← Κύπρος

Eπί τοις αφορώσι την αίτηση του I. U., Αρ. Γενικής Αίτησης:55/2020, 22/8/2022

Eπί τοις αφορώσι την αίτηση του I. U., Αρ. Γενικής Αίτησης:55/2020, 22/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2022:A108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης:55/2020 Eπί τοις αφορώσι την αίτηση του I. U., εξ Αγγλίας και Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) (Άρθρα 1, 2, 39-65, 65ΙΕ, 80-81) -------------------------------------------------------- Ημερ.: 22/08/

  1. Eμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ντόρια Βαρωσιώτου για κ.κ. Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας: κ. Αντώνης Μελάς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο τις κάτωθι θεραπείες: «(A) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να κηρήττει άκυρη την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 13/02/2020, δια της οποίας αρνείται την αποδοχή της καταχώρισης εγγράφων καταπιστευμάτων που υποδεικνύουν τους πραγματικούς δικαιούχους των πιο κάτω ακινήτων, λόγω του ότι είναι σε αντίθεση με την Κυπριακή νομοθεσία, άρθρο 61 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224), τις αρχές του δικαίου της επιείκιας, του κοινοδικαίου, Συμβάσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Συντάγματος. (Β) Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να δηλώνει ότι ο τελικός δικαιούχος των κάτωθι αναφερόμενων ακινήτων από την ημερομηνία εγγραφής τους στο Μητρώο που τηρείται στο Κτηματολόγιο Πάφου, είναι ο Αιτητής και οποιοσδήποτε άλλος αναφερόμενος δικαιούχος δυνάμει του καταπιστεύματος «The Symmetric Trust» ημερομηνίας 04/08/1998 και των περαιτέρω τροποποιήσεων του καταπιστεύματος ημερομηνίας 23/09/2002, 07/04/2004, 24/07/2006, 22/11/2006, 29/04/2013 και 02/07/2018, και δηλώσεις καταπιστεύματος ημερομηνίας 20/11/2007 και 20/05/2005, ως επισυνάπτονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση: Aρ. Εγγραφής Φύλλο Σχέδιο Τεμάχιο Υφιστάμενο Όνομα ιδιοκτήτη Μερίδιο 0/[ ] («Ακίνητο 1») Επαρχία Πάφου 26 57 [ ] Y & P TRUSTEES LIMITED ΟΛΟ 0/[ ] («Ακίνητο 2») Επαρχία Πάφου 51 02 ΕΠΙ [ ] F. R. F. R. (Διαχειριστής του οποίου είναι ο Π. Ε., εκ Πάφου) ΟΛΟ [ ] («Ακίνητο 3») Επαρχία Πάφου ΧΧV1 49 Ε2 [ ] P. M. OΛΟ (Γ) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η επίσημη καταχώρηση και αποδοχή από το Κτηματολόγιο Πάφου όλων των σχετικών εγγράφων καταπιστεύματος που υποδεικνύουν ότι τα πιο πάνω ακίνητα κατέχονται από τους πιο πάνω ιδιοκτήτες από την ημέρα μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα τους ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος του Αιτητή και οποιουδήποτε άλλου αναφερόμενου δικαιούχου δυνάμει των προαναφερόμενων καταπιστευμάτων, ως έχουν παραδοθεί στο Κτηματολόγιο Πάφου με επιστολή ημερομηνίας 07/02/2020.» Η Αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 1, 2, 39-65, 65ΙΕ, 80-81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2, Δ.48 Θ.1-5, 8, 9, στη Δ.63, Δ.64, στις αρχές του δικαίου της επιείκιας, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές της νομολογίας του Επαρχιακού και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Στέφανης Γεωργιάδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή στην οποία παραθέτει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν και επισυνάπτει τα σχετικά τεκμήρια. Συνοπτικά σε αυτή επισυνάπτονται έγγραφα καταπιστεύματος, τα οποία, κατά τη θέση της ενόρκως δηλούσας, καταδεικνύουν ότι τα περιγραφόμενα στην Αίτηση ακίνητα, τα οποία φαίνονται εγγεγραμμένα στο όνομα των αναφερόμενων προσώπων οι οποίοι εμφανίζονται ως οι πραγματικοί δικαιούχοι τους, στην ουσία κρατούνται προς όφελος του αιτητή και των άλλων δικαιούχων που αναφέρονται στα καταπιστεύματα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι εκ παραδρομής και από λάθος και/ή άγνοιας ως προς τη διαδικασία που θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί κατά το χρόνο μεταβίβασης των ακινήτων επ' ονόματι των καταπιστευματοδόχων, δεν κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου τα αιτούμενα έγγραφα καταπιστεύματος με αποτέλεσμα στους εκδοθέντες τίτλους ιδιοκτησίας καθώς και στα μητρώα του Κτηματολογίου, τα ονόματα των προσώπων στα οποία έγιναν οι μεταβιβάσεις να παρουσιάζονται ως οι πραγματικοί ιδιοκτήτες, ενώ ουσιαστικά κρατούν την πιο πάνω ιδιοκτησία προς όφελος των προαναφερόμενων δικαιούχων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι με επιστολή ημερομηνίας 07/02/2020 προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου και Λευκωσίας εξηγήθηκαν όλα τα πιο πάνω και επισυνάφθηκαν σε αυτή τα σχετικά έγγραφα. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο Ν. Σε αυτή αναφέρεται ότι τα τρία ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην Επαρχία Πάφου και ένα στην Επαρχία Λευκωσίας με βάση τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα στο Κτηματολόγιο φαίνεται να μην αποδίδεται η ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου στα πρόσωπα στα οποία είναι εγγεγραμμένη η ακίνητη ιδιοκτησία. Γίνεται παραπομπή στο Άρθρο 61 του Κεφ. 224 στο τεκμήριο Ν και καταλήγει ως εξής: «Παρακαλούμε όπως εξετάσετε το αίτημα του πελάτη μας λαμβάνοντας υπόψη τα επισυναπτόμενα έγγραφα, και μας ενημερώσετε σχετικά για τυχόν ενέργειες που χρειάζεται να λάβουμε ως δικηγόροι του πελάτη μας, έτσι ώστε να επιτύχουμε την μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων (κατά τρόπο που να αναγνωρίζεται ότι τώρα δικαιούχοι (beneficiaries) είναι ο πελάτης μας και η σύζυγος του) στο όνομα της εταιρείας MANDUCA RANDON & CO LTD , η οποία εταιρεία να εμφαίνεται στο σύστημα του Κτηματολογίου ότι θα κατέχει τα ακίνητα ως καταπίστευμα για λογαριασμό του πελάτη μας και της συζύγου του. Εξυπακούεται ότι με την έγκριση της παρούσας αίτησης ο πελάτης μας και/ή η εταιρεία MANDUCA RANDON & CO LTD, δεν θα χρειαστεί να καταβάλει τις συνήθεις φορολογίες και τέλη μεταβίβασης.» Με απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 13/02/2020, το Κτηματολόγιο Πάφου απέρριψε το αίτημα του Αιτητή για αποδοχή καταχώρισης όλων των σχετικών εγγράφων που υποδεικνύουν ότι τα εν λόγω ακίνητα κατέχονται από τους πιο πάνω ιδιοκτήτες από την ημέρα μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα τους ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος του Αιτητή. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ξ και σε αυτή αναφέρονται τα κάτωθι: «Ως ο ίδιος επισημαίνετε, τα τεκμήρια που επισυνάπτονται δεν κατατέθηκαν στα Μητρώα του Τμήματος κατά τη μεταβίβαση στους τωρινούς εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες. Η τιτλοποίηση επί ονόματι τους στη βάση των εγγραφών, που είχαν καταχωριστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ορθή. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου αποφάσισε ότι δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβεί σε διόρθωση κατ' επίκληση του άρθρου 61 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.
  2. Οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη με την έννοια της νομοθετικής αυτής διάταξης θα πρέπει να στοιχειοθετείται κατά τη χρονική στιγμή που μια καταχώρηση ή έγγραφή διενεργείται. Η εμβέλεια του άρθρου περιορίζεται στο σύνολο των πληροφοριών που είχε στη διάθεση του ο αρμόδιος υπάλληλος ή και συνδέεται με την όποια έρευνα στην οποία όφειλε να προβεί σε αρχεία και συναφείς φακέλους. Δεν καλύπτει αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται μεταγενέστερα και πιθανόν να χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης. Τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να άγονται απευθείας στο Δικαστήριο.» Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι εν όψει της άρνηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεχτεί τα εν λόγω έγγραφα, ο Αιτητής ασκεί τα δικαιώματα του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, Κεφ. 224, για σκοπούς έφεσης κατ' απόφαση του Διευθυντή (άρθρο 80), η οποία, εξ' όσων την ενημερώνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, δεν συνάδει με τους κανόνες ίσης μεταχείρισης, ούτε ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, παραθέτοντας 8 (οκτώ) λόγους ως εξής: «
  3. O Διευθυντής έπραξε καθ' όλα νομότυπα και ακολούθησε τη δέουσα και/ή κατά νόμο διαδικασία και/ή ειδικότερα και όχι περιοριστικά βάσει των άρθρων 4 και 65ΙΕ του Κεφ. 224 και/ή βάσει των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους και/ή ειδικότερα και όχι περιοριστικά βάσει των άρθρων 2, 4, 5, 6, 7, 8, 16 και 51 και/ή δεν ευσταθεί κανένας λόγος και/ή ισχυρισμός επί της Αίτησης της Αιτήτριας.
  4. Η Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο για τα ζητούμενα Διατάγματα.
  5. Δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση του Διευθυντή εν τη έννοια του Νόμου, η οποία να προσβάλλεται από την Αιτήτρια παραδεκτά βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 και/ή η επιστολή ημερομηνίας 13/02/2020 έχει πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν αποτελεί απόφαση του Διευθυντή.
  6. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  7. Δεν προβάλλονται βάσιμοι, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή Κανονισμούς και/ή από τις αρχές της επιείκειας.
  8. Δεν πρόκειται περί διόρθωσης λάθους του Διευθυντή εν τη έννοια του Νόμου. Δεν έγινε καμία Αίτηση από την Αιτήτρια προς τον Διευθυντή με την οποία να αιτείται διόρθωση λάθους από πλευράς του.
  9. Ο Διευθυντής αρνείται και απορρίπτει όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση της κας Γεωργιάδου που την συνοδεύει στον βαθμό και/ή στην έκταση που έρχονται σε αντίθεση και/ή αντιφάσκουν και/ή διαφέρουν και/ή είναι ασυμβίβαστοι με την παρούσα Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει.
  10. Ο Διευθυντής επιφυλάσσει το δικαίωμα του όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους ένστασης με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ν. Ν., Κτηματολογικού Λειτουργού στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, ο οποίος χειρίστηκε την παρούσα υπόθεση και στην οποία παραθέτει τα γεγονότα. Επί της ουσίας αναφέρει ότι τα έγγραφα καταπιστεύματος δεν προσκομίστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου κατά τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, ώστε να είναι φανερή η ιδιότητα του δικαιοπάροχου και δικαιοδόχου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ

(2)του Κεφ. 224, το ιδρυτικό έγγραφο ενός καταπιστεύματος καταχωρίζεται στα Κτηματικά Μητρώα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συναφείς συμφωνίες θα έπρεπε τουλάχιστον να συμπεριληφθούν στον Τύπο Ν.270 της κάθε Δήλωσης. Εφόσον δεν ακολουθήθηκε αυτή η διαδικασία κατά τον κρίσιμο χρόνο, η εγγραφή της περιουσίας στους τωρινούς ιδιοκτήτες προσωπικά δεν συνιστά οποιοδήποτε λάθος του Διευθυντή που να χρήζει διόρθωσης στη βάση του άρθρου 61 του Κεφ.
  1. Ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στην επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13/02/2020 που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ξ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Διευθυντή εν τη έννοια του Νόμου, η οποία δύναται να προσβληθεί ως αντιβαίνουσα τη νομοθεσία. Σε κάθε περίπτωση, οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή διαδικασίες συντελέστηκαν είναι καθόλα νόμιμες και απορρέουν από τις πρόνοιες του Κεφ. 224 και/ή των σχετικών Κανονισμών και/ή του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Νόμος 9/1965 και/ή του Δικαίου της επιείκιας και/ή της νομολογίας. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές απέστειλαν ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτές. Αναφορά στις θέσεις των μερών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και αν τούτο κριθεί αναγκαίο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αίτηση επιδόθηκε αρχικά μόνο στο Κτηματολόγιο και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε σε άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, τα οποία όμως δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Όπως προκύπτει από την Αίτηση και την αγόρευση της συνηγόρου του Αιτητή, προσβάλλεται η κατ' ισχυρισμό απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου η οποία κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 13/02/2020 και με την οποία απέρριψε το αίτημα του αιτητή για την κατάθεση στο Κτηματολόγιο των εγγράφων καταπιστεύματος και την διόρθωση της εγγραφής στο μητρώο του Κτηματολογίου έτσι ώστε οι ιδιοκτήτες των αναφερόμενων ακινήτων να φαίνονται ότι κατέχουν αυτά ως καταπιστευματοδόχοι της συγκεκριμένης εταιρείας και του Αιτητή και άλλων προσώπων που αναφέρονται στα έγγραφα καταπιστεύματος. Η Αίτηση επίσης βασίζεται στα Άρθρα 61 και 80 του Κεφ. 224, τα οποία αφορούν στην εξουσία του Διευθυντή για διόρθωση λαθών και στο δικαίωμα του επηρεαζόμενου προσώπου από μια τέτοια απόφαση να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο. Εν όψει των πιο πάνω, εκείνο το οποίο χρήζει αρχικώς εξέτασης είναι ο τύπος της παρούσας αίτησης με την οποία προωθούνται οι αιτούμενες θεραπείες. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης για τούτο. Το ζήτημα όμως θίγεται με την αγόρευση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος στην ουσία ισχυρίζεται ότι αυτή είναι θνησιγενής καθότι δεν περιλαμβάνονται στο σώμα της αίτησης οι λόγοι έφεσης. Το όλο ζήτημα, κρίνω ότι είναι και δικαιοδοτικό γι αυτό μπορεί το Δικαστήριο να το εξετάσει αυτεπάγγελτα. Το δικαίωμα οποιουδήποτε επηρεαζόμενου προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρέχεται από το Άρθρο 80 του Κεφ. 224 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  2. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του ∆ιευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού δύναται, εντός τριάντα ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο ∆ικαστήριο και το ∆ικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα ∆ικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο ∆ιευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: O Τύπος και η διαδικασία της έφεσης που υποβάλλεται δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου προνοείται στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 ως έχουν τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 7 προνοεί τα ακόλουθα: "Every summons (Form 2) originating an appeal or application under these rules shall state the grounds of such appeal or application. No grounds other than those so stated shall (except with the leave of the Court hearing the appeal or application and on such terms as the Court may think just) be allowed to be taken by the applicant at the hearing of the appeal or application." Προκύπτει από τα πιο πάνω και από τον Τύπο τέτοιας έφεσης ή αίτησης στο Δικαστήριο ότι οι λόγοι έφεσης θα πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της αίτησης - έφεσης και κανένας άλλος λόγος έφεσης που δεν περιλαμβάνεται μπορεί να εξεταστεί. Οι πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού δε αφορούν μόνο τον τύπο τέτοιας έφεσης ή αίτησης αλλά είναι και ουσίας. Καθορίζει το πλαίσιο εξέτασης της και περιορίζεται αυστηρά στην εξέταση των συγκεκριμένων λόγων έφεσης που καθορίζονται στο σώμα της αίτησης από τον αιτητή. Στην Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Xρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ 965 κρίθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στη νομική βάση του Άρθρου 51
(1)του Νόμου 9/65 συνιστούσε παρατυπία. Αναφέρθηκε όμως ότι η αίτηση ήταν σύμφωνη με τον σχετικό τύπο των Κανονισμών και στο σώμα της περιλάμβανε τους λόγους έφεσης. Στην παρούσα περίπτωση απουσιάζουν παντελώς από το σώμα της αίτησης οι λόγοι έφεσης. Δηλαδή, δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε λόγος έφεσης στο σώμα της αίτησης, πέραν από τις αξιούμενες θεραπείες. Επίσης, η Αίτηση τιτλοφορείται ως Γενική Αίτηση. Είναι προφανές ότι η Αίτηση δεν συνάδει με τον σχετικό τύπο των πιο πάνω αναφερόμενων Κανονισμών. Κρίνω ότι το θέμα δεν αφορά απλό ζήτημα παρατυπίας το οποίο θα μπορούσε να ξεπεραστεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι ζήτημα ουσίας και δικαιοδοτικό του Δικαστηρίου. Αφ' ης στιγμής ο Κανονισμός προνοεί ότι μόνο οι καταγραμμένοι λόγοι έφεσης μπορούν να εξεταστούν και κανένας άλλος εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου, δεν είναι δυνατό η παρούσα αίτηση να μπορεί να εξεταστεί στην απουσία οποιονδήποτε λόγων έφεσης. Τί είναι αυτό που στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στην παρούσα και ποιο συγκεκριμένα είναι το παράπονο του Αιτητή από την «απόφαση» του Διευθυντή; Εκτός από την ανάγκη πληροφόρησης του Δικαστηρίου των λόγων έφεσης υπάρχει και η ανάγκη πληροφόρησης της αντίδικης πλευράς. Οι πρόνοιες του Κανονισμού 7 προκύπτει να είναι επιτακτικές και δεν μπορεί μια αίτηση να εξεταστεί έξω από τους λόγους έφεσης οι οποίοι θα πρέπει να καταγράφονται στο σώμα της κατά τον τρόπο που φαίνεται και στον τύπο 2. Πόσο μάλλον όταν στην αίτηση δεν καταγράφεται κανένας λόγος έφεσης. Στη Δ.48, κ.4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε στις 23/12/1999 αναφέρεται ότι στην ένσταση σε ενδιάμεσες αιτήσεις θα πρέπει να καταγράφονται οι λόγοι στο σώμα της όπως προνοείται στον Τύπο 47. Στην Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 κρίθηκε ότι η αναφορά στο σώμα της ένστασης των λόγων επί των οποίων στηρίζεται είναι επιτακτική. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα εξής: «... Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Δεδομένου ότι η παρούσα Αίτηση είναι πρωτογενής διαδικασία και του επιτακτικού χαρακτήρα της αναφοράς των λόγων έφεσης στο σώμα της και δεδομένης της έλλειψης οποιονδήποτε λόγων έφεσης κατ' αυτό τον τρόπο, κρίνω ότι η Αίτηση είναι θνησιγενής και δεν μπορεί να εξεταστεί και θα πρέπει να απορριφθεί γι αυτό το λόγο και μόνο. Σε περίπτωση όμως που ήθελε κριθεί η πιο πάνω κρίση μου λανθασμένη, η παρούσα αίτηση πάλι δεν θα μπορούσε να είχε επιτυχή κατάληξη. Ο Αιτητής στην παρούσα προσβάλει την επιστολή ημερομηνίας 13/02/2020 του Διευθυντή με την οποία απάντησε στην επιστολή του ημερομηνίας 07/02/2020 με την οποία ζητούσε να αποδεχθεί τα έγγραφα καταπιστεύματος εκ των υστέρων και να προβεί στις ανάλογες διορθώσεις στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων που αναφέρονται έτσι ώστε οι σημερινοί ιδιοκτήτες τους να παρουσιάζονται ότι τα κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι της συγκεκριμένης εταιρείας και κατ' επέκταση του Αιτητή και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων. Ο Διευθυντής με την πιο πάνω επιστολή στην ουσία αναφέρει ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε λάθος στους τίτλους εγγραφής για να προβεί σε οποιαδήποτε διόρθωση καθότι τα εν λόγω καταπιστεύματα δεν είχαν παρουσιαστεί κατά την μεταβίβαση των ακινήτων. Άλλωστε τούτο αποτελεί κοινό έδαφος. Συμφωνώ με τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Διευθυντής δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224 η οποία να υπόκειται σε έφεση συμφώνως του Άρθρου 80 του ιδίου Νόμου. Ουδέποτε προκύπτει ο Διευθυντής να ακολούθησε τη διαδικασία που προνοείται στο Άρθρο 61
(3)του Νόμου και μετά από αυτήν να προχώρησε στην έκδοση οποιασδήποτε απόφασης (βλ. Γιαννούλα Χαραλάμπους v. 1. Aνδρέα Γεωργίου κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 515, Ανδρέα Πιτσιλλίδης κ.α. v. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2010)1 Α Α.Α.Δ. 40, Σταυρούλλα Θεμιστοκλέους Θέμη v. Πόπη Αντωνίου Χριστοδούλου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1177 και Θεονίτσα Σοφρωνίου Σολομώντος v Παναγιώτη Παπανεοκλή
(1992)1Β Α.Α.Δ. 906). Αλλά και από την ίδια τη θέση του Αιτητή, όπως παρατίθεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του και τα σχετικά τεκμήρια, εκείνο το οποίο διεκδικεί είναι την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επίδικων ακινήτων αναδρομικά και λόγω λάθους ή εκ παραδρομής των ιδίων. Είναι νομολογημένο όμως ότι ο Διευθυντής δεν έχει μια τέτοια εξουσία ή εξουσία επίλυσης περιουσιακών διαφορών και αρμόδιο προς τούτο είναι το Δικαστήριο. Στην Κατερίνα Στυλιανού v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1860 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Θα θέλαμε επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η διόρθωση στην οποία ο Διευθυντής έχει δυνάμει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224 εξουσία να προβαίνει συνιστά κατ' εξοχή διοικητική λειτουργία στο τομέα του ιδιωτικού δικαίου, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποκατάσταση της αυθεντικότητας των κτηματολογικών σχεδίων, βιβλίων και εγγράφων και με κανένα τρόπο παρέχεται στο Διευθυντή εξουσία να επιλύει κτηματικές διαφορές ουσίας ή διαφορές που συνίστανται σε διεκδίκηση ακίνητης περιουσίας.» Η επίλυση τέτοιων διαφορών επιβάλλει τη λήψη και αξιολόγηση μαρτυρίας και με βάση την εν λόγω μαρτυρία κρίση επί των επίδικων θεμάτων, στοιχείο που μεταθέτει την περίπτωση εκτός του πλαισίου του Άρθρου 61 και την υπάγει στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (βλ. Καρακωτού
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 99). Στην Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Μιχαλάκη Γεώργιου Σταύρου κ.α
(2015)1Α Α.Α.Δ. 711 αναφέρθηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δύσκολη η διάκριση μεταξύ περιουσιακών διαφορών και παράλειψης ή λάθους του Κτηματολογίου. Στην Κυριάκου Νικήτα Παναγιώτου v. Σόνιας Ανδρέα Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 61 έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου το λάθος μπορεί να ευρεθεί και να διορθωθεί από τα σχέδια και βιβλία του Κτηματολογίου χωρίς περαιτέρω έρευνα. Στην παρούσα περίπτωση είναι κοινό έδαφος ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε λάθος του Κτηματολογίου το οποίο να προκύπτει από τα κτηματολογικά βιβλία και έγγραφα. Η μεταβίβαση επ' ονόματι των σημερινών ιδιοκτητών έγινε συμφώνως της δήλωσης μεταβίβασης. Ουδέποτε παρουσιάστηκαν τα αναφερόμενα έγγραφα καταπιστεύματος κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, έστω λόγω λάθους ή εκ παραδρομής του Αιτητή και όχι του Διευθυντή. Εκείνο το οποίο ο Αιτητής αξίωσε από τον Διευθυντή είναι στην ουσία να λάβει υπόψη του τα έγγραφα καταπιστεύματος εκ των υστέρων, να τα αξιολογήσει, να τα αποδεκτεί και να προχωρήσει αναδρομικά να αλλάξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων ακινήτων έτσι ώστε αυτά να παρουσιάζονται ότι κατέχονται από τους σημερινούς ιδιοκτήτες ως καταπιστευματοδόχοι της αναφερόμενης εταιρείας, του Αιτητή και άλλου ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο να σημειωθεί δεν έχει οποιαδήποτε τέτοια αξίωση. Τούτη διεργασία όμως απαιτεί όπως ο Διευθυντής λάβει υπόψη του εξωγενή στοιχεία, δηλαδή μαρτυρία η οποία δεν προκύπτει από τα Κτηματολογικά έγγραφα, κάτι το οποίο, υπό τις περιστάσεις εκφεύγει της εξουσίας του δυνάμει του Άρθρου 61 του Νόμου. Το γεγονός και μόνο ότι οι σημερινοί ιδιοκτήτες, στους οποίους επιδόθηκε η παρούσα Αίτηση, μετά από υποδείξεις του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν στη παρούσα διαδικασία για να ενστούν ή ότι τούτο συνεπάγεται σε συγκατάθεση τους, σύμφωνα με τη συνήγορο του Αιτητή, δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Η παρούσα περίπτωση είναι εκτός της εμβέλειας του Άρθρου 61 και αφορά την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επίδικων ακινήτων αναδρομικά και το μόνο αρμόδιο να επιλύσει το ζήτημα αυτό είναι το πολιτικό Δικαστήριο και όχι ο Διευθυντής αλλά ούτε και το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει γι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.