ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Κ. Ν. Π., Γενική Αίτηση Αρ.: 122/2020, 25/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 122/2020 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτητών και Κ. Ν. Π., εκ [ ] 4, [ ], Λεμεσός Καθ' ου η Αίτηση --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25/05/
- Εμφανίσεις: Για τoυς Αιτητές : κα Μαρία Μούζουρα για κ.κ. Χριστάκης Λουκάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Α. Κ. Ευσταθίου για κ.κ. Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές στην παρούσα Αίτηση αξιώνουν «Όπως η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση στις 11/02/2012 καταχωρηθεί και εγγραφεί για εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Χ. Κ., υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (CYPRUS) Ltd, η οποία δυνάμει συμφωνίας με τους Αιτητές έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Αιτητών, μεταξύ των οποίων και το δάνειο και τις συναφείς εξασφαλίσεις του, για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση. Η μάρτυρας αυτή αναφέρεται στα καθήκοντα της και στην προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στις 11/02/2012 εξεδόθη υπερ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πωμού - Τυλληρίας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, διαιτητική απόφαση την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 και η οποία γνωστοποιήθηκε δεόντως στον καθ' ου η αίτηση, στις 24/01/2013 (βλ. τεκμήριο 2). Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στη μετατροπή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρεία Πωμού σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 24/06/2013 (βλ. τεκμήριο 3) και στη συγχώνευση της στις 26/10/2013 με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ (βλ. τεκμήριο 4), το οποίο στη συνέχεια και στις 21/07/2017 συγχωνεύθηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ αποδέχθηκε τη μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού του Ταμιευτηρίου και το διαδέχθηκε εξ' ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11/12/2012, τεκμήριο
- Στις 24/07/2017 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (βλ. τεκμήριο 5) και ακολούθως η τελευταία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (βλ. τεκμήριο 6). Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση, μετά την γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή ημερομηνίας 11/12/2012, καταχώρησε τη Γενική Αίτηση / Έφεση 35/2013 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία ζητούσε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, τεκμήριο
- Στις 25/11/2014 εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω Γενική Αίτηση / Έφεση με την οποία το Δικαστήριο την απέρριψε και επικύρωσε την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, τεκμήριο 1, με αποτέλεσμα η διαιτητική απόφαση να καταστεί οριστική και τελεσίδικη και να δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 7). Ο Καθ' ου η Αίτηση με την ένσταση που καταχώρησε στην πιο πάνω Αίτηση, προβάλει δώδεκα λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί, ως ακολούθως: «(α) Η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση που δεν έχει επεξηγηθεί και/ή δικαιολογηθεί από τους Αιτητές. (β) Οι αιτητές εμποδίζονται ως εκ της συμπεριφοράς τους να αιτούνται την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. (γ) Το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (δ) Η διαδικασία της Διαιτησίας που ακολουθήθηκε ήταν παράνομη και/ή αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο και/ή αντίθετη με το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. (ε) Η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση για τα δικαιώματα τους. (στ) Η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας συνεπώς είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη. (θ) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η άδεια εκτέλεσης της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματική κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. (ι) Η πολυετής αδράνεια που έδειξαν οι αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ια) Από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική και προσωπική δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση. (ιβ) Οι αιτητές δεν αναφέρουν τους λόγους που δεν κινήθηκαν εναντίον του καθ' ου η αίτηση προς εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, που να δικαιολογεί σε αυτό το στάδιο την έγκριση της παρούσας αίτησης. (ιγ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εκδοθεί. (ιδ) Το μέρος της Διαιτητικής Απόφασης που αφορά εκποίηση των Υποθηκών Υ4800/09 και Υ4802/09 δε δύναται να εγγραφεί ως αντίθετο με το Νόμο και/ή διότι δεν αποκαλύπτει επαρκή στοιχεία ώστε να καθιστά την απόφαση αιτιολογημένη.» Η ένσταση στηρίζεται από την ένορκη ομολογία του ιδίου του καθ' ου η αίτηση στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Πέραν τούτου, ο καθ' ου η αίτηση συμφωνεί ότι ο ίδιος εφεσίβαλε την επίδικη διαιτητική απόφαση και ότι η έφεση του απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αναφέροντας ότι η σύζυγος του, εναντίον της οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση την εφεσίβαλε, η έφεση της απορρίφθηκε αλλά έχει καταχωρήσει έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο και η οποία εκκρεμεί. Ισχυρίζεται επίσης, ο καθ' ου η αίτηση, ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και κακόπιστη καθότι τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση ποσού το οποίο έχει αυξηθεί λόγω επιβολής τόκων, τόκων υπερημερίας και επιπλέον χρεώσεων. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει τον ίδιο και την οικογένεια του δυσμενώς υπό την έννοια ότι πρωτίστως οι αιτητές από της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης ουδέποτε τον ενόχλησαν ούτε έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης και αφ' ετέρου από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική του και προσωπική του δυνατότητα. Είναι 66 ετών συνταξιούχος και τα μοναδικά του εισοδήματα είναι η θεσμοθετημένη σύνταξη ύψους €367 και είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος περί τα €350 μηνιαίως. Ως εκ τούτου, δεν έχει πλέον την οποιαδήποτε δυνατότητα να εξοφλήσει το οποιοδήποτε οφειλόμενο προς τους αιτητές ποσό, το οποίο επαναλαμβάνει, έχει αυξηθεί λόγω της επί έτη αδράνειας και αδιαφορίας των αιτητών να προβούν στα δέοντα μέτρα για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων απέστειλαν προς το Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο επισταμένα, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτές λεπτομερώς. Αναφορά σε αυτές ενδεχομένως να γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Το Άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και ειδικότερα στα εδάφια
(4)και
(5)αυτού έχουν ως ακολούθως: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικηµένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο ∆ικαστήριο εντός είκοσι και µιας ηµερών
(21)από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, µε βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύµφωνα µε το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Σημαντικό για την παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 52
(5)του Νόμου (ανωτέρω) το οποίο υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1Α Α.Α.Δ. 707 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι πολύ συγκεκριμένη και περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, δηλαδή η αίτηση, ότι η απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται (βλ. επίσης Μανώλη Χριστοφή v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2011, Ημερομηνίας 20/06/2014, ECLI:CY:AD:2014:A413 και χχχ Παπαγεωργίου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, Πολ. Έφεση Αρ. 192/2013, Ημερ. 19/07/2019), ECLI:CY:AD:2019:A327. Πέραν των πιο πάνω αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην Αγγλική νομολογία και αγγλικές αρχές. Στην Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation
(1973)1 All E.R 172 αποφασίστηκε ότι δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Το εν λόγω απόσπασμα της εν λόγω απόφασης έχει ως ακολούθως: «(ii) once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Στο Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 2, para. 111 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Grounds for opposition application. The Court will not grant leave to enforce the award summarily in doubtful cases, but will ordinarily leave a party in such cases to pursue his remedy by action. In answer to an application for leave to enforce an award, the respondent may set up that the award is a nullity, or is wholly or in part ultra vires, or is bad on the face of it; but if his objection to the award is that the arbitrator misconducted himself, or the award was improperly procured, his proper course is to move to set the award aside, and, if necessary, to get the application to enforce the award adjourned in the meantime. » Πέραν των πιο πάνω, στο σύγγραμμα Russel on Arbitration and Award, thirtieth edition, p. 240 απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θα αρνηθεί την εγγραφή και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως προκύπτει, είναι για να δοθεί δικαίωμα στο επιτυχόν μέρος να αποταθεί στο Δικαστήριο με αγωγή ή άλλη διαδικασία αμφισβήτησης της διαιτητικής απόφασης. Παρά τις πιο πάνω εξαντλητικές προϋποθέσεις που τάσσει η Κυπριακή νομολογία ότι θα πρέπει να πληρούνται για την εγγραφή και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης εντούτοις δεν φαίνεται ούτε προκύπτει να αποκλείει την εφαρμογή των αρχών που τέθηκαν από την Αγγλική νομολογία κατά την εξέταση μιας τέτοιας αίτησης. Το άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου 22/85, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοούσε ότι η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με την εκάστοτε εν ισχύει νομοθεσία περί διαιτησίας και το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις να εξετάζει κατά πόσο υπάρχει μια έγκυρη διαιτητική απόφαση και διαδικασία που ακολουθήθηκε διαφορετικά θα υπήρχε το ενδεχόμενο μια πασιφανώς άκυρη διαδικασία και διαιτητική απόφαση να επιβεβαιώνεται χωρίς άλλο και να της προσδίδεται δικαστική ισχύς. Αυτό φαίνεται να υποστηρίζεται από την Χρίστου Χριστοφόρου κ.α.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 980 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει την νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της». Παραπέμπω επίσης στην ΧΧΧ Κυριάκου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ε.Κ.) Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 129/2014, Ημερ. 21/05/2021 όπου αναφέρθηκε, με παραπομπή στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation (ανωτέρω) ότι η διαδικασία εγγραφής προσφέρεται για τη διαπίστωση θεμελιακών ζητημάτων φυσικής δικαιοσύνης (ως η προηγούμενη ενημέρωση του εφεσείοντα για την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον του) και κατά πόσο η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω, στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εφεσίβλητη, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω άρθρου αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η διαδικασία, εξ' αρχής μέχρι τέλους διατηρήθηκε στα πλαίσια του νόμου όπου το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι η διαιτητική απόφαση μπορούσε να εγγραφεί στο επαρχιακό δικαστήριο εφόσον αυτή εκδόθηκε από αρμοδίως διορισθέντα συμφώνως του νόμου διαιτητή και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση σε σχέση πάντοτε με τα γεγονότα που την περιβάλλουν όπως αναφύονται και από την ένσταση. Κατ' αρχάς δεν αμφισβητείται ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση. Τούτο επίσης προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, στον οποίο βρίσκεται καταχωρημένη η επίδοση της αίτησης και από το γεγονός ότι ο ίδιος λαμβάνει μέρος στη διαδικασία, στην οποία καταχώρησε ένσταση. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται άδεια για καταχώρηση στο μητρώο του Πρωτοκολλητείου και εγγραφή, έχει επιδοθεί προς τον καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, αυτή επιδόθηκε προσωπικά στον ίδιο στις 24/01/2013 και ενημερωνόταν ότι είχε δικαίωμα εντός 21 ημερών από την παραλαβή της να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85. Ο καθ' ου η αίτηση, όχι μόνο δεν αμφισβητεί το πιο πάνω γεγονός αλλά προκύπτει να αποτελεί και κοινό έδαφος ότι άσκησε το δικαίωμα του αυτό και καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο την Αίτηση / Έφεση Αρ. 35/13 η οποία απορρίφθηκε στις 25/11/2014 (βλ. επίσης τεκμήριο 7 της αίτησης). Με την αίτηση του εκείνη ο καθ' ου η αίτηση είχε κάθε δικαίωμα να εγείρει κάποιο από τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 και σύμφωνα με τη νομολογία για να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 2, para. 126 αναφορικά με τους λόγους που μπορεί να προβληθούν σε μια τέτοια αίτηση για παραμερισμό ή ακύρωση μιας διαιτητικής απόφασης). Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, στους λόγους αυτούς περιλαμβάνεται και το ότι υπήρξε αντικανονικότητα της διαδικασίας όπως για παράδειγμα ο διαιτητής δεν ειδοποίησε τα μέρη για τον χρόνο και τόπο διεξαγωγής της διαιτησίας. Η δε απόρριψη της εν λόγω έφεσης και η μη ύπαρξη άλλης διαδικασίας που να προσβάλλει την εγκυρότητα της εν λόγω διαιτητικής απόφασης και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, έχουν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν αυτή τελεσίδικη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(5)του Νόμου (ανωτέρω). Η εκκρεμότητα έφεσης κατά την απορριπτικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκ μέρους άλλου προσώπου εναντίον του οποίου επίσης στρέφεται η διαιτητική απόφαση δεν επηρεάζει την τελεσιδικία και δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης εναντίον του παρόντος καθ' ου η αίτηση. Σημειώνεται ότι με το λόγο έφεσης αρ. (δ) ο καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά τη διαιτησία, χωρίς όμως ο λόγος αυτός να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα ή να προωθείται κατά την αγόρευση της συνηγόρου του. Σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει οποιαδήποτε παρανομία στην όλη διαδικασία η οποία να μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου μάλιστα ότι ο καθ' ου η αίτηση αποτάθηκε στο Δικαστήριο για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και η αίτηση του αυτή απορρίφθηκε. Πέραν των πιο πάνω, η διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση ως τεκμήριο
- Εξετάζοντας το περιεχόμενο της και όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι αυτή φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και δεν καταδεικνύεται ότι αυτή είναι πασιφανώς άκυρη. Η επίδικη διαιτητική απόφαση, παρατηρώ ότι περιλαμβάνει το όνομα του διαιτητή, τα μέρη της διαφοράς και την ιδιότητα τους, αναφέρεται στον Θεσμό 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, την απαίτηση της αιτήτριας, ότι η ειδοποιήθηκε ο καθ' ου η αίτηση και ότι παρουσιάστηκε στη διαδικασία, ότι ο διαιτητής έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία και την απόφαση του. Προκύπτει με σαφήνεια περαιτέρω το ποσό το οποίο επιδικάστηκε μαζί με τους τόκους. Κατά συνέπεια δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πασιφανής ακυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή αοριστία και ασάφεια της εν λόγω απόφασης (ΧΧΧ Κυριάκου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ε.Κ.) Λτδ (ανωτέρω) και τα όσα προβάλλονται με τους λόγους ένστασης (ε) και (στ) δεν ευσταθούν και/ή δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους άρνησης παροχής της αιτούμενης θεραπείας. Επαναλαμβάνω περαιτέρω ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε ασκήσει το δικαίωμα του για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και η αίτηση του απορρίφθηκε με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη και δεσμευτική. Διαδικαστικά ζητήματα όπως απουσίας στοιχείων σε αυτή που έπρεπε να είχαν επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση, όπως γενικά προβάλλει με το λόγο έφεσης αρ. (ε) και/ή ζητήματα έλλειψης αιτιολογίας όπως επίσης γενικά και αστήρικτα προβάλλονται με το λόγο έφεσης (στ) έπρεπε να εγερθούν στη διαδικασία της αίτησης που είχε υποβάλει για τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης (βλ. χχχ χχχ Παράσχου v. Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. 93/2014, Ημερ. 22/04/2021). Εκείνο το οποίο στην ουσία ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει και προωθείται με την αγόρευση των συνηγόρων του, είναι το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα ότι η διαιτητική απόφαση σε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική κατά τις 25/11/2014, οπόταν η αίτηση - έφεσης του κατά της επίδικης διαιτητικής απόφασης απορρίφθηκε. Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 08/09/2020, δηλαδή έξι σχεδόν χρόνια μετά το πιο πάνω γεγονός. Η διαιτητική απόφαση είναι ημερομηνίας 11/12/
- Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση περί δυσμένειας στην οποία τίθεται ενόψει της κατ' ισχυρισμό αλλαγής των προσωπικών και οικονομικών του συνθηκών, όπως αυτές αναφέρονται στην ένσταση του. Όλα αυτά όμως, κρίνω ότι δεν μπορούν, να επηρεάσουν την διαδικασία αυτή με την οποία ζητείται άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η Δ.40, Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση που αφορά εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Εφαρμογής τυγχάνει το Άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/85 σε συνδυασμό με τη Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόμοιο ζήτημα, δηλαδή το καθυστερημένο στην προώθηση μέτρων εκτέλεσης και της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης, είχε εγερθεί στην ΧΧΧ Στυλιανού v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς - Αναγυιας, Πολ. Έφ. Αρ. 92/2014, όπου αποφασίστηκε ότι η Δ.47, Θ.1 δίδει εξουσία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης στο μητρώο του Δικαστηρίου. Αφού η απόφαση εγγραφεί, τότε σύμφωνα με την Δ.47, Θ.3, μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του Δικαστηρίου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που την καθιστούν εκτελεστή. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά και τα ακόλουθα: «Συνεπώς, αυτό θα ήτο το επόμενο βήμα εάν η Εφεσίβλητη επιθυμούσε να προχωρήσει σε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. Τότε θα ετίθετο θέμα χρόνου έκδοσης της απόφασης. Σχετικά με εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός. Βασική προϋπόθεση εγγραφής της είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Η αίτηση για εγγραφή επιδίδεται στο πρόσωπο αυτό ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε το οποίο ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα που είναι η εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κ.λ.π. της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική απόφαση (βλ. σχετικά την ΧΧΧ ΧΧΧ Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707, 711 και Ζαμπά v. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.λ.π., Π.Ε. 96/12, ημερ. 6.6.2018), ECLI:CY:AD:2018:A277.» Κατά συνέπεια, ούτε οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με το καθυστερημένο της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ευσταθούν και/ή μπορούν να αποτελέσουν λόγο για μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Παραμένει ο λόγος ένστασης αρ. (ιδ) που αφορά το μέρος της απόφασης το οποίο διατάσσει την εκποίηση των Υποθηκών Υ4800/09 και Υ4802/09 και ότι το μέρος αυτό δεν δύναται να εγγραφεί ως αντίθετο με το Νόμο. Κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Όπως προκύπτει από την απόφαση του διαιτητή, πέραν της επιδίκασης των συγκεκριμένων ποσών, διατάχθηκε όπως το προϊόν της εκποίησης των πιο πάνω αναφερόμενων Υποθηκών χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή του χρέους. Είναι γεγονός ότι δεν προκύπτει ξεκάθαρα ότι διατάσσεται η εκποίηση των εν λόγω Υποθηκών. Αναφέρεται όμως στις συγκεκριμένες Υποθήκες και αποφασίζει ότι το προϊόν της εκποίησης τους θα χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή του χρέους. Για να υπάρξει όμως προϊόν εκποίησης θα πρέπει να προηγηθεί μια τέτοια εκποίηση. Η όποια αναφορά του διαιτητή στην πληρωμή του χρέους από το προϊόν της εκποίησης των επίδικων Υποθηκών δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την εκποίηση των Υποθηκών. Κατ' ουσία διατάχθηκε η εκποίηση των εν λόγω Υποθηκών, κάτι για το οποίο δεν είχε εξουσία να πράξει. Στην 1. ..Ζάμπα κ.α. v. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 96/2012, Ημερ. 06/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A277 αποφασίστηκε ότι «Οι διατάξεις του Νόμου, ο Περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ.4 δεν επιτρέπουν και δεν παρέχουν τέτοια εξουσία στο Διαιτητή». Σε εκείνη την υπόθεση η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με το μέρος που αφορούσε την εκποίηση της υποθήκης παραμερίστηκε. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για να επιτραπεί η καταχώρηση και εγγραφή για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, στο βαθμό που αναφέρθηκε ανωτέρω και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια ως η παράγραφος Α της αίτησης, πλην του μέρους της απόφασης το οποίο αφορά την εκποίηση των Υποθηκών με αρ. Υ4800/09 και Υ4802/09 και/ή της αναφοράς ότι το επιδικαζόμενο ποσό και οι τόκοι θα πληρωθούν από «το προϊόν εκποίησης των Υποθηκών με αρ. Υ4800/09 & Υ4802/09». Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστον Αντίγραφο (Υπ.)............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο