσδήποτε θέσεις περί άρνησης της υπογραφής των εν λόγω εγγράφων με τον πιο πάνω τρόπο, αλλά και περί των ισχυρισμών ότι ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2, δεν είχε την εξουσία να προβεί στις ως άνω ενέργειες, πέραν του ότι αποτελούν ζητήματα νομικά, στη βάση των γεγονότων, καταρρίπτονται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της, επί του προκειμένου δεν έτυχε αμφισβήτησης. Σε κάθε περίπτωση αναφορά στο ζήτημα της εξουσίας του Μ.Ε.3 να υπογράψει τα επίδικα έγγραφα θα γίνει κατωτέρω κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, επιχειρήθηκε επίσης να αμφισβητηθούν τόσο τα στοιχεία και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 - αίτηση για δανεισμό σε ελβετικό φράγκο όσο και η εισοδηματική ικανότητα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, εντούτοις ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να δείχνει κάτι διαφορετικό. Άλλωστε είναι κοινό έδαφος ότι πριν την υπογραφή των οποιονδήποτε εγγράφων και συμφωνιών εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2, είχε προηγηθεί συνάντηση τους με την κα Τ. εκ μέρους της Τράπεζας όπου έγινε συζήτηση για τη φύση, το ύψος και τους όρους της πιστωτικής διευκόλυνσης. Το γεγονός τούτο, δεν αμφισβητείται. Επίσης, προκύπτει η Τράπεζα να είχε αλληλογραφία με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και μετέπειτα του ανοίγματος του λογαριασμού δανείου, χωρίς οι τελευταίοι να προβάλουν οποιαδήποτε ένσταση ή να διαμαρτυρηθούν για το είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης και για το άνοιγμα του λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 16 και μετέπειτα τεκμήρια 17 - 21). Αμφισβητήθηκε ακόμα το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ζήτησαν από μόνοι τους αυτό το είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης και προωθήθηκε η θέση ότι στην ουσία παροτρύνθηκαν από τους λειτουργούς της Τράπεζας να το πράξουν. Είναι γεγονός ότι κατά την συνάντηση που έλαβε χώρα περί τον Φεβρουάριο του 2007 με την κα Τ., η Μ.Ε.1 δεν ήταν παρούσα, ούτε παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πρακτικό αναφορικά με τα όσα λέχθηκαν. Από την άλλη όμως, δεν παρουσιάστηκε και οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 η οποία να καταδεικνύει το τι διαμείφθηκε, ειδικότερα για το ζήτημα του δανεισμού σε ελβετικό φράγκο και πώς οι εναγόμενοι αρ. 1 και κατέληξαν σε αυτό το είδος του δανεισμού. Eκείνο το οποίο όμως κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής είναι το γεγονός ότι όλοι οι υπάλληλοι της Τράπεζας είχαν οδηγίες όπως επεξηγούν στους πελάτες τους κινδύνους που εμπεριείχε ένας τέτοιος δανεισμός δίνοντας τους και παραδείγματα. Η θέση της αυτή βασίζεται στην εμπειρία της και στην ιδιότητα που κατείχε στην Τράπεζα, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης. Παρά το ότι σε κάποιο στάδιο κατά τη μαρτυρία της η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι μίλησε με την κα Τ. και της είπε ότι επεξήγησε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και τους αποθάρρυνε να προβούν σε μια τέτοια δανειοδότηση, εντούτοις στην ουσία η μάρτυρας αυτή εκείνο το οποίο πρόταξε στο Δικαστήριο ήταν την πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα αναφορικά με ένα τέτοιο δανεισμό, προτού υπάρχει κατάληξη, υποβληθεί η σχετική αίτηση και ακολουθήσουν οι υπογραφές των δανειακών συμβάσεων, θέση που μπορώ να αποδεχθώ. Αποδέχομαι επίσης τη θέση της ότι η κα Τ. ήταν μια άριστη υπάλληλος, αφού ούτε η θέση αυτή έτυχε αμφισβήτησης. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να αποδεχθώ και να δώσω βαρύτητα στη θέση της Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα παρείχε τέτοιου είδους δανεισμού κατόπιν παράκλησης των εναγομένων αρ. 3 και ότι η Τράπεζα αποθάρρυνε τους πελάτες στο να συνάπτουν τέτοιου είδους δανεισμό. Η θέση της αυτή στηριζόταν στο τεκμήριο 29, το οποίο όμως δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Μπορώ να λάβω υπόψη μου όμως το γεγονός ότι υπήρχε συνεργασία με τους εναγόμενους αρ. 3, οι πελάτες των οποίων ζητούσαν τέτοιου είδους δανεισμό και ότι δεδομένου και του ανταγωνισμού, όπως η ίδια είπε, η Τράπεζα παρείχε τέτοιου είδους δανειοδοτήσεις για να μην χάνει πελάτες που επιζητούσαν τα δάνεια αυτά λόγω του χαμηλού επιτοκίου που έφεραν και ταυτόχρονα να ικανοποιεί και τους εναγόμενους αρ. 3, οι οποίοι ήταν πελάτες τους. Τούτο είναι συναφές με τη θέση της ότι τέτοιου είδους δάνεια παραχωρούνταν στην πλειοψηφία τους σε αλλοδαπούς και κυρίως σε Άγγλους, οι οποίοι τα ζητούσαν λόγω του χαμηλού επιτοκίου που έφεραν, θέση που επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Πέραν των πιο πάνω, δεν προκύπτει η Τράπεζα να είχε ως τακτική να παροτρύνει τους πελάτες της στο να προβούν σε δανεισμό σε ελβετικό φράγκο και ούτε προκύπτει στην παρούσα περίπτωση να έλαβε χώρα κάτι τέτοιο. Η θέση του Μ.Υ.2, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η πρακτική που η Τράπεζα και οι υπάλληλοι της ακολουθούσαν ήταν να παροτρύνουν τους πελάτες να συνάψουν ένα τέτοιο δανεισμό, είναι γενική και αόριστη και σε κάθε περίπτωση, γενικά, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από το τεκμήριο 6 ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ο οποίος υπέγραψε τόσο την αίτηση για δανεισμό όσο και τις δανειακές συμβάσεις, υπέγραψε και σχετική δήλωση κινδύνου. Δηλαδή εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής είναι η πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα κατά γενικό τρόπο σε ένα τέτοιο δανεισμό και η ύπαρξη υπογραμμένης και της εν λόγω δήλωσης κινδύνου από τους εναγόμενους δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. Σημειώνεται επίσης ότι η μάρτυρας είπε ότι πριν την υπογραφή των συμφωνιών είχε προηγηθεί και αλληλογραφία μεταξύ Τράπεζας και εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ότι υπήρχε μεταξύ τους επαφή, θέση που επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε.
  2. Όσον αφορά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν κατέβαλλαν τους τόκους που έπρεπε να καταβάλλουν για τα πρώτα 5 έτη της συμφωνίας και ότι δεν συμμορφώνονταν με τη συμφωνία. Από το πρώτο χρόνο μάλιστα, όταν έπρεπε να καταβληθούν οι τόκοι για το έτος 2007, αυτοί δεν καταβλήθηκαν και στην πορεία και μετά από σχετική αλληλογραφία παραχωρήθηκε ένας χρόνος ως περίοδος χάριτος και για την καταβολή των τόκων, χωρίς πάλι στη συνέχεια οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να συμμορφωθούν, προβάλλοντας διάφορες αιτιάσεις. Τούτο προκύπτει και από τις καταστάσεις λογαριασμού αλλά και από τα όσα ανάφερε η μάρτυρας και τη σχετική αλληλογραφία που κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 16 - 21). Όλα τα πιο πάνω επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, πέραν από τη θέση ότι κακώς έγιναν οι πληρωμές προς τους εναγόμενους αρ.
  3. Οι πληρωμές όμως αυτές, όπως προκύπτει και από το τεκμήριο 15 έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αφού υπέγραψαν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. Αποδέχομαι περαιτέρω τη θέση της Μ.Ε.1 περί αποστολής των σχετικών επιστολών, τεκμήρια 22 και 23 με συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και στην εναγόμενη αρ. 3 και ότι αυτές ουδέποτε παραλήφθηκαν πίσω. Στα εν λόγω τεκμήρια υπάρχουν επισυνημμένα αντίγραφα των εγγράφων του ταχυδρομείου που αποδεικνύουν την αποστολή τους με συστημένο ταχυδρομείο. Δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε διαφορετική θέση πέραν του ότι αυτές δεν παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, κάτι στο οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το τεκμήριο 22, υποβλήθηκε στην Μ.Ε.1 η θέση ότι δεν προκύπτει να αποστάληκε με συστημένο ταχυδρομείο καθότι η κατάσταση που επισυνάπτεται και αφορά την εναγόμενη αρ. 3, αφορά απλό ταχυδρομείο με τη μάρτυρα να απαντά ότι αυτή ήταν η υποχρέωση τους με βάση τη συμφωνία. Θα λάβω υπόψη μου τη πιο πάνω θέση και θα αναφερθώ σε αυτή κατωτέρω, για όση σημασία μπορεί να έχει για την υπόθεση καθότι δεν πρόκειται για την επιστολή τερματισμού. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία περί της μη λήψης της εν λόγω επιστολής, όπως ήταν η θέση που της υποβλήθηκε. Σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 3, δεν έτυχε αμφισβήτησης η παραχώρηση των αξιούμενων εξασφαλίσεων, οι οποίες αποδεικνύονται με τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο προωθήθηκε ήταν ότι οι εξασφαλίσεις αυτές δόθηκαν διότι δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος στο ακίνητο και ότι μόλις αυτός εκδιδόταν θα μεταβιβαζόταν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2, οι οποίοι θα τον υποθήκευαν προς όφελος των εναγόντων και θα απαλλασσόταν η εναγόμενη
  4. Η μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση αυτή αλλά παράπεμψε και στους όρους των εν λόγω εξασφαλίσεων για να πει ότι η εναγόμενη αρ. 3 ουδέποτε μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και ουδέποτε παραχωρήθηκε Υποθήκη από τους τελευταίους προς όφελος των εναγόντων. Oυσιαστικά η μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε ότι υπήρχε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία πέραν των εγγράφων συμφωνιών που υπογράφτηκαν μεταξύ της Τράπεζας και των εναγόμενων αρ.
  5. Ούτε της υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε άλλες θέσεις και λεπτομέρειες για ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης συμφωνίας πέραν των όσων υπογράφτηκαν. Αποδέχομαι την παραχώρηση των αξιούμενων εξασφαλίσεων και κρίνω ότι το ζήτημα είναι και νομικό, στην βάση των σχετικών όρων αυτών στους οποίους θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Όσον αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο, αποδέχομαι τις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου, του ενδιάμεσου λογαριασμού και του λογαριασμού καθυστερήσεων, στον οποίο μεταφέρθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. τεκμήρια 25 και 26). Oι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, με βάση της μαρτυρία της μάρτυρος αυτής, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, κρίνω ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 και αποτελούν αντίγραφο Τραπεζικού Βιβλίου (βλ. παράγραφο 36 της γραπτής της δήλωσης). Σημειώνεται ότι η μάρτυρας κατάθεσε ως υπάλληλος της Τράπεζας, η οποία εξακολουθεί να παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης, μεταξύ άλλων δανείων και του επίδικου λογαριασμού και περαιτέρω κατάθεσε ότι οι εν λόγω καταστάσεις εξακολουθούν να φυλάσσονται στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν, ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Η μάρτυρας έχει, κατά την κρίση μου, επεξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού καθώς επίσης και κάθε χρέωσης ή πίστωσης περιλαμβάνεται σε αυτούς. Πολλής λόγος έγινε σε σχέση με τον ενδιάμεσο λογαριασμό και κατά πόσο υπήρχε εξουσία για το άνοιγμα του. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τόσο ο εν λόγω ενδιάμεσος λογαριασμός όσο και ο λογαριασμός δανείου, ο συμψηφισμός των οποίων έδινε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αν και δεν εξηγήθηκε επαρκώς η ανάγκη για την ύπαρξη αυτού του ενδιάμεσου λογαριασμού, πέραν της αναφοράς ότι ήταν η λογιστική πρακτική σε δανεισμούς σε ξένο νόμισμα, εντούτοις το ζήτημα είναι άνευ ουσίας, αφού δεν έχει διαπιστωθεί οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, να έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από το άνοιγμα και τη διατήρηση αυτού του ενδιάμεσου λογαριασμού. Ο Μ.Υ.2 επιχείρησε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του να εγείρει ζήτημα χειραγώγησης των δεικτών κερδοφορίας από την Τράπεζα, μέσω του ενδιάμεσου λογαριασμού, χωρίς όμως τούτη η θέση να έχει υποβληθεί στη μάρτυρα αυτή για να τοποθετηθεί καν και ούτε να δικογραφείται ή καλύτερα χωρίς να εγείρεται με την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 3 ζήτημα παρανομίας όπως θα εξηγηθεί και κατωτέρω. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν έχει αποδειχθεί να έχει προκύψει οποιοδήποτε κόστος ή ζημιά στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 από τη λειτουργία αυτού του ενδιάμεσου λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της μάρτυρος αυτής οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση στους επίδικους λογαριασμούς ή γενικά η ορθότητα των χρεωπιστώσεων, πέραν του τρόπου υπολογισμού του τόκου, του ύψους του επιτοκίου που επιβαλλόταν, του τόκου υπερημερίας και των εξόδων που χρεώνονταν, ζητήματα με τα οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και σε σχέση με τα όποια νομικά ζητήματα εγείρονται, από τα ζητήματα που υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση, αυτά θα απαντηθούν κατωτέρω. Η Μ.Ε.2 κρίνω επίσης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για πει την αλήθεια και η μαρτυρία της μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που η ίδια ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 33 και τις χρεώσεις τις οποίες αφαίρεσε. Επίσης, ανάφερε ότι ο διαιρέτης για την υπολογισμό των τόκων που χρησιμοποιείται είναι οι 365 ημέρες και όχι οι 360 ημέρες και ότι χρησιμοποιήθηκε μηδενικός τόκος υπερημερίας. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της και την αποδέχομαι. Ο Μ.Ε.3 ουσιαστικά κατά τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ότι υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό τους, τα τεκμήρια 3, 5 και 6 καθώς και το τεκμήριο 10 που είναι η συμφωνία εκχώρησης και το τεκμήριο
  6. Δεν έτυχε αμφισβήτησης η πιο πάνω μαρτυρία του, η οποία επιβεβαιώνεται και από τα υπογραμμένα έγγραφα και από το πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο
  7. Επιβεβαίωσε επίσης ότι προηγήθηκε συνάντηση της Τράπεζας με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 προσωπικά καθώς και μεταξύ τους απευθείας αλληλογραφία και ότι όταν ήταν έτοιμα τα έγγραφα, επισκέφθηκε την Τράπεζα και τα υπέγραψε. Δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθώ την πιο πάνω μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι. Εκείνο το οποίο αξίζει να αναφερθεί από τη μαρτυρία του είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι η υπογραφή της δήλωσης στο τεκμήριο 5 περί του κινδύνου του δανεισμού αυτού, είναι ένα τυποποιημένο έγγραφο και το υπέγραψε μεν αλλά -ισχυρίζεται ο Μ.Ε.3- δεν του είχε εξηγηθεί στην πραγματικότητα ο κίνδυνος. Ούτε ο ίδιος επεξήγησε τον κίνδυνο αυτό στους εναγόμενους αρ. 1 και 2, διότι δεν γνώριζε καλά καλά ούτε ο ίδιος πώς λειτουργούν τέτοιου είδους δανειοδοτήσεις. Με όλο το σεβασμό δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή, η οποία αντικρούεται με το περιεχόμενο εγγράφου το οποίο ο ίδιος υπέγραψε και είναι σαφέστατο. Ούτε ο ίδιος ανάφερε ότι ζήτησε να του εξηγηθούν οι εν λόγω κίνδυνοι και η Τράπεζα δεν το έπραξε ή τον ανάγκασαν να το υπογράψει χωρίς να είχε εξηγηθεί ο εν λόγω κίνδυνος στους εναγόμενους αρ. 1 και
  8. Επίσης, δεν τέθηκε ζήτημα ότι υπέγραψε χωρίς τη θέληση του ή ότι δεν είχε την ευχέρεια να μελετήσει τα έγγραφα ή να επιβεβαιώσει με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 κατά πόσο όντως τους είχαν επεξηγηθεί οι εν λόγω κίνδυνοι. Κατά συνέπεια τα όσα καταγράφονται εκεί δεσμεύουν τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, τους οποίους αντιπροσώπευε (βλ. Saunders v Anglia Building Society [1971] A.C. 1004 και Τσολάκη Τουτζικιάν κ.α. v Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1240). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προέκυψε και ο ίδιος ανάφερε ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν συνάντηση με την Τράπεζα και συμφώνησαν τους όρους της δανειακής σύμβασης και επίσης ότι ανταλλάγηκε απευθείας αλληλογραφία μεταξύ τους, πριν την υπογραφή των συμβάσεων από τον ίδιο, χωρίς ο ίδιος όμως να γνωρίζει το περιεχόμενο της συνάντησης τους και της αλληλογραφίας. Κατά συνέπεια η δήλωση την οποία υπέγραψε πολύ πιθανόν να είναι απότοκο των πιο πάνω επαφών, δεδομένης και της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Πέραν των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει και μια προσπάθεια του μάρτυρα αυτού να βοηθήσει τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 αλλά και τους εναγόμενους αρ. 3, παρά τις πιο πάνω θέσεις του. Τούτο προκύπτει από τις αναφορές του ότι ο δανεισμός σε ελβετικό φράγκο νομίζει ήταν ένα προϊόν που τότε προωθούσαν οι Τράπεζες και ότι γνωρίζει την εναγόμενη αρ. 3 και ότι δεν νομίζει να προωθούσε αυτή προς τους πελάτες της αυτό το προϊόν. Οι αναφορές του αυτές δεν εδράζονταν επί οποιονδήποτε γεγονότων. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση που οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν τον Φεβρουάριο του 2007 με την Τράπεζα ούτε γνώριζε το τι διαμείφθηκε από την αλληλογραφία και επικοινωνία που υπήρχε μεταξύ τους. Ούτε προφανώς γνώριζε ή τουλάχιστον φάνηκε να γνωρίζει τη συνεργασία που οι εναγόμενοι αρ. 3 είχαν με την Τράπεζα τότε. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του πλην του πιο πάνω μέρους που αναφέρθηκα και των σχετικών του αναφορών. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόμενων αρ. 3, εργοδοτών του, πράττοντας τούτο μέσω των αναφορών του για τις συνθήκες που ενδεχομένως να έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση που οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν με την Τράπεζα. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε μέσω της μαρτυρίας του να καταδείξει ότι είναι οι λειτουργοί της Τράπεζας που παρότρυναν τους πελάτες της εναγόμενης αρ. 3 να προβαίνουν σε δανεισμό σε ελβετικό φράγκο προβαίνοντας σε αναφορές για τη διαδικασία που ακολουθείτο κατά την πώληση ακινήτων της εναγόμενης 3. Η μαρτυρία του όμως παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και γενικότητα. Δεν έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με το ποιους λειτουργούς της Τράπεζας επισκεπτόταν στο κατάστημα τους στην Πάφο όταν ο ίδιος ήταν εμπλεκόμενος. Αναφέρθηκε γενικά σε μια πρακτική που ακολουθούσαν οι εν λόγω υπάλληλοι χωρίς να δώσει περισσότερα στοιχεία αυτών αλλά και να αναφερθεί ειδικότερα, έστω σε κάποιες των περιπτώσεων που έτυχε ο ίδιος να ήταν παρών. Το σημαντικό όμως είναι ότι, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ο ίδιος δεν ήταν εμπλεκόμενος και ότι τα όσα ανάφερε προκύπτει να αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Αντεξεταζόμενος ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν έχει προσωπική γνώση για το τι έγινε στην παρούσα περίπτωση. Επίσης, ο ίδιος ανάφερε ότι ο κ. B. W., o oποίος εργάζεται ακόμη στους εναγόμενους αρ. 3, γύρισε λίγες μέρες προηγουμένως από το εξωτερικό χωρίς να γνωρίζει όμως γιατί δεν ήταν εφικτό να έρθει να καταθέσει στο Δικαστήριο. Ουσιαστικά ο μάρτυρας επανέλαβε ότι οι λειτουργοί της Τράπεζας παρότρυναν τους πελάτες να συνάψουν δάνεια σε ελβετικά φράγκα, καθότι ήταν χαμηλότοκα και δεν υπήρχε κίνδυνος με την ισοτιμία λόγω του ότι η Ελβετία ήταν μια πλούσια χώρα. Έτσι έγινε αναφέρει και στην περίπτωση των εναγόμενων αρ. 1 και 2, όπως τον πληροφορεί ο κ. B. W. Όπως έχει αναφερθεί τα όσα ο μάρτυρας κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Τέτοια μαρτυρία, μετά την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 με τον Νόμο 32
(1)/2004 είναι μεν αποδεκτή μαρτυρία, αλλά επαφίεται στο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της να αποφασιστεί η βαρύτητα που θα της δοθεί. Στο άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου περιλαμβάνονται τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας τα οποία όμως δεν είναι εξαντλητικά (βλ. άρθρο 27
(1)). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και όλες οι περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί εύλογα το συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία τέτοιας μαρτυρίας και οι λόγοι που δεν ήταν δυνατό να προσαχθεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία (βλ. Θεοπίστη Τουμαζή v. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση Αρ. 274/2010, Ημερ. 05/05/2015, ECLI:CY:AD:2015:A302 και Αli Αbdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2010, Ημερομηνίας 06/12/2017). Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε πειστική και τεκμηριωμένη δικαιολογία γιατί το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο δηλαδή ο κ. B. W. δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα γεγονότα τα οποία ήταν στην προσωπική του γνώση. Περαιτέρω, τα όσα ο μάρτυρας μετέφερε ότι έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2, είναι γεγονότα γενικά και αόριστα τα οποία έλαβαν χώρα 15 σχεδόν χρόνια προηγουμένως και το σημαντικότερο δεν προκύπτει να συνάδουν με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Αντιθέτως θα έλεγα, τείνουν να διαψεύδονται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός δεν γνωρίζει κατά πόσο υπήρχε αλληλογραφία με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, μετά την πρώτη συνάντηση, κάτι το οποίο επιβεβαίωσαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  1. Προκύπτει επίσης ο Μ.Ε.3 να υπόγραψε για λογαριασμό τους τα επίδικα έγγραφα και μαζί σχετική δήλωση του κινδύνου. Προκύπτει περαιτέρω από την μετέπειτα συμπεριφορά των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ότι αυτοί ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για οτιδήποτε αφορά το συγκεκριμένο δανεισμό και το είδος του. Οι ίδιοι δε, δεν έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξουν τα όσα προωθούνται μέσω των δικηγόρων τους. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στις πιο πάνω θέσεις που εξέφρασε ο μάρτυρας αυτός και δεν θα δώσω. Ούτε μπορώ να δώσω βαρύτητα ή να αποδεχθώ τις θέσεις του αναφορικά με τη φύση και τρόπο λειτουργίας των επίδικων εξασφαλίσεων που οι εναγόμενοι αρ. 3 παρείχαν. Οι θέσεις του αυτές ήταν γενικές που στόχο είχαν να στηρίξουν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω της υπεράσπισης των εναγόμενων αρ.
  2. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν ήταν αυτός που έπαιρνε αποφάσεις για τις εγγυήσεις που θα έδινε η εναγόμενη αρ. 3, ούτε είχε οποιαδήποτε αρμοδιότητα για αυτές. Ερωτούμενος επίσης κατά πόσο είχε οποιαδήποτε έγγραφα που έλεγαν ότι θα απαλλασσόταν από την εταιρική εγγύηση η εναγόμενη αρ. 3 με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι είναι τα έγγραφα εγγυήσεων, αλλά για άλλες Τράπεζες όχι για αυτήν. Ξέρει είπε ότι σε άλλες Τράπεζες υπήρχαν τέτοιου είδους απαλλαγές. Ωστόσο, το κατά πόσο υπήρχαν σε συμβάσεις άλλων Τραπεζών τέτοιου είδους όροι είναι άσχετο με την παρούσα, η οποία θα κριθεί στη βάση των όρων των εξασφαλίσεων που παρασχέθηκαν. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων γι αυτό η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.2, παρουσίασε τις δικές του καταστάσεις λογαριασμού και υπολογισμούς (βλ. τεκμήρια 40 και 41) καθώς και σχετική μελέτη (βλ. τεκμήριο 35). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου όλα τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατάθεσε. Κατ' αρχάς κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας και ειδικός να αναφερθεί στα ζητήματα τα οποία αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Ανάφερε στο Δικαστήριο τα ακαδημαϊκά του προσόντα, την πείρα του και ότι από το 2016 και εντεύθεν ασχολείται αποκλειστικά με την μελέτη τραπεζικών λογαριασμών και υπολογισμό τυχόν υπερχρεώσεων σε αυτές. Όλα τα πιο πάνω τα οποία αναφέρονται στην γραπτή του δήλωση δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά των εναγόντων (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 110 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Aρ.1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438). Έχω επίσης υπόψη μου τις αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται τέτοιοι μάρτυρες (βλ. Καουρής v. Δημητρίου και Άλλης
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.967, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298 και Σιακόλας v. Μedousa Constructions Ltd, Ποιν. Έφεση Αρ. 161/12, Ημερομηνίας 20/05/2014), ECLI:CY:AD:2014:B337 και ότι θα πρέπει να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε το ίδιο να μπορεί να καταλήξει στην ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του άποψη (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 580 και 581). Ο μάρτυρας αυτός αν και έχει ετοιμάσει τις εν λόγω καταστάσεις, βασιζόμενος στις χρεωπιστώσεις των επίδικων λογαριασμών, εντούτοις το πράττει με βάση τα όσα ο ίδιος θεωρεί ότι έπρεπε να ισχύουν στην παρούσα περίπτωση, ζητήματα όμως που απαιτούν κρίση επί των γεγονότων και συνθηκών κάτω από τις οποίες έγιναν οι επίδικες συμφωνίες, για τις οποίες, όπως διαφάνηκε ο μάρτυρας δεν είχε γνώση. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός χρησιμοποιεί την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά τη σύναψη του επίδικου δανείου τόσο κατά τις πληρωμές όσο και κατά τον τερματισμό του. Αναφέρει επίσης ότι είναι η εν λόγω ισοτιμία που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, με βάση τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Τούτα όμως είναι ζητήματα νομικά τα οποία απαιτούν και κρίση επί των όρων των επίδικων συμβάσεων και επί των γεγονότων από το Δικαστήριο για να αποφασιστούν. Ο μάρτυρας κρίνει εκ προοιμίου ότι η ρήτρα για την συναλλαγματική ισοτιμία είναι καταχρηστική όπως και οι υπόλοιπες ρήτρες που αφορούν το ύψος του επιτοκίου που χρησιμοποιήθηκε από τους ενάγοντες γι αυτό δεν τις λαμβάνει υπόψη. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αναφέρεται στον Νόμο 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015 για να καταδείξει την μη απόδειξη ζημιάς, ως έπρεπε, κατά τον ίδιο για να δικαιούται τόκο υπερημερίας. Οι πιο πάνω θέσεις τις οποίες ο μάρτυρας χρησιμοποιεί ως βάσεις ενδεχομένως να ήταν ορθές αν αποφασιζόταν η καταχρηστικότητα των επίδικων ρητρών από το Δικαστήριο, συμπέρασμα στο οποίο ο ίδιος εκ προοιμίου καταλήγει θεωρώντας το ως δεδομένο, προβαίνοντας μάλιστα και σε νομικές αναφορές. Κατά συνέπεια τα όσα ο μάρτυρας κατάθεσε και οι υπολογισμοί στους οποίους προέβηκε, στηρίζονται σε υπόβαθρο το οποίο απαιτεί κρίση επί των γεγονότων και συνθηκών κάτω από τις οποίες συνάφθηκαν οι επίδικες δανειακές συμβάσεις, καθώς και κρίση επί των ιδίων των όρων των συμβάσεων, που όπως θα διαφανεί κατωτέρω, δεν υποστηρίζουν τα όσα ο ίδιος εκλαμβάνει ως δεδομένα. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι ο μάρτυρας, παρά την ενδελεχή μελέτη και τις εκθέσεις που ετοίμασε προσπάθησε να βοηθήσει την πλευρά που τον κάλεσε επικρίνοντας την Τράπεζα για τους χειρισμούς της. Επιχείρησε να καταδείξει και ήταν η θέση του ότι ο ενδιάμεσος λογαριασμός έγινε με σκοπό την χειραγώγηση των δεικτών κερδοφορίας της ενάγουσας χωρίς όμως τούτη η θέση του να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα στα οποία θα μπορούσε να παραπέμψει προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, τέτοια θέση δεν δικογραφείται και ούτε έχει υποβληθεί στους μάρτυρες των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, η θέση του αυτή δεν τεκμηριώνεται και καταδεικνύεται η προσπάθεια εκ μέρους του να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόμενων. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί, παρά τις σχετικές αναφορές και προσπάθειες του μάρτυρα, ότι ο ενδιάμεσος λογαριασμός χρεωνόταν με ψηλότερο τόκο από ότι το δάνειο. Οι εν λόγω λογαριασμοί όπως προκύπτει ήταν συνδεδεμένοι και φαίνεται να χρεοπιστώνονται ανάλογα. Λαμβανομένων υπόψη μου των πιο πάνω και της υπόλοιπης μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα τεκμήρια 40 και 41 για να εξάξω ασφαλή ευρήματα. Ο μάρτυρας κατέληξε σε αυτά χρησιμοποιώντας δεδομένα τα οποία δεν προκύπτουν από τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της υπόθεσης, ως θα αναφερθεί κατωτέρω κατά την κατάληξη μου. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, προκύπτουν τα κάτωθι γεγονότα πραγματικών γεγονότων: - Οι ενάγοντες αποτελούν εταιρεία εξαγοράς και αντικατέστησαν και υποκατέστησαν την Τράπεζα σε όλα της δικαιώματα που αφορούν τις επίδικες δανειακές συμβάσεις και εξασφαλίσεις, κατ' εφαρμογή του Άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015 και δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 20/12/2018 από το Ε.Δ. Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 21/12/
  1. - Oι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, Άγγλοι υπήκοοι, περί τον Φεβρουάριο του 2007, αποφάσισαν να αγοράσουν από την εναγόμενη αρ. 3, εταιρεία ανάπτυξης γης, το διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο Block 1, No. 102, το οποίο θα ήταν μέρος της ανάπτυξης με την ονομασία «PEYIA CHORIO - 2» και το οποίο θα ανεγειρόταν στα τεμάχια αρ. [ ], [ ], [ ], ] ], ΦΥΛ/ΣΧ. 45/09, αρ. εγγραφής 0/[ ], 0/[ ], 0/[ ] και 0/[ ] στο χωρίο Πέγεια της Επαρχίας Πάφου. - Κατά τον πιο πάνω χρόνο, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 επισκέφθηκαν την Τράπεζα για σκοπούς δανειοδότησης και είχαν συνάντηση με κάποια κα. Τουμάζου, όπου τους εξηγήθηκαν οι όροι αποπληρωμής, τα χρονοδιαγράμματα, το ύψος της δανειοδότησης κτλ, όπως γινόταν συνήθως. - Πριν την αναχώρηση τους από την Κύπρο, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέγραψαν γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 21/02/2007, με το οποίο διόρισαν τον κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία, δικηγόρο από την Πάφο, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους με σκοπό να υπογράψει, μεταξύ άλλων, τα αναγκαία έγγραφα για την δανειοδότηση τους. - Στις 28/02/2007 υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αίτηση για την παραχώρηση στους τελευταίους στεγαστικού δάνειο σε ελβετικά φράγκα για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, στην οποία περιλαμβανόταν η οικονομική τους κατάσταση. Ο εναγόμενος αρ. 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής σε εταιρεία που ασχολείται με το σχεδιασμό λογισμικού και η εναγόμενη αρ. 2 δασκάλα. - Μεταξύ των εναγόντων και εναγόμενων αρ. 1 και 2 ανταλλάχθηκε αλληλογραφία και είχαν απευθείας επικοινωνία με την Τράπεζα. - Κατά τις 10/08/2007 υπογράφτηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 η βασική συμφωνία για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και την ίδια ημέρα η επιστολή προσφοράς και/ή έγκρισης της πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι:
  2. Θα παραχωρείτο δάνειο ύψους CHF251.897,67 (ισόποσο σε ΛΚ 89,600), το οποίο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους CHF2,300, η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα μετά από 5 χρόνια από την πρώτη εκταμίευση ενώ σε όλη αυτή την περίοδο θα έπρεπε να καταβαλλόταν ο τόκος κατά την κεφαλαιοποίηση του.
  3. Το επιτόκιο που θα έφερε τα δάνειο θα ήταν κυμαινόμενο βασιζόμενο στο 6 μηνών Libor πλέον 1,75%.
  4. Το ποσό του δανείου θα κατατίθετο σε ξεχωριστό δεσμευμένο λογαριασμό σε λίρες Κύπρου και θα απελευθερωνόταν από την Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/07/2007 και την πρόοδο των εργασιών.
  5. Περιλάμβανε επίσης τις εξασφαλίσεις που θα παρέχονταν.
  6. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2, υπέγραψε επίσης εκ μέρους τους και αποδέχτηκε το περιεχόμενο και τους όρους της επιστολής προσφοράς η οποία συνοδευόταν και από τη ρητή δήλωση ότι επεξηγήθηκε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και κατανοήθηκε από τους ίδιους το ρίσκο το οποίο αναλαμβάνουν με το να λαμβάνουν τα δάνεια και/ή τις πιστωτικές διευκολύνσεις στο πιο πάνω αναφερόμενο νόμισμα και σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους. - Η Τράπεζα παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο δάνεια σε ελβετικό φράγκο σε αλλοδαπούς και κυρίως σε Άγγλους οι οποίοι τα ζητούσαν με σκοπό την αγορά ακινήτου στην Κύπρου λόγω του χαμηλού επιτοκίου το οποίο έφεραν. - Οι οδηγίες που η Τράπεζα έδωσε τότε στους υπαλλήλους της και η πρακτική που ακολουθούσαν γενικά όλοι οι λειτουργοί ήταν να επεξηγούν τους κινδύνους του δανεισμού σε ελβετικό φράγκο και να δίνουν παραδείγματα στους πελάτες σε σχέση με τον κίνδυνο από την αλλαγή της ισοτιμίας. - Για σκοπούς εξασφάλισης της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης η εναγόμενη αρ. 3 με Έγγραφο Εγγύησης και Αποζημίωσης ημερομηνίας 10/08/2007 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 και 2 μέχρι του ποσού των CHF255,000 πλέον τόκους και έξοδα. - Περαιτέρω, το εν λόγω δάνειο θα εξασφάλιζαν οι Υποθήκες Υ3996/06 και Υ4514/2006 οι οποίες είχαν παρασχεθεί από τους εναγόμενους αρ. 3 προς όφελος των εναγόντων. - Επιπρόσθετα εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 12/07/2007 δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 10/08/
  7. - Το δάνειο εκταμιεύθηκε στις 14/08/2007 με μια εφάπαξ δόση και κατατέθηκε σε καταθετικό δεσμευμένο λογαριασμό από τον οποίο έγιναν τρεις πληρωμές από την Τράπεζα προς την εναγόμενη αρ. 3 και συγκεκριμένα στις 14/08/2007, 16/08/2007 και 15/04/2008 για τα ποσά των £33,600, £22,400 και £31779,99 έναντι του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με τη συγκατάθεση και οδηγίες του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των εναγόμενων αρ. 1 και
  8. - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν κατέβαλλαν ούτε τους τόκους για τα πρώτα 5 χρόνια, ως προνοούσε η συμφωνία και μετά από αλλεπάλληλες επικοινωνίες και αλληλογραφία, η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 21/10/2011 τους ενημέρωσε για την παράβαση των όρων των μεταξύ τους συμφωνιών, καλώντας τους εντός 15 ημερών να καταβάλουν τα καθυστερημένα ποσά. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε προς τους εναγόμενους αρ.
  9. - Ένεκα της μη ανταπόκρισης των εναγόμενων αρ. 1 και 2, η Τράπεζα με συστημένη επιστολή προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και με κοινοποίηση προς τους εναγόμενους αρ. 3, τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και τους κάλεσε να αποπληρώσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, με την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων και πριν την από την έγερση της παρούσας αγωγής, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το είδος του δανεισμού το οποίο έλαβαν ή έθεσαν οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου στους εναγόντες. Ούτε έλαβαν οποιοδήποτε άλλο μέτρο σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. - Μετά τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου, το υπόλοιπο του μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό καθυστερήσεων και αυτό ανερχόταν στα CHF 276.333,03 αφού προηγήθηκε πίστωση ενός ποσού ύψους CHF25.354, το οποίο μεταφέρθηκε από το καταθετικό λογαριασμό και το οποίο αφορούσε μη καταβληθέν ποσό προς την εναγόμενη αρ. 3, μέρος του αρχικού δανείου. - Επίσης, το πιο πάνω υπόλοιπο μετατράπηκε σε Ευρώ με την ισοτιμία στις 06/06/2012 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να ανέρχεται σε €230.854,
  10. - Με βάση επίσης τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες αφαιρούνται τα έξοδα αποστολής επιστολών και τήρησης του λογαριασμού καθώς και ο τόκος υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό, το υπόλοιπο ανέρχεται στις €228.522,
  11. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους, λαμβάνοντας υπόψη και τα ζητήματα τα οποία εγείρονται από την υπεράσπιση και έχοντας υπόψη τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν σε τέτοιου είδους υποθέσεις (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Bασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Σύναψη Σύμβασης Πιστωτικής Διευκόλυνσης: Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέγραψαν, μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία (βλ. τεκμήριο 2), τόσο τη βασική συμφωνία για την παραχώρηση από τους ενάγοντες σε αυτούς πιστωτικών διευκολύνσεων, όσο και την επιστολή προσφοράς - απόφαση για έγκριση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, αμφότερες ημερομηνίας 10/08/2007 (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Ο συνήγορος των εναγόμενων αρ. 1 και 2 στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω συμφωνίες δεν είναι δεσμευτικές για τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και/ή έγκυρες καθότι ο κ. Παπαζαχαρία τις υπέγραψε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων και των εξουσιών που του είχαν αναθέσει οι εναγόμενοι αρ. 1 και
  1. Η εισήγηση επίσης προχωρεί και αναφέρει ότι δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ κατά την επίδικη περίοδο ενέργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων αρ. 1 και 2, στη συνέχεια και μόλις επιδόθηκε η αγωγή εμφανίστηκε ως συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3 και ακολούθως παραιτήθηκε και κατάθεσε ως μάρτυρας των εναγόντων. Τούτα, αναφέρει, εγείρουν εύλογες αμφιβολίες στο μυαλό των εναγόμενων αρ. 1 και
  2. Οι πιο πάνω θέσεις και αιτιάσεις των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην αγόρευση του συνηγόρου τους για το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι δεν ευσταθούν και δεν βρίσκουν έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, τον είχαν διορίσει γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους με σκοπό να ενεργήσει έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του επίδικου διαμερίσματος και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείτο στο να ληφθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση. Τούτο αντικατοπτρίζεσαι και από το περιεχόμενο του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, τεκμήριο
  3. Ειδικότερα με τον όρο 3 του τεκμηρίου 2, ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε δικαίωμα να δανείζεται χρήματα για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 1 και 2 με τόκο και να υποθηκεύει οποιαδήποτε περιουσία τους για ποσό χρημάτων με τόκο για οποιαδήποτε περίοδο και κάτω από οποιουσδήποτε όρους. Επίσης, είχε δικαίωμα να ανοίγει λογαριασμούς εκ μέρους τους σε οποιαδήποτε Τράπεζα και να αποσύρει χρήματα και να εκδίδει αποδείξεις (βλ. όρο 7 του τεκμηρίου 2), να υπογράφει εγγυήσεις και να δίδει εξασφαλίσεις για την αποπληρωμή του δανείου (βλ. όρο 9 του τεκμηρίου 2). Το εν λόγω πληρεξούσιο υπογράφηκε από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και είναι δεόντως πιστοποιημένο από πιστοποιούντα υπάλληλο, κάτι που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Προβάλλεται ειδικότερα η θέση από το συνήγορο ότι ο εν λόγω πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δεν είχε εξουσία να υπογράφει δήλωση εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ότι αναγνωρίζουν τους κινδύνους της δανειοδότησης σε Ελβετικό Φράγκο. Τούτο όμως προκύπτει να αποτελεί μέρος των συμφωνιών για την παραχώρηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης, την οποία είχε εξουσία να υπογράφει εκ μέρους των εναγόμενων αρ.1 και
  4. Σύμφωνα με το Άρθρο 148
(1)του Κεφ. 149 «πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου προς τέλεση πράξης περιέχει και πληρεξουσιότητα προς τέλεση κάθε νόμιμου πράγματος που είναι αναγκαίο για την τέλεση της πράξης αυτής». Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει υποστηριχθεί ενώπιον μου από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους δεν είχε εξουσία να ανοίγει λογαριασμό δανείου σε Ελβετικό Φράγκο και να υπογράφει εκ μέρους τους οποιοδήποτε έγγραφο προς τούτο και ειδικότερα το πιο πάνω αναφερόμενο. Αντιθέτως, η μετέπειτα συμπεριφορά τους όπως προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια 16 - 21) καταμαρτυρεί το αντίθετο. Καταδεικνύει ότι γνώριζαν για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, προέβησαν σε μια πληρωμή και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για την συναλλαγματική ισοτιμία. Ούτε προσήλθαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν κάτι διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στη σχετική δήλωση κινδύνου που ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους υπέγραψε. Πέραν των πιο πάνω, ουδέποτε τέθηκε η θέση ότι το εν λόγω πληρεξούσιο ανακλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ή ακυρώθηκε ή ότι δεν δόθηκε για την επίδικη συναλλαγή και ούτε αμφισβητήθηκε η θέση περί τούτου του Μ.Ε.3, ότι δηλαδή δόθηκε για την επίδικη συναλλαγή. Η παραπομπή στην Κυριάκος Κυπριανού Ιακώβου κ.α. v. Iωάννου Ζαπρή
(2008)1 Α.Α.Δ. 926 από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 και 2, δεν βοηθά την υπόθεση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και δεν έχει καμία σχέση με τα γεγονότα της παρούσας, χωρίς να χρειάζεται, κρίνω, περαιτέρω ανάλυσης. Περαιτέρω, τυχόν παράβαση των υποχρεώσεων του αντιπροσώπου προς τους αντιπροσωπευόμενους στην παρούσα, είναι ζήτημα που αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις και όχι τις σχέσεις τους με τους ενάγοντες. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι υπήρχε σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του Μ.Ε.3 και των εναγόμενων αρ. 1 και 2 (βλ. Άρθρα 142 - 148 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149) και οι πράξεις του Μ.Ε.3, οι οποίες έλαβαν χώρα εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2, δεσμεύουν τους τελευταίους και ειδικότερα οι επίδικες συμφωνίες είναι δεσμευτικές και εκτελεστές έναντι των εναγόντων (βλ. Άρθρο 186 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Η θέση επίσης που προβάλλεται για ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών καθότι αυτές συνάφθηκαν σε ελβετικό φράγκο χωρίς οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να προειδοποιηθούν και χωρίς να τους εξηγηθούν οι κίνδυνοι γι αυτό το είδος δανεισμού κατά παράβαση της Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, δεν τεκμηριώνεται με βάση τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Οι εναγόμενοι ουδέποτε κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξουν μια τέτοια θέση και ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως θα επεξηγηθεί και κατωτέρω κατά την εξέταση του ζητήματος των καταχρηστικών όρων. Αντιθέτως, προκύπτει ή συνάγεται οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να είχαν οι ίδιοι ζητήσει τον επίδικο δανεισμό σε ελβετικό φράγκο, να υπέγραψαν και αποδέχτηκαν τις επίδικες συμφωνίες μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους και να δηλώνουν μέσω του ότι τους εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι του δανεισμού αυτού, ότι τους αντιλήφθηκαν και ότι αποφάσισαν να προχωρήσουν. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λεχθεί ότι παράβαση της Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας δεν θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα που οι εναγόμενοι εισηγούνται, δηλαδή την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών κατ' ανάγκη, οι οποίες εν προκειμένου προκύπτει να υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131 και Καλλικάς Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Παρανομία των επίδικων συμφωνιών: Η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3, στην αγόρευση της ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα συγκάλυψε και απέκρυψε από την Κεντρική Τράπεζα ότι το δάνειο δεν ήταν εξυπηρετούμενο, αρχικά δίνοντας περίοδο χάριτος και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τον ενδιάμεσο λογαριασμό ώστε το δάνειο να φαίνεται εξυπηρετούμενο. Αυτή η πράξη αναφέρει, αποτελεί αδίκημα και παραπέμπει στα Άρθρο 25
(3)και 43
(2)του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 66(Ι)/1997 καθώς επίσης και στην ΚΔΠ 463/
  1. Κατά δεύτερο ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες οι οποίοι δεν αποτελούν πιστωτικό ίδρυμα, από τις 28/12/2018 οπόταν μεταφέρθηκε η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση σε αυτούς, χρέωνε το δάνειο με επιτόκιο ύψους 14% ενώ κατά την εν λόγω περίοδο τα επιτόκια αναφοράς ήταν 9,63%, κατά παράβαση του Άρθρου 314Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Αναφέρει επίσης ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο λειτουργίας του δανείου, χρέωνε πέραν των επιτοκίων αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι νομολογημένο ότι ζητήματα παρανομίας θα πρέπει να δικογραφούνται ως επιτάσσει η Δ.19, Θ.13 (βλ. χχχ χχχ Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/2013, Ημερ. 28/03/2019). Παρέχεται ευχέρεια όμως στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπάγγελτα ζήτημα παρανομίας μιας σύμβασης, όταν αυτή είναι εξόφθαλμη από τα γεγονότα που προκύπτουν από την ενώπιον του μαρτυρία. Στην Μαρία Ξενοφώντος v. Τaker Sayed Rajab
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2605 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όμως, με δεδομένη την υποχρέωση για δικογράφηση της παρανομίας που οι πρόνοιες της Δ.19, Θ.13, επιτάσσουν, άλλως η εξέταση της παρανομίας δεν καθίσταται δυνατή, η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπάγγελτα παρανομία που παρουσιάζεται ενώπιον του περιορίζεται αυστηρά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παρανομία προκύπτει να είναι έκδηλα, είτε από την ίδια τη σύμβαση, είτε από τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Κοντολογίς, η παρανομία για να δικαιολογεί αυτεπάγγελτη εξέταση, πρέπει να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, ή εξόφθαλμη, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Πρέπει να βοά, άλλως, για σκοπούς εξέτασης της παρανομίας απαραίτητη προϋπόθεση, συνιστά η δικογράφηση της.» Στην παρούσα περίπτωση, τα πιο πάνω ζητήματα που εγείρονται στο στάδιο των αγορεύσεων των συνηγόρων, δεν δικογραφούνται, ειδικότερα το ζήτημα της συγκάλυψης της Τράπεζας από την Κεντρική Τράπεζα ότι το δάνειο ήταν μη εξυπηρετούμενο. Αυτό είναι ζήτημα γεγονότων και έπρεπε να είχε δικογραφηθεί και να προσκομιστεί μαρτυρία εκατέρωθεν για να μπορεί να κριθεί. Ουδέποτε οι συνήγοροι των εναγόμενων αντεξέτασαν ούτε προέκυψε κατά τη μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων ότι η Τράπεζα απέκρυψε από την Κεντρική Τράπεζα ότι το δάνειο ήταν μη εξυπηρετούμενο, όταν αυτό κατέστη, ως όφειλε σύμφωνα με το Νόμο. Ούτε εξυπακούει κάτι τέτοιο η λειτουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού ή η παροχή παράτασης στην αποπληρωμή δόσης, συμφώνως των όρων της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Δεδομένης της μη δικογράφησης του ζητήματος αυτού, εν όψει των επίδικων συμβάσεων και δεδομένης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ζήτημα εξόφθαλμης παρανομίας για να μπορεί και να πρέπει το Δικαστήριο να την εξετάσει αυτεπάγγελτα. Όσον αφορά το ζήτημα της επιβολής και είσπραξης τόκου πέραν του επιτοκίου αναφοράς από τους ενάγοντες, δεν έχει προκύψει ένα τέτοιο ζήτημα και ούτε τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα το Άρθρου 314Α του Κεφ. 154. Το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε από την Τράπεζα, εγγεγραμμένο και αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα και όχι από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με το Άρθρο 314Β
(1)του Κεφ. 154 οι διατάξεις του Άρθρου 314Α
(1)δεν εφαρμόζονται σε πιστωτικά ιδρύματα. Περαιτέρω, είναι η Τράπεζα που τερμάτισε και κατέστησε απαιτητό το υπόλοιπο του δανείου και δεν προκύπτει να συνεχίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού δανείου από τους ενάγοντες, αφού αυτό τερματίστηκε στις 06/06/2012 και οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάστηκαν είναι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Κατ' εκείνη την ημερομηνία θα καθοριστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων και οι αποζημιώσεις στη μορφή τόκων (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2486). Κατά συνέπεια, η εισήγηση περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών λόγω των πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παρανομιών, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Καταχρηστικές ρήτρες: Aποτελεί θέση του συνηγόρου των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ότι υπάρχει πληθώρα καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες με αποτέλεσμα αυτές να είναι ανεφάρμοστες. Οι ρήτρες οι οποίες ο συνήγορος εισηγείται ότι είναι ανεφάρμοστες και/ή καταχρηστικές είναι οι ακόλουθες:
  1. O όρος 1 της βασικής συμφωνίας, τεκμήριο 5 ο οποίος αφορούσε την επιλογή του ποσού και του νομίσματος της πιστωτικής διευκόλυνσης που θα παραχωρείτο σε συνδυασμό με τον όρο 4 που αφορούσε την μετατροπή του νομίσματος.
  2. Ο όρος 2 του τεκμηρίου 5 ή η παράγραφος C του τεκμηρίου 6 ο οποίος αφορούσε τον υπολογισμό των τόκων με διαιρέτη τις 360 ημέρες ανά έτος.
  3. Οι όροι που αφορούν τον καθορισμό του επιτοκίου
  4. Οι όροι που αφορούν την επιβάρυνση με διάφορα έξοδα.
  5. Οι όροι που αφορούν την μονομερή μεταβολή των επιτοκίων και των δικαιωμάτων.
  6. Οι όροι 10 και 11 του τεκμηρίου 5 που αφορούν το γενικό δικαίωμα επίσχεσης. Η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3 επίσης εισηγείται ότι η ρήτρα που αφορά την συναλλαγματική ισοτιμία και συγκεκριμένα η υποχρέωση πληρωμής έκαστης δόσης στην βάση της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα είναι καταχρηστική. Aμφότεροι οι συνήγοροι προς υποστήριξη των θέσεων τους, παραπέμπουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και σε νομολογία του ΔΕΕ. Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93(Ι)/96 (βλ.
  7. Μιχαηλίδης κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερ. 27/06/2018), ECLI:CY:AD:2018:A311, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε και οι πρόνοιες του ενσωματώθηκαν στο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/21 ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 75, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Σύμφωνα, τόσο με το Άρθρο 3
(1)του καταργηθέντος Νόμου 93(Ι)/96, όσο και του Άρθρου 48
(1)του Νόμου 112(Ι)/21, το πεδίο εφαρμογής τους αφορά σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Καταναλωτής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 112(Ι)/21 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Επί της ουσίας οι πρόνοιες του Νόμου 112(Ι)/21 σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικότητας των ρητρών και το πεδίο εφαρμογής του είναι οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν με το Νόμο 93
(1)/96. Στην προκειμένη οι επίδικες συμφωνίες συνάφθηκαν μετά την θέσπιση του Νόμου 93
(1)/96 και τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 112(Ι)/21. Κατά συνέπεια και για σκοπούς εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα, θα γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του καταργηθέντος Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πέραν λοιπόν του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Νόμου ως προνοείται στο Άρθρο 3
(1)και αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή ότι εφαρμοζόταν μεταξύ καταναλωτή και εμπορευόμενου, προέβλεπε ότι η ρήτρα σε σύμβαση θα έπρεπε να μην αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(3)του Νόμου ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγµάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό. Εναπόκειται δε στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι µια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. Άρθρο 3
(5)). Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)"καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. Άρθρο 5
(2)). Το Άρθρο 5
(3)αφορά τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης και λαμβάνονται υπόψη: «(α) Η διαπραγµατευτική δύναµη των µερών. (β) αν ο καταναλωτης δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συµφωνήσει στη ρήτρα. (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προµηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή. και (δ) ο βαθµός στον οποίο ο πωλητής ή προµηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Παρέχεται επίσης στο Νόμο σχετικό Παράρτημα το οποίο περιέχει ενδεικτικό και µη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Οι συνέπειες από την κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι αυτή να μην δεσμεύει τον καταναλωτή ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. Άρθρο 6 και επίσης Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 513). Στο Άρθρο 7 του Νόμου προνοείτο ο τρόπος ερμηνείας των ρητρών και ανάφερε ότι ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται µε σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 9
(5). Έχοντας παραθέσει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων των εναγόμενων, στη βάση πάντα των ευρημάτων του Δικαστηρίου, επί των πραγματικών γεγονότων. Kατ' αρχάς στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 εμπίπτουν στον όρο «καταναλωτής» και η Τράπεζα στον όρο «προμηθευτής» όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στο Άρθρο 2 του Νόμου. Ειδικότερα ο εναγόμενος αρ. 1 έχει προκύψει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως διευθυντής σε εταιρεία δημιουργίας λογισμικών ενώ η εναγόμενη αρ. 2 ως δασκάλα και προέβηκαν στην επίδικη δανειοδότηση για σκοπούς αγοράς ενός διαμερίσματος, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει και ούτε σχετίζεται με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Η δε Τράπεζα παρείχε τις δανειακές διευκολύνσεις στα πλαίσια και για σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της. Το επόμενο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι επίδικες δανειακές συμβάσεις αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προκύπτει το τεκμήριο 5 αποτελεί τη βασική συμφωνία της Τράπεζας η οποία περιέχει τους βασικούς όρους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ το τεκμήριο 6 αποτελεί την επιστολή προσφοράς, η οποία περιλαμβάνει το ποσό της δανειοδότησης, το επιτόκιο, το χρόνο αποπληρωμής, το ποσό των δόσεων και τις εξασφαλίσεις. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από πλευράς εναγόντων ότι οι όροι αμφοτέρων των επίδικων δανειακών συμβάσεων ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2. Τούτων λεχθέντων, συνάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος 93
(1)/96 και θα πρέπει να εξεταστούν τα παράπονα των εναγόμενων για τους συγκεκριμένους όρους, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Δηλαδή, κατά πόσο τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητας τους. Η νομολογία του ΔΕΕ υποδεικνύει ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης (βλ. Απόφαση C-415/11 Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 44, Ημερ. 14/03/2013 και Απόφαση C-618/10, Banco Espanol de Credito, EU:C:2012, σκέψη 39). Στην C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, ημερ. 30/10/2014, το ΔΕΕ ανάφερε ότι ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητα της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση, καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Και τούτο για να μπορεί ο καταναλωτής να εκτιμήσει βάση σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι αυτόν. Να πληροφορηθεί δηλαδή πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνση του από την μετατροπή του ποσού της δόσης. Όπως προκύπτει επίσης από την πιο πάνω απόφαση εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά το χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγορά του ξένου συναλλάγματος κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν. Πέραν των πιο πάνω όμως, για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική ή καλύτερα για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ένα τέτοιο εύρημα, απαιτείται να καταρριφθεί και η απαίτηση ή ύπαρξη καλής πίστης, εκ μέρους του πωλητή, δηλαδή της Τράπεζας στην προκειμένη. Τούτο υποστηρίζεται από την απόφαση στην Frakaport Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd (A/E 122112) κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:A286 όπου αναφέρθηκε ότι στη βάση του περιεχομένου του Άρθρου 5
(2)του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της «καλής πίστης». Eξετάζοντας την ενώπιον μου μαρτυρία και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει να ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή παρότρυνση από την Τράπεζα στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 για να συνάψουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015), ECLI:CY:AD:2015:A
  1. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ουδέποτε προσήλθαν στο Δικαστήριο για να επικαλεστούν ένα τέτοιο γεγονός και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από οποιαδήποτε άλλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα δηλαδή να είναι περίπτωση που η Τράπεζα παρότρυνε τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στο να προβούν σε ένα τέτοιου είδους δανεισμό. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, αφού είχαν αποφασίσει να αγοράσουν το επίδικο διαμέρισμα από την εναγόμενη αρ. 3 επισκέφθηκαν από μόνοι τους την Τράπεζα για σκοπούς δανειοδότησης. Η επίσκεψη τους και συνομιλία με την κα Τ. κατά τον Φεβρουάριο του 2007, οπόταν και αποφάσισαν, όπως προκύπτει να συνάψουν δάνειο σε ελβετικά φράγκα δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν το αποτέλεσμα παρότρυνσης τους από την εν λόγω λειτουργό της Τράπεζας. Η πρακτική και πολιτική που ακολουθούσε η συγκεκριμένη Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως είναι το εύρημα του Δικαστηρίου, ήταν να επεξηγεί τους συναλλαγματικούς κινδύνους στους πελάτες που επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο, δίνοντας τους και παραδείγματα. Επίσης, προκύπτει οι ίδιοι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, μετά την συνάντηση με την Τράπεζα να διόρισαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο για να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς δανειοδότησης και χρηματοδότησης για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, υποβάλλοντας οι ίδιοι αίτηση γι αυτό, σε ελβετικό φράγκο. Υπήρχε επίσης αλληλογραφία και επαφή μεταξύ Τράπεζας και εναγόμενων αρ. 1 και 2 πριν την υπογραφή των επίδικων δανειακών συμβάσεων. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους υπέγραψε επίσης τις συμφωνίες δανειοδότησης και ειδικότερα το τεκμήριο 6 μαζί με σχετική δήλωση με την οποία ρητά δηλώνουν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ότι τους έχει εξηγηθεί και έχουν αντιληφθεί τα ρίσκα τα οποία αναλαμβάνουν με το να εξασφαλίζουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο και με τους συγκεκριμένους όρους. Περαιτέρω και προς επίρρωση της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι από την αλληλογραφία που ακολουθήθηκε μετά την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, ουδέποτε οι ίδιοι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, προκύπτει να είχαν θέσει οποιοδήποτε ζήτημα, είτε σε σχέση με το είδος του νομίσματος είτε σε σχέση με την ισοτιμία που θα χρησιμοποιείτο κατά την καταβολή των δόσεων. Αλλά ούτε και προχώρησαν με οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες και τους όρους αυτών, πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής. Προβάλλουν το ζήτημα μέσω της υπεράσπισης τους μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και μάλιστα προωθούν μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους την κήρυξη σωρεία όρων ως καταχρηστικών. Και το σημαντικότερο, οι ίδιοι ουδέποτε καταθέσαν στο Δικαστήριο ή προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία για να υποστηρίξουν τα όσα προωθούν. Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό καταχρηστικούς όρους, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το τεκμήριο 5 δεν θα πρέπει να διαβάζεται από μόνο του αλλά σε συνάρτηση με το τεκμήριο 6 με το οποίο συγκεκριμενοποιήθηκε η επίδικη δανειοδότηση. Κατά συνέπεια ο όρος 1 του τεκμηρίου 5 δεν μπορεί να απομονωθεί από το τεκμήριο 6 και την υπόλοιπη μαρτυρία και το γεγονός ότι είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 που προκύπτει να ζήτησαν αυτό το είδος δανεισμού και άρα δεν τους επιβλήθηκε, ούτε παροτρύνθηκαν. Επίσης, οι ρήτρες που αφορούν στο ύψος της δόσης, το ύψος του επιτοκίου, στον τρόπο αποπληρωμής, ως προνοείται στο τεκμήριο 6, προκύπτει να είναι σαφέστατοι και οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 τους αποδέχτηκαν. Ο όρος που αφορά τον εμπορικό έτος των 360 ημερών, όπως θα διαφανεί κατωτέρω είναι άνευ ουσίας και δεν επηρεάζει την υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για τον όρο που αφορούσε τη χρέωση εξόδων και προμηθειών. Οι δε όροι που αφορούσαν το δικαίωμα της Τράπεζας για μετατροπή του νομίσματος και σε γενικό δικαίωμα επίσχεσης, προϋπόθετε σχετική ενημέρωση των εναγόμενων αρ. 1 και
  2. Στην βάση γενικότερα των όρων της συμφωνίας και όλου του πλέγματος της και όλων των υπόλοιπων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει καταρριφθεί η καλή πίστη που απαιτείται από την Τράπεζα, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική. Eπίδικες Εξασφαλίσεις από την Εναγόμενη αρ. 3: Έχει προκύψει και δεν έτυχε αμφισβήτησης ότι η εναγόμενη αρ. 3 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 και 2 υπογράφοντας «ΈΓΓΡΑΦΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ» (βλ. τεκμήριο 8) και περαιτέρω παρείχε τις Υποθήκες Υ3996/06 και Υ4514/07 (βλ. τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα) ως εξασφάλιση των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων. Όπως επίσης προκύπτει από μέρος του τεκμηρίου 11 η Υποθήκη Υ3996/06 στις 10/12/2018 διασπάστηκε στις Υποθήκες Υ10103996/06 και Υ10203996/
  3. Παρέμεινε δε αναντίλεκτη η θέση της Μ.Ε.1 ότι η Υποθήκη Υ10103996/06 μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες από την Τράπεζα, κάτι το οποίο προκύπτει και από το τεκμήριο
  4. Όλα τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης ούτε εγείρονται οποιαδήποτε ζητήματα σε σχέση με αυτά, γι αυτό δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυσης το ζήτημα. Η θέση που προβάλλεται από την υπεράσπιση των εναγόμενων αρ. 3 επί των εξασφαλίσεων είναι ότι μαζί με αυτές υπήρχε παράλληλη συμφωνία (collateral agreement) μεταξύ Τράπεζας και εναγομένης αρ. 3, η οποία στην ουσία όριζε ότι οι ως άνω αναφερόμενες εξασφαλίσεις θα εξαλείφονταν μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το πωλούμενο διαμέρισμα, ο οποίος θα υποθηκεύετο από τους εναγόμενους αρ. 1 και
  5. Όπως έχει αναφερθεί στην Πίγκος Εστεϊτς Λτδ v. Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2009, Ημερ. 28/09/2015, ECLI:CY:AD:2015:A628 «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία, προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις.» Στον εν λόγω κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις και επιτρέπεται στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του εξωγενή μαρτυρία, παρόλο που μια έγγραφη συμφωνία είναι ολοκληρωμένη, στο να καταδείξει την ύπαρξη και προφορικής παράλληλης συμφωνίας με την οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη επιπρόσθετων όρων. Στην City and Westeminister Properties
(1934)Ltd v. Mudd [1959] Ch.129 αποφασίστηκε ότι μπορούσε να επιτραπεί εξωγενής μαρτυρίας η οποία κατ' ουσία θα διαφοροποιήσει δραστικά τη γραπτή σύμβαση μέσω της μεθοδολογίας της παρεμφερούς ή παράλληλης συμφωνίας (collateral contract) (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στην Κύπρου, του Π. Πολυβίου, Β΄ Τόμος, σελ. 546). Τονίζεται όμως και διευκρινίζεται ότι η πιο πάνω απόφαση, στην οποία η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3 παραπέμπει θα πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και μεγάλη προσοχή, με αποτέλεσμα να μην εξουδετερώνεται ο κανόνας περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των εγγράφων συμφωνιών. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι δεν μπορεί να συναχθεί από όλη των ενώπιον μου μαρτυρία ότι υπήρχε οποιαδήποτε παράλληλη συμφωνία με την οποία στην ουσία όλες οι επίδικες εξασφαλίσεις θα εξαλείφονταν με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του επίδικου ή πωλούμενου διαμερίσματος. Στο τεκμήριο 6 περιλαμβάνονταν όλες οι εξασφαλίσεις που θα παρέχονταν για την παραχώρηση του επίδικου δανείου και η υποθήκευση του επίδικου διαμερίσματος από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 θα ήταν επιπρόσθετη εξασφάλιση, όταν εκδιδόταν ο ξεχωριστός τίτλος. Οι όροι επίσης τόσο του εγγράφου εγγύησης, τεκμήριο 8 όσο και των εγγράφων Υποθήκης τεκμήρια 11 και 12, είναι σαφέστατοι και οι εξασφαλίσεις αυτές θα παρέχονταν ως επιπρόσθετες από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις. Ειδικότερα, η συμφωνία εγγύησης ανάφερε ότι η εγγύηση θα ήταν συνεχής ασφάλεια προς την Τράπεζα εφαρμοζόμενη μέχρι το τελευταίο υπόλοιπο που θα είναι πληρωτέο από τον οφειλέτη στην Τράπεζα (βλ. όρο 2 του τεκμηρίου 8). Δεν παραγνωρίζω τη θέση της Μ.Ε.1 ότι οι επίδικες Υποθήκες παραχωρήθηκαν καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, αλλά, κατ' ουσία αντεξεταζόμενη δεν δέχθηκε ότι αυτές θα εξαλείφονταν με την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου. Ούτε συμφώνησε ότι με την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου θα εξαλειφόταν η εγγύηση παραπέμποντας συναφώς στους όρους της. Στην ουσία ουδέποτε δέχθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε άλλη προφορική ή παράλληλη συμφωνία, διαφορετική από τα όσα ορίζουν τα έγγραφα των επίδικων εξασφαλίσεων. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνεται ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος εκδόθηκε κατά το έτος 2015, μεταγενέστερα του τερματισμού της επίδικης δανειακής συμφωνίας και ουδέποτε αυτός μεταβιβάστηκε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και ούτε οι τελευταίοι προχώρησαν με την υποθήκευση του προς όφελος της Τράπεζας ή των εναγόντων. Τούτο καταρρίπτει και την ικανοποίηση των επιπρόσθετων ή προφορικών όρων που κατά τους εναγόμενους αρ. 3 συμφωνήθηκαν, έτσι ώστε να δικαιολογείτο η απαλλαγή τους από τις εξασφαλίσεις. Κατά συνέπεια, η θέση περί ύπαρξης παράλληλης συμφωνίας δεν τεκμηριώνεται και ούτε μπορεί να απαλλάξει τους εναγόμενους αρ. 3 από τα όσα ρητά και σαφέστατα συμφώνησαν στην βάση του εγγράφου εγγύησης και των επίδικων υποθηκών. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3, επικαλείται την παράβαση της υποχρέωσης της Τράπεζας και των εναγόντων για να μετριάσουν την ζημιά τους καθώς επίσης και το ότι τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου χωρίς να ενημερωθούν οι εναγόμενοι αρ. 3. Οι θέσεις αυτές δεν δικογραφούνται, δεν μπορούν να εξεταστούν και τυχόν παρείσφρηση μαρτυρίας για τα πιο πάνω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επιγραμματικά όμως ακόμη και να μπορούσαν να εξεταστούν, ούτε οι θέσεις αυτές ευσταθούν στη βάση των γεγονότων που η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 3 στην αγόρευση της εισηγείται και της μαρτυρίας που έχει γίνει αποδεκτή, έγγραφης και προφορικής. Παράβαση της επίδικης συμφωνίας και τερματισμός: Έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν συμμορφώνονταν με τους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου, κατά παράβαση ουσιωδών όρων των συμφωνιών. Στην ουσία ουδέποτε κατέβαλαν τους τόκους της περιόδου, παρά μόνο ένα ποσό της τάξης CHF 870. Παρά τις οχλήσεις της Τράπεζας και την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 εξακολουθούσαν να μην καταβάλλουν τους συμφωνημένους τόκους και να παραβαίνουν τις επίδικες συμφωνίες. Ακόμη και μετά την αποστολή προς αυτούς της προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 21/10/2011, ουδέποτε συμμορφώθηκαν. Κατά συνέπεια, ορθά και νομότυπα η Τράπεζα προχώρησε με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δια της αποστολής προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, της συστημένης επιστολής ημερομηνίας 06/06/2012. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στη διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο εκ μέρους τους. Ως εκ τούτου, η αποστολή της επίδικης επιστολής τερματισμού στην διεύθυνση των εναγόμενων και η μη επιστροφή της πίσω καταδεικνύει τη λήψη της από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
  1. Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648) δεδομένου ότι δεν υποστηρίχθηκε και με οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτές δεν λήφθηκαν, πέραν από την γενική υποβολή του συνηγόρου κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  2. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 3, στους οποίους το τεκμήριο 22 αλλά και η επιστολή τερματισμού τεκμήριο 23, κοινοποιήθηκε υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές και σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου εγγύησης τους, ως αναφέρεται σε αυτό, καλώντας τους να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από αυτήν, πληρώνοντας το χρέος. Δεν έχει προωθηθεί οποιαδήποτε άλλη θέση από πλευράς της υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 3 για το ζήτημα αυτό. Οφειλόμενο Υπόλοιπο: Όπως έχω αναφέρει ανωτέρω οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 25 και 26 αποτελούν αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου. Στο τεκμήριο 26 περιλαμβάνεται ο λογαριασμός καθυστερήσεων ο οποίος δεικνύει το υπόλοιπο κατά τον τερματισμό. Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα πληρωμών μετά τον τερματισμό. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης επίσης οι διάφορες χρεωπιστώσεις σε αυτές. Αμφισβητείται από αυτές η νομιμότητα της χρέωση εξόδων, τόκου υπερημερίας και το ύψος του επιβαλλόμενου επιτοκίου. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και το τεκμήριο 26, σε αυτό περιλαμβάνονται χρεώσεις εξόδων οι οποίες αφορούν τις επιστολές όχλησης και έξοδα διατήρησης του λογαριασμού και αφορούν συγκεκριμένα ποσά για κάθε χρέωση. Σύμφωνα με τον όρο 2(iii) και 2(iv) του τεκμηρίου 5, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει το λογαριασμό με τραπεζικά δικαιώματα και με οποιαδήποτε άλλα έξοδα τα οποία θα καθορίζονταν από την Τράπεζα από καιρό εις καιρό και θα κοινοποιούνταν στους εναγόμενους αρ. 1 και
  3. Πέραν του πιο πάνω όρου δεν έχει προκύψει να έχει καθοριστεί ή συμφωνηθεί το είδος και το ύψος των εν λόγω εξόδων ή να ειδοποιήθηκαν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 περί τούτου, όπως φαίνεται επίσης να προκύπτει και από την επιφύλαξη που ακολουθεί το συγκεκριμένο όρο. Ούτε παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε κατάλογος εξόδων υπογεγραμμένος από τους εναγόμενους αρ. 1 και
  4. Επίσης, στο τεκμήριο 6 κάτω από τον τίτλο «D. Commissions / Charges - Bank fees» δεν περιλαμβάνονται τα συγκεκριμένα έξοδα και αναφέρεται ότι σε περίπτωση απόφασης της Τράπεζας για την επιβολή περαιτέρω εξόδων / χρεώσεων που θα προκύψουν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 θα ενημερωθούν αναλόγως, κάτι το οποίο δεν έχει προκύψει να έγινε με τα συγκεκριμένα επιβληθέντα έξοδα. Κατά συνέπεια κρίνω ότι τα εν λόγω ποσά δεν μπορεί να ανακτηθούν και μάλιστα στο ύψος με το οποίο χρεώνονται. Τούτο οδηγεί στο γεγονός ότι τα τεκμήρια 25 και 26 δεν μπορεί να αντικατοπτρίζουν το ορθό υπόλοιπο αφού περιλαμβάνουν τα εν λόγω έξοδα, τα οποία τοκίζονται και κεφαλαιοποιούνται. Θα πρέπει να εξεταστεί όμως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 33, στην οποία τα εν λόγω έξοδα αφαιρούνται και να κριθεί στη βάση αυτής η ορθότητα του εκεί αξιούμενου υπολοίπου. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση και παρουσιάζουν ένα εναλλακτικό σενάριο γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Η εν λόγω κατάσταση όπως προκύπτει από την ίδια αλλά και τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, πέραν της αφαίρεσης των εξόδων, αφαιρείται και η χρέωση οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό και ο τόκος υπολογίζεται με διαιρέτη τις 365 ημέρες. Παραμένει λοιπόν να εξεταστεί το ύψος του επιβαλλόμενου επιτοκίου μέχρι τον τερματισμό, το επιτόκιο το οποίο αξιώνεται μετά την μετατροπή του λογαριασμού σε Ευρώ και κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται τόκο υπερημερίας μετά τον τερματισμό. Σύμφωνα με το τεκμήριο 6, ο τόκος είχε συμφωνηθεί σε 6 μηνών Libor πλέον 1,75%. Επίσης, είχε συμφωνηθεί ότι η Τράπεζα θα είχε δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση της, να καθορίζει το βασικό επιτόκιο ή οποιοδήποτε επιπρόσθετο επιτόκιο και αυτό θα ήταν δεσμευτικό αν ειδοποιούνταν γραπτώς οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ή γινόταν ανακοίνωση στον καθημερινό τύπο. Έχει κατατεθεί ενώπιον μου κατάλογος με τις διακυμάνσεις του 6 μηνών Libor από τις 14/08/2007 μέχρι τις 16/02/2012, οι οποίες λήφθηκαν από την επίσημη ιστοσελίδα στην οποία αυτό το είδος επιτοκίου δημοσιεύεται (βλ. τεκμήριο 24). Δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εν λόγω διακυμάνσεων. Επίσης, στο τεκμήριο 24 επισυνάπτονται επιστολές οι οποίες αποστέλλονταν προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 με τις οποίες τους γνωστοποιείτο τόσο το ύψος του Libor εκάστης περιόδου όσο και το επιβαλλόμενο περιθώριο. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ήταν ενήμεροι για το ύψος του συνολικού επιτοκίου που επιβαλλόταν για κάθε περίοδο και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή προχώρησαν σε καταγγελία της σύμβασης. Η τελευταία αύξηση του περιθωρίου, το οποίο ανέρχεται σε 4,75% άρχισε να επιβάλλεται από τις 15/07/2011, αφού προηγουμένως τούτο γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 με επιστολή ημερομηνίας 08/07/2011 παραθέτοντας τους λόγους περί τούτου. Η εν λόγω αύξηση είναι αυτή που ίσχυε κατά τον τερματισμό και έγινε πριν από αυτόν. Εγείρεται από την υπεράσπιση η θέση ότι η μονομερής αύξηση του περιθωρίου είναι παράνομη καθότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός. Έκρινα ανωτέρω ότι δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητας των όρων των επίδικων συμφωνιών, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι η μονομερής αύξηση του περιθωρίου στην παρούσα υπόθεση δεν αντίκειται στον Νόμο 160(Ι)/99 ως αυτός τροποποιήθηκε με τους Νόμους 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015 (βλ.
  1. Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 386/2010). Στην βάση των πιο πάνω, το τεκμήριο 33 προκύπτει να αντικατοπτρίζει το ορθό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό, δηλαδή στις 06/06/2012, με αποτέλεσμα αυτό να ανέρχεται στο ποσό των CHF273.541,64 το οποίο με την συναλλαγματική ισοτιμία κατ' εκείνο το χρόνο ισούται με €228.522,
  2. To τελευταίο αυτό αναφερόμενο υπόλοιπο εκφρασμένο σε Ευρώ, προκύπτει από το γεγονός ότι η Τράπεζα, κατά τον τερματισμό του λογαριασμού και την μεταφορά του υπολοίπου στο λογαριασμό καθυστερήσεων, προχώρησε και στην μετατροπή του λογαριασμού από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον τερματισμό. Με βάση τον όρο 11 του τεκμηρίου 5, προκύπτει ότι της παρεχόταν αυτό το δικαίωμα και είχε συμφωνηθεί με τους εναγόμενους αρ. 1 και
  3. Πέραν τούτου όμως, με την επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 23 ενημέρωνε τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 ότι ο λογαριασμός τους θα χρεωνόταν με αυξημένο ποσοστό τόκου, ως εξής: Mε βασικό επιτόκιο ύψους 6,25% και με επιπρόσθετο επιτόκιο ύψους 7,75%, δηλαδή σύνολο επιτοκίου 14%, στο οποίο περιλαμβάνεται και τόκος υπερημερίας, όπως έχει προκύψει, ύψους 3%. Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η Τράπεζα κατά τον τερματισμό, δεν προχώρησε με την αύξηση του επιτοκίου στη συμφωνημένη βάση υπολογισμού του, η οποία υπενθυμίζω ήταν 6 μηνών Libor πλέον περιθώριο 1,75%, το οποίο είχε δικαίωμα να αυξάνει. Στην ουσία προχώρησε και καθόρισε το αυξημένο αυτό ποσοστό τόκου σε διαφορετική βάση, με την μοναδική αιτιολογία ότι ο λογαριασμός μεταφέρεται στις οριστικές καθυστερήσεις. Δεν παραγνωρίζω τον όρο 2(i) του τεκμηρίου 5, ο οποίος έδινε δικαίωμα στην Τράπεζα να καθορίζει και να επανακαθορίζει το ύψος του επιτοκίου ανά χρονικά διαστήματα και αυτό σε συνάρτηση με το είδος του νομίσματος. Τούτο όμως απαιτούσε την ύπαρξη συμφωνίας με τον πελάτη και το ύψος του θα καθοριζόταν σε σχέση με το ύψος του τόκου της διατραπεζικής αγοράς. Στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτει να υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για την αλλαγή της βάσης υπολογισμού του επιτοκίου με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, πέραν από την ενημέρωση τους με την επιστολή τερματισμού γι αυτήν και την δραματική αύξηση του επιτοκίου. Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση ή παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για το πώς αυτό το ύψος του επιτοκίου προκύπτει και πώς υπολογίστηκε, λαμβάνοντας υπόψη και τον πιο πάνω όρο του τεκμηρίου
  4. Κρίνω ότι η αλλαγή της συμφωνημένης βάσης υπολογισμού του τόκου από τον τερματισμό και μετά και το ύψος του αυξημένου τόκου δεν δικαιολογείται, γι αυτό το πιο πάνω υπόλοιπο θα πρέπει να φέρει το ποσοστό επιτοκίου ως ίσχυε κατά τον τερματισμό, δηλαδή 4,8900%. Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, παρατηρώ ότι υπήρχε σχετική πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 6 προνοείτο ότι σε περίπτωση των καθυστερημένων δόσεων θα επιβαλλόταν επιπρόσθετη χρέωση ύψους 5%. Οι ενάγοντες προκύπτει να περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου αυτού, μετά τον τερματισμό στο 3%. Στην Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 επικυρώθηκε από το Εφετείο η επιδίκαση τόκου υπερημερίας ύψους 3% καθότι τούτο περιλαμβανόταν στην συμφωνία και οι εκεί ενάγοντες είχαν δικαίωμα να το επιβάλλουν και να το αξιώσουν. Δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής όμως του Δικαστηρίου οι πρόνοιες των Άρθρων 1α) και 1β) του Νόμου 160(Ι)/99 οι οποίες προστέθηκαν το 2014 και 2015 με τους Νόμους 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015 αλλά και σχετική νομολογία σε σχέση με το ζήτημα του τόκου υπερημερίας οι οποίες ουσιαστικά αναφέρονται στο εύλογο του ποσοστού του τόκου αυτού σε κάθε περίπτωση (βλ. Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia [1996] Q.B. 752, ΖCCM Investments Holdings plc v. Konkola Copper Mines plc [2017] EWHC 3288, Cavendish Square Holdings BV v. El Makdessi and ParkingEye Ltd v. Beavis [2016] 2 All ER 519 και ΑCC Bank plc v. Friends First Managed Pension Funds Ltd and others [2012] IEHC 435). Στην παρούσα περίπτωση, πέραν της αναφοράς στο τεκμήριο 6 ότι οποιαδήποτε καθυστερημένη δόση θα έφερε αυξημένο τόκο ύψους 5%, δεν γίνεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά στη σύμβαση για τον σκοπό και λόγο της επιβολής αυτού του αυξημένου τόκου. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να επεξηγεί τον τρόπο που καθορίστηκε και συμφωνήθηκε το ύψος αυτού, λαμβάνοντας υπόψη και το σύνολο του επιβαλλόμενου επιτοκίου με βάση τις επίδικες συμφωνίες. Η μαρτυρία των εναγόντων είναι ότι ο τόκος αυτός και το ύψος του καθορίστηκε από την Τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω όμως, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το ποσοστό του τόκου αυτού στο ύψος του 3% που αξιώνεται, αποτελεί τη πραγματική ζημιά των εναγόντων από την παράβαση της συμφωνίας ή ότι έστω υπάρχει κάποιας φύσης ζημιά η οποία να μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με το συμφωνημένο ποσοστό του τόκου αυτού. Κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώνουν ποσοστό τόκου υπερημερίας ύψους 3%. Έπεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 για το ποσό των €228.522,67 πλέον τόκο προς 4,8900% ετησίως. Δικαιούνται επίσης την κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους αφού αυτό προνοείτο στις επίδικες συμφωνίες (βλ. τεκμήριο 6 και όρο 2(i) του τεκμηρίου 5) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Άρθρου 3(δ) και 6(β) του Περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Ν. 160
(1)/1999, και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v.
  1. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017), ECLI:CY:AD:2017:A
  2. Όσον αφορά τους εναγόμενους αρ. 3, προκύπτει από το τεκμήριο 8 ότι η εγγύηση τους περιοριζόταν στο ποσό των CHF 255,
  3. Σύμφωνα με τον όρο 12 του εν λόγω τεκμηρίου η εγγύηση θα ήταν για το ανωτέρω ποσό «(ή το ισάξιο του σε Λίρες Κύπρου κατά το χρόνο της απαίτησης για πληρωμή όπως η Τράπεζα θα αποφασίσει) ....., πλέον τόκους, προμήθειες, δικαιώματα, επιβαρύνσεις και έξοδα, για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά ήθελε υποστεί η Τράπεζα ως συνέπεια της παράλειψης του να συμμορφωθεί με όλες ή οποιαδήποτε των υποχρεώσεων του που απορρέουν από το Έγγραφο αυτό περιλαμβανομένης της πληρωμής όλων των ποσών που οφείλονται και/ή θα οφείλονται λόγω κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων, εξόδων και/ή άλλως πως.» Δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Τράπεζα αξίωσε το ποσό της εγγύησης και ότι λόγω της παράλειψης των εναγόμενων αρ. 3, υπέστηκε ζημιά ως ανωτέρω στον όρο 12 αναφέρεται και/ή το συνολικό αξιούμενο ποσό περιλαμβάνει τόκους, προμήθειες και έξοδα τα οποία προκλήθηκαν συνέπεια της παράλειψης των εναγόμενων αρ. 3 να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης όταν αυτό απαιτήθηκε. Το μόνο στοιχείο το οποίο υπάρχει περί απαίτησης της Τράπεζας για καταβολή του χρέους είναι η επιστολή τεκμήριο 22, η οποία όμως αναφέρεται σε υπόλοιπο ύψους CHF 288.271,34 ενώ όπως προκύπτει η αξίωση εν τέλει ήταν για CHF 276,333.03 και με βάση την αναδομημένη κατάσταση για CHF 274.641,
  4. Δεν έχει καταδειχθεί δηλαδή ότι από την ημέρα της απαίτησης καταβολής της εγγύησης από τους εναγόμενους αρ. 3 επιβλήθηκαν τόκοι και άλλα έξοδα ή ότι η Τράπεζα υπέστη ζημιά συνεπεία της παράλειψης των εναγόμενων αρ. 3 να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης. Κατά συνέπεια κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται να αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 3, ποσό πέραν των CHF 255,000 το ισάξιο αυτού σε Ευρώ κατά την απαίτηση του ή τον τερματισμό, πλέον τους τόκους από την ημέρα του τερματισμού, συμφώνως του εγγράφου εγγύησης. Η αξίωση όμως των εναγόντων εναντίον και των εναγόμενων αρ. 3 είναι εκφρασμένη σε Ευρώ στην Έκθεση Απαίτησης και είναι ορθό η όποια απόφαση που θα εκδοθεί και εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 να είναι εκφρασμένη σε Ευρώ. Έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από τους ενάγοντες σε σχέση με την ισοτιμία Ελβετικού Φράγκου και Ευρώ κατά τον τερματισμό, δηλαδή στις 06/06/
  5. Με βάση το τεκμήριο 33 η ισοτιμία του CHF προς το Ευρώ κατά την πιο πάνω ημερομηνία ανερχόταν σε 1,
  6. Με μια απλή μαθηματική πράξη μπορεί να εκφραστούν τα 255,000 Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ, δηλαδή 255,000 / 1,1970 ίσον με €213.032.58, ποσό για το οποίο δικαιούνται σε απόφαση οι ενάγοντες εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 στη βάση του εγγυητήριου εγγράφου. Δεν προωθείται με την αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων οποιαδήποτε χρηματική απαίτηση εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 δυνάμει των όρων των επίδικων Υποθηκών γι αυτό δεν θα ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3, ως ανωτέρω αναφέρθηκε και δικαιούνται σε ανάλογη απόφαση. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €228.522,67 πλέον τόκο προς 4,8900% ετησίως από 06/06/2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 3, για το ποσό των €213.032.58 πλέον τόκο προς 4,8900% ετησίως από 06/06/2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως με την απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ως ανωτέρω. Επιπρόσθετα, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της εναγόμενης αρ. 3 ως η παράγραφος 10Β της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και/ή κλητηρίου εντάλματος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.